198/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατά το άρθρο 281 ΑΚ "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καλή πίστη "θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου.
Legislator headnote
AI generated198/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τ. του Π., απαίτησής της, ανερχόμενη στο χρηματικό ποσό των 467.324.264 δραχμών. Ότι για το ύψος της αμοιβής του δεν υπήρξε ειδική συμφωνία με την εντολέα του, εναγομένη. Ότι στα πλαίσια της άνω εντολής εκτέλεσε όλες τις απαιτούμενες για τον πιο πάνω σκοπό δικαστικές και εξώδικες πράξεις και η εναγομένη εισέπραξε το ανωτέρω ποσό.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 198 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 198/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD" (πρώην "MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD") που εδρεύει στην Λευκωσία Κύπρου και τελεί υπό ειδική διαχείρηση, ως καθολικής διαδόχου λόγω διασυνοριακής συγχώνευσης των ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." "ΜΑRFIN BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και "ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΕΛΛΑΣ) Α.Ε." με απορρόφηση των δύο τελευταίων από την πρώτη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Συρμά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Π. Τ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητός του ως δικηγόρος, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 159/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 574/2009 του Τριμ/λούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 19-2-2010 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 976/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναίρεσε την 574/2009 απόφαση του Εφετείου Θράκης και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 71/2014 απόφαση του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 11-7-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 9-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καλή πίστη "θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου.
Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν αρκεί καταρχήν μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμα του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ" αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ' ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου η αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Στην κρινόμενη υπόθεση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος, δικηγόρος, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας την υπ' αριθμ. καταθ. 273/20-10-2005 αγωγή του στρεφόμενη κατά της εναγομένης τραπεζικής εταιρίας, ήδη αναιρεσείουσας, στην οποία ιστορούσε ότι η τελευταία του ανέθεσε τη διενέργεια όλων των απαιτούμενων δικαστικών πράξεων προκειμένου να εισπράξει από τον οφειλέτη της, Σ.
Τ. του Π., απαίτησής της, ανερχόμενη στο χρηματικό ποσό των 467.324.264 δραχμών. Ότι για το ύψος της αμοιβής του δεν υπήρξε ειδική συμφωνία με την εντολέα του, εναγομένη. Ότι στα πλαίσια της άνω εντολής εκτέλεσε όλες τις απαιτούμενες για τον πιο πάνω σκοπό δικαστικές και εξώδικες πράξεις και η εναγομένη εισέπραξε το ανωτέρω ποσό.
Ότι τα ελάχιστα όρια των αμοιβών του γι' αυτές, που προβλέπονται από το άρθρο 100 του Κώδικα περί Δικηγόρων, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 58.577,94 ευρώ (όπως το ποσό αυτό αναλύεται στην αγωγή), πλην όμως η εναγομένη έναντι του ανωτέρω οφειλομένου ποσού του κατέβαλε μόνο 880,41 ευρώ, εναπομείναντος έτσι ως υπολοίπου του ποσού των 57.697,53 ευρώ, το οποίο αρνείται να του καταβάλει, παρά το γεγονός ότι επανειλημμένα οχλήθηκε για το σκοπό αυτό.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 55.500,91 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τις 9-1-2003 μέχρι την εξόφληση. Κατά της αποφάσεως αυτής η εναγομένη άσκησε έφεση. Επί της ανωτέρω εφέσεως εκδόθηκε η υπ' αρ. 574/2009 απόφαση του Εφετείου Θράκης, με την οποία αφού έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η έφεση, εξαφανίστηκε η πρωτοβάθμια απόφαση και απορρίφθηκε η αγωγή κατά παραδοχή της ενστάσεως καταχρήσεως δικαιώματος που είχε προβάλλει η εναγομένη-εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα).
Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε αναίρεση ο ενάγων Π. Τ.. Επί της αναιρέσεως εκδόθηκε η υπ' αρ. 976/201 1 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αρ. 574/2009 απόφαση του Εφετείου Θράκης, για εκ πλαγίου παραβίαση (αρ. 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ), των διατάξεων του άρθρου 281 ΑΚ και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο.
Ειδικότερα, με την απόφασή του αυτή δέχτηκε ο Άρειος Πάγος τα ακόλουθα: ".....Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ, καθόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Συγκεκριμένα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, α)ενώ αναφέρεται ότι ο ενάγων είχε "μακρόχρονη συνεργασία", με την εναγομένη, στοιχείο στο οποίο στηρίζεται κυρίως η επί "μακρόν αδράνεια" του ενάγοντος για άσκηση της ένδικης αξιώσεως και η προηγηθείσα συμπεριφορά του για τη "δημιουργία πεποιθήσεως" στην εναγομένη ότι δεν θα ασκηθεί η ένδικη αξίωση, στη συνέχεια ουδέν πραγματικό περιστατικό "μακρόχρονης συνεργασίας" των διαδίκων αναφέρεται.
Αντίθετα, ως χρονική αφετηρία της αναθέσεως υποθέσεων από την εναγομένη στον ενάγοντα αναφέρεται το έτος 1999, χρόνο κατά τον οποίο του ανατέθηκε και η ένδικη υπόθεση για την οποία ο ενάγων ζητεί τη νόμιμη αμοιβή του, με τη μνεία αποδείξεων πληρωμής των ετών 1999 και 2000, χωρίς να γίνεται αναφορά ότι οι πληρωμές αυτές αφορούν υποθέσεις προηγούμενων ετών και ποίων, β) ενώ αναφέρεται ότι ο ενάγων "αδράνησε επί μακρόν", δεν προσδιορίζεται χρονικά η αδράνεια του δικαιούχου.
Αντιθέτως, εκτίθεται η προς τον ενάγοντα ανάθεση υποθέσεων το έτος 1999 και 2000 και η διάρκεια της ως άνω υποθέσεως, για την οποία ο ενάγων ζητεί τη νόμιμη αμοιβή του (από το έτος 1999 μέχρι και το έτος 2003, που εκδόθηκε η απόφαση του Εφετείου), ενώ ουδέν αναφέρεται για το πότε διακόπηκε η συνεργασία των διαδίκων και με πρωτοβουλία ποίου εξ αυτών γ) ενώ, για την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ενάγοντος αναφέρεται, ότι ο ενάγων δεν αντέδρασε στην καταβολή από την εναγομένη αμοιβής μικρότερης από τη οριζόμενη στον Κώδικα Δικηγόρων, στη συνέχεια αναφέρεται, ότι ο ενάγων ήδη από το έτος 2002 και ενόσω ήταν ακόμη εκκρεμής, ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, η ως άνω υπόθεση για την οποία ζητεί τη νόμιμη αμοιβή του, εξέδωσε την από 22-11-2002 απόδειξη παροχής υπηρεσιών, με την οποία ζητούσε αμοιβή μεγαλύτερη απ' αυτή που του προσέφερε η εναγομένη και δ) δεν μνημονεύονται, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, υπό τις οποίες η ικανοποίηση της αξιώσεως του ενάγοντος προς απόληψη της νόμιμης δικηγορικής του αμοιβής, θα προκαλέσει στην εναγομένη δυσμενείς συνέπειες και ποίες, ώστε προς αποτροπή τους, να κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, ότι επιβάλλεται η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος. "Δυσμενή συνέπεια" δεν αποτελεί το αναφερόμενο γεγονός ότι η εναγομένη είχε τη δυνατότητα, αν ο ενάγων δεν πίστευε στην τήρηση του όρου της καταβολής μικρότερης αμοιβής από τα οριζόμενα στον Κώδικα Δικηγόρων, "...
να αναθέσει την υπόθεση σε άλλο δικηγόρο με τους ίδιους όρους ..", διότι το γεγονός αυτό δεν αποτελεί νόμιμο τρόπο αποφυγής της καταβολής της αμοιβής του ενάγοντος, τον οποίο μάλιστα ο τελευταίος όφειλε, κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να μην αποτρέψει"". Μετά από κλήση του αναιρεσίβλητου, συζητήθηκε εκ νέου η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, και το τελευταίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από εκτίμηση των μετ' επίκληση προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής: " Ο ενάγων είναι δικηγόρος, διορισμένος στη δικαστική περιφέρεια Καβάλας.
Κατά τον μήνα Μάιο του έτους 1999 η εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΜΑRFΙΝ ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", με την οποία ο ενάγων συνεργαζόταν από τις αρχές του προαναφερόμενου έτους, ανέθεσε στον τελευταίο τη διενέργεια των αναγκαίων δικαστικών και εξωδικαστικών πράξεων, προκειμένου αυτή να εισπράξει από τον οφειλέτη της Σ.
Τ. του Π. το ποσό των 467.324.264 δραχμών, οφειλή που προερχόταν από την υπ' αρ. 4094-00/3/4-6-1998 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό. Η είσπραξη του ως άνω ποσού θα επιτυγχανόταν με την αναγκαστική εκποίηση υφισταμένου υπέρ της ως άνω τράπεζας ενεχύρου επί 31.600 κοινών ονομαστικών μετοχών κυριότητας του ανωτέρω οφειλέτη, δυνάμει της από 15-9-1998 σύμβασης ενεχυριάσεως τίτλων.
Σε εκτέλεση της πιο πάνω εντολής ο ενάγων συνέταξε και κοινοποίησε στον παραπάνω οφειλέτη της εναγομένης την από 24-5-1999 επιταγή, κατά τα άρθρα 42 επ. του ΔΝ της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών" και αφού διενεργήθηκε βάσει αυτής ο αναγκαστικός πλειστηριασμός που ορίσθηκε με την υπ' αρ. .../1999 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού μετοχών τη συμβολαιογράφου Καβάλας Ελένης Τσαλίκη, η εναγομένη εισέπραξε το ανωτέρω οφειλόμενο ποσό των 467.324.264 δραχμών.
Στη συνέχεια ο ανωτέρω οφειλέτης της εναγομένης, Σ. Τ., άσκησε τις υπ' αρ. εκθ. καταθ. 2015/ΤΜ 180/28-5-1999 και 4129/ΤΜ 208/24-6-1999 ανακοπές με τις οποίες ζητούσε, αντιστοίχως, την ακύρωση της ανωτέρω από 24-5-1999 επιταγής προς εκτέλεση και την ακύρωση της πιο πάνω υπ' αρ. .../2-6-1999 εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού μετοχών.
Επί των άνω ανακοπών εκδόθηκε, μετά από τη συνεκδίκασή τους, η υπ' αρ. 122/2000 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, με την οποία έγιναν δεκτές οι ανακοπές για το λόγο, κυρίως, ότι η ως άνω επιταγή προς εκτέλεση είχε τη μορφή εξώδικου δηλώσεως χωρίς να έχει συνταχθεί κάτω από αντίγραφο του ειδικού εκτελούμενου τίτλου, ήτοι 1) της πιο πάνω συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, 2) της προσθέτου αυξητικής πράξεως με αριθμό 4094-01/0/28-8-1998, 3) της υπ' αρ. 4094-03/5/15-9-1998 συμβάσεως ενεχυριάσεως τίτλων.
Κατόπιν σχετικής εντολής της εναγομένης, ο ενάγων άσκησε κατά της ανωτέρω οριστικής αποφάσεως την από 14-9-2000 έφεση, η οποία συζητήθηκε, μετ' αναβολή, στις 22-11-2002 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, εκδόθηκε δε η υπ' αρ. 132/2003 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση κατ' ουσία. Ήδη με την υπ' αρ. 1267/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε και η από 18-5-2003 αίτηση αναιρέσεως που άσκησε η εναγομένη κατά της ανωτέρω υπ' αρ. 132/2003 αποφάσεως, εκπροσωπούμενη από άλλο δικηγόρο.
Μετά τη συζήτηση της εφέσεως ο ενάγων εξέδωσε την υπ' αρ. 62/22-11-2002 απόδειξη παροχής υπηρεσιών, ποσού 3.230 ευρώ, ως νόμιμη αμοιβή του για τη σύνταξη των προτάσεων και την παράστασή του ενώπιον του Εφετείου Θράκης την 22-1 1-2002, κατά τη συζήτηση της πιο πάνω εφέσεως, την οποία υπέβαλε προς πληρωμή στην εναγομένη.
Η τελευταία με την από 9-12-2002 επιστολή της επέστρεψε την άνω απόδειξη παροχής υπηρεσιών στον ενάγοντα, υποστηρίζοντας ότι το αναφερόμενο σ' αυτή ποσό δεν συμφωνεί με τους όρους της συνεργασίας τους, κατά τους οποίους η αμοιβή του περιορίζεται στο ποσό της προείσπραξης, ζήτησε δε από τον ενάγοντα να εκδώσει νέα απόδειξη για αμοιβή ισόποση της προείσπραξης, πλέον των εξόδων μεταβάσεως και επιστροφής από 100 ευρώ και της εκτός έδρας αμοιβής του από 40 ευρώ.
Απαντώντας ο ενάγων, με την από 16-12-2002 επιστολή του επέμενε στην πληρωμή του άνω ποσού των 3.230 ευρώ, ισχυριζόμενος ότι πρόκειται για μία εντελώς εξειδικευμένη εργασία που του ανατέθηκε λόγω της εξειδικεύσεώς του στο Τραπεζικό Δίκαιο και ότι ο ίδιος περιόρισε την αμοιβή του στο ανωτέρω "ελάχιστο αξιοπρεπές ποσό" και τόνισε ότι δεν πρόκειται να αποδεχθεί μικρότερη αμοιβή και μάλιστα ίση με μία παράσταση νομιμοποιήσεως.
Ακολούθησε η από 8-1-2003 επιστολή της εναγομένης προς τον ενάγοντα, με την οποία η πρώτη αρνήθηκε ότι ήταν εντελώς εξειδικευμένη εργασία η άσκηση της πιο πάνω εφέσεως και του επανέλαβε ότι προτίθεται να του καλύψει μόνο την προείσπραξη, τα έξοδα μεταβάσεως και επιστροφής και την εκτός έδρας αμοιβή του, συμποσούμενα σε 546,57 ευρώ.
Από το γεγονός ότι ο ενάγων δεν γνωστοποίησε την πρόθεσή του στην εναγομένη να ζητήσει τη νόμιμη αμοιβή για τις υποθέσεις που του ανέθεσε, αν και γνώριζε ότι η τελευταία είχε καθιερώσει βάσει πίνακα κατώτερες των νομίμων αμοιβές για τους συνεργαζόμενους δικηγόρους, δεν μπορεί να συνταχθεί καταρχήν ότι αποδεχόταν τις αμοιβές αυτές και συμφωνούσε έτσι σιωπηρά να ενταχθεί στο καθιερωμένο από την εναγομένη σύστημα αμοιβών των συνεργαζομένων με αυτή δικηγόρων.
Σε κάθε όμως περίπτωση, η παράλειψη του ενάγοντος να προβεί στην ανωτέρω γνωστοποίηση και αν ακόμη δημιούργησε στην εκκαλούσα την πεποίθηση ότι αυτός είχε αποδεχθεί τις μη νόμιμες αμοιβές του πίνακα που ήταν κατώτερες των καθοριζομένων από τον Κώδικα Δικηγόρων, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος του να ζητήσει τη νόμιμη αμοιβή του, αφού η ως άνω παράλειψη και οι λοιπές περιστάσεις που επικαλείται η εκκαλούσα δεν δικαιολογούν τη δημιουργία τέτοιας πεποιθήσεως και μάλιστα σε σημείο που η μεταγενέστερη άσκηση των νόμιμων αξιώσεων του ενάγοντος και η απόκρουση των επιβαλλομένων από την εναγομένη μικρότερων των νόμιμων αμοιβών, αντικειμενικά εκτιμώμενη, να παρέχει την έντονη εντύπωση της αδικίας και να έρχεται σε προφανή αντίφαση προς τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών.
Τα όρια των αρχών αυτών, εξάλλου, δεν υπερβαίνει η εν λόγω παράλειψη, έστω και αν είχε την επικαλούμενη από την εναγομένη συνέπεια, δηλαδή ότι την απέτρεψε να προσφύγει στις υπηρεσίες άλλου δικηγόρου, που θα αμειβόταν με τις αμοιβές του πίνακα της εναγομένης ή σε δικηγόρο που θα απασχολεί με πάγια αμοιβή, αφού η δυνατότητα αυτής να καταβάλει σε άλλο δικηγόρο μικρότερη από την οριζόμενη στο νόμο αμοιβή δεν αποτελεί νόμιμο τρόπο αποφυγής της αμοιβής αυτής και μάλιστα τρόπο που όφειλε κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη να μην αποτρέψει ο ενάγων.
Εξάλλου, από το ότι η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα διάφορα ποσά ως αμοιβή για τις ενέργειες που έκανε και ο τελευταίος εξέδιδε αποδείξεις χωρίς τη μνεία σε αυτές για οριστική εξόφληση καθίσταται σαφής η πρόθεσή του να αξιώσει την προβλεπόμενη νόμιμη αμοιβή του. Ενόψει των ανωτέρω, η άσκηση της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος να αμειφθεί σύμφωνα με τα ελάχιστα όρια αμοιβής, όπως αυτά ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 1, 98,100 επ.
του ΝΔ 3062/1954 "περί Κώδικος Δικηγόρων", δεν προσκρούει στη συγκεκριμένη περίπτωση στις περί δικαίου και ηθικές αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ούτε υπερβαίνει κατ' αντικειμενική κρίση προφανώς τα οριζόμενα όρια από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και επομένως η ένσταση της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, την οποία η τελευταία προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει εν προκειμένω με λόγο έφεσης".
Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε αποφανθεί ομοίως. Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, διέλαβε σαφείς, πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από αιτιολογικό αυτής προκύπτουν όλα τα περιστατικά τα οποία ήταν αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση για τη μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 ΚΠολΔ.
Τούτο διότι, με βάση τις ανέλεγκτες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η επί τριετία παράλειψη του αναιρεσίβλητου να γνωστοποιήσει την πρόθεσή του και να απαιτήσει τα ελάχιστα όρια της αμοιβής του, χωρίς την εκ μέρους του απόκρουση των επιβαλλομένων από την εναγομένη-αναιρεσείουσα μικρότερων των νόμιμων αμοιβών, δεν είναι στοιχεία αρκετά για να θεωρηθεί ότι δημιουργήθηκε στις σχέσεις των διαδίκων κατάσταση τέτοια, έτσι ώστε η ανατροπή της να καθιστά προφανώς καταχρηστική την άσκηση από τον αναιρεσίβλητο του εν λόγω δικαιώματός του.
Οι πιο πάνω αναφερόμενες παραλείψεις του αναιρεσίβλητου, συνεπικουρούν και ενισχύουν την κατάσταση αδράνειας του τελευταίου, δεν συνιστούν ωστόσο τη συμπεριφορά εκείνη που θα δημιουργούσε στην αναιρεσείουσα την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει, ο αντίδικός της, το σχετικό δικαίωμά του. Επομένως, ο συναφής από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, 1ος λόγος της κρινόμενης αίτησης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Τέλος, οι ίδιος λόγος αναιρέσεως, ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις τους, που αναφέρονται σε αυτούς, κατά το άλλο μέρος τους, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατ' αυτήν σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. 2.
Το δικαστήριο της ουσίας, οφείλει, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ του άρθρ.559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις.
Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου.
Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας.
Με τον 2ο λόγο της κρινόμενης αίτησης, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τα μετ' επικλήσεως απ' αυτήν προσκομισθέντα έγγραφα, που αναφέρει στην αίτησή της (αποσπάσματα των εμπορικών της βιβλίων και τις χορηγηθείσες από τον αντίδικό της αποδείξεις). Με βάση αυτά προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τους αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο διότι, από τη ρητή διαβεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στην περί πραγμάτων κρίση του, κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μαρτυρικές καταθέσεις και όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα, από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία, αφού για τις εν λόγω αποδείξεις γίνεται ειδική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση. Τέλος η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου βαρύνει την αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη διάδικο (άρθρο 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-7-2014 αίτηση αναιρέσεως της υπ' αρ. 71/2014 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2015. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίασή του στο ακροατήριό του, στις 3 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ