Legislator Case Law & Legislation
198/2010 AI generated

198/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 198/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Τoυ αναιρεσιβλήτου: Ψ1, δικηγόρου, κατοίκου εν ζωή ..., ο οποίος απεβίωσε στις 29-01-2009, την δίκη του οποίοι συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ' αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού 1. Ψ1 χα Ζ, το γένος Γ, για τον εαυτόν της ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανήλικου υιού της Γ του Ζ, κατοίκων ... και 2) Ψ2 του Ζ, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Οικονομόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις .

Legislator headnote

AI generated

198/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με τη προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: Δυνάμει της υπ' αρ. 81/97 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας υποχρεώθηκε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα και ο σύζυγος της Π να καταβάλουν στο πελάτη του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος δικηγόρου, Φ δρχ. 6.250.000 νομιμοτόκως από 21/6/93 μέχρι εξοφλήσεως.

Keywords

AI generated
repentance penal sanctions contractual penalty clause conversion of monetary penalty political offence serious criminal record
AI generated
1290/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας ΠαπαΔ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5393/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 5262/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-4-2015 αίτησή τους.
1672/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1249/2022
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
2664/2008
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα.
2203/2009
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 198 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 198/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Παπανικολάου), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη , Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Δρακουλόγκωνα, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Τoυ αναιρεσιβλήτου: Ψ1, δικηγόρου, κατοίκου εν ζωή ..., ο οποίος απεβίωσε στις 29-01-2009, την δίκη του οποίοι συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ' αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού 1. Ψ1 χα Ζ, το γένος Γ, για τον εαυτόν της ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανήλικου υιού της Γ του Ζ, κατοίκων ... και 2) Ψ2 του Ζ, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Οικονομόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-10-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 54/2008 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8 Μαΐου 2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 8 Μαΐου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η προκειμένη δίκη που διακόπηκε βιαίως λόγω του επελθόντος στις 29-1-2009 θανάτου του αναιρεσιβλήτου νόμιμα με σχετική δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, συνεχίζεται από τους πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Ψ1 χήρα Ζ (σύζυγο) Γ που εκπροσωπείται λόγω της ανηλικότητάς του από την ασκούσα τη γονική μέριμνα μητέρα του Ψ1και Ψ2 (τέκνα).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005 Α.Π. 1339/2008).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999 Α.Π. 1339/2008).

Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με τη προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: Δυνάμει της υπ' αρ. 81/97 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας υποχρεώθηκε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα και ο σύζυγος της Π να καταβάλουν στο πελάτη του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος δικηγόρου, Φ δρχ. 6.250.000 νομιμοτόκως από 21/6/93 μέχρι εξοφλήσεως.

Η ανωτέρω απόφαση κατέστη τελεσίδικη, αφού η ασκηθείσα έφεση κατ' αυτής απερρίφθη με την υπ' αρ. 579/2000 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου. Με βάση τη τελεσίδικη πλέον απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας ο τότε νικήσας αντίδικος της εναγομένης Φ, επέβαλε κατά της τελευταίας αναγκαστική κατάσχεση και τελικώς ορίστηκε - μετά από αλλεπάλληλες αναβολές - πλειστηριασμός σε ακίνητό της στις 25.2.2004.

Την παραμονή του πλειστηριασμού, ο σύζυγος της εναγομένης επισκέφθηκε για λογαριασμό αυτής τον αντίδικό της Φ και εγγράφως συμφώνησε μαζί του, προκειμένου να ματαιωθεί ο πλειστηριασμός, να του παραδώσει δύο (2) επιταγές εκδόσεως της εναγομένης και δη την υπ' αρ. ..., ποσού 25.770 ευρώ, με ημεροχρονολογία εκδόσεως την 15/6/04 και την υπ' αρ. 00587142-5, ποσού 20.000 ευρώ, με ημεροχρονολογία εκδόσεως 30/9/04 και εφόσον οι ανωτέρω επιταγές πληρώνονταν κανονικά, θα θεωρείτο εξοφλημένη κάθε απαίτηση του Φ κατά της εναγομένης, η οποία προέκυπτε από την ανωτέρω τελεσίδικη δικαστική απόφαση.

Η πρώτη επιταγή δεν πληρώθηκε κατά την εμφάνιση της στη πληρώτρια Τράπεζα και γι' αυτό ο Φ έδωσε σχετική εντολή συνεχίσεως του πλειστηριασμού και ορίστηκε νέος πλειστηριασμός για τις 20.10.04. Παράλληλα με βάση τη μη πληρωθείσα (πρώτη ) επιταγή οΦ εξέδωσε την υπ' αρ. 4/04 διαταγή πληρωμής του δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, ενώ κατέθεσε ταυτόχρονα και μήνυση σε βάρος της εναγομένης για έκδοση ακάλυπτης επιταγής.

Συνεπεία της ανωτέρω μηνύσεως ασκήθηκε ποινική δίωξη για έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατά της εναγομένης και η τελευταία οδηγήθηκε ως κατηγορούμενη στο Μονομελές Πλημ/κείο Κυπαρισσίας, προκειμένου να δικασθεί για το ανωτέρω πλημ/μα στις 8/4/05. Την προηγουμένη ημέρα της άνω δικασίμου και συγκεκριμένα στις 7/4/05 η εναγομένη εξουσιοδότησε εγγράφως το δικηγόρο Κυπαρισσίας Γ.

Βαρβαρρήγο, προκειμένου ο τελευταίος να παραστεί ως πληρεξούσιός της την επομένη στο Μονομελές Πλημ/κείο Κυπαρισσίας στη δίκη που την αφορούσε. Παράλληλα έστειλε το σύζυγο της Π στο δικηγορικό γραφείο του ενάγοντος, ο οποίος ήταν ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Φ και του παρέδωσε υπογεγραμμένη από την ίδια (την εναγομένη) την υπ' αρ. ...

λευκή κατά τα άλλα στοιχεία επιταγή προκειμένου ο ενάγων να παραδόσει στον Φ την ανωτέρω επιταγή και να δεχθεί να της επιστρέψει την υπ' αρ.... επιταγή που είχε σφραγισθεί απ' αυτόν ελλείψει αντικρύσματος και για την οποία ήταν κατηγορούμενη την επομένη ημέρα, έτσι ώστε εμφανίζοντας το σώμα αυτής της τελευταίας επιταγής να επιτύχει την απαλλαγή της από το ανωτέρω Δικαστήριο.

Πράγματι ο Γ. Φ διευκόλυνε την εναγομένη, παρέλαβε την υπ' αρ. ... επιταγή και της επέστρεψε την σφραγισμένη υπ' αρ. ... επιταγή, την οποία η εναγομένη δια του ως άνω εξουσιοδοτημένου δικηγόρου της ενεφάνισε την επομένη ημέρα στο Μονομελές Πλημ/κείο Κυπαρισσίας και απηλλάγη της κατηγορίας της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής με την υπ' αριθ. 249/2005 απόφαση αυτού.

Σε εκτέλεση της ανωτέρω συμφωνίας συντάχθηκε το από 7/4/05 ιδιωτικό συμφωνητικό ανανεώσεως χρεών το οποίο υπέγραψε ο σύζυγος της εναγομένης Π, όντας εξουσιοδοτημένος από τη τελευταία. Η υπ' αριθ. ... επιταγή που αρχικώς παραδόθηκε λευκή κατά τα στοιχεία της, πλην της υπογραφής της εκδότριας, συμπληρώθηκε κατ' εξουσιοδότηση της εναγομένης κατά τη σύναψη του από 7/4/05 ιδιωτικού συμφωνητικού ανανεώσεως χρεών, ως προς το ποσό και ανεγράφη επί του σώματός της το ποσό των 23.850 ευρώ.

Όμως αυτή η συγκεκριμένη επιταγή όταν εμφανίστηκε προς πληρωμή στη πληρώτρια Εμπορική Τράπεζα εμπροθέσμως στις 5/8/05, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου. Ενόψει αυτών ο Φ προέβη επί τη βάσει αυτής στην έκδοση της υπ' αρ. 28/05 διαταγής πληρωμής του δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, δια της οποίας η εναγομένη υποχρεώθηκε να καταβάλει το ανωτέρω ποσό πλέον τόκων και εξόδων.

Κατά της υπ' αρ. 28/05 διαταγής πληρωμής και κατά του δικαιούχου αυτήςΦ, η εναγομένη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας την από 12/10/05 ανακοπή της και την από 12/10/05 αίτηση αναστολής. Στα ανωτέρω δικόγραφα αναφέρεται ότι η υπ' αρ.... επιταγή, βάσει της οποίας εκδόθηκε η προαναφερομένη διαταγή πληρωμής, αφαιρέθηκε λάθρα από το μπλοκ των επιταγών της εναγομένης εκμέρους του εν διαστάσει (τότε) συζύγου της, παραδόθηκε λευκή ως προς τα στοιχεία της (και προφανώς) συμπληρώθηκε και υπογράφηκε εκ των υστέρων εν αγνοία της και άνευ εντολής της (παρά των) Π, Φ, (και του ενάγοντος) δικηγόρου του Φ, καθώς επίσης και ότι η ανωτέρω διαταγή πληρωμής είναι προϊόν πολλαπλών ποινικών αδικημάτων.

Οι ανωτέρω ισχυρισμοί της εναγομένης (τότε ανακόπτουσας και αιτούσας την αναστολή) αποδεικνύονται ψευδείς, η δε εναγομένη τελούσε σε γνώση της αναληθείας τους. Παρόμοιους ισχυρισμούς προέβαλε και κατά το παρελθόν ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου κατά την συζήτηση της εφέσεως της κατά της υπ' αρ. 81/97 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, τους οποίους το Εφετείο Ναυπλίου απέρριψε με την υπ' αριθ. 579/2000 απόφαση του.

Το γεγονός ότι η τεθείσα στην παραπάνω επιταγή υπογραφή στη θέση του εκδότου, δεν παρουσιάζει ομοιότητες με την υπογραφή που η ίδια έθεσε σε άλλα έγγραφα δεν αποδεικνύει το γεγονός που αυτή ισχυρίστηκε, ότι δηλαδή ο ενάγων δικηγόρος είναι ένας εκ των πλαστογράφων της υπογραφής της στην ανωτέρω επιταγή.

Με δεδομένο επίσης ότι η εναγομένη πολύ καλά γνώριζε προ του χρόνου καταρτίσεως του συμφωνητικού ανανεώσεως χρεών και της συμπληρώσεως της επίδικης επιταγής, ότι κατηγορείτο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής και αντιμετώπιζε τον κίνδυνο καταδίκης, εφόσον δεν προσκόμιζε στο δικαστήριο το σώμα της υπ' αριθ. ...

επιταγής, εξηγεί απολύτως την απόφαση της να παραδόσει στον δανειστή της Φτην υπ' αριθ. ... επιταγή υπογεγραμμένη από την ίδια πλην λευκή κατά τα λοιπά στοιχεία της. Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, υπήρχε ευχέρεια ικανοποιήσεως της απαιτήσεως του Φ εναντίον της δια της συνεχίσεως της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως που είχε σε βάρος της αρχίσει με βάση την υπ' αρ. 87/97 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, οπότε ούτε ο Φ ούτε και ο ενάγων ως πληρεξούσιος δικηγόρος του τελευταίου είχαν κάποιο ιδιαίτερο λόγο να διακινδυνεύσουν, επιχειρώντας εν αγνοία της να θέσουν κατ' απομίμηση την υπογραφή της στην ανωτέρω επιταγή.

Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι με τους ανωτέρω ψευδείς ισχυρισμούς της στα προαναφερόμενα δικόγραφα της η εναγομένη προσέβαλε τη τιμή και την προσωπική και επαγγελματική υπόληψη του ενάγοντος, αφού εν γνώσει της αναληθείας τους, τον κατηγόρησε ως πλαστογράφο, χαρακτηρισμός που απάδει, εκτός των άλλων, και προς την ιδιότητα του δικηγόρου, την οποία έχει, και ο οποίος περιήλθε σε γνώση αρκετών προσώπων, τα οποία ασχολήθηκαν με τα παραπάνω δικόγραφα (γραμματείς, δικαστές, επιμελητές δικαστηρίου).

Η συγκεκριμένη συμπεριφορά της εναγομένης είναι και παράνομη και υπαίτια, συνιστά δε συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος του ενάγοντος δικηγόρου, ο οποίος ως μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Κυπαρισσίας διαβιοί και δραστηριοποιείται επαγγελματικά στη συγκεκριμένη μικρή κοινωνία της Κυπαρισσίας από πολλών ετών, χωρίς μέχρι τότε να έχει δώσει ουδεμία αφορμή για παρόμοιους χαρακτηρισμούς.

Το ίδιο Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό της εναγομένης περί συνδρομής δεδικαιολογημένου ενδιαφέροντος στο πρόσωπο της για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων της που άσκησε με την ανακοπή και την αίτηση αναστολής, αφού δέχθηκε ότι η εναγομένη αποδίδοντας δια των δικογράφων της την ιδιότητα του πλαστογράφου και στον ενάγοντα δικηγόρο του αντιδίκου της.

Φ, υπερέβη το αναγκαίο μέτρο άμυνας που αυτή δικαιούτο να έχει κατά της σε βάρος της εκδοθείσας υπ' αρ. 28/05 διαταγής πληρωμής, αφού η ίδια αμυνόμενη κατά της ανωτέρω διαταγής πληρωμής κάλλιστα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ηπιότερους τόνους στα παραπάνω δικόγραφα προς θεμελίωση των ισχυρισμών της, αποφεύγοντας επιμελώς σε κάθε περίπτωση να εμπλέξει στην ευρύτερη αντιδικία της με τον Φ και τον πληρεξούσιο αυτού δικηγόρο (δηλ.

τον ενάγοντα), ή να διατυπώσει ενδεχομένως ερώτημα περί του ποίος από τους τρεις θα μπορούσε να είναι αυτός που εν αγνοία της και χωρίς τη συναίνεση της έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της στη θέση του εκδότου της επίδικης επιταγής, αποφεύγοντας μετά μεγίστης προσοχής να εκφραστεί μετ' απολύτου βεβαιότητας και επιτάσεως, όπως και έκαμε (βλέπε σχετικά δικόγραφα) ότι "προφανώς" η ανωτέρω επιταγή συμπληρώθηκε και υπογράφηκε από τα προαναφερόμενα τρία πρόσωπα μεταξύ των οποίων και ο ενάγων δικηγόρος.

Τέλος δέχθηκε το Εφετείο ότι από τη παραπάνω συμπεριφορά της εναγομένης επλήγη η προσωπικότητα του ενάγοντος ως ατόμου, αλλά και ως επαγγελματίου και ως εκτούτου υπέστη ηθική βλάβη, προς απάμβλυνση της οποίας αυτός δικαιούται να λάβει ως χρηματική του ικανοποίηση, ποσό 25.000 ευρώ, το οποίο μετά στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων κρίνεται κρίνεται εύλογο, και ότι από το ανωτέρω ποσό πρέπει να αφαιρεθεί - κατά το ένδικο αίτημα του - ποσό 40 ευρώ κατά το οποίο θα παραστεί αυτός ως πολιτικώς ενάγων στο ποινικό δικαστήριο.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας δέχθηκε κατά ένα μέρος την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση και δίκασε την υπόθεση επιδίκασε στον ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 24.960 ευρώ με το νόμιμο τόκο από της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση .

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 914, 920, και 932 ΑΚ σε συνδ. με αρθρ. 363, 362 Π.Κ που εφάρμοσε αλλά ούτε και εκ πλαγίου αφού διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ώστε να μη στερείται αυτή νόμιμης βάσης ενώ με βάση τις ανωτέρω παραδοχές δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της από το άρθρο 367 παρ.1 περ.γ' Π.Κ ένστασης.

Συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης αντίστοιχα από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά το λοιπό μέρος του ο δεύτερος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Δικαστήριο της ουσίας η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (αρθ.561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8 Μαΐου 2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 54/2008 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των Ψ1 χήρας Ζ, Γ και Ψ2, που συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη λόγω θανάτου του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων (1.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ