198/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated198/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δικηγόρων), 2) Για τη σύνταξη και κατάθεση της αγωγής 3.000.000 δρχ. (150.000.000 Χ 2%, άρθρ 98 και 100 παρ 1 Κ. Δικηγόρων), 3) Για τη σύνταξη και κατάθεση των προτάσεων 1.500.000 δρχ. (150.000.000 Χ 1%, άρθρ 107 §1 και 100 Κ. Δικηγόρων), 4) Για δύο παραθλάσεις κατά την εξέταση των μαρτύρων 8.400 δρχ. (άρθρ.118 § 1 Κ. Δικηγόρων), 5) Για τη σύνταξη και κατάθεση προτάσεων κατά τη δεύτερη συζήτηση της αγωγής 1.500.000 (150.000.000 Χ 1%, άρθρ 107 παρ 2 και 100 Κ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 198 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 198/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, κατοίκων ......, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Σοφιαλίδη.
Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Λαγκαδά Θεσσαλονίκης, που εδρεύει στο Λαγκαδά Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχο ...... . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Γρόλλιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13532/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 1074/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 4-4-2006 αίτησή τους και με τους από 28-8-2007 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης διάβασε την από 24-9-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρου Νικάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως και των προσθέτων αυτής λόγων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 98 παρ 1. 100, 107 και 110 του Κώδικα περί Δικηγόρων (νδ 3026/1954) προκύπτει, ότι σε περίπτωση που ελλείπει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο ποσό αμοιβής του δικηγόρου για τη σύνταξη του δικογράφου (της αγωγής καν των προτάσεων, καθορίζεται με βάση την πραγματική αξία τον αντικειμένου της αγωγής, κατά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως και όχι με βάση την αξία που αποδόθηκε σ' αυτό από τον ενάγοντα με το δικόγραφο της αγωγής.
Εξάλλου η κήρυξη εδαφικής εκτάσεως ως αναδασωτέας αποτελεί νόμιμα επιβαλλόμενο περιορισμό της κυριότητας, η οποία προκαλεί περιουσιακή βλάβη στον κύριο του ακινήτου, που κηρύχθηκε αναδασωτέο, αφού πλέον απαγορεύεται η χρησιμοποίησή του για σκοπούς που δεν συμβιβάζονται με την αναδάσωσή του, όπως είναι η οικοδόμηση ή καλλιέργεια κ.ο.κ.
Η βλάβη αυτή είναι κατά τη φύση της αποτιμητή σε χρήμα, ισούμενη με τη, λόγω της κηρυχθείσας αναδασώσεως, μείωση της πραγματικής αξίας του ακινήτου, δηλαδή με τη διαφορά της αξίας αυτού χωρίς τον περιορισμό της αναδασώσεως προς την αξία του μετά την επιβολή του περιορισμού τούτου και συνεπώς, η αξία του ακινήτου είναι μικρότερη από εκείνη που θα είχε χωρίς τον εν λόγω περιορισμό της κυριότητας.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Ο Α, δικηγόρος Θεσσαλονίκης, απεβίωσε την 4.2.1998 καν κληρονομήθηκε εξ αδιαιρέτου από τις ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες, σύζυγο και θυγατέρες του. Η Κοινότητα ......, η οποία συγχωνεύθηκε με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Δήμο Λαγκαδά με την ......
απόφαση του Κοινοτικού της Συμβουλίου έδωσε την εντολή στο δικηγόρο αυτό να ελέγξει τους τίτλους ιδιοκτησίας εκτάσεως 6.000 στρεμμάτων, που βρίσκονται στην περιφέρειά της και ακολούθως να ασκήσει κατά του Ελληνικού Δημοσίου αναγνωριστική, περί της κυριότητας αγωγή, έναντι αμοιβής, που προβλέπεται για τα ελάχιστα όρια του κώδικα Δικηγόρων.
Έτσι ο δικηγόρος αυτός άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 29.3.1993 αγωγή, παρέστη κατά τη συζήτηση της αγωγής και κατέθεσε προτάσεις, παρέστη κατά την εξέταση των μαρτύρων ενώπιον του Εισηγητή, παρέστη και κατέθεσε προτάσεις κατά τη δεύτερη συζήτηση της αγωγής, παρέστη και κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης και με τις δικαστικές του ενέργειες πέτυχε να αναγνωρισθεί τελεσιδίκως η ενάγουσα Κοινότητα κυρία της επίδικης εκτάσεων των 6.000 στρεμμάτων.
Ακολούθως ο εν λόγω δικηγόρος υπέβαλε στην Κοινότητα τον από τον 22.8.1997 πίνακα, με τον οποίο ζήτησε ως αμοιβή για τις δικαστικές και εξώδικες εργασίες του το συνολικό ποσό των 86.000.000 δρχ. Το Κοινοτικό Συμβούλιο με την ...... απόφασή του αποφάσισε να καταβληθεί ως αμοιβή στο δικηγόρο το ποσό των 10.000.000 δρχ. και να αυξήσει την αμοιβή μέχρι τα 60.000.000 δρχ., εφόσον η έκταση των 6.000 στρεμμάτων θα ήταν ελεύθερη από κάθε περιορισμό και εκμεταλλεύσιμη με τη δυνατότητα πωλήσεως τμημάτων της ως οικοπέδων.
Απεδείχθη όμως ότι η έκταση αυτή είναι βοσκότοπος, είχε κηρυχθεί αναδασωτέα με τη νομίμως δημοσιευθείσα υπ' αριθμ. 2328/12.11.1973 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, με συνέπεια να είναι αδύνατη κατά νόμον η παραχώρηση, οικοδόμηση, εκχέρσωση κ.λ.π. αυτής και γενικώς αποκλείονταν η κατά προορισμό αλλαγή χρήσεώς της.
Έτσι η αξία της εκτάσεως αυτής, κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής στο Πολυμελές Πρωτοδικείο (16.12.1993) ανήρχετο σε 50.000 δρχ. το στρέμμα, χωρίς τον περιορισμό της κυριότητας λόγω της αναδασώσεως και με τον περιορισμό αυτό σε 25.000 δρχ. το στρέμμα και συνολικώς σε 150.000.000 δρχ. (6.000 στρ. Χ 25.000 δρχ.). Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι ο δικηγόρος για τις ανωτέρω εργασίες του δικαιούται να λάβει ως αμοιβή τα εξής ποσά: 1) Για τη έρευνα των τίτλων κυριότητας 8.400 δρχ. (60 Χ 140, άρθρ 164 § 1 Κ.
Δικηγόρων), 2) Για τη σύνταξη και κατάθεση της αγωγής 3.000.000 δρχ. (150.000.000 Χ 2%, άρθρ 98 και 100 παρ 1 Κ. Δικηγόρων), 3) Για τη σύνταξη και κατάθεση των προτάσεων 1.500.000 δρχ. (150.000.000 Χ 1%, άρθρ 107 §1 και 100 Κ. Δικηγόρων), 4) Για δύο παραθλάσεις κατά την εξέταση των μαρτύρων 8.400 δρχ. (άρθρ.118 § 1 Κ. Δικηγόρων), 5) Για τη σύνταξη και κατάθεση προτάσεων κατά τη δεύτερη συζήτηση της αγωγής 1.500.000 (150.000.000 Χ 1%, άρθρ 107 παρ 2 και 100 Κ.
Δικηγόρων), 6) Για τη σύνταξη και κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Εφετείου 3.000.000 δρχ. (150.000.000 Χ 2%, άρθρ 110 § 1, 107 παρ. 1 Κ. Δικηγόρων). Με τις παραδοχές αυτές προσδιόρισε την αμοιβή του δικηγόρου σε 9.016.800 δρχ. και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία δέχθηκε την αγωγή για το ποσό των 76.000.000 δρχ. (223.037 ευρώ), απέρριψε αυτή ως και ουσίαν αβάσιμη, επειδή η Κοινότητα ......
είχε καταβάλει στον δικαιοπάροχο των αναιρεσειουσών δικηγόρο Α το ποσό των 10.000.000. δρχ. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 91 § 1, 92 § 1 και 98 § 1 του νδ 3026/1954 "περί Κωδικός Δικηγόρων", και διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, πού καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως προς τη συμφωνία του προσδιορισμού της αμοιβής του δικηγόρου Α με βάση τα ελάχιστα όρια των αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων και την πραγματική αξία του αντικειμένου της αγωγής.
Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, δεύτερος του δικογράφου των προσθέτων και από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου τρίτος του κυρίου δικογράφου, και πρώτος του δικογράφου των προσθέτων λόγω της αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ο πέμπτος του δικογράφου των προσθέτων λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που πλήττει την εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την πραγματική αξία του ανωτέρω ακινήτου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού η περί αυτού δικαστική κρίση είναι ανέλεγκτη (άρθρ 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά πι έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πράγματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελιώδη παρακώλυση ή κατάργηση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνητικοί της αγωγής ή ενστάσεως ισχυρισμοί, ούτε αυτοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα του δικαστηρίου ή των διαδίκων, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση με τους λόγους πρώτο του κυρίου δικογράφου και τον τέταρτο του δικογράφου των προσθέτουν λόγων επί αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι υπέπεσε στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, διότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τον αναιρεσίβλητο δήμο, ότι η πραγματική αξία του ανωτέρω ακινήτου ανέρχονταν σε 50.000 δρχ.
το στρέμμα χωρίς τον χαρακτηρισμό αυτού ως αναδασωτέου και 25.000 δρχ. το στρέμμα με τον περιορισμό της κυριότητας του, ενώ αυτός δεν αμφισβήτησε την αξία των 200.000 δρχ. κατά στρέμμα, "ου αναφέρονταν στο δικόγραφο της αγωγής. Η παραδοχή αυτή του Εφετείου δεν αποτελεί ισχυρισμό που αυτό έλαβε υπόψη χωρίς να προβληθεί από τον αναιρεσίβλητο, αλλά συμπέρασμα του δικαστηρίου, το οποίο συνήγαγε από την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν αποτελούσε πράγμα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ.
Επομένως οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Με τον τρίτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό ότι η αμοιβή του δικηγόρου Α συμφωνήθηκε το Μάιο του 1998 μεταξύ αυτού και της Κοινότητας ......
στα ποσά που αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και στον από 22.8.1997 πίνακα αμοιβών του. Όπως προκύπτει όμως από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε εκ του πράγματος του ανωτέρω ισχυρισμό, αφού δέχθηκε ότι προέκυψε από τις αποδείξεις το ακριβώς αντίθετο, ότι δηλαδή συμφωνήθηκε μεταξύ του ως δικηγόρου και της Κοινότητας ......
ο προσδιορισμός της αμοιβής του με βάση τα ελάχιστα όρια της αμοιβής των δικηγόρων και την πραγματική αξία του ανωτέρω ακινήτου. Επομένως ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με το δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι η συνολική αξία του ακινήτου ανέρχονταν, λόγω του χαρακτηρισμού του ως αναδασωτέου, σε 150.000.000 δρχ..
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον στο αποδεικτικό αυτό πόρισμα κατέληξε το Εφετείο από την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν αποτελεί πράγμα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ. Επικουρικά το Εφετείο κατέληξε στην ως άνω παραδοχή από τη εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων και τα έγγραφα που αυτοί προσκόμισαν.
Έτσι δεν κατέληξε στο ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα χωρίς απόδειξη και ο αντίθετος λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 160, 161 και 164 του Κώδικα Δικηγόρων (νδ 3026/1954) προκύπτει, ότι η αμοιβή που ορίζεται στο άρθρο 160 οφείλεται αν στο δικηγόρο δόθηκε από τον εντολέα η εντολή να ελέγξει τους τίτλους του ακινήτου και να παράσχει υπεύθυνη γνώμη περί του δικαιώματος ιδιοκτησίας επί του ακινήτου, προκειμένου με βάση την έρευνα αυτή και την υπεύθυνη γνώμη του δικηγόρου να επακολουθήσει κατάρτιση δικαιοπραξίας με αντικείμενο τη διάθεση (απαλλοτρίωση) του ακινήτου.
Ενώ οφείλεται μόνον η κατά το άρθρο 164 αμοιβή εάν η εντολή περιορίζεται στην έρευνα προς εξακρίβωση απλώς και συγκέντρωση των τίτλων επί των οποίων στηρίζεται το δικαίωμα ιδιοκτησίας κάποιου προσώπου, χωρίς υπεύθυνη γνώμη περί υπάρξεως ή μη του δικαιώματος αυτού. Εξάλλου όταν το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτή περιστατικά, ως παραγωγικά του επιδίκου δικαιώματος και προσδίδει με την αγωγή την αρμόζουσα νομική έννοια, έστω και αν καταλήγει σε νομικό συμπέρασμα διαφορετικό από το προσβαλλόμενο από τον ενάγοντα, από τις σχετικές απόψεις του οποίου δεν δεσμεύεται, δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ώστε να δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα και ειδικότερα προσδιόρισε την αμοιβή του δικηγόρου Α για την έρευνα των τίτλων κυριότητας της Κοινότητας ......
και την παράστασή του κατά την εξέταση των μαρτύρων με το πάγιο ποσό των 60 και 30 δρχ. αντίστοιχα (άρθρ 164 και 118 § 1 του Κώδικα Δικηγόρων) και όχι με ποσοστό 1% επί του αντικειμένου της δίκης, όπως οι αναιρεσείουσες ζήτησαν με την αγωγή της, καίτοι η αναιρεσίβλητος Δήμος δεν αμφισβήτησε τον τρόπο υπολογισμού των επιδίκων αμοιβών.
Η αιτίαση αυτή δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο της αναίρεσης, διότι ο κατά το άρθρο 164 και 118 § 1 Κ. Δικηγόρων προσδιορισμός της επίδικης αμοιβής για τον έλεγχο των τίτλων και την παράσταση κατά την εξέταση των μαρτύρων έγινε από το δικαστήριο της ουσίας, κατ' αυτεπάγγελτη εφαρμογή του νόμου, το οποίο δεν δεσμεύονταν από τις απόψεις των αναιρεσειουσών και έτσι δεν έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα.
Επομένως ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 261 εδ. β' ΚΠολΔικ "... Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται νομολογία ή άρνηση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας από τη γενική άρνηση του διαδίκου και από το σύνολο των ισχυρισμών του ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής ή της ένστασης και του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή αυτή ή την ένσταση είναι η μη ειδική αμφισβήτηση του πραγματικού αυτού ισχυρισμού.
Επομένως, αν δεν υπάρχει τέτοια ειδική αμφισβήτηση, η ύπαρξη ή μη της οποίας και μόνο ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο, ο τρόπος ασκήσεως της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δηλαδή η διακριτική ευχέρεια να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο διότι αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως αληθώς από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ (όχι του αριθμού 12 που εσφαλμένα αναγράφεται στο αναιρετήριο) αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη την ομολογία του αναιρεσιβλήτου Δήμου, ο οποίος δεν αμφισβήτησε τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής του δικηγόρου Α ως προς τα κονδύλια της αγωγής για την έρευνα και έκδοση των τίτλων κυριότητας και την παράσταση κατά τη διεξαγωγή των αποδείξεων.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η ευχέρεια του δικαστηρίου να συναγάγει ομολογία ή μη ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Ο θεσπιζόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δραστήριο της ουσίας υποπίπτει σε λάθος ως προς την ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και στη συνέχεια μορφώνει την κρίση του στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κυρίως στο κατ' αυτό τον τρόπο παραμορφωθέν έγγραφο.
Επομένως δεν φύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, ενώ διαγιγνώσκει ορθώς το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά τη συνέχεια αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο επικαλούμενος το έγγραφο θεωρεί ορθό (διότι τότε πρόκειται για πλημμέλεια που ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων η οποία είναι ανέλεγκτη αναιρετικώς, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), ούτε ακόμη όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη γενόμενη παραμόρφωση, περιορίστηκε στο να συνεκτιμήσει το παραμορφωθέν έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να αποδόσει ιδιαίτερη βαρύτητα σ' αυτό για το σχηματισμό της κρίσεώς του.
Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, διότι παραμόρφωσε την ...... απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου της Κοινότητας ...... που είχε το ακόλουθο περιεχόμενο "εγκρίνει τον πίνακα αμοιβής τιμών του δικηγόρου Α για 60.000.000 δρχ., τα οποία θα καταβληθούν σταδιακά και ότι σε περίπτωση αλλαγής δεδομένων, στρεμματική έκταση ή χαρακτηρισμός της έκτασης που θα συνεπάγεται την αδυναμία εκμετάλλευσής της από την Κοινότητα θα επανέλθει εκ νέου το ΚΣ για την επανεξέταση του θέματος".
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, ότι το Εφετείο εκτίμησε κατά τρόπο διαφορετικό το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου, σε σχέση με εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως ορθό, δηλαδή ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο αποφάσισε να αυξήσει την αμοιβή του ως άνω δικηγόρου σε 60.000.000 δρχ., εφόσον όμως η έκταση των 6.000 στρεμμάτων θα ήταν ελεύθερη από κάθε περιορισμό και εκμεταλλεύσιμη με τη δυνατότητα πωλήσεως τμημάτων της ως οικοπέδων.
Εξάλλου το Εφετείο συνεκτίμησε το έγγραφο αυτό μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να προσδώσει σ' αυτό ιδιαίτερη βαρύτητα. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-4-2006 αίτηση και τους λόγους του από 28-8-2007 δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης της 1074/2003 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ