Legislator Case Law & Legislation
198/2007 AI generated

198/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 198/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 155/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8528/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8 Μαρτίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 27 Οκτωβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

198/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη έγγραφα που ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει στο Εφετείο με τις προτάσεις του, που κατέθεσε κατά την συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η λήψη των οποίων θα επηρέαζε το διατακτικό της αποφάσεως υπέρ των απόψεών του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 198 / 2007 (Α, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 198/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : .... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόφιλο Ρουμελιώτη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου : .... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευφροσύνη Δημητρακοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 155/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8528/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8 Μαρτίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 27 Οκτωβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Kατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ΄ του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζομένη με εκείνες των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον αναιρεσείοντα με αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να επιβάλλεται η ειδική αναφορά και η ιδιαίτερη αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη έγγραφα που ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει στο Εφετείο με τις προτάσεις του, που κατέθεσε κατά την συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η λήψη των οποίων θα επηρέαζε το διατακτικό της αποφάσεως υπέρ των απόψεών του.

Ειδικότερα ο αναιρεσείων προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι εξετέλεσε τις πρόσθετες εργασίες ελαιοχρωματισμού που ανέλαβε με σύμβαση μισθώσεως έργου έναντι του αναιρεσιβλήτου σε δυο νεόδμητες οικοδομές, επικαλέσθηκε και προσήγαγε στο Εφετείο: α) το από 25-6-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό που κατήρτισε ο αναιρεσίβλητος με άλλους ιδιοκτήτες οριζοντίων ιδιοκτησιών των άνω οικοδομών, β) τις από 15.11.1999 και 16.5.2002 εξώδικες δηλώσεις των ιδίων ιδιοκτητών προς τον αναιρεσίβλητο.

Από την ρητή, όμως, διαβεβαίωση του Εφετείου που διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα περί μη εκτελέσεως των πρόσθετων εργασιών από τον αναιρεσείοντα έλαβε υπόψη του όλα τα νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα έγγραφα, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, προκύπτει ότι το Εφετείο κατά το σχηματισμό της ανωτέρω αποφατικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε αμφότερα τα προδιαληφθέντα έγγραφα.

Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως (άρθρ. 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο οριζόμενος από την πρώτη διάταξη λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα αναγνώσεως και αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά το άρθρο 339 και 482 ΚΠολΔ, έγγραφο διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πράγματι αυτό έχει και ακολούθως καταλήγει στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σ' αυτό, σε επιζήμια για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο, αξιολογώντας απλώς το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου με τις άλλες αποδείξεις, καταλήγει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Για να είναι, όμως, ορισμένος και επομένως παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, στην αίτηση αναιρέσεως:

α) Να προσδιορίζεται επακριβώς το έγγραφο β) Να αναφέρεται ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχτηκε το δικαστήριο, ότι έχει το έγγραφο αυτό. γ) Να παρατίθεται το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που φέρεται ότι δέχτηκε η απόφαση να μπορεί ο Άρειος Πάγος να κρίνει αν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου η αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο δυο ιδιοχείρων σημειωμάτων που εξέδωσε ο αναιρεσείων. Στο αναιρετήριο, όμως, δεν παρατίθεται το αληθινό περιεχόμενο των δυο αυτών εγγράφων και το περί την ανάγνωση σφάλμα που υπέπεσε το Εφετείο, ποιο δηλαδή ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το Εφετείο ότι έχουν τα έγγραφα αυτά.

Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως (άρθρ. 559 αριθ.20 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος.

ΙΙΙ. Ο υπό του άρθρου 559 αρ. 19 προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην προσβαλλομένη απόφαση υπάρχουν ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες που αφορούν σε περιστατικά, ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο από τον Άρειο Πάγο αναιρετικός έλεγχος της ορθότητας του υπαγωγικού συλλογισμού από το δικαστήριο της ουσίας.

Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται στην περίπτωση κατά την οποία η ανεπάρκεια ή η αντίφαση δεν αφορούν στα συγκροτούντα το πραγματικό του εφαρμοσθέντος κανόνος ουσιαστικού δικαίου περιστατικά, αλλά στην έκθεση πραγματικών επιχειρημάτων από το δικαστήριο της ουσίας προς θεμελίωση της καταφατικής ή αποφατικής του κρίσεως περί της βασιμότητας ή μη της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως.

Στη προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ψέγεται η προσβαλλομένη απόφαση για αντιφατική αιτιολογία και ειδικότερα γιατί εθεμελίωσε την ουσιαστική του κρίση περί της αβασιμότητας της αγωγής του αναιρεσείοντος και στο γεγονός της ελλείψεως έγγραφης συμφωνίας για τις πρόσθετες εργασίες, παρόλο ότι παράλληλα δέχθηκε ότι και για τις κύριες εργασίες ελαιοχρωματισμού (που δεν ήσαν αντικείμενο της διαφοράς) σε μία εκ των δυο πολυκατοικιών δεν υπήρχε έγγραφη συμφωνία.

Η επικαλούμενη, όμως, από τον αναιρεσείοντα αντίφαση αυτή δεν αφορά στην παράθεση των ουσιωδών περιστατικών, εκείνων δηλαδή που ανήκουν στο πραγματικό του εφαρμοσθέντος ουσιαστικού κανόνος δικαίου, όσον αφορά τις πρόσθετες εργασίες, αλλά στην έκθεση ενός πραγματικού επιχειρήματος, προς ενίσχυση της ανωτέρω κρίσεως του Εφετείου, που συνήγαγε από όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύονται στην προσβαλλομένη απόφαση.

Επομένως, ο τρίτος αναιρετικός λόγος (άρθρ. 559 αρ. 19) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 08.03.2005 αίτηση αναιρέσεως του .... για αναίρεση της 8528/2004 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ