Supreme Court dismisses appeal on insufficient reasoning but corrects a clerical error in the defendant's name.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal regarding insufficient reasoning and lack of legal basis for the conviction. The court found the lower court's detailed reasoning sufficient and rejected arguments about the bill of exchange type. However, the court accepted a separate request to correct a clerical error in the defendant's name on the first page of the judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 93(3) of the Constitution and 139 of the Code of Criminal Procedure; The requirement for special and detailed reasoning applies to all judgments, yet a judgment containing all factual elements constituting the crime satisfies this requirement, and a clerical error in a name is correctable without invalidating the reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 198 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 198/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια – Εισηγητή, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας – κατηγορουμένης ......, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Νισύριο, περί αναιρέσεως και διορθώσεως της αποφάσεως 46897/2005 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Νασόπουλο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και η αναιρεσείουσα – κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση και την διόρθωση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 26/9/05 αίτησή της αναιρέσεως και 30/9/05 αίτησή της διορθώσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1707/2005.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να διορθωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε, με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ΄ του Κ.Π.Δ., εκτείνεται όχι μόνον στη απόφαση για την ενοχή, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορού-μενου για αναβολή της δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 61 του Κ.Π.Δ., μέχρι το τέλος πολιτικής δίκης, επί ζητήματος που εκκρεμεί στο πολιτικό δικαστήριο και ανήκει στην αρμοδιότητά του, έχει δε σχέση με την ποινική δίκη, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, εφόσον η αίτηση έχει υποβληθεί παραδεκτά, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του δικαστηρίου κρίση.
ΙI. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 46897/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη σε δεύτερο βαθμό, εκπροσωπηθείσα στη δίκη από συνήγορο, για την πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, σε ποινή φυλάκισης ενός έτους και χρηματική ποινή, όπως δε προκύπτει από τα πρακτικά της απόφασης αυτής, η κατηγορούμενη είχε ζητήσει δια του συνηγόρου της κατά τη διαδικασία, ''την αναβολή (αναστολή) της δίκης κατά το άρθρο 61 του Κ.Π.Δ., μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί εκκρεμών (πολιτικών) δικών και αγωγής'', το αίτημά της όμως αυτό, δεν έγινε δεκτό από το δικαστήριο, το οποίο προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης. Το αίτημα όμως αυτό της κατηγορούμενης, έτσι όπως υποβλήθηκε, χωρίς δηλαδή αναφορά των συγκεκριμένων εκκρεμών πολιτικών δικών, που φέρονταν ως έχουσες σχέση με την δικαζόμενη υπόθεση, ήταν εντελώς αόριστο και απαράδεκτο και το δικαστήριο δεν υποχρεούταν να διαλάβει στην απόφασή του, ιδιαίτερη αιτιολογία για την απόρριψή του. Επομένως ο συναφής, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ΄ του Κ.Π.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ειδικότερα προβάλλεται η αναιτιολόγητη απόρριψη του αναφερόμενο αιτήματος της κατηγορούμενης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙIΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 ''περί επιταγής'' (κατά την αρχική του διατύπωση και προ της αντικαταστάσεώς του με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972), ''εκείνος που εκδίδει εν γνώσει επιταγή μη πληρωθείσα, επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή ή με εκατέρα των ποινών αυτών''.
Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972 και ορίσθηκε ότι, ''εκείνος που εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών''.
Από τη διάταξη αυτή, από την οποία απαλείφθηκε το ''εν γνώσει'' της προηγούμενης ρυθμίσεως, προκύπτει ότι, το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται αντικειμενικά μεν, i) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, ii) υπογραφή του εκδότη, στη θέση υπογραφής του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου και εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, iii) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και iv) έλλειψη αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, τόσο κατά το χρόνο έκδοσης, όσο και κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, της έκδοσης δηλαδή επιταγής, που είναι ακάλυπτη.
Με την νέα δηλαδή ρύθμιση, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της ''εν γνώσει'' ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ.
Δ΄ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση, του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση.
Και μόνον όταν στο διατακτικό δεν διαλαμβάνονται τέτοια περιστατικά, η αιτιολογία (στην οποία επαναλαμβάνεται το διατακτικό) μπορεί να θεωρηθεί ελλιπής. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).
Τέτοια πρόσθετα στοιχεία, δεν αξιώνονται πλέον από το νόμο, στην περίπτωση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Η αιτιολογία τέλος της καταδικαστικής απόφασης, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε΄ του Κ.Π.Δ. και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
IV. Στην προκείμενη περίπτωση, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής για έκδοση ακάλυπτης επιταγής απόφασης, αναφέρεται ότι, από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και όλη γενικά τη συζήτηση, αποδείχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής:
Η κατηγορούμενη στη Αθήνα την 30-7-1998, εξέδωσε την υπ' αριθμό ..... τραπεζική επιταγή, πληρωτέα στην ''Τράπεζα Εργασίας Α.Ε.'', σε διαταγή του εγκαλούντος ....., ποσού 5.000.000 δρχ., η οποία εμφανίσθηκε από τον αναφερόμενο λήπτη και τελευταίο κομιστή της, στην πληρώτρια τράπεζα προς πληρωμή και δεν πληρώθηκε εκ της ελλείψεως επαρκών διαθεσίμων κεφαλαίων, πράγμα που σημειώνεται επί του σώματος αυτής.
Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για την κατηγορούμενη κρίση και της επέβαλε τις αναφερόμενες ποινές φυλάκισης και χρηματική ποινή. V. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη, τις αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην αναφερόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933, όπως έχει αντικατασταθεί, την οποία εφάρμοσε και την οποία δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία.
Αναφέρεται επίσης ότι λήπτης και (τελευταίος) κομιστής της επιταγής ήταν ο εγκαλών, καθώς και ο χρόνος εμφάνισης της επιταγής αυτής στη πληρώτρια τράπεζα προς πληρωμή και η μη πληρωμή τους από έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων. Δεν ήταν δε αναγκαία και ιδιαίτερη αναφορά στην αιτιολογία, της από μέρους της κατηγορούμενης γνώσεως της ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων προς πληρωμή των επιταγών που αυτή εξέδωσε, του ακαλύπτου δηλαδή αυτής, αφού όπως αναφέρθηκε, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, αρκεί πλέον (μετά δηλαδή την ισχύ το έτος 1972 του ν.δ. 1325/1972) ο απλός και δεν είναι αναγκαίος ο άμεσος δόλος, η εν γνώσει δηλαδή ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως.
Ούτε εκ της μερικής επαναλήψεως στο σκεπτικό του διατακτικού, καθίσταται η αιτιολογία ανεπαρκής, γιατί επί του προκειμένου το διατακτικό είναι τόσο αναλυτικό και λεπτομε-ρές, ώστε διαλαμβάνει στοιχεία αιτιολογίας, αφού αναφέρονται στο περιεχόμενό του (με σαφήνεια και πληρότητα), όλα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση, του εγκλήματος.
Επομένως ο συναφής, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ΄ και Ε΄ του Κ.Π.Δ. δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται, η ελλιπής αιτιολογία της απόφασης και η έλλειψη νομίμου βάσεως αυτής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου και η αιτίαση που προβάλλεται με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, για αναιτιολόγητη απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, ότι η επιταγή ήταν δίγραμμη και η σφράγισή της άκυρη, είναι επίσης αβάσιμη και απορριπτέα, αφού το δικαστήριο δέχθηκε σχετικά (με παραδεκτή αναφορά κατά τούτο στην εισαγγελική πρόταση), ότι δεν υπάρχει διάκριση στο νόμο (κατά το αξιόποινο της πράξεως), μεταξύ κοινής και δίγραμμης επιταγής.
VI. Εκ της αναφοράς στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσης και την απολογία της κατηγορούμενης, μολονότι αυτή είχε εκπροσω-πηθεί στη δίκη από συνήγορο, η οποία (αναφορά) πρέπει να αποδοθεί σε πρόδηλη παραδρομή, δεν καθίσταται η αιτιολογία της απόφασης ανεπαρκής και τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τον τρίτο, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ΄ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
VII. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος.
VIII. Τέλος, η αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορούμενης, για διόρθωση της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με το ακριβές επώνυμο της αναιρεσείουσας, που αναφέρεται στην πρώτη σελίδα της απόφασης, η οποία παραδεκτά εισά-γεται στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, εφόσον η αναίρεση είναι παραδεκτή, είναι νόμιμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 145 του Κ.Π.Δ., αλλά και βάσιμη, αφού η αναφορά στην πρώτη σελίδα της απόφασης του επωνύμου της κατηγο-ρούμενης ως ''....'', ενώ σε όλα τα άλλα σημεία της, αναφέρεται ''.....'', οφείλεται σε πρό-δηλη παραδρομή, πρέπει δε να γίνει δεκτή και να διορθωθεί η απόφαση αυτή, κατά την αναφορά του επωνύμου της αναιρεσείουσας στην πρώτη σελίδα της, από του εσφαλμένου ''....'', στο ορθό ''....''.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26ης Σεπτεμβρίου 2005 αίτηση της ...., για αναίρεση της υπ' αριθμό 46897/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Διορθώνει την απόφαση αυτή, κατά το επώνυμο της αναιρεσείουσας - κατηγορούμενης που αναφέρεται στην πρώτη σελίδα της και την αναγραφή από του εσφαλμένου '....'', του ορθού ''....''. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) Ευρώ και τη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, που ορίζεται σε πεντακόσια (500) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ