Legislator Case Law & Legislation
1989/2025 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's refusal to award usage compensation for co-owned property due to procedural errors.

Case Number 1989/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's decision denying usage compensation for a co-owned property. The appellant argued the lower court incorrectly applied civil code provisions regarding co-ownership and failed to recognize the co-owner's right to use the property. The Court found the lower court's reasoning contradictory and legally flawed, specifically regarding the application of articles 785-792 and 961-962 of the Civil Code. Consequently, the appeal was accepted, the lower judgment was annulled, and the case was remitted for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 785, 786, 787, 792 § 2, 961, 962 of the Civil Code; A co-owner's right to use common property is not excluded by the other co-owner's exclusive control or lack of active use, and a lower court's refusal to award usage compensation based on erroneous application of these provisions is subject to annulment.

Keywords

AI generated
co-ownership rights usage compensation property law civil code provisions annulment of judgment remittal for retrial co-owner usage

Cited Legislation

AI generated
Article 576 §§ 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 94 § 1, 96 § 1, 97 and 104 of the Code of Civil Procedure
Articles 785, 786, 787, 792 § 2, 961, 962 of the Civil Code
Article 559 no. 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1723/2022
Case 772/2017
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1989 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1989/2025ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥΑ1' Πολιτικό ΤμήμαΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Άλκηστη Σιάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ.

Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:Της αναιρεσείουσας: Ε. Μ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δ. Μπακαγιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Β. Α. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ασημίνα Σεγκούνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/9/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Άμφισσας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 111/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 60/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/1/2022 αίτησή της και τους από 27/10/2023 πρόσθετους λόγους αυτής.Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟΙ.

Από τη διάταξη του άρθρου 576 §§ 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη του ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως (ΑΠ 1723/2022).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 § 1, 96 § 1, 97 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, η προς τον οποίο πληρεξουσιότητα δίδεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και παρέχει το δικαίωμα να παριστά στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και η άσκηση ενδίκων μέσων καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται από τις πράξεις αυτές.

Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 13/2008, ΑΠ 46/2022, ΑΠ 220/2021).

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης του ως άνω άρθρου 576 § 1 του ΚΠολΔ, που καθιερώνει την αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005), προκύπτει ότι εάν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση εγκύρως και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών (ΑΠ 1961/2022), άλλως κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992, ΑΠ 11/2025, ΑΠ 21/2025, ΑΠ 30/2025, ΑΠ 33/2025).

Εξάλλου, από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 576 § 2 και 577 § 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας του φερομένου ως ασκήσαντος την αναίρεση ή τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης διαδίκου, χωρίς την απόδειξη της ύπαρξης πληρεξουσιότητας αυτού προς τον υπογράφοντα την αναίρεση ή τους πρόσθετους λόγους δικηγόρο, τόσο η αναίρεση όσο και οι πρόσθετοι λόγοι απορρίπτονται ως απαράδεκτοι (ΑΠ 670/2024, ΑΠ 1765/2024, ΑΠ 153/2023, ΑΠ 409/2023, ΑΠ 1806/2022, ΑΠ 120/2022, ΑΠ 220/2021, ΑΠ 165/2020).Τέλος, στο άρθρο 100 του ΚΠολΔ, με τίτλο "Παύση πληρεξουσιότητας", ορίζονται τα εξής: "Η πληρεξουσιότητα παύει: 1) όταν πεθάνει ο πληρεξούσιος ή μεταβληθεί η ικανότητά του για δικαστική παράσταση 2) ... 3) όταν ο πληρεξούσιος δικηγόρος παραιτηθεί ή παυθεί περισσότερο από τρεις μήνες ή εκπέσει από το λειτούργημά του, 4) όταν ανακληθεί η πληρεξουσιότητα, 5) όταν ο πληρεξούσιος παραιτηθεί από την πληρεξουσιότητα".

Περαιτέρω, στο άρθρο 102 του ίδιου Κώδικα, με τίτλο "Παύση πληρεξουσιότητας - πότε ισχύει έναντι του αντιδίκου", ορίζεται ότι: "1. Η παύση της πληρεξουσιότητας για την διεξαγωγή δίκης ή την ενέργεια ορισμένων διαδικαστικών πράξεων, που προκλήθηκε με την ανάκλησή της ή με την παραίτηση του πληρεξουσίου, ισχύει απέναντι στον αντίδικο μόνο από τότε που του κοινοποιείται η ανάκληση ή η παραίτηση ή από τη δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Όπου ο νόμος απαιτεί να διοριστεί άλλος πληρεξούσιος δικηγόρος, η παύση ισχύει από τότε που θα γνωστοποιηθεί στον αντίδικο και ο διορισμός του νέου πληρεξουσίου. 2. ...". Τέλος, ο Κώδικας Δικηγόρων (Ν. 4194/2013, Α' 208) ορίζει στο άρθρο 25, με τίτλο "Μετάθεση - Παραίτηση Δικηγόρου", όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 7 παρ. 4γ του Ν. 4205/2013 (ΦΕΚ Α' 242/6.11.2013), τα ακόλουθα: "1. ... 4.

Ο δικηγόρος δικαιούται να παραιτηθεί από το λειτούργημά του. Η αίτηση παραίτησης υποβάλλεται στο διοικητικό συμβούλιο του οικείου δικηγορικού συλλόγου, το οποίο διαγράφει υποχρεωτικά από το μητρώο τον παραιτούμενο δικηγόρο αυθημερόν, προκαλώντας ταυτόχρονα και τη σχετική απόφαση αποδοχής της παραίτησης από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως...".

Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι η εξουσία του δικαστικού πληρεξουσίου ως αντικλήτου παύει, σύμφωνα με το άρθρο 100 του ΚΠολΔ, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, και όταν ο πληρεξούσιος δικηγόρος συνταξιοδοτηθεί, αφού έκτοτε απόλλυται το δικαίωμα αυτού προς άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος και, ως εκ τούτου, και το δικαίωμα εκπροσώπησης του διαδίκου, ο οποίος του είχε χορηγήσει σχετική πληρεξουσιότητα (ΣτΕ 1199/2018, ΣτΕ 1200/2018, ΑΠ 374/2010), με αποτέλεσμα και η μεταπληρεξουσιότητα που δίδεται σε δικηγόρο, από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος έχει ήδη συνταξιοδοτηθεί και, ως εκ τούτου, δεν έχει πλέον δικαίωμα εκπροσώπησης του διαδίκου, ο οποίος του είχε χορηγήσει πληρεξουσιότητα, να μην είναι νόμιμη και ο διάδικος να μην παρίσταται σύμφωνα με το νόμο (ΣτΕ 1692/2018).Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Η υπό κρίση από 5-1-2022 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 60/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, που δίκασε ως Εφετείο, εισάγεται για συζήτηση, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος (άρθρο 568 § 2 ΚΠολΔ), με έγκυρη επίσπευση της αναιρεσείουσας, η οποία επέδωσε στην αναιρεσίβλητη αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και κλήση για συζήτηση αυτής για την δικάσιμο της 4-12-2023, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (10-3-2025), με παραγγελία του δικηγόρου Αθηνών Πέτρου Μαρκέτου, τον οποίο η αναιρεσείουσα, δυνάμει του υπ' αριθ. ...-2022 πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ν.

Μ., είχε διορίσει ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο, προκειμένου, εκτός των άλλων, να παρασταθεί και να την εκπροσωπήσει ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης καθώς και να επιμεληθεί για τον προσδιορισμό της ως άνω αίτησης και επιπρόσθετα να διορίζει και άλλους πληρεξουσίους δικηγόρους ή όχι, με τις ίδιες ή λιγότερες εντολές και να τους ανακαλεί νόμιμα.

Με το παραπάνω δε πληρεξούσιο είχε χορηγήσει την ίδια πληρεξουσιότητα και στον δικηγόρο Άμφισσας, Ευάγγελο Παλούκη, ο οποίος είχε συντάξει και καταθέσει την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προκειμένου αυτός, από κοινού με τον έτερο δικηγόρο, Πέτρο Μαρκέτο, ή μεμονωμένα, να ενεργούν ως πληρεξούσιοί της. Όμως, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά της στο πινάκιο, η αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Αθηνών Δ.

Μπακαγιάννη του Νικολάου (ΑΜΔΣΑ 14335), με δήλωση του άρθρου 242 § 2 του ΚΠολΔ. Από τα στοιχεία, όμως, της δικογραφίας, δεν αποδεικνύεται ότι ο προαναφερόμενος δικηγόρος είχε νόμιμη πληρεξουσιότητα να εκπροσωπήσει στην παρούσα δίκη την αναιρεσείουσα. Ειδικότερα, ο παραπάνω δικηγόρος προσκόμισε για την νομιμοποίησή του το υπ' αριθ. ...-2023 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν.

Μ., στο οποίο αναφέρεται ότι "...ο Πέτρος Μαρκέτος του Ευστρατίου, συνταξιούχος δικηγόρος ...ζήτησε να συνταχθεί το παρόν πληρεξούσιο, με το οποίο δηλώνει τα επόμενα: Η Ε. Μ. του Κ. και της Γ. ...δυνάμει του υπ' αριθμόν ...-2022 πληρεξουσίου μου...,διόρισε μεταξύ άλλων τον άνω εμφανισθέντα ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητό της σχετικά με τις στο πληρεξούσιο αυτό αναφερόμενες εντολές, στον οποίο παρείχε την ειδική εντολή, την πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα να διορίζει και αυτός άλλους πληρεξουσίους δικηγόρους, αναφορικά με τις στο πληρεξούσιο αυτό αναφερόμενες εντολές.

Με βάση την ανωτέρω διαλαμβανόμενη εντολή του παραπάνω πληρεξουσίου, ο άνω εμφανισθείς, με την ιδιότητα που εδώ παρίσταται, ζήτησε την σύνταξη και υπογραφή του παρόντος, με το οποίο δηλώνει ότι διορίζει με το παρόν ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο της άνω εντολέως του τον Δ. Μπακαγιάννη του Νικολάου, δικηγόρο με ΑΜ 14335 του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών...προς τον οποίο χορηγεί την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα, ενεργώντας για λογαριασμό της άνω εντολέως του: 1) Να παρασταθεί και εκπροσωπήσει την εντολέα ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά τη συζήτηση της από 5 Ιανουαρίου 2022 Αίτησης της εντολέως κατά της Β.

Α. του Χ....Να ασκεί το έκτακτο μέσο της αναιρέσεως και της αναψηλαφήσεως...". Το πληρεξούσιο, όμως, αυτό (1.202/2023) δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για τη νομιμοποίηση του δικηγόρου Δημητρίου Μπακαγιάννη του Νικολάου, που παρέστη ως πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και τούτο διότι η μεταπληρεξουσιότητα δόθηκε στον παραπάνω δικηγόρο από τον Πέτρο Μαρκέτο, ο οποίος κατά τη σύνταξη του ως άνω πληρεξουσίου ήταν συνταξιούχος δικηγόρος και συνεπώς είχε απολέσει το δικαίωμά του προς άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος, ως εκ τούτου δε, σύμφωνα και με όσα έχουν αναφερθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, δεν είχε πλέον δικαίωμα να διορίζει άλλους δικηγόρους για να εκπροσωπούν την αναιρεσείουσα (ΣτΕ 1692/2018, ΑΠ 374/2010).

Επομένως, εφόσον η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης εγκύρως, αλλά παρίσταται δια του δικηγόρου Δημητρίου Μπακαγιάννη, χωρίς όμως να αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας σε αυτόν, θεωρείται δικονομικά απούσα και η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.

Περαιτέρω, εφόσον η δικονομικώς απούσα αναιρεσείουσα δεν αποδεικνύει την ύπαρξη πληρεξουσιότητας προς τον υπογράφοντα τους από 27-10-2023 πρόσθετους λόγους αναίρεσης και επισπεύδοντα την συζήτηση αυτών (βλ. την υπ' αριθ. ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιά Ι.

Π. Μ.), δικηγόρο Δ. Μπακαγιάννη, πρέπει αυτοί να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας.ΙΙ. Κατά το άρθρο 570 § 1 ΚΠολΔ οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, οπότε οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι προτάσεις, που περιέχουν ένσταση απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων, πρέπει να κατατίθενται είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Στην ίδια προθεσμία κατατίθενται και τα έγγραφα που αποδεικνύουν την ένσταση (ΑΠ 433/2020, ΑΠ 1555/2017). Η ως άνω διάταξη αναφέρεται πρωτίστως στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος προβάλλει ενστάσεις κατά του παραδεκτού και εμπροθέσμου της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων (ΑΠ 1165/2022, ΑΠ 547/2021).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το πρώτο και τρίτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 74 Ν. 4690/2020 και το πρώτο και τρίτο εδάφιο της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 Ν. 4790/2021, οι προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13-3-2020 μέχρι 31-5-2020 και από 7-11-2020 μέχρι 5-4-2021, με συνέπεια να μην υπολογίζονται τα πιο πάνω χρονικά διαστήματα, σε αυτές, τούτο δε ισχύει κατά την αληθή έννοια των πιο πάνω ρυθμίσεων και επί της καταχρηστικής προθεσμίας της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 49 Ν. 4963/2022 (ΑΠ 89/2025, ΑΠ 118/2024, ΑΠ 225/2024, ΑΠ 656/2024, ΑΠ 686/2024, ΑΠ 1361/2024, ΑΠ 629/2023, ΑΠ 412/2023, ΑΠ 987/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται κατά την έρευνα του παραδεκτού της ένδικης αίτησης αναίρεσης, από την 19-6-2019, επομένη της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 60/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, που δίκασε ως Εφετείο, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση αυτής, άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία χωρίς την προσωρινή αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε την 21-6-2021 (καθόσον η 19-6-2021 ήταν ημέρα Σάββατο), λόγω όμως της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13-3-2020 έως 31-5-2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7-11-2020 έως 6-4-2021 (5 μήνες), ήτοι συνολικού χρονικού διαστήματος επτά (7) μηνών και δεκαοκτώ (18) ημερών (ΑΠ 13612024, ΑΠ 1298/2022), και οι οποίες (προθεσμίες), δεν συμπληρώνονται σύμφωνα με το άρθρο 83 § 1 του Ν. 4790/2021, αν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους (ΑΠ 118/2024, ΑΠ 1338/2023), σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 § 1 εδ.

α Ν. 4690/2020 και 83 § 1 εδ. α' Ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί η διετής αυτή προθεσμία κατά την 10-1-2022. Ειδικότερα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στην γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, την 10-1-2022, ημέρα Δευτέρα, ενώ η καταληκτική ημερομηνία κατάθεσής της ήταν η 18-2-2022 (ήτοι, από 21-6-2021 πλέον 7 μήνες + 18 ημέρες +10 ημέρες).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο προβληθείς, με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις της αναιρεσίβλητης, κατ' άρθρο 570 § 1 του ΚΠολΔ, ισχυρισμός της περί απαραδέκτου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της. Ενόψει αυτών, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε από την αναιρεσείουσα νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1 ΚΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου.

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ).ΙΙΙ.Α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 § 1 εδ. α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2022, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 121/2022, ΑΠ 114/2016).

Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ (αντίστοιχη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 31/2025, ΑΠ 6/2022).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016, ΑΠ 430/2022, ΑΠ 22/2021).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 31/2025, ΑΠ 67/2025, ΑΠ 189/2025, ΑΠ 252/2025, ΑΠ 942/2022, ΑΠ 1584/2021).

Β. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785 εδ. α', 786, 787, 792 § 2, 961, 962, 963, 1113 ΑΚ, συνάγονται τα εξής: Αν ένα δικαίωμα, όπως εκείνο της κυριότητας επί ακινήτου, ανήκει σε περισσότερους από κοινού, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, υπάρχει ανάμεσά τους κοινωνία κατ' ιδανικά μέρη. Αφότου υπάρχει τέτοια κοινωνία, κάθε κοινωνός έχει δικαίωμα να κάνει χρήση του κοινού ακινήτου, εφόσον αυτή δεν εμποδίζει τη σύγχρηση των λοιπών κοινωνών, έχει, δε, ανάλογη μερίδα στους καρπούς αυτού.

Καρποί του κοινού πράγματος νοούνται τα ωφελήματα γενικώς από το πράγμα, ήτοι όχι μόνο οι κυρίως καρποί είτε φυσικοί είτε πολιτικοί είναι αυτοί, αλλά και κάθε όφελος το οποίο παρέχει η χρήση του πράγματος (ΑΠ 6/2016, ΑΠ 448/2015). Το ατομικό δικαίωμα κάθε κοινωνού για χρήση του κοινού πράγματος είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από το αντίστοιχο δικαίωμα των λοιπών κοινωνών, παρέχει άμεση εξουσία πάνω στο κοινό πράγμα, χωρίς να εξαρτάται η άσκησή του από τη συναίνεση των λοιπών συγκοινωνών, δεν εξαρτάται, δε, από τη μερίδα του στο κοινό, δεδομένου ότι η διάκριση του πράγματος σε ιδανικά μέρη είναι απλώς θεωρητική και δεν παρουσιάζει πρακτική εκδήλωση.

Τούτο σημαίνει ότι οι υλικές πράξεις δια των οποίων ασκείται το δικαίωμα χρήσης του πράγματος είναι ανεπίδεκτες ποσοτικής κατάτμησης, ώστε κατ' αποτέλεσμα κάθε κοινωνός εκμεταλλεύεται ολόκληρο το κοινό πράγμα, αδυνατώντας να ασκήσει επ' αυτού τόση μόνον εξουσία, όση αντιστοιχεί στη μερίδα του. Βέβαια, το δικαίωμα συνολικής χρήσης του κοινού πράγματος από τον κοινωνό πρέπει να μην παρεμποδίζει τη σύγχρηση από μέρους των λοιπών κοινωνών, εφόσον αυτή πράγματι ασκείται ή αξιώνεται απ' αυτούς (ΑΠ 671/2019, ΑΠ 2348/2009).

Ως χρήση του πράγματος νοείται η υλική απόλαυση απευθείας από τον κοινωνό των χρησιμοτήτων του κοινού για τις προσωπικές του ανάγκες. Στο πεδίο του άρθρου 787 ΑΚ ανήκουν οι περιπτώσεις στις οποίες συντρέχει η αντικειμενική προϋπόθεση να προσφέρεται το κοινό για σύγχρηση, δηλαδή να είναι δυνατή από τη φύση του η παράλληλη, ταυτόχρονη ή χρονικά καταμεριζόμενη, χρήση από περισσότερους κοινωνούς.

Όμως, με την ως άνω διάταξη σκοπείται ο καθορισμός του μέτρου, δηλαδή της έκτασης του δικαιώματος κάθε κοινωνού αναφορικά με τη χρήση του κοινού, όχι και ο τρόπος, το είδος της χρήσης αυτού, ο οποίος μπορεί να καθοριστεί είτε με βάση τους κανόνες που ρυθμίζουν τη διοίκηση του κοινού, είτε από τον προορισμό αυτού, είτε κατά τους κανόνες της καλής πίστης.

Σε περίπτωση, όμως, αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι, ανεξάρτητα αν ζήτησαν ή όχι να κάνουν και αυτοί χρήση του πράγματος στην έκταση που το χρησιμοποίησε ο άλλος, να απαιτήσουν απ' αυτόν, που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματός τους μερίδα από το όφελος (καρπούς και γενικότερα ωφελήματα) που αυτός αποκόμισε ή εξοικονόμησε και το οποίο συνίσταται στην αξία της επιπλέον της ιδανικής του μερίδας χρήσης του κοινού (ΑΠ 225/2024, ΑΠ 446/2024, ΑΠ 1145/2024, ΑΠ 567/2023, ΑΠ 1602/2023, ΑΠ 1121/2017).

Ειδικότερα, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, το όφελος αυτό συνίσταται στην κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσης μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσης κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια (ΑΠ 1199/2021, ΑΠ 802/2017, ΑΠ 187/2015, ΑΠ 1614/2013), και η οποία (μισθωτική αξία) θα μπορούσε να επιτευχθεί στην ελεύθερη αγορά και υπό συνθήκες ανοικτών και ελεύθερων διαπραγματεύσεων μεταξύ των υποψήφιων μισθωτών του και, εφόσον δεν συμφωνούν όλοι οι συγκύριοι, των εχόντων την πλειοψηφία των μερίδων του κοινού πράγματος κοινωνών.

Κατά τα λοιπά ο τρόπος που ο κοινωνός χρησιμοποίησε αποκλειστικά για λογαριασμό του το κοινό πράγμα είναι κατ' αρχήν αδιάφορος και μπορεί αυτός να το έχει εκμισθώσει ή να το έχει χρησιδανείσει σε άλλον ή να το έχει ιδιοχρησιμοποιήσει με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή έστω και διατηρώντας αυτό αδρανές ή προκειμένου για ακίνητο διατηρώντας το κλειστό και ανεκμετάλλευτο, εφόσον με τον τρόπο αυτό αποκλείει στην πράξη τη σύγχρηση των λοιπών κοινωνών και ο ίδιος έχει οποτεδήποτε την ευχέρεια να το εκμεταλλευτεί κατά την κρίση και το συμφέρον του (ΑΠ 1417/2019, ΑΠ 852/2019, ΑΠ 1121/2017, ΑΠ 276/2016).Συνεπώς, στην παρεχόμενη από τις παραπάνω διατάξεις σχετική αγωγή προς απόδοση των ωφελημάτων, η οποία απορρέει από το δικαίωμα κυριότητας και ανήκει σ' εκείνον ο οποίος, κατά τον προαναφερόμενο κρίσιμο χρόνο, που συνέβη το θεμελιωτικό της σχετικής αξίωσης γεγονός, ήταν κύριος αυτού, καθώς και στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας που θα εκδοθεί, αρκεί, για την πληρότητα αυτής, να αναφέρεται το κοινό ακίνητο, η επ' αυτού μερίδα του ενάγοντος, ότι ο εναγόμενος έκανε κατά τον επίδικο χρόνο αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου και επίσης, το κατά τον επίδικο χρόνο όφελος του εναγομένου κοινωνού από την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου, συνιστάμενο στην αξία αυτής, η οποία προκειμένου περί αστικού ακινήτου ταυτίζεται με την μισθωτική αξία του μεριδίου του εκτός χρήσεως κοινωνού, της οποίας, συνεπώς αρκεί η αναφορά (ΑΠ 187/2015, ΑΠ 767/2014, ΑΠ 564/2012, ΑΠ 362/2010, ΑΠ 1761/2008).

Η σχετική δε αποζημιωτική αξίωση των κοινωνών γεννάται από μόνο το γεγονός της αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν εκ των κοινωνών και υφίσταται ακόμη και εάν οι λοιποί συγκοινωνοί δεν προέβαλαν αξίωση σύγχρησης του κοινού και είναι αδιάφορο εάν παρεμποδίστηκαν ή όχι σε αυτήν (ΑΠ 1602/2023, ΑΠ 848/2022, ΑΠ 1509/2021, ΑΠ 852/2019, ΑΠ 767/2014).Γ.

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, που αναφέρονται στην εκ μέρους της αναιρεσίβλητης χρήση του κοινού πράγματος (επίμαχου ακινήτου), η αναιρεσείουσα αιτιάται το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για το ότι, με την απόφασή του, υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ., ενόψει του ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 785, 786, 787, 792 § 2, 961, 962 ΑΚ, αναφορικά με τις αξιώσεις της (αναιρεσείουσας) που εμποδίσθηκε να κάνει χρήση του κοινού πράγματος και συγκεκριμένα διότι αρνήθηκε να εφαρμόσει τις διατάξεις αυτές του νόμου καίτοι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και, επιπλέον, με ανεπαρκή, άλλως αντιφατική, αιτιολογία δέχθηκε ότι η περιγραφόμενη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης δεν ιδρύει αξίωση της αναιρεσείουσας για αποζημίωση χρήσης.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: "Στην ενάγουσα ανήκει το ιδανικό μερίδιο ποσοστού 2/6 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου κείμενου εντός του δημοτικού διαμερίσματος Δελφών του ομώνυμου δήμου επί της οδού ... Στο παραπάνω οικόπεδο υπάρχει διώροφη οικοδομή ανεγερθείσα από το έτος 1976, η οποία αποτελείται από αποθήκη υπογείου επιφάνειας 125 τ.μ., διαμερίσματος ισογείου επιφάνειας 76,25 τ.μ.

και διαμερίσματος πρώτου ορόφου επιφάνειας 125 τ.μ. Επί της οικοδομής αυτής δεν έχουν συσταθεί οριζόντιες ιδιοκτησίες. Η ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα του ιδανικού μεριδίου των 2/6 του άνω ακινήτου με αγορά από τους Δ. Α. και Θ. Α., αδερφούς της εναγόμενης, οι οποίοι της μεταβίβασαν ο καθένας ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου δυνάμει των νομίμως μεταγραφέντων υπ' αρ. ...-2008 και ...-2010 συμβολαίων του συμβολαιογράφου Άμφισσας Γ.

Κ. Οι ανωτέρω πωλητές, καθώς και η εναγόμενη, είχαν καταστεί συγκύριοι επί του άνω ακινήτου σε ποσοστό 1/6 ο καθένας ως νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της μητέρας τους Ε. χήρας Χ. Α. το γένος Σ. Κ., στην οποία ανήκε κατά το χρόνο θανάτου της ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου αυτού. Οι ως άνω κληρονόμοι αποδέχτηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά με τη νομίμως μεταγραφείσα στα βιβλία μεταγραφών του αρμόδιου υποθηκοφυλακείου Δελφών υπ' αρ. ...-2006 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, που συνέταξε η συμβολαιογράφος Αθηνών Σ.

Σ. Εξάλλου το υπόλοιπο ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου ανήκει στον Σ. Ζ. του Α. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στο διαμέρισμα του ισογείου ορόφου κατοικεί η υπερήλικη μητέρα του Σ. Ζ. Κ. Ζ., θεία της εναγομένης και αδερφή της αποβιωσάσης μητέρας της. Στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου κατοικούσε μέχρι το θάνατό της κατά τον ...

του έτους 2005 η μητέρα της εναγόμενης Ε. χήρα Χ. Α. το γένος Σ. Κ. Το υπόγειο ανέκαθεν χρησιμοποιούταν και ακόμα χρησιμοποιείται ως αποθήκη, όπου φυλάσσονται πράγματα τόσο της οικογένειας Ζ., όσο και της οικογένειας Α. Μετά το θάνατο της Ε. Α. το διαμέρισμα, στο οποίο κατοικούσε, παρέμεινε κενό και ανεκμετάλλευτο.

Είναι χαρακτηριστικό ότι μέχρι και τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο δεν είχαν απομακρυνθεί καν η οικοσκευή και τα προσωπικά αντικείμενα της θανούσης, δεν είχε γίνει καμία εργασία ανακαίνισης, ενώ ήδη από το Νοέμβριο του έτους 2011 έχει γίνει διακοπή ρεύματος, ακολούθως δε μέχρι τις 5-2-2015 αφαιρέθηκε ο μετρητής και στη συνέχεια ολόκληρη η παροχή εντελώς (βλ.

την με αρ.πρωτ. ...-2019 βεβαίωση της ΔΕΔΔΗΕ). Εξάλλου, η εναγόμενη ζει με την οικογένειά της στην Αθήνα και μετά το θάνατο της μητέρας της περιόρισε σε ελάχιστες τις επισκέψεις της στους Δελφούς, ενώ δεν αποδείχθηκε καν ότι διανυκτέρευε στην περιοχή ή ότι πολύ περισσότερο χρησιμοποιούσε την πατρική οικία.

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω η ενάγουσα απέκτησε ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου από το Δ. Α. το Φεβρουάριο του έτους 2008 και ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου από τη Θ. Α. μετά από διάστημα πλέον των δύο ετών, δηλαδή τον Ιούνιο του έτους 2010. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι έχει ζητήσει επανειλημμένως από την εναγομένη να της επιτρέψει την είσοδο στο διαμέρισμα του α' ορόφου και της οικοδομής γενικά, διότι ουδείς εκ των ανωτέρω πωλητών τις παρέδωσε κλειδιά της οικοδομής (δηλαδή της εξωτερικής θύρας και της θύρας του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου) κατά την υπογραφή των συμβολαίων ή και μεταγενέστερα, καθώς και ότι η ενάγουσα, η οποία έχει κλειδιά, αρνείται να τη συνδράμει.

Ο ισχυρισμός της αυτός, δηλαδή ότι δεν της παραδόθηκαν κλειδιά από τους πωλητές, δεν κρίνεται πειστικός. Σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και την κοινή λογική ο αγοραστής οικίας, που έχει εξοφλήσει το τίμημα της πώλησης, δεν αναμένει άπρακτος να του παραδώσει ο αγοραστής τα κλειδιά όποτε ο τελευταίος θελήσει, αλλά προβαίνει σε όλες τις νόμιμες ενέργειες προκειμένου να τον υποχρεώσει να το πράξει.

Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για την ενάγουσα λόγω και της επαγγελματικής της ιδιότητας, αφού ως δικαστικός υπάλληλος προφανώς είχε γνωριμίες με νομικούς, που θα μπορούσαν να την καθοδηγήσουν, αλλά και η ίδια από την εμπειρία της είχε αποκτήσει στοιχειώδεις νομικές γνώσεις ώστε να δύναται να κατοχυρώσει τα βασικά από την πώληση δικαιώματά της.

Άλλωστε, είναι αφύσικο να μην έχει παραλάβει κλειδιά από το Δ. Α. το 2008, να μην έχει πράξει τίποτα επί της ουσίας γι' αυτό επί δύο και πλέον έτη και στη συνέχεια να αγοράζει και το ποσοστό της αδερφής του Θ. Α. και να μην παραλαμβάνει κλειδιά ούτε και από αυτήν μολονότι υποτίθεται ότι υπήρχε το κακό προηγούμενο με τον αδερφό της.

Όλα τα ως άνω προφανή επιβεβαιώνονται και από το γεγονός ότι η ενάγουσα στην από 5-3-2008 εξώδικη δήλωσή της που απευθύνει στην εναγόμενη και στην αδερφή της Θ. Α. λίγες μόλις ημέρες μετά την υπογραφή του υπ' αρ. ...-2008 συμβολαίου για την αγορά του ποσοστού 1/6 από τον αδερφό τους Δ. Χ., τις καλεί να απομακρύνουν τα πράγματά τους από την κοινή οικία και να προσέλθουν στην Άμφισσα προκειμένου να ληφθούν από κοινού αποφάσεις σχετικά με τη διαχείριση και την αποκατάσταση της οικίας, ενώ καμμία αναφορά δεν γίνεται στα κλειδιά της οικοδομής.

Επισημαίνεται ότι τα αναφερόμενα περί αποκλειστικής χρήσης των αδερφών Α. στην άνω εξώδικη δήλωση, που φέρεται να απέκλειε τη σύγχρηση της ενάγουσας, δεν έχουν κανένα νομικό ή πραγματικό έρεισμα, δεδομένου ότι κατά το χρόνο επίδοσης της εξώδικης δήλωσης (11-3-2008), το ως άνω μεταβιβαστικό της κυριότητας συμβόλαιο δεν είχε ακόμα μεταγραφεί (βλ.

υπ' αρ. ...-2008 πιστοποιητικό μεταγραφής του Υποθηκοφύλακα Δελφών, σύμφωνα με το οποίο η μεταγραφή στον τόμο 85 και με αριθμό 241 έγινε στις 27-3-2008). Άλλωστε, από τα παραπάνω σαφώς προκύπτει ότι οι σχέσεις της ενάγουσας με τη Θ. Α. δεν ήταν αγαστές, θα μπορούσαν δε να χαρακτηριστούν στην καλύτερη περίπτωση τυπικές.Συνεπώς, όταν μετέπειτα η ενάγουσα αγόρασε από τη Θ.

Α. το έτερο ποσοστό του 1/6 εξ αδιαιρέτου είναι απίθανο να μη ζήτησε και να μην παρέλαβε κλειδιά της οικίας από την τελευταία. Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν προέκυψε, ούτε κανείς ισχυρίστηκε ότι οι κλειδαριές της οικοδομής έχουν αλλάξει, αλλά και του ότι η εναγομένη δεν έχει καμμία νομική υποχρέωση να παραδώσει κλειδιά στην ενάγουσα, ο ισχυρισμός της τελευταίας ότι δεν της επιτρέπει την είσοδο στην οικία κάνοντας η ίδια αποκλειστική χρήση της έστω και κρατώντας την κλειδωμένη, είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.

Ωστόσο, η ενάγουσα έχει και ένα δεύτερο πραγματικό ισχυρισμό συνιστάμενο στο ότι η εναγόμενη την έχει απειλήσει ότι αν επιχειρήσει να εισέλθει στο διαμέρισμα του α' ορόφου θα την καταγγείλει ψευδώς για διάπραξη κλοπής μεγάλου χρηματικού ποσού, το οποίο υποτίθεται ότι θα υπήρχε εντός της οικίας. Από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ι.

Κ. (βλ. υπ' αρ. 4/2011 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης Ειρηνοδικείου Δελφών) και Α. Ζ. (βλ. πρακτικά εκκαλουμένης και πρακτικά προκείμενης απόφασης) προκύπτει ότι αυτό συνέβη μία φορά το έτος 2010, μετά την αγορά από την ενάγουσα του ιδανικού μεριδίου της Θ. Α., καθώς η εναγόμενη ήταν σε κατάσταση έντονης συναισθηματικής φόρτισης βλέποντας την οικογενειακή περιουσία να περιέρχεται σε χέρια τρίτων, έκτοτε δε καμμία επαφή δεν είχαν οι διάδικοι μεταξύ τους.

Εξάλλου, αυτή η μεμονωμένη περίπτωση χωρίς να συνοδεύεται και από άλλα παρόμοια περιστατικά δεν κρίνεται ότι ήταν πρόσφορη να αποτρέψει την ενάγουσα από την είσοδό της στην κοινή οικία, όπως ισχυρίζεται, καθώς υπήρχαν τρόποι να προστατευθεί και να αμυνθεί κατά μιας πιθανής ψευδούς καταγγελίας τέτοιου είδους, λ.χ.

με τη με επίσημο τρόπο καταγραφή των αντικειμένων της οικίας ή/ και με την υποβολή εγκλήσεως σε βάρος της ενάγουσας. Εξάλλου, όσον αφορά ειδικά στο υπόγειο, πλήρως αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα έχει ελεύθερη πρόσβαση σε αυτό, καθώς η πόρτα του δεν έχει κλειδαριά, και μπορεί, εφόσον το επιθυμεί, να τοποθετήσει αντικείμενά της σε αυτό, όπως κατέθεσε η μάρτυράς της Α.

Ζ. Από τα παραπάνω είναι προφανές πως η εναγομένη δύσκολα συμβιβάστηκε με την ιδέα ότι η πατρώα περιουσία έχει περιέλθει εν μέρει σε ξένα χέρια και γι' αυτό είναι απρόθυμη να συνδράμει την ενάγουσα και να τη διευκολύνει στη χρήση της κοινής οικοδομής. Ωστόσο, η απροθυμία της αυτή πόρρω απέχει από την απαγόρευση σύγχρησης της ενάγουσας και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει αποκλειστεί το δικαίωμα της τελευταίας να χρησιμοποιεί την οικία ή ότι η εναγομένη την χρησιμοποιεί αποκλειστικά ώστε να οφείλει για το λόγο αυτό αποζημίωση χρήσης στην ενάγουσα".

Με τα ως άνω δεκτά γενόμενα από το Δικαστήριο της ουσίας, το μεν αυτό εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 785, 786, 787, 792 § 2, 961, 962 ΑΚ, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες το δε υφίστανται ανεπαρκείς αιτιολογίες και αντιφατικότητα στις αιτιολογίες της απόφασης, ως προς το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι το ζήτημα της αποκλειστικής χρήσης του κοινού ακινήτου από την αναιρεσίβλητη και ως εκ τούτου δεν περιέχεται στην απόφαση νόμιμη βάση, αφού το Δικαστήριο δεν υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά στους ως άνω κανόνες δικαίου, όπως όφειλε και αποφάνθηκε ότι δεν υφίσταται αποζημιωτική αξίωση της ενάγουσας - αναιρεσείουσας σε βάρος της αναιρεσίβλητης.

Ειδικότερα, στην απόφαση δεν εκτίθενται επαρκώς τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή η συμπεριφορά της εναγομένης - αναιρεσίβλητης δεν συνιστά αποκλειστική χρήση του επίδικου ακινήτου από αυτήν και επιπρόσθετα με αντιφατική αιτιολογία καταλήγει σε εσφαλμένο διατακτικό.

Συγκεκριμένα, καίτοι το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχεται α) ότι η αναιρεσίβλητη από τον ... του έτους 2005, οπότε απεβίωσε η μητέρα της Ε. χήρα Χ. Α., η οποία μέχρι τον θάνατό της κατοικούσε στον πρώτο υπέρ το ισόγειο όροφο του επίδικου ακινήτου, μέχρι και τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (7-3-2019), δεν είχε απομακρύνει από το παραπάνω διαμέρισμα την οικοσκευή και τα προσωπικά αντικείμενα της θανούσας μητέρας της, όπως προέκυψε από τις καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιόν του, β) ότι το υπόγειο του ακινήτου χρησιμοποιούνταν μέχρι και τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (7-3-2019), ως αποθήκη, όπου φυλάσσονταν πράγματα και της οικογένειας της αναιρεσίβλητης, γ) ότι από το έτος 2008 η αναιρεσείουσα έχει καλέσει την αναιρεσίβλητη και την αδερφή της να απομακρύνουν τα πράγματά τους από την κοινή οικία και να προσέλθουν στην Άμφισσα, προκειμένου να ληφθούν από κοινού αποφάσεις σχετικά με την διαχείριση και την αποκατάσταση της οικίας, δ) ότι η αναιρεσίβλητη είχε απειλήσει την αναιρεσείουσα κατά το έτος 2010 ότι αν επιχειρήσει να εισέλθει στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, του οποίου είναι συγκυρία, θα την καταγγείλει ψευδώς για διάπραξη κλοπής μεγάλου χρηματικού ποσού, το οποίο υποτίθεται ότι θα υπήρχε εντός της οικίας και ε) ότι η απροθυμία της αναιρεσίβλητης να συνδράμει την αναιρεσείουσα και να την διευκολύνει στη χρήση της κοινής οικοδομής, οφείλεται στο γεγονός ότι αυτή (αναιρεσίβλητη) συμβιβάσθηκε δύσκολα με την ιδέα ότι η πατρώα περιουσία έχει περιέλθει εν μέρει σε ξένα χέρια, όλως εσφαλμένα και αντιφατικά, σε σχέση και με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη της απόφασής του, κρίνει ότι η συμπεριφορά της αυτή "...πόρρω απέχει από την απαγόρευση σύγχρησης της αναιρεσείουσας και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει αποκλειστεί το δικαίωμα της τελευταίας να χρησιμοποιεί την οικία ή ότι η εναγομένη την χρησιμοποιεί αποκλειστικά ώστε να οφείλει για το λόγο αυτό αποζημίωση χρήσης στην ενάγουσα", παραβλέποντας ότι οι παραδοχές αυτές επέβαλαν αυθεντικά την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 785, 786, 787, 792 § 2, 961, 962 ΑΚ.

Σύμφωνα δε με όσα έχουν εκτεθεί στην υπό στοιχεία ΙΙΙΒ νομική σκέψη της παρούσας, για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου τις οποίες εσφαλμένα δεν εφάρμοσε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν απαιτείτο καν η αναιρεσείουσα - ενάγουσα να έχει προβάλει την σύγχρηση του κοινού ακινήτου ή να παρεμποδίστηκε σε αυτήν, ενώ είναι αδιάφορο και ο τρόπος που η αναιρεσίβλητη χρησιμοποίησε αποκλειστικά για λογαριασμό της το κοινό πράγμα, διατηρώντας αυτό κλειστό και ανεκμετάλλευτο μετά το θάνατο της μητέρας της, αποκόπτοντας μάλιστα και την ηλεκτροδότηση του ακινήτου, εφόσον με τον τρόπο αυτό απέκλεισε στην πράξη τη σύγχρηση των λοιπών κοινωνών.

Επομένως, με βάση τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, η απόφαση δεν τις εφάρμοσε και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ότι δηλαδή η αναιρεσίβλητη δεν οφείλει στην αναιρεσείουσα αποζημίωση χρήσης για το επίδικο ακίνητο και ως εκ τούτου υπήρξε παραβίαση αυτών, σύμφωνα με τα άρθρα 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ.

Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι παραδεκτοί και βάσιμοι. IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ).

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν, για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, παραβόλου. Τέλος, ζήτημα καταδίκης της αναιρεσίβλητης σε δικαστικά έξοδα λόγω της ήττας αυτής (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ) δεν γεννάται στη συγκεκριμένη περίπτωση, λόγω της πλασματικής ερημοδικίας της αναιρεσείουσας (ΑΠ 772/2017).ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 5-1-2022 αίτηση αναίρεσης και απορρίπτει τους από 27-10-2023 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.Αναιρεί την με αριθμό 60/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, που δίκασε ως Εφετείο.Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν, για το παραδεκτό της αίτησης, παραβόλου.ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2025.Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης