Legislator Case Law & Legislation
1989/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's contradictory ruling on legal costs and enforcement fees.

Case Number 1989/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court of Athens regarding a dispute over legal fees and enforcement costs. The lower court had issued contradictory rulings by accepting two separate enforcement orders while simultaneously denying the statutory fee for drafting the second order. The court found this inconsistency violated the principle of legal certainty and the specific provisions governing legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; A lower court decision is subject to cassation if it contains contradictory findings regarding the application of legal cost provisions or fails to clearly state the factual basis for its ruling.

Keywords

AI generated
contradictory rulings legal costs enforcement fees cassation appeal Code of Civil Procedure legal certainty statutory fees

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 72 of the Lawyers' Code
Article 58 of the Lawyers' Code
Article 371 of the Civil Code
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
OLAP 1/2020
OLAP 4/2018
OLAP 6/2017
OLAP 7/2006
OLAP 4/2005
OLAP 6/2006
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1989 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1989/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Γ. του Λ., κατοίκου ... και 2) δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Αστρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Παρασκευή Μίληση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2016 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 506/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1538/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-1-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 3/2020).

Σύμφωνα εξ άλλου με το άρθρο 932 του ΚΠολΔ, τα έξοδα της αναγκαστικής εκτέλεσης βαρύνουν εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και προκαταβάλλονται από αυτόν που την επισπεύδει, κατά δε το άρθρο 975 του ίδιου Κώδικα, η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα γίνεται, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα της εκτέλεσης, που ορίζονται αιτιολογημένα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού.

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις αυτές, στη δεύτερη των οποίων γίνεται διάκριση μεταξύ αφαίρεσης των εξόδων και κατάταξης των προνομιακών απαιτήσεων, υπέγγυο στους δανειστές είναι το ποσό του πλειστηριάσματος, που απομένει μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, τα οποία δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των προνομίων, ούτε κατατάσσονται στον πίνακα, αλλά προαφαιρούνται προκειμένου να γίνει η κατάταξη των δανειστών, ορίζονται δε με τον πίνακα κατάταξης ή με ιδιαίτερη πράξη, με την οποία ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δικαιολογεί τα σχετικά κονδύλια προκειμένου να τα προαφαιρέσει από το πλειστηρίασμα.

Ως έξοδα εκτέλεσης κατά τις ανωτέρω διατάξεις νοούνται όλες οι δαπάνες που γίνονται από τον επισπεύδοντα την εκτέλεση δανειστή και αποβλέπουν στο γενικό συμφέρον όλων των δανειστών, εφόσον είναι αναγκαίες για τη διαδικασία της εκτέλεσης από την έναρξή της μέχρι και την περάτωσή της, δηλαδή ανάγονται στην προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης (στις προπαρασκευαστικές πράξεις αυτής), στην κατάσχεση, στη συντήρηση του κατασχεθέντος πράγματος, στον πλειστηριασμό και στην κατάταξη των δανειστών, ήτοι όλες οι δαπάνες που είναι αναγκαίες για τη διεξαγωγή της όλης εκτελεστικής διαδικασίας από τα πρώτα έξοδα, όπως η λήψη απογράφου, η έκδοση αντιγράφου του απογράφου, η δαπάνη για τη σύνταξη και επίδοση επιταγής προς εκτέλεση και η αμοιβή δικηγόρου για τη σύνταξή της, τα έξοδα για την επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης κ.ο.κ μέχρι την αποπεράτωσή της, ήτοι τα έξοδα για την ολοκλήρωση του πλειστηριασμού με τη σύνταξη της οικείας εκθέσεως και κατακυρώσεως (ΑΠ1100/1996, ΑΠ590/1991, ΑΠ979/1972), αλλά και όσα προκύπτουν ως τη σύνταξη και κοινοποίηση του πίνακα, ενόψει του ότι η έννοια της τελευταίας πράξεως της εκτέλεσης εκλαμβάνεται εν προκειμένω ευρύτερα, θεωρείται δηλαδή ότι περιλαμβάνει και τις διαδικαστικές πράξεις που θα επακολουθήσουν ως συνέπεια της συντάξεως της κατακυρωτικής εκθέσεως.

Αντίθετα, δεν περιλαμβάνονται τα έξοδα που έγιναν προς το αποκλειστικό συμφέρον είτε του επισπεύδοντος (όπως τα έξοδα για τη δικαστική επιδίωξη της απαιτήσεως του επισπεύδοντος και για την απόκτηση εκτελεστού τίτλου) είτε των αναγγελθέντων δανειστών, ούτε επίσης όσα έγιναν από υπαιτιότητα του επισπεύδοντος (ΑΠ 1056/2021 ΑΠ941/2019, ΑΠ1074/2015, ΑΠ 300/2013).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 72 παρ. 1 ν. 4194/2013, που εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση μετά τις 27.9.2013, (ημερομηνία έναρξης ισχύος του νέου Δικηγορικού Κώδικα), "Για τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση τίτλων εκτελεστών, η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης, όπως αυτή επιδικάστηκε από το δικαστήριο".

Από τη γραμματική διατύπωση της παραπάνω διάταξης, προκύπτει ότι ο νομοθέτης στόχευε να καθορίσει την εν λόγω αμοιβή ως διακριτό κονδύλιο στην επιταγή προς πληρωμή, το οποίο ισούται με την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη. Γι'αυτό άλλωστε χρησιμοποιείται το ρήμα "ορίζεται" και η φράση "στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης", ώστε να καθίσταται σαφές ότι ο προσδιορισμός του ποσού που γίνεται άμεσα και ευθέως από το νόμο, ανέρχεται στο ύψος της δικαστικής δαπάνης που επιδικάστηκε και ταυτίζεται με το ποσό αυτό (πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ).

Ο τρόπος καθορισμού της δικαστικής δαπάνης σύμφωνα με το ν. 4194/2013 που εφαρμόζεται εν προκειμένω, έχει μεταβληθεί σε σχέση με τον παλαιότερα ισχύοντα Δικηγορικό Κώδικα (άρθρο 127 ν. 3026/1954) κατά τον οποίο, η ελάχιστη οφειλόμενη αμοιβή "κανονιζόταν" σε (μεταλλικές) δραχμές ανάλογα με το δικαστήριο που είχε εκδώσει τον εκτελεστό τίτλο και σε κάθε περίπτωση δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ύψος του ποσού της οφειλής που αφορούσε τον εκτελεστό τίτλο.

Αντίθετα, με το ν. 4194/2013, δεν καθορίζεται περιθώριο μεταξύ ελάχιστης και ανώτατης αμοιβής την οποία δεν μπορεί να υπερβεί ο δικηγόρος του επισπεύδοντος, αλλά ορίζεται αποκλειστικά ως ταυτόσημη με το ποσό της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης. Επίσης, στο ν. 4194/2013, η ελάχιστη αμοιβή για σύνταξη επιταγής δεν συναρτάται με παράγοντες όπως επιστημονική εργασία, πολυπλοκότητα, αξία αντικειμένου, σπουδαιότητα, περιστάσεις, κλπ.

Από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 72 ΚΔικ εμφαίνεται ότι η βούληση του νομοθέτη ήταν να λειτουργήσει η διάταξη αυτή ως κίνητρο προς τον οφειλέτη να ικανοποιήσει τις αξιώσεις του δανειστή χωρίς την παρεμβολή της εκτελεστικής διαδικασίας και να αποφύγει την καταβολή σημαντικών ποσών ως αμοιβή της σύνταξης επιταγής προς εκτέλεση, καθόσον η συγκεκριμένη ρύθμιση είναι πρόσφορη για την επίτευξη του στόχου της περιστολής των καθυστερήσεων και της δυστροπίας στις οικονομικές συναλλαγές, αφού ο ηττηθείς - καθ'ου η εκτέλεση διάδικος έχει τη δυνατότητα να συμμορφωθεί εκούσια προς το περιεχόμενο της απόφασης που συνιστά τον εκτελεστό τίτλο και ν' αποφύγει κάθε περαιτέρω επιβάρυνση από την επίσπευση της εναντίον του εκτέλεσης.

Από τη σαφή εξ άλλου διατύπωση του εν λόγω άρθρου (72 ν. 4194/2013), αντλείται το επιχείρημα ότι με τον τρόπο αυτόν ο νομοθέτης επιθυμεί να διαλύσει κάθε πιθανή αμφιβολία για το νόημα της σχετικής διάταξης και έτσι να αποφύγει ερμηνευτικά ζητήματα που είχαν ανακύψει στο παρελθόν από το προαναφερθέν άρθρο 127 του ν. 3026/1954, όπου για τη σχετική αμοιβή προβλεπόταν ελάχιστο και ανώτατο όριο, όπως προεκτέθηκε, και είχε σαν αποτέλεσμα τον καθορισμό από τα δικαστήρια με βάση την επιστημονική εργασία, το χρόνο που καταναλώθηκε, κλπ.

Συνεπώς, η σύνδεση του ύψους της αμοιβής για τη σύνταξη επιταγής προς πληρωμή με τα ανωτέρω κριτήρια δεν μπορεί να θεμελιωθεί σε καμία διάταξη νόμου. Το ανωτέρω συμπέρασμα δεν διαφοροποιείται ούτε με βάση το άρθρο 58 παρ. 5 του ν. 4194/2013, σύμφωνα με το οποίο "Οι αμοιβές μπορούν να αυξηθούν και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, ανάλογα με την επιστημονική εργασία, την αξία και το είδος της υπόθεσης, του χρόνου που απαιτήθηκε, τις εκτός έδρας μεταβάσεις, τη σπουδαιότητα της διαφοράς, των ειδικότερων περιστάσεων και κάθε είδους δικαστικών ή εξώδικων ενεργειών.

Αντίθετα, σε περίπτωση που το αίτημα της αγωγής κριθεί υπέρογκο, αλλά δεν μπορούσε να έχει αξιολογηθεί από το δικηγόρο ελλείψει πραγματικών στοιχείων, ο δικαστής ή το δικαστήριο και αυτεπάγγελτα μπορεί να προσδιορίσει τη νόμιμη αμοιβή με βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί με την αγωγή είτε κατά την εκτίμησή του είτε λόγω περιορισμού του αιτήματος της αγωγής κατά συμμόρφωση του δικηγόρου προς έγγραφη εντολή του εντολέα του ή του αντιπροσώπου του", καθόσον η ανωτέρω διάταξη δεν αφορά την αμοιβή για σύνταξη επιταγής προς πληρωμή, για την οποία προβλέπει ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 72 του ίδιου νόμου.

Το ίδιο ισχύει και για τη διάταξη του άρθρου 59 περί συμφωνίας και λήψης αμοιβής με χρονοχρέωση. Εξάλλου, δεν μπορεί να συναχθεί από τη γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 72 το συμπέρασμα ότι με αυτήν εννοείται ότι η αμοιβή για τη σύνταξη επιταγής προς πληρωμή έχει ήδη συμπεριληφθεί στην επιδικαζόμενη δικαστική δαπάνη (δεν πρόκειται δηλαδή περί "διπλής πληρωμής" του ίδιου κονδυλίου) διότι αφενός η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει όσα ορίζονται στα άρθρα 176 επ.

ΚΠολΔ και αφορά τις (μέχρι τη στιγμή της συζήτησης και) έκδοσης της απόφασης πραγματοποιηθείσες ενέργειες (τα δικαστικά έξοδα και την αμοιβή του δικηγόρου), ενώ η αμοιβή για σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση αφορά αμοιβή μεταγενέστερης δικηγορικής ενέργειας. Αφ' ετέρου, δεν είναι δυνατόν το δικαστήριο να καθορίζει αμοιβή για δικηγορικές ενέργειες που έπονται της έκδοσης της απόφασης, μετά την οποία απεκδύεται της σχετικής εξουσίας, από μόνο το εικαζόμενο ενδεχόμενο της διενέργειάς τους, καθώς τυχόν μεταγενέστερες ενέργειες μόνο ενδεχόμενο είναι να λάβουν χώρα και το δικαστήριο, στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 106 και 108 ΚΠολΔ, δεν μπορεί εκ των προτέρων ούτε να τις περιορίσει αλλά ούτε και να τις διατάξει ή να τις καθορίσει.

Επιπλέον, εάν ήθελε υποτεθεί ότι η αμοιβή για την επιταγή συμπεριλαμβάνεται στη δικαστική δαπάνη, αυτό θα σήμαινε ότι η αμοιβή αυτή θα επιβάρυνε τελικώς το δανειστή ή, αλλιώς, τον ίδιο το συντάξαντα δικηγόρο. Ούτε βεβαίως μπορεί να υποστηριχθεί ότι εφόσον συνταχθεί επιταγή προς εκτέλεση δεν εισπράττεται πλέον δικαστική δαπάνη αλλά μόνο η ισόποση αμοιβή για σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση, καθώς κάτι τέτοιο θα αποτελούσε ευθέως παραβίαση του διατακτικού της εκτελουμένης αποφάσεως αλλά και ζημία του επισπεύδοντος που δεν θα εισέπραττε τα καταβληθέντα δικαστικά έξοδα Τέλος, σημειώνεται ότι, η δυνατότητα αύξησης της αμοιβής ή μείωσης αυτής (άρθρα 98 παρ. 1 και 102 αντίστοιχα), προβλέπεται μεν στο ν. 4194/2013, αλλά η μείωση της αμοιβής συγχωρείται μόνο στην περίπτωση διογκωμένου αιτήματος της αγωγής.

Από την παραδεκτή επισκόπηση (κατ' άρθρο 561παρ.2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι το αναιρεσίβλητο άσκησε ανακοπή κατά του 3724/2016 πίνακα κατάταξης του συμβολαιογράφου ... Γ.Τριανταφυλλάκη, ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, του πλειστηριασθέντος ακινήτου της Σ. Γ., οφειλέτιδας του αναιρεσιβλήτου ελληνικού δημοσίου και του πρώτου αναιρεσείοντος, επιδιώκοντας τη μεταρρύθμιση του, προβάλλοντας ως λόγους ακύρωσης:

α) ότι ο εν λόγω υπάλληλος προαφαίρεσε πριν τη σύνταξή του άνω πίνακα το ποσό των 65.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ 15.600 ευρώ, ως έξοδα σύνταξης της επιταγής προς εκτέλεση υπέρ της δεύτερης αναιρεσείουσας πληρεξουσίας δικηγόρου του επισπεύδοντος πρώτου αναιρεσείοντος κατά το άρθρο 72 Κωδ.Δικ. (δηλαδή ποσό ίσο με την επιδικασθείσα για την εκτελούμενη 3377/2011 απόφαση δικαστική δαπάνη), παρότι η τελευταία αποτελεί παρεπόμενη απαίτηση σε σχέση με το κύριο αντικείμενο της δίκης που ήταν η απόδοση της νομής των ακινήτων, ο δε εκτελεστός τίτλος αφορά μόνο τη δικαστική δαπάνη που επιδίκασε το εν λόγω δικαστήριο και β) ότι οι αναιρεσείοντες καθών η ανακοπή άσκησαν καταχρηστικά το δικαίωμά τους για προαφαίρεση του συγκεκριμένου ποσού ως εξόδου εκτέλεσης, διότι το επίμαχο ως άνω ποσό των 65.000 ευρώ είναι υπέρογκο και πρέπει να μειωθεί στο προσήκον κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθ.58 παρ. 5 Κωδ.

Δικηγόρων. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 506/2017 απόφασή του απέρριψε την εν λόγω ανακοπή ως νομικά αβάσιμη κατ' αμφοτέρους τους λόγους και το ανακόπτον δημόσιο άσκησε έφεση . Η με αριθμό 1538/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (που πλήττεται με την υπό κρίση αναίρεση), κατά παραδοχή της εφέσεως, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε κατ' ουσίαν την ανακοπή ως προς τον πρώτο λόγο της.

Ειδικότερα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "...Ο πρώτος των καθών η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητος (Ν. Γ.) [ήδη πρώτος αναιρεσείων] ήγειρε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 9.9.2009 (έκθεση κατάθεσης 194.954/11.109/2009) αγωγή του, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη, Σ.

Χ. του Ν. χήρα Λ. Ν. Γ., να του αποδώσει τη νομή των εκεί περιγραφόμενων ακινήτων, ήτοι Α) τριών οριζόντιων ιδιοκτησιών (διαμερίσματος B-4 και των 6 και 7 χώρων σταθμεύσεως) της κείμενης στην ... 56, πολυκατοικίας, Β) ενός οικοπέδου με παλαιά οικία κείμενου, επί της οδού ... και Γ) ενός αγροκτήματος με δύο οικίες που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ....

Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η 3377/2011 οριστική απόφαση του άνω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία, αφού έκανε δεκτή την αγωγή, αναγνώρισε τη νομή του ενάγοντος (Ν. Γ.) επί των τότε επιδίκων, διέταξε την απόδοση αυτής σε εκείνον και καταδίκασε την εναγομένη (Σ. Χ.) στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, τα οποία προσδιόρισε στο ποσό των 65.000,00 ευρώ.

Η ηττηθείσα εναγομένη (Σ. Χ.) άσκησε έφεση εναντίον της άνω πρωτοδίκου αποφάσεως, η οποία απορρίφθηκε με την 533/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Έτσι, η 3377/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατέστη τελεσίδικη και, ως εκ τούτου, εκτελεστός τίτλος τόσο για την περί αποδόσεως της νομής κυρία καταψηφιστική διάταξή της όσο και ως προς την παρεπομένη τοιαύτη περί της δικαστικής δαπάνης.

Επίσης, δια της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου η τότε εκκαλούσα (Σ. Χ.) καταδικάσθηκε να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα του τότε εφεσίβλητου (Ν. Γ.) για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίσθηκαν στις 80.000,00 ευρώ. Ακολούθως, κατόπιν σχετικής αιτήσεως της ιδίας (Σ. Χ.), αναιρέθηκε, με την 900/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η 533/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά τη διάταξή της που αφορά τη δικαστική δαπάνη.

Μετά την τελεσιδικία της 3377/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο Ν. Γ. επέσπευσε την εκτέλεση αυτής. Με την από 6.6.2014 επιταγή που συνέταξε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κάτω από επικυρωμένο αντίγραφο του 346/2014 πρώτου εκτελεστού απογράφου της αμέσως προαναφερόμενης απόφασης, επιτάχθηκε η Σ. Χ.

Ι. να αποδώσει τη νομή των ενδιαφερόντων ακινήτων και

ΙΙ. καταβάλει στον επισπεύδοντα α) 65.000,00 ευρώ για την επιδικασθείσα σε εκείνον δικαστική δαπάνη, νομιμοτόκως, β) 3,15 ευρώ για αντίγραφο απογράφου μετά τελών αντιγράφου, γ) 65.000,00 ευρώ για τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση, "σύμφωνα με το άρθρο 72 Κώδικα Δικηγόρων" και δ) 50,00 ευρώ για επίδοση αυτής, δηλαδή συνολικώς 130.053,15 ευρώ.

Επειδή η οφειλέτιδα δεν συμμορφώθηκε εκουσίως με τα επιτασσόμενα, ο Ν. Γ. επέσπευσε σε βάρος της - εκ παραλλήλου με τη διενεργηθείσα, για την απόδοση της νομής, άμεση εκτέλεση - βάσει του πιο πάνω απογράφου, νέα αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση της ανωτέρω, εκ των 130.053,15 ευρώ, χρηματικής απαιτήσεώς του.

Τούτο διότι η δικαστική απόφαση αποτελεί τίτλο εκτελεστό και για την επιβληθείσα με αυτή δικαστική δαπάνη και τα έξοδα και δικαιώματα της επιταγής για εκτέλεση (ΑΠ 1387/1997...) ενώ, συγχρόνως, δεν προσβλήθηκε το περιεχόμενο της άνω από 6.6.2014 επιταγής. Ειδικότερα, κατόπιν της από 30.6.2014 εντολής του, κατασχέθηκε αναγκαστικώς ένα ακίνητο (μεζονέτα) της οφειλέτιδος, κείμενο, επί της οδού ..., το οποίο πλειστηριάσθηκε την 29.6.2016.

Την 29.11.2016 ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, συμβολαιογράφος Πειραιώς Γεώργιος Τριανταφυλλάκης, συνέταξε τον 3724 οικείο πίνακα κατάταξης, λόγω μη επάρκειας του επιτευχθέντος εκπλειστηριάσματος για την ικανοποίηση όλων των αναγγελθεισών απαιτήσεων. Πριν την κατάταξη, ούτος αφαίρεσε τα έξοδα που είχε διενεργήσει o νυν πρώτος των καθ' ων η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητος επισπεύδων.

Σε αυτά περιλαμβάνονται, πλην άλλων, και τα ανήκοντα στη δεύτερη των καθ' ων η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητη δικηγορική εταιρεία υπό την επωνυμία '..., όπου η αμοιβή για τη σύνταξη της οικείας επιταγής προς πληρωμή υπολογίσθηκε, και πάλι, "κατά το άρθρο 72 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων... σε συνδυασμό με την 3377/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών" στο ύψος των 65.000,00 ευρώ πλέον 24% Φ.Π.Α. (15.600,00 ευρώ), ήτοι στο ολικό ποσό των 80.600,00 ευρώ.

Στη συνέχεια, κατετάγησαν προνομιακά και οριστικά πρώτο στη σειρά το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών για ολόκληρο το εκ 14.824,82 ευρώ ποσό της αναγγελθείσας απαίτησής του και δεύτερο το ανακόπτον και ήδη εκκαλούν, Ελληνικό Δημόσιο, μέσω της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) Δ' Αθηνών, για ποσό 45.152,14 ευρώ έναντι της αναγγελθείσας απαίτησής του ύψους 74.710,47 ευρώ.

Περαιτέρω, στην υπόψη υπόθεση δεν προκύπτει ότι καταρτίσθηκε γραπτή συμφωνία, μεταξύ του δικηγόρου, δηλονότι της δεύτερης των καθ' ων η ανακοπή και ήδη εφεσιβλήτων, και του εντολέα του επιτάσσοντος δανειστή πρώτου των καθ' ων η ανακοπή και ήδη εφεσιβλήτων, για την αμοιβή της ενδιαφέρουσας ύστερης επιταγής προς εκτέλεση.

Βεβαίως, αν δεν υπάρχει συμβατική αμοιβή για την αιτία αυτή, ο υπολογισμός της ορίζεται ειδικά με την παρ. 1 του άρθρου 72 του Κώδικα δικηγόρων και ανέρχεται "στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης, όπως αυτή επιδικάστηκε από το δικαστήριο.". Η νομοθετική ratio της, δια του ανωτέρω άρθρου, αντικειμενικώς θεσπισθείσας αμοιβής αποβλέπει στην πάταξη της δυστροπίας και της στρεψόδικης μη συμμόρφωσης προς τα επιτασσόμενα από τις δικαστικές αποφάσεις.

Ωστόσο, η, κατ' εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως, εξομοίωση της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης προς τη νόμιμη αμοιβή για τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση, είναι νοητή, μόνον, όταν η επιταγή αυτή αφορά την εκτέλεση για την ικανοποίηση της κυρίας απαιτήσεως, και εν προκειμένω της απόδοσης της νομής, εφόσον τα σχετιζόμενα με την περί αυτής δίκη έξοδα έχουν εκκαθαρισθεί και αποτελούν περιεχόμενο της επιβληθείσας, με την εκτελούμενη απόφαση, δικαστικής δαπάνης.

Όταν, όμως, η επιταγή αφορά παρεπόμενη, και οπωσδήποτε υποδεέστερης αξίας, απαίτηση, η ρύθμιση του άρθρου 72 παρ. 1 του Κ.Δικ, είναι ανεφάρμοστη, Τούτο διότι, πρόκειται για παροχή δικηγορικής υπηρεσίας, η οποία διαφέρει και έχει αποσυνδεθεί πλήρως από εκείνη που παρασχέθηκε για τη σύνταξη της επιταγής που αναφέρεται στην κυρία υπόθεση.

Η εκτελούμενη, λοιπόν, 3377/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς την επίμαχη χρηματική απαίτηση των 130.053,15 ευρώ εξ ορισμού στερείται διατάξεως περί δικαστικής δαπάνης. Εντεύθεν, μόνη ερμηνευτική διέξοδος που καταλείπεται είναι η προσφυγή, σύμφωνα με τα αναπτυσσόμενα στην προηγούμενη μείζονα σκέψη, στις διατάξεις των άρθρων 371 του Α.Κ.

και 58 του Κ.Δικ. Η συγκεκριμένη αμοιβή πρέπει να προσδιορισθεί, με βάση την αξία του αντικειμένου (άρθρα 58 3 και 63 ξ 1 του Κ.Δικ.), στο ποσό των (130.053,15 Χ 2% -) 2.601,06 + Φ.Π.Α. 624,25 (24%) = 3.225,31 ευρώ. Ενόψει όσων προαναφέρονται, η αμοιβή για τη σύνταξη της νυν επίμαχης επιταγής προς πληρωμή που δικαιούται η δεύτερη των καθ' ων η ανακοπή και ήδη εφεσιβλήτων δικηγορική εταιρεία, ανέρχεται συνολικά στις 3.225,31 ευρώ και όχι στις 80.600,00 ευρώ που προαφαιρέθηκαν υπέρ αυτής, με τον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης.

Η γενόμενη προαφαίρεση, κατά το επιπλέον του ποσού των 3.225,31 ευρώ μέρος της, δηλαδή, κατά το ποσό των 77.374,69 (80.600,00 - 3.225,31) ευρώ, δεν είναι νόμιμη, όπως βάσιμα ισχυρίζεται το ανακόπτον με τον πρώτο λόγο της ανακοπής του. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμο το λόγο τούτο της ανακοπής, με τον οποίο το ανακόπτον, στρεφόμενο εναντίον του επισπεύδοντος δανειστή και της δικηγορικής εταιρείας, της οποίας συνεργάτης είναι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, προέβαλε αιτιάσεις κατά του πίνακα κατάταξης διατεινόμενο ότι εσφαλμένα υπολογίσθηκε το ύψος της αμοιβής για τη σύνταξη της επιταγής προς πληρωμή σε εκείνο των 65.000,00 ευρώ που είχε επιβάλλει ως δικαστική δαπάνη η 3377/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εσφαλμένα τον νόμο και δη τις αναφερόμενες στην προηγούμενη νομική σκέψη διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Συνεπώς, είναι βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της υπό κρίση έφεσης, με τον οποίο επαναφέρεται o εξετασθείς (πρώτος) λόγος της ανακοπής. Μετά δε την παραδοχή του ως άνω λόγου της έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της ανακοπής, ενώ o, εκ του άρθρου 281 του Α.Κ., δεύτερος ανακοπτικός λόγος καθίσταται, πλέον, άνευ αντικειμένου.

Συντρέχει, λοιπόν, νόμιμη περίπτωση μεταρρύθμισης του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης ως προς τα προαφαιρεθέντα υπέρ της δεύτερης των καθ' ων η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητης έξοδα. Μολονότι η ερευνούμενη προαφαίρεση είναι μη νόμιμη για 77.374,69 ευρώ, η "..." πρέπει να αποβληθεί κατά το ποσό των 29.558,33 ευρώ που απαιτείται για να εξοφληθεί πλήρως η εξ 74.710,47 ευρώ αναγγελθείσα απαίτηση του ανακόπτοντος ελληνικού Δημοσίου, έναντι της οποίας έχει ήδη καταταγεί για 45.152,14 ευρώ.

Στην ελευθερούμενη χρηματική ποσότητα (29.558,33) ευρώ πρέπει να καταταγεί προνομιακά και οριστικά το ανωτέρω δια της Δ' Δ.Ο.Υ Αθηνών...". Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου ελληνικού δημοσίου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας επί της ένδικης ανακοπής, δέχθηκε αυτήν εν μέρει κατ'ουσίαν, μεταρρύθμισε τον πίνακα κατάταξης, απέβαλε τη δεύτερη αναιρεσειουσα κατά το ως άνω ποσό και κατέταξε σ' αυτό οριστικά και προνομιακά το αναιρεσίβλητο.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή με το να δεχθεί ότι τα έξοδα εκτέλεσης ποσού 65.000 ευρώ (πλέον ΦΠΑ 24%, 15.600 ευρώ), που προαφαιρέθηκαν από τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο πριν τη σύνταξη του πίνακα κατάταξης και αφορούν την αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη της από 6-6-2014 επιταγής προς εκτέλεση, έπρεπε να προσδιοριστούν στο μικρότερο ποσό των 3.225,31 ευρώ (130.053,15 Χ 2%= 2.601,06 +ΦΠΑ 624,25) κατ' εφαρμογή των άρθρων 58 του Κωδ.

Δικ. και 371 ΑΚ και όχι με βάση το άρθρο 72 του Κωδ. Δικ., (δηλαδή όχι στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης, όπως αυτή επιδικάστηκε από την 3377/2011 απόφαση του Μον/λούς Πρωτοδικείου Αθηνών), διότι η επιταγή προς εκτέλεση δεν αφορούσε την ικανοποίηση της κυρίας απαίτησης (απόδοση της νομής) αλλά μόνο τα δικαστικά έξοδα, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 371 ΑΚ, 58 Κωδ.Δικ.

που δεν ήσαν εφαρμοστέες και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 72 Κωδ.Δικ. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 932, 924 ΚΠολΔ, παρότι συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, καθόσον υπό τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με την εν λόγω (μία και μόνον) επιταγή προς εκτέλεση, που συνέταξε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του επισπεύδοντος την εκτέλεση της 3377/2011 απόφασης, επιτασσόταν η καθής ταυτοχρόνως, αφενός να αποδώσει τη νομή των μνημονευομένων σ' αυτή ακινήτων και αφετέρου να καταβάλει στον επισπεύδοντα (πρώτο αναιρεσείοντα):

α) 65.000 ευρώ για την επιδικασθείσα σε εκείνον δικαστική δαπάνη νομιμοτόκως, β) 3,15 ευρώ για αντίγραφο απογράφου μετά τελών αντιγράφου, γ) 65.000 ευρώ για τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση "σύμφωνα με το άρθρο 72 Κώδικα Δικηγόρων" και δ) 50 ευρώ για την επίδοση αυτής.

Συνεπώς το υπό στοιχείο γ) ποσό των 65.000 ευρώ της αμοιβής του δικηγόρου για τη σύνταξη της επίμαχης επιταγής προς εκτέλεση (πλέον ΦΠΑ 15.600 ευρώ) περιλαμβάνεται ως η πρώτη πράξη αυτής (κατ' αρθ. 924 ΚΠολΔ) στα έξοδα της προδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, ορθώς δε καθορίστηκε από τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο με βάση το άρθρο 72 του ν.4194/2013, που προβλέπει ότι η αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση ορίζεται στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης, όπως αυτή επιδικάστηκε από το δικαστήριο, και ορθώς προαφαιρέθηκε πριν τη σύνταξη του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης και, ως εκ τούτου, το Εφετείο έπρεπε να απορρίψει την έφεση επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που απέρριψε ως μη νόμιμο τον πρώτο λόγο της ανακοπής του αναιρεσίβλητου.

Επιπροσθέτως, το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε στις ουσιαστικές παραδοχές του ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα των προαφαιρούμενων εξόδων εκτέλεσης που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι παραβίασε και εκ πλαγίου.

Και τούτο διότι, ενώ δέχεται α) ότι με την από 6-6-2014 επιταγή, που συνέταξε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του επισπεύδοντος την εκτέλεση κάτω από επικυρωμένο αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της 3377/2011 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επιτάχθηκε η οφειλέτρια, αφενός μεν να αποδώσει τη νομή των ακινήτων, αφετέρου δε να καταβάλει στον επισπεύδοντα (πρώτο αναιρεσείοντα) το ποσό των 65.000 ευρώ για επιδικασθείσα με την εκτελούμενη απόφαση δικαστική δαπάνη και, επίσης, το ποσό των 65.000 ευρώ για τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση "σύμφωνα με το άρθρο 72 Κώδικα Δικηγόρων", και β) ότι ο επισπεύδων παράλληλα προς την άμεση εκτέλεση για απόδοση της νομής επέβαλε με την από 30-6-2014 εντολή, αναγκαστική κατάσχεση για την ικανοποίηση της χρηματικής του απαίτησης για τα δικαστικά έξοδα και τα έξοδα της εκτέλεσης σε ακίνητο της οφειλέτιδάς του που πλειστηριάσθηκε, δηλαδή δέχεται ότι μια επιταγή προς εκτέλεση συντάχθηκε και μία αμοιβή για τη σύνταξη αυτής υπολογίστηκε (ισόποση της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης, κατά το άρθρο 72 του Κωδ.

Δικ), παρ' όλα αυτά, στη συνέχεια, δέχεται κατά τρόπο ασαφή και αντιφατικό, ότι η εκτελούμενη απόφαση στερείται διατάξεως περί δικαστικής δαπάνης ως προς τη χρηματική απαίτηση των 130.053,15 ευρώ (δηλαδή το άθροισμα των δικαστικών εξόδων και των εξόδων εκτέλεσης, τα οποία συνενώνει και θεωρεί ένα ενιαίο κονδύλιο προς εκτέλεση χρήζον αυτοτελώς νέου προσδιορισμού αμοιβής για τη σύνταξη της επιταγής), και αφού διαλαμβάνει παραδοχή περί δύο επιταγών, ήτοι αφενός μεν περί επιταγής προς απόδοση των ακινήτων, που χαρακτηρίζει "κύρια απαίτηση", και περί επιταγής για την πληρωμή των δικαστικών εξόδων, που χαρακτηρίζει "παρεπόμενη", προσδιορίζει αμοιβή για τη δεύτερη κατ' εφαρμογή των άρθρων 58 του Κωδ.

Δικ. και 371 ΑΚ, με συνέπεια, τελικώς, να μην υπολογίζει την αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη της επιταγής στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης, όπως ορίζει το άρθρο 72 του Κωδ. Δικ. Επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση της εσφαλμένης μη εφαρμογής του άρθρου 72 ν.4194/2013, αλλά και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη για πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ , είναι βάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η με αριθμό 1538/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή (άρθ.580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ).

Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων που νίκησαν (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ) θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου που ηττήθηκε, μειωμένα κατά το άρθρο 22ν3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 1538/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από Δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ