1989/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό το συνδυασμό των άρθρων 23α παρ.2 και 24 παρ.3 του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών (β.δ. 174/ 1963), 31 του Εμπορικού Νόμου, 713, 648, 652 ΑΚ και 6 α.ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝ ΑΚ), συνάγεται ότι το μέλος του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας συνδέεται με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας με σχέση εντολής.
Legislator headnote
AI generated1989/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): 174/ 1963), 31 του Εμπορικού Νόμου, 713, 648, 652 ΑΚ και 6 α.ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝ ΑΚ), συνάγεται ότι το μέλος του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας συνδέεται με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας με σχέση εντολής.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1989 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1989/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Η. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Στυλιανού Γρηγορίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην …και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Γάτσιου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του προσθέτως παρεμβαίνοντος : Συνδικαλιστικού σωματείου με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην …και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Σεβαστής Διβάρη, η οποία κατέθεσε προτάσεις που συνυπογράφονται και από την πληρεξούσια δικηγόρο Χρύσα Σαλαβράκου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την 14-12-2012. Εκδόθηκαν η 3434/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4711/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-10-2016 αίτησή του (ημερομηνία καταθέσεως).
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγητής ορίσθηκε ο προεδρεύων αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης.
Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος και του προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από το συνδυασμό των άρθρων 23α παρ.2 και 24 παρ.3 του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών (β.δ. 174/ 1963), 31 του Εμπορικού Νόμου, 713, 648, 652 ΑΚ και 6 α.ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝ ΑΚ), συνάγεται ότι το μέλος του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας συνδέεται με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας με σχέση εντολής.
Αν για τις υπηρεσίες που προσφέρει λαμβάνει αμοιβή, η σχέση του χαρακτηρίζεται ως μίσθωση ανεξάρτητων υπηρεσιών, αφού λόγω της ως άνω ιδιότητάς του ασκεί εξουσία διοικητική και διαχειριστική με δική του ευθύνη και πρωτοβουλία, είναι όργανο της εταιρείας και υποβάλλεται στο καθεστώς που διέπει το διοικητικό συμβούλιο.
Η σχέση αυτή, είτε ως εντολή είτε ως σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, μπορεί να λυθεί οποτεδήποτε με καταγγελία, ακόμη και χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου που να τη δικαιολογεί (ΑΚ 724, 725, 669, 672). Σε μια τέτοια σχέση δεν έχουν εφαρμογή οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Δεν αποκλείεται, όμως, το μέλος του διοικητικού συμβουλίου (π.χ.
ο πρόεδρος ή ο διευθύνων σύμβουλος), παράλληλα προς τα καθήκοντα που έχει από το νόμο ή το καταστατικό της εταιρείας, να παρέχει σ' αυτήν και υπηρεσίες με αμοιβή, τακτικώς καταβαλλόμενη, σε εκτέλεση ιδιαίτερης σύμβασης, για το κύρος της οποίας απαιτείται έγκριση της γενικής συνέλευσης των μετόχων. Κριτήριο για το χαρακτηρισμό της σύμβασης αυτής ως συμβάσεως παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή εξαρτημένης εργασίας, πέρα από το γεγονός της καταβολής ιδιαίτερης αμοιβής, αποτελεί και το αν κατά την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών το μέλος του διοικητικού συμβουλίου υποβάλλεται ή όχι σε εξάρτηση από τα λοιπά, αρμόδια όργανα της εταιρείας, που επέχουν τη θέση εργοδότη.
Από το αν, δηλαδή, τα όργανα αυτά έχουν δικαίωμα να ασκούν έλεγχο ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του και να παρέχουν δεσμευτικές για το μέλος αυτό (π.χ. το γενικό διευθυντή) οδηγίες ως προς την επιμελή εκτέλεση των ιδιαιτέρων καθηκόντων του, οπότε πρόκειται για σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Όταν μια τέτοια σύμβαση είναι ορισμένου χρόνου, για την έγκυρη λύση της απαιτείται η συνδρομή σπουδαίου λόγου (ΑΠ 20/2007, ΑΠ 45/ 1997). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία τα οποία, σύμφωνα με το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφαρμόζεται, απαιτούνται για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλλεται (ανεπαρκής αιτιολογία) ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 4711/2015 απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία ιδρύθηκε με το π.δ. 191/2008 (κατ' εφαρμογή του άρθρου 13 του ν. 3444/ 2006) και προήλθε από τη συγχώνευση του "..." και του "...", που είχαν συσταθεί προηγουμένως με τα π.δ. 150/1994 (ΦΕΚ Α' 101) και 149/1994 (ΦΕΚ Α' 100), αντιστοίχως, ως ανώνυμες εταιρείες του Δημοσίου.
Ότι η εναγομένη διέπεται από τις διατάξεις του ιδρυτικού αυτής προεδρικού διατάγματος και συμπληρωματικώς, όπως ρητώς αναφέρεται σ' αυτό, από τις διατάξεις του κώδικα νόμων 2190/1920 περί ανωνύμων εταιριών. Ότι το μετοχικό κεφάλαιο της εναγομένης ανήκει στο Δημόσιο και αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 4 του π.δ. 191/2008, εποπτεύεται από το μέλος της Κυβέρνησης στο οποίο ανατίθενται εκάστοτε οι αρμοδιότητες του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.
Ότι σκοπός της εναγομένης είναι η συλλογή, επεξεργασία, αξιολόγηση εσωτερικών και διεθνών ειδήσεων, πληροφοριών, αναλύσεων, στατιστικών, φωτογραφιών, βιογραφικών και άλλων στοιχείων, οπτικοακουστικού και παντός είδους δημοσιογραφικού και ιστορικού υλικού, η ένταξη όλων αυτών σε ηλεκτρονικά αρχεία και η πώληση ή διανομή τους στην Ελλάδα και το εξωτερικό, με όλους τους τεχνολογικά δυνατούς τρόπους.
Ότι, για την επίτευξη του σκοπού αυτού, η εναγομένη χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες δημοσιογράφων, ειδικών συνεργατών, επιστημόνων και ανταποκριτών στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ότι, σύμφωνα με το άρθρο 9 του π.δ. 191/2008, ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου είναι ταυτόχρονα και γενικός διευθυντής της εναγομένης και διορίζεται με απόφαση του εποπτεύοντος Υπουργού για πέντε έτη, με δυνατότητα ανανέωσης της θητείας του.
Ότι η πλήρωση της συγκεκριμένης θέσης γίνεται ύστερα από προκήρυξη του εποπτεύοντος Υπουργού, η οποία λαμβάνει δημοσιότητα και με την οποία καλούνται οι ενδιαφερόμενοι να υποβάλουν σχετικές αιτήσεις. Ότι οι υποψήφιοι πρέπει να έχουν τα αναφερόμενα στο άρθρο 9 αρ.4 προσόντα και η μεταξύ αυτών επιλογή γίνεται από τον εποπτεύοντα Υπουργό.
Ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ο οποίος είναι επαγγελματίας δημοσιογράφος, υπέβαλε αίτηση για την πλήρωση της θέσης του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου και γενικού διευθυντή της εναγομένης και, επειδή πληρούσε τις τυπικές προϋποθέσεις, με την 14128/9-7-2010 απόφαση του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 243/ΥΟΔΔ/ 14-7-2010, διορίστηκε στην ανωτέρω θέση.
Ότι ακολούθως, με την 25158/30-12-2010 απόφαση του Υφυπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 418/31-12-2010 και τροποποίησε προηγούμενη υπουργική απόφαση για τη συγκρότηση του διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης, καθορίστηκε ότι η θητεία του ενάγοντος θα λήξει την 30-9-2014.
Ότι, με άλλη υπουργική απόφαση, για το χρονικό διάστημα από 21-3-2012 έως 30-9-2014, οι μηνιαίες ακαθάριστες αποδοχές του ενάγοντος καθορίσθηκαν στο ποσό των 5.000 ευρώ. Ότι σύμφωνα με το άρθρο 9 αρ.5 και 6 του π.δ. 191/2008 ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και γενικός διευθυντής της εναγόμενης, μεταξύ άλλων αρμοδιοτήτων, α) διοικεί την εταιρεία και διαχειρίζεται στο πλαίσιο του εταιρικού σκοπού και των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου, τις εταιρικές υποθέσεις, που δεν έχουν ανατεθεί ρητώς σε άλλο όργανο της εταιρείας, β) εκπροσωπεί την εταιρεία σε κάθε δημόσια αρχή, όπως και στις σχέσεις της με οποιοδήποτε τρίτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσιο ή ιδιωτικό, δεσμεύοντάς την μόνο με την υπογραφή του, η οποία τίθεται κάτω από την εταιρική σφραγίδα, γ) παρίσταται για λογαριασμό της εταιρείας ενώπιον παντός δικαστηρίου, ορίζοντας πληρεξούσιους δικηγόρους και δ) αποφασίζει κατά τη κρίση του, αλλά σύμφωνα με τις βασικές αρχές της εταιρικής λειτουργίας και μέσα στο πλαίσιο του εγκεκριμένου προϋπολογισμού και των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας.
Ότι, ειδικότερα, α) προΐσταται των υπηρεσιών και του προσωπικού της εταιρείας, β) αποφασίζει για την τοποθέτηση και μετακίνηση του προσωπικού στις διάφορες διευθύνσεις ή τμήματα της εταιρείας, γ) είναι πειθαρχικός προϊστάμενος του προσωπικού, δ) εκτελεί τις αποφάσεις της γενικής συνέλευσης και του διοικητικού συμβουλίου, ε) εισηγείται στο διοικητικό συμβούλιο τον εσωτερικό κανονισμό της εταιρείας, στ) ενημερώνει τον εποπτεύοντα Υπουργό, όταν του ζητηθεί, ζ) εισηγείται στο διοικητικό συμβούλιο τις γενικές κατευθύνσεις για την επίτευξη των σκοπών της εταιρείας, τη στρατηγική και την πολιτική ανάπτυξής της, η) συνάπτει τις συμβάσεις απασχόλησης του προσωπικού της εταιρείας και θ) εισηγείται στο διοικητικό συμβούλιο την πλήρωση των απαραίτητων για τις ανάγκες της εταιρείας θέσεων σύμφωνα με το οργανόγραμμα του προσωπικού.
Ότι ο ενάγων, εκτός από τα ανωτέρω καθήκοντα δεν είχε άλλα και, μάλιστα, σε εκτέλεση ιδιαίτερης σύμβασης που να έχει εγκριθεί από τη γενική συνέλευση. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το μονομελές εφετείο έκρινε ότι η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, διότι ο ενάγων, εκεί εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων, λόγω της ιδιότητάς του ως προέδρου του διοικητικού συμβουλίου και γενικού διευθυντή της εναγόμενης, εκεί εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, ήταν καταστατικό όργανο της εταιρείας, υποβαλλόταν στο καθεστώς που διέπει το διοικητικό συμβούλιο, ασκούσε διοικητική και διαχειριστική εξουσία με δική του ευθύνη και πρωτοβουλία, δεν εργαζόταν υπό τον έλεγχο ή την καθοδήγηση άλλου οργάνου της εναγομένης, δεν ακολουθούσε δεσμευτικές γι' αυτόν οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και, λόγω της εμπειρίας και των γνώσεών του, οι οποίες είχαν αποτελέσει κριτήριο για την πρόσληψη και τοποθέτηση αυτού στη συγκεκριμένη θέση, ενεργούσε μόνος του, χωρίς δέσμευση ωραρίου και χωρίς εποπτεία άλλου οργάνου της εναγομένης, για τη διεκπεραίωση των έργων που του είχαν ανατεθεί, εντός του πλαισίου του εταιρικού σκοπού.
Και ότι ούτε ο νομικός χαρακτηρισμός που είχαν δώσει τα μέρη στη σύμβαση ούτε η υποχρέωση αναφοράς του ενάγοντος στο διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης θεωρούνται στοιχεία επαρκή για να προσδώσουν στη σύμβαση, που τον συνέδεε με την εναγομένη, τη νομική φύση της σχέσης εξαρτημένης εργασίας. Κατόπιν αυτού, το μονομελές εφετείο έκρινε ότι η σύμβαση ορισμένου χρόνου, που από 14-7-2010 λειτούργησε μεταξύ των διαδίκων και την 15-10-2012 καταγγέλθηκε πρόωρα εκ μέρους της εναγομένης, ως σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, δεν μπορεί να θεμελιώσει δικαιώματα που απορρέουν από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου.
Για το λόγο αυτό, εξαφάνισε την τότε εκκαλούμενη 3434/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί το αντίθετο και είχε επιδικάσει στον ενάγοντα τις συμφωνημένες αποδοχές (5.000 ευρώ, μηνιαίως) μέχρι το τέλος της χρονικής διάρκειας της σύμβασης εργασίας (30-9-2014). Και, αφού κράτησε και δίκασε εκ νέου την αγωγή, την απέρριψε στο σύνολό της, ως ουσιαστικά αβάσιμη.
3. Με τα όσα δέχθηκε, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών αιτιολόγησε εν μέρει ανεπαρκώς και εν μέρει αντιφατικώς την κρίση ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο αναιρεσείων δημοσιογράφος συνδεόταν με την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία (κρατικό πρακτορείο ειδήσεων) με σχέση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Πράγματι, το δικαστήριο της ουσίας, αν και δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη είναι κρατική εταιρία, ότι έχει ως μοναδικό μέτοχο το Δημόσιο, ότι εποπτεύεται (ήτοι, όχι αυτή αφηρημένα, αλλά τα συγκεκριμένα διοικητικά και διευθυντικά όργανά της) από τον καθ' ύλη αρμόδιο Υπουργό, ότι η επιλογή προσώπου για την πλήρωση της θέσης του προέδρου του διοικητικού της συμβουλίου γίνεται από τον εν λόγω Υπουργό, ότι στο ίδιο πρόσωπο ανατίθενται εκ του νόμου (ήτοι, χωρίς την ανάγκη ιδιαίτερης έγκρισης από τη γενική συνέλευση) και τα καθήκοντα του γενικού της διευθυντή, ότι η ανάθεση των καθηκόντων αυτών γίνεται με υπουργική απόφαση, ότι με παρόμοια απόφαση καθορίζεται η διάρκεια της θητείας και οι αποδοχές του προσώπου που τοποθετείται στις ως άνω θέσεις, ότι το πρόσωπο αυτό οφείλει να ενημερώνει τον αρμόδιο Υπουργό για τα ζητήματα της εταιρίας οποτεδήποτε εκείνος το ζητήσει (ήτοι, και να δίνει εξηγήσεις προς αυτόν), ότι το ίδιο πρόσωπο οφείλει να εκτελεί τις αποφάσεις της γενικής συνελεύσεως (ήτοι, του μοναδικού μετόχου που πολιτικά ταυτίζεται με την εκάστοτε Κυβέρνηση) και του διοικητικού συμβουλίου (ήτοι, οργάνου που επίσης συγκροτείται από την εκάστοτε Κυβέρνηση), κατέληξε στην κρίση ότι ο αναιρεσείων, από τις θέσεις που προαναφέρθηκαν, παρείχε ανεξάρτητες υπηρεσίες.
Χωρίς να διαλάβει παραδοχές από τις οποίες να προκύπτει ότι είχε την ευχέρεια να διευθύνει τελείως ανεξάρτητα τη λειτουργία της αναιρεσίβλητης (ήτοι, μεταξύ άλλων, και να πουλάει ειδήσεις ή πληροφορίες), χωρίς να λαμβάνει υπ' όψη την εκάστοτε κυβερνητική πολιτική ή ότι είχε τη δυνατότητα να αναπτύσσει και παράλληλες, προσωπικές του δραστηριότητες ως δημοσιογράφος.
Επομένως, ο δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η έλλειψη αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι, ως προς την ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως γενικού διευθυντή, στο μέτρο που δεν αιτιολογείται η παροχή ανεξαρτήτων υπηρεσιών θα έπρεπε να έχει γίνει δεκτό ότι πρόκειται για σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, με συνέπεια για το κύρος της γενομένης καταγγελίας να πρέπει να αποδειχθεί η συνδρομή σπουδαίου λόγου, είναι βάσιμος.
4. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αιτήσεως αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4711/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.- Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στον αναιρεσείοντα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24η Οκτωβρίου 2017. -Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Δεκεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ