1989/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1989/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ενόψει όμως του ότι η κατά το άρθρο 967 Α.Κ. κοινοχρησία δεν είναι άμεσος εξουσία επί του πράγματος αλλά αποτελεί απόρροια του δικαιώματος επί της προσωπικότητας, έπεται ότι ο τρόπος με τον οποίο αυτή παρήχθη είναι αδιάφορος. Ως εκ τούτου για τη θεμελίωση του αιτήματος προς άρση της προσβολής αρκεί το γεγονός ότι το πράγμα που εμποδίζεται παράνομα να χρησιμοποιήσει ο ενάγων είναι οδός (Α.Π.407/2007).
Full text
Απόφαση 1989 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1989/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Τoυ αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ροϊνιώτη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Χ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 2. Γ. Β. του Ν. και 3. Σ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ναυπλίου . Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 84/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 656/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 24-1-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 30-11-2012 έκθεση της κωλυομένης Αρεοπαγίτου Ευφημίας Λαμπροπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή του μόνου λόγου αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις εκθέσεις με αριθ. ... και ... του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Κ. Π. και ..., ..., ... και ... του δικαστικού επιμελητή Ναυπλίου Π. Σ., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης μετά της κάτω απ' αυτήν πράξεως του Προέδρου του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος η 10η Δεκεμβρίου 2012, καθώς και ακριβές αντίγραφο της 474/14-12-2012 βεβαιώσεως του Γραμματέα του παρόντος δικαστηρίου περί αναβολής της υποθέσεως για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, καθώς και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στους αναιρεσιβλήτους. Οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο, ούτε παραστάθηκαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 57 εδ.α Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μη επαναληφθεί στο μέλλον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση της παρεχόμενης με αυτή προστασίας είναι συνδρομή παράνομης πράξεως, από την οποία επέρχεται μειωτική διαταραχή της προσωπικότητας σε κάποια έκφανσή της, τέτοια δε προσβολή δημιουργείται και όταν παρακωλυθεί η χρήση δημοτικής ή κοινοτικής οδού.
Ενόψει όμως του ότι η κατά το άρθρο 967 Α.Κ. κοινοχρησία δεν είναι άμεσος εξουσία επί του πράγματος αλλά αποτελεί απόρροια του δικαιώματος επί της προσωπικότητας, έπεται ότι ο τρόπος με τον οποίο αυτή παρήχθη είναι αδιάφορος. Ως εκ τούτου για τη θεμελίωση του αιτήματος προς άρση της προσβολής αρκεί το γεγονός ότι το πράγμα που εμποδίζεται παράνομα να χρησιμοποιήσει ο ενάγων είναι οδός (Α.Π.407/2007).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 αριθ.1 Α.Κ., οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 55 του Εισ.Ν. Α.Κ., προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του Α.Κ. η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, συνάγεται ότι μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί αδιακρίτως, άρα και οι δημοτικές ή κοινοτικές οδοί, οι οποίες, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή σε κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο.
Οι δημοτικές ή κοινοτικές οδοί αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου πράγματος: α) από το νόμο, ήτοι με το χαρακτηρισμό τους ως οδών από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλεως, β) από τη βούληση των ιδιοκτητών, η οποία πρέπει να γίνει με νομότυπη δικαιοπραξία (όπως διαθήκη ή δωρεά) ή και με παραίτηση από την κυριότητα με σκοπό να καταστεί το συγκεκριμένο ακίνητο κοινόχρηστο, η οποία όμως (παραίτηση) πρέπει να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο που θα υποβληθεί σε μεταγραφή και γ) με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα (vetustas), την οποία προέβλεπε το προϊσχύσαν βυζαντινό ρωμαϊκό δίκαιο (ν.3 παρ.2 πανδ. 43.7) και σύμφωνα με την οποία η χρήση του πράγματος από κοινότητα ή δήμο ή από τους δημότες αυτών μπορούσε να προσδώσει σε ακίνητο την ιδιότητα του κοινοχρήστου, εφόσον η αρχαιότητα στην ως άνω χρήση υπήρξε συνεχής επί δύο γενεές, η κάθε μια των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη και είχε συμπληρωθεί πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1046), ενόψει του ότι ο κώδικας αυτός δεν αναγνωρίζει το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας (Α.Π. 1199/2011).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ.2 του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (ν. 1577/1985) κοινόχρηστοι χώροι είναι οι κάθε είδους δρόμοι, πλατείες, άλση και γενικά οι προοριζόμενοι για κοινή χρήση ελεύθεροι χώροι που καθορίζονται από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του οικισμού ή έχουν τεθεί σε κοινή χρήση με οποιοδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο.
Εξάλλου, το άρθρο 20 παρ.1 του ν.δ. της 17-7/16-8-1923 περί σχεδίων πόλεων απαγορεύει τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων (ιδιωτικών οδών και πλατειών κ.λ.π.) με ιδιωτική βούληση. Από τον κανόνα όμως αυτόν εισάγεται εξαίρεση στην παρ.3 του ίδιου άρθρου όσον αφορά τους κοινόχρηστους χώρους που σχηματίσθηκαν με ιδιωτική πρωτοβουλία πριν από την ισχύ του άρθρου αυτού, που ορίζεται από την ισχύ του β.
δ. της 4/16-1-1924 (ήτοι από 1-3-1924). Έτσι οι σχηματισθείσες με ιδιωτική πρωτοβουλία πριν από την έναρξη της ισχύος του άρθρου αυτού ιδιωτικές οδοί, διατηρούνται και μετά την ισχύ του ν. δ. της 17-7/16-8-1923 και θεωρούνται κοινόχρηστοι χώροι για την εφαρμογή της πολεοδομικής εν γένει νομοθεσίας, υπό την προϋπόθεση ότι είχαν πράγματι διανοιχθεί και σχηματισθεί από τότε.
Τέλος κατά το άρθρο 28 εδ. α ν. 1337/1983 ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και χώροι κοινής χρήσεως που έχουν σχηματισθεί με οποιοδήποτε τρόπο, έστω και κατά παράβαση των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων και που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται κοινόχρηστοι χώροι, που ανήκουν στον οικείο δήμο ή κοινότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Στο δημοτικό διαμέρισμα ... του Δήμου ... Νομού ... στη θέση "..." υφίσταται οδός η οποία αρχίζει από τη δημοτική οδό ... στη θέση "Κάτω ..." και με κατεύθυνση από δύση προς ανατολή καταλήγει στη συμβολή της με ανώνυμη δημοτική οδό που οδηγεί στη θέση "Άνω ...".
Η παραπάνω οδός σχηματίστηκε το πρώτον κατά το έτος 1870, όταν ιδρύθηκε το χωριό ... και κατασκευάστηκε το οδικό δίκτυο του χωρίου, οπότε οι εκάστοτε κάτοικοι του οικισμού άρχισαν να τη χρησιμοποιούν ως συντομότερο δρόμο για να μεταβαίνουν από τη νεοδιαμορφωθείσα δημοτική οδό ... στη συνοικία "Κάτω ..." στη νεοδιαμορφωθείσα ανώνυμη 10-12-2012 δημοτική οδό που καταλήγει στη συνοικία "Άνω ..." ...
Πλην όμως, κατά τα ανωτέρω, και παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα, η παραπάνω οδός δεν απέκτησε το χαρακτήρα της κοινόχρηστης οδού κατά το θεσμό της αμνημονεύτου αρχαιότητας, καθώς από την αρχική διαμόρφωσή της το έτος 1870 μέχρι την εισαγωγή του Α.Κ. (23-2-1946), δεν είχε παρέλθει το απαιτούμενο διάστημα για τη συμπλήρωση της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας, καθώς δεν υφίστανται δύο σε συνέχεια γενιές, κάθε μία από τις οποίες νοούμενη ότι εκτείνεται σε σαράντα χρόνια, που να γνώρισαν έτσι την παρούσα κατάσταση, ήτοι δεν είχε συμπληρωθεί διάστημα ογδόντα ετών ".
Με βάση αυτές τις παραδοχές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο προηγουμένως είχε δεχθεί την έφεση του αναιρεσείοντος και είχε εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση (με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως αόριστη), απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τις ουσιαστικού διατάξεις που αναφέρονται στην αρχή της παρούσης. Τούτο διότι, αν και δέχθηκε ότι η ένδικη οδός υφίστατο ως τοιαύτη από το έτος 1870, δηλαδή προ της ενάρξεως της ισχύος του ν. δ. της 17-7/16-8-1923, γεγονός που της προσέδιδε την ιδιότητα του κοινόχρηστου πράγματος με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις, εν τούτοις κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η οδός αυτή δεν είχε την ανωτέρω ιδιότητα, ερμηνεύοντας τις ανωτέρω διατάξεις εσφαλμένα, δηλαδή δεχόμενο ότι μόνος τρόπος για να καταστεί μία δημοτική ή κοινοτική οδός κοινόχρηστη ήταν η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα του προϊσχύσαντος βυζαντινού ρωμαϊκού δικαίου.
Συνεπώς ο μόνος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 560 αριθ.1 (εδ.α) Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλομένη την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 656/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ