Supreme Court allows appeal against appellate court refusal to consider notarized witness affidavits from prior proceedings as documentary evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision to dismiss the third appeal ground. The appellants argued that the first-instance court failed to consider notarized witness affidavits obtained during a previous security measures proceeding, which they claimed should be treated as simple documents for evidence compilation. The Court ruled that such affidavits are not special evidence requiring specific mention but are general documents to be evaluated alongside other proof, and thus the appellate court erred by rejecting the appeal ground and failing to incorporate these documents into its findings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 270, 341 of the Code of Civil Procedure; notarized witness affidavits obtained in prior proceedings are not special evidence requiring specific mention in the judgment but must be considered as simple documents for the compilation of judicial evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1989 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1989/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καθών η κλήση: 1. ..., 2. ..., 3. ... και 4. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελισάβετ Διβανίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων-καλούντων: 1. ..., 2. ..., 3. ..., 4. ..., 5. ..., 6. ..., 7. ..., 8. ..., 9. ..., 10. ..., 11. ..., 12. ..., 13. ..., 14. ... και 15. .... Οι 3ος, 6η, 7η και 8η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κυπριώτη και οι υπόλοιποι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2000 αγωγή των ήδη 1ης, 3ης, 5η, 6ης, 7ου, 8ης καλούντων και των αρχικών διαδίκων ... και ..., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2001, 76/2002 και 40/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 684/2006 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-4-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 25-2-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων-καλούντων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επί υποθέσεων αρμοδιότητας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου δικαζομένων κατά τις διατάξεις των άρθρων 226 παρ. 2 και 341 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως αυτές, ειδικότερα, ίσχυαν μετά την αντικατάστασή τους με εκείνες των άρθρων 6 παρ. 3 του ν. 2479/1997 και 3 παρ. 13 του ν. 2207/1994, αντίστοιχα, οπότε εκδίδεται προδικαστική απόφαση, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 270 παρ. 2 εδάφ. β'. 336 παρ.1, 339, 341, 395-398 και 406-409 του ίδιου Κώδικα, όπως οι απ'αυτές - διατάξεις - των άρθρων 270 παρ. 2 εδάφ. β', 407, 408 και 409 ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους, οι απ'αυτές δε των άρθρων 341, 396, 397, 398 και 406, αντίστοιχα, πριν από την κατάργησή τους με το ν. 2915/2001, δεν είναι επιτρεπτό από το νόμο αποδεικτικό μέσο οι ένορκεςβεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον
ειρηνοδίκη ή συμβολαιογρά-φου. Το Εφετείο, συνεπώς, όταν δικάζει έφεση κατά απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, υπό το αμέσως πιο πάνω νομοθετικό καθεστώς, της έκδοσης, δηλαδή, προδικαστικής απόφασης, δεν μπορεί να λάβει υπόψη του ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, που λήφθηκαν μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης για να χρησιμοποιηθούν στην κατ'έφεση δίκη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον αποτελούν αποδεικτικό μέσο που στερείται οποιασδήποτε αποδεικτικής ισχύος, έστω και αν οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις λήφθηκαν μετά την ισχύ του ν. 2915, δηλαδή μετά την 1-1-2002 (άρθρο 15 ν. 2943/2001 ).
Και αυτό, γιατί το Εφετείο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 ΚΠολΔ, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε, όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη οριστική απόφαση. Εξάλλου, οι ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί στα πλαίσια άλλης προηγούμενης δίκης, όπως λ.χ σε δίκη κατά την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά απλά έγγραφα, που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και γι'αυτό δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο το λόγο της έφεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, με τον οποίο οι τελευταίοι εξέφραζαν παράπονο κατά της εκκαλούμενης απόφασης, για το λόγο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τη με αριθμό 649/26-10-2000 ένορκη, ενώπιον της ειρηνοδίκη Δράμας, βεβαίωση του ..., καθώς και τη με αριθμό 1454/26-10-2000 ένορκη, επίσης, ενώπιον της συμβολαιογράφου Δράμας Παρασκευής Κουρκίδου, βεβαίωση του ..., αντίστοιχα, με την αιτιολογία της μη κλήτευσης της πρώτης ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη σύνταξή τους, κατ'εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 270 παρ.2 εδάφ.
γ' ΚΠολΔ, ενώ έπρεπε να δεχθεί ως βάσιμο τον πιο πάνω λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων και να συνεκτιμήσει τις επίμαχες ένορκες βεβαιώσεις για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού αυτές είχαν ληφθεί στα πλαίσια άλλης προηγούμενης δίκης για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης των αναιρεσειόντων προκύπτει, ότι, με τον τρίτο λόγο αυτής, οι τότε εκκαλούντες επικαλέστηκαν τις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις, που είχαν συνταχθεί εξ αφορμής άλλης προηγούμενης δίκης για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων περί νομής εξαιτίας της υποβολής στο Ειρηνοδικείο Δράμας της από 12-9-2000 αίτησης των ήδη αναιρεσιβλήτων σε βάρος τους, στην οποία εκδόθηκε η 136/2000 απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, που την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, προκειμένου να ληφθούν υπόψη και να συνεκτιμηθούν με τις λοιπές αποδείξεις ως απλά έγγραφα, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Ενόψει, επομένως, του ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε τις πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ως απλά έγγραφα, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, απορρίπτοντας ρητά τον τρίτο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων ως αβάσιμο, έσφαλε, γι'αυτό και ο εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580§3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 684/2006 απόφαση του Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Και,
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια (1300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ