Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to new claims introduced via supplementary proposals violating procedural rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision on legal grounds. The appellant argued the lower court erred in applying partnership and unjust enrichment laws, but the Court found the appeal arguments relied on facts and claims introduced only through supplementary proposals during the first instance. Since these new elements altered the historical basis of the original lawsuit rather than merely clarifying it, they were procedurally inadmissible under the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 224, 559, 561, 562 of the Code of Civil Procedure; New claims introduced via supplementary proposals that alter the historical basis of the lawsuit are inadmissible in appeal proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1989 / 2006 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1989/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Ρένα Ασημακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φανή Ζάχου.
Του αναιρεσιβλήτου: ....., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-2-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 666/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 583/2004 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 21-3-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης ανέγνωσε την από 3-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος, όπως προκύπτει από την 9318β΄/4-5-2006 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Λάρισας ....., κλητεύθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως για να παραστεί κατά την παρούσα συζήτηση. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙ.- Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου ψέγεται το εφετείο ότι η κρίση του περί του νόμω αβασίμου της 11-2-2000 αγωγής του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου είναι προϊόν εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 977 εδ. α΄ και 1034 ΑΚ, καθόσον, αν και ο αναιρεσείων ισχυρίσθηκε με την αγωγή του ότι κατά τη, μεταξύ αυτού, του αναιρεσιβλήτου και μιας τρίτης ομόρρυθμης εταιρίας, σύσταση της κοινοπραξίας, με συμμετοχή στα κέρδη κατά ποσοστά 49,50%, 1% και 49,50% αντιστοίχως, με διαχειριστή τον αναιρεσίβλητο και με σκοπό την εκ μέρους της εκτέλεση του αναληφθέντος από τον αναιρεσίβλητο (ανάδοχο) και αναφερόμενου στην αγωγή οδοποιητικού έργου της Κοινότητας ...., συμφωνήθηκε ο αναιρεσίβλητος, από την αμοιβή που θα εισέπραττε ως ανάδοχος από την κυρία του έργου, να μεταβιβάσει σ΄ αυτόν (αναιρεσείοντα) ποσοστό 49,50%, το οποίο, μετά την είσπραξή του, εκείνος (αναιρεσίβλητος) θα κατείχε ως διαχειριστής της κοινοπραξίας και ως εκπρόσωπος αυτού (αναιρεσείοντος), καθώς και ότι, μετά την εκτέλεση του έργου από την κοινοπραξία, ο αναιρεσίβλητος εισέπραξε από την κυρία του έργου ως αμοιβή το ποσό των 35.791.694 δραχμών, μετά δε την αφαίρεση πραγματοποιηθεισών δαπανών, απέμεινε κέρδος 20.000.000 δραχμών, εκ του οποίου ποσοστό 49,50%, ήτοι ποσό 9.900.000 δραχμών, περιήλθε κατά κυριότητα στον ίδιο (αναιρεσείοντα) σύμφωνα με τις εκτεθείσες διατάξεις και βάσει της ως άνω συμφωνίας περί προαντιφωνήσεως της νομής, με συνέπεια η άρνηση αποδόσεως σ΄ αυτόν του εν λόγω ποσού από τον αναιρεσίβλητο να συγκροτεί την αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως και να γεννά αδικοπρακτική ευθύνη του προς αποζημίωση, εντούτοις το εφετείο έκρινε ότι, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, η κυριότητα του άνω ποσού περιήλθε στον αναιρεσίβλητο και όχι σ΄ αυτόν (αναιρεσείοντα), γι΄ αυτό και η άρνηση του πρώτου να αποδώσει το ποσό τούτο στον τελευταίο δεν συνιστά υπεξαίρεση.
Όμως, στην αγωγή, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της, δεν διαλαμβάνεται ο εκτεθείς ισχυρισμός για προαντιφώνηση της νομής. Επομένως, ο ερευνώμενος λόγος, η υπαγωγή του οποίου προσήκει στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., στηρίζεται επί ανακριβούς προϋποθέσεως.
ΙΙΙ.- Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στο εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό, τον οποίο ο αναιρεσείων προέβαλε, προς διευκρίνιση της αγωγής, με τις κατατεθείσες στην πρωτοβάθμια δίκη προτάσεις του, ήτοι ότι ο αναιρεσίβλητος το καταβληθέν σ΄ αυτόν μέρος της αμοιβής του εκ δραχμών 29.715.000 το μετεβίβασε κατά κυριότητα στα μέλη της κοινοπραξίας, συντάξας προς τούτου, ως διαχειριστής της κοινοπραξίας, τρία τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, με εκδότρια αυτών και λήπτρια των χρημάτων την κοινοπραξία και με πληρωτή τον ίδιο, και ως εκ τούτου περιήλθε κατά κυριότητα στον αναιρεσείοντα το αναλογούν στο μερίδιό του (49,50%) ποσό των 14.708.892 δραχμών, το οποίο ο αναιρεσίβλητος κατέχει ως διαχειριστής.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., διότι ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται δεν συνιστά απλή διευκρίνιση της αγωγής, αλλά επάγεται μερική μεταβολή της ιστορικής βάσεως αυτής, και ως εκ τούτου απαραδέκτως προεβλήθη με τις προτάσεις (άρθρο 224 Κ.Πολ.Δ.). IV.- Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., καταλογίζει στο εφετείο την πλημμέλεια ότι, αν και η αγωγή, μετά διευκρίνισή της με τις προτάσεις, περιείχε και επικουρική βάση εκ της συμβάσεως της κοινοπραξίας, εντούτοις αυτό (εφετείο), κατ΄ εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, έκρινε ότι υπήρχε βάση μόνο από την αδικοπραξία (υπεξαίρεση), παραλείποντας έτσι να ερευνήσει την επικουρική βάση.
Ο λόγος αυτός, υπαγόμενος κατ΄ εκτίμηση στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος, διότι η επικουρική βάση, στην οποία αναφέρεται, προσετέθη απαραδέκτως με τις προτάσεις (άρθρα 224 και 562 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). V.- Με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ. απορρέοντα τέταρτο λόγο προσάπτεται στο εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά έγγραφα.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι το εφετείο δεν προέβη στην κατ΄ ουσίαν έρευνα της υποθέσεως, αλλά έκρινε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη, γεγονός που αποκλείει την ίδρυση του αναιρετικού τούτου λόγου. Κατ΄ ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Μαρτίου 2005, αίτηση του ....., περί αναιρέσεως της 583/2004 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2006. Και,
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ