Supreme Court dismisses appeal claiming lower court ignored social investigation and prior convictions in custody case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court of Appeal's custody decision. The appellant argued the appellate court failed to consider a social investigation, police records, and prior convictions for domestic violence and child support violations. The court rejected this, noting the social report explicitly mentioned the investigation and that the appellant's own evidence did not substantiate the claim of non-consideration.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's review of evidence is limited to the record, and an appeal alleging ignored documents fails if the lower court explicitly states it considered all submitted evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1988 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1988/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. Σ. του Θ.... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βίκτωρα - Ευάγγελο Τσιαφούτη, ο οποίος διορίστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1 του ν. 3226/2004 και την υπ' αριθ. 83/2020 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Χ. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθηνά Χειμώνα. Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, η δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και, διά του Προέδρου του, απέρριψε το αίτημα της αναβολής.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-1-2014 και 29-1-2014 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας και του ήδη αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο ...υ και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 260/2015 μη οριστική και 318/2017 οριστική του του ίδιου Δικαστηρίου και 63/2018 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-9-2020 αίτησή της και τους από 4-8-2022 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 24-9-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 63/17-7-2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...υ ασκήθηκαν η από 20-1-2014 αγωγή της νυν αναιρεσείουσας, ενεργούσας ατομικά και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της Χ.
Χ., του οποίου είχε προσωρινά την επιμέλεια, κατά του νυν αναιρεσιβλήτου και η αντίθετη από 29-1-2014 αγωγή του νυν αναιρεσιβλήτου κατά της νυν αναιρεσείουσας, με την ίδια ιδιότητα ενεργούσας, ζητώντας έκαστος, εκτός των άλλων, να του ανατεθεί οριστικά η επιμέλεια του ανωτέρω ανηλίκου τέκνου, το οποίο απέκτησαν από την γάμο τους που λύθηκε με την υπ' αριθ. 157/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...υ.
Επί των αγωγών αυτών, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 260/2015 μη οριστική απόφαση και εν συνεχεία η υπ' αριθ. 318/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...υ, που δέχθηκε την από 29-1-2014 αγωγή του νυν αναιρεσιβλήτου και ανέθεσε σ' αυτόν την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους, απορρίπτοντας την αντίθετη αγωγή της νυν αναιρεσείουσας.
Κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης άσκησε η αναιρεσείουσα την από 29-9-2017 έφεσή της προσβάλλοντας όλα τα κεφάλαια τόσον της μη οριστικής όσον και της οριστικής αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Επ' αυτής εκδόθηκε η ως άνω υπ' αριθ. 63/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας.
Την τελευταία αυτή απόφαση, ως προς το κεφάλαιο αυτής που αναφέρεται στην οριστική ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου τους στον αναιρεσίβλητο, προσβάλλει με την κρινόμενη αίτηση η αναιρεσείουσα. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 29-9-2020 νομότυπα και εμπρόθεσμα προ πάσης επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως και εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1 ΚΠολΔ), λαμβανομένου υπόψη ότι η κατά το χρονικό διάστημα από 13.3.2020 έως 31.5.2020 αναστολή της προθεσμίας άσκησης των ενδίκων μέσων κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 (Α' 104), καταλαμβάνει, σύμφωνα με την ερμηνευτική διάταξη του άρθ. 49 ν.4963/2022, μεταξύ των άλλων, και την προθεσμία του άρθρου 564 § 3 ΚΠολΔ.
Για το παραδεκτό της κρινομένης αιτήσεως δεν απαιτείται καταβολή παραβόλου του άρθρου 495 § 3 Βδ ΚΠολΔ και δεν καταβλήθηκε τέτοιο αφ'ενός μεν λόγω του ότι οι διαφορές του άρθρ. 592 § 3 ΚΠολΔ, όπως είναι η προκειμένη, εξαιρούνται της καταβολής παραβόλου για την άσκηση ενδίκων μέσων (άρθ. 495 § 3Γβ εδ.τελευτ. ΚΠολΔ), αφ' ετέρου δε και σε κάθε περίπτωση λόγω του ότι η αναιρεσείουσα είναι δικαιούχος νομικής βοήθειας (άρθ. 8 επ.
ν.3226/2004) σύμφωνα με την επισυναπτόμενη υπ' αριθ. 83/2020 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου. Σημειώνεται ότι στις δίκες επιμέλειας ανηλίκων ή επικοινωνίας με αυτούς, ενάγοντες ή εναγόμενοι δεν είναι οι ανήλικοι, αφού δεν είναι αυτοί υποκείμενα του επίδικου δικαιώματος, αλλά, (ατομικά) εκείνοι, οι οποίοι αξιώνουν ή έναντι των οποίων αξιώνεται το εν λόγω δικαίωμα επιμέλειας ή επικοινωνίας (δηλ.
οι γονείς συνήθως των ανηλίκων). Οι ανήλικοι, για την επιμέλεια των οποίων ή την επικοινωνία με τους οποίους πρόκειται, ως έχοντες έννομο συμφέρον, δικαιούνται ν` ασκήσουν (δια του νομίμου εκπροσώπου τους) παρέμβαση απλώς κατά τις ανωτέρω δίκες. Εξάλλου, από τον αναιρεσίβλητο προσκομίζεται με επίκληση το υπ' αριθ. ...
πληρεξούσιο έγγραφο της συμβολαιογράφου ... Γλυκερίας Τερζίδου περί παροχής ειδικής πληρεξουσιότητος προς την εκπροσωπήσασα αυτόν δια δηλώσεως κατ'άρθ. 242 § 2 ΚΠολΔ πληρεξούσια δικηγόρο του Αθηνά Χειμώνα κατ'άρθ.96 § 3 ΚΠολΔ, απορριπτομένου ως αβασίμου του περί απαραδέκτου της παραστάσεως της ως άνω δικηγόρου ισχυρισμού της αναιρεσείουσας.
Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.
Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 132/2004).
Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 684/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης από 24-9-2020 αίτησης για αναίρεση της με αριθμό 63/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Β.Αιγαίου ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (26-9-2022), η δε αιτούσα άσκησε πρόσθετους λόγους με το από 4-8-2022 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 5-8-2022 (βλ.
σχετική πράξη κατάθεσης) και επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 9-8-2022 δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο, όπως τούτο προκύπτει από την με αριθμό ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Κ. Τ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα.
Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί, εφόσον ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και αφορούν τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλομένης με την αίτηση αναιρέσεως αποφάσεως (άρθ. 569 § 2 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτοί (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, αφού συνεκδικαστούν με την ως άνω αίτηση αναίρεσης. Στις διατάξεις των άρθρων 1510 § 1, 1511, 1512, 1513, 1514, 1518 ΑΚ, όπως αυτές ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους, αντίστοιχα, με τα άρθρα 7 §§ 1, 5, 6, 7 §§ 2, 8 και 10 του ν. 4800/2021, και οι οποίες δυνάμει του άρθρου 18 του ίδιου νόμου, εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί, μέχρι την έναρξη ισχύος αυτού (16.09.2021), αμετάκλητη δικαστική απόφαση, όπως στην προκειμένη υπόθεση, ορίζονται τα εξής:
Στο άρθρο 1510 §1 ότι "Η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων (γονική μέριμνα), οι οποίοι την ασκούν από κοινού και εξίσου. Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του", στο άρθρο 1511 ΑΚ ότι "1.
Κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου. 2. Στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου, που εξυπηρετείται ιδίως από την ουσιαστική συμμετοχή και των δύο γονέων στην ανατροφή και φροντίδα του, καθώς επίσης και από την αποτροπή διάρρηξης των σχέσεών του με καθένα από αυτούς, πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του δικαστηρίου, όταν αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο άσκησής της.
Η απόφαση του δικαστηρίου συνεκτιμά παραμέτρους, όπως την ικανότητα και πρόθεση καθενός εκ των γονέων να σεβαστεί τα δικαιώματα του άλλου, τη συμπεριφορά κάθε γονέα κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα και τη συμμόρφωσή του με τις νόμιμες υποχρεώσεις του, δικαστικές αποφάσεις, εισαγγελικές διατάξεις και προηγούμενες συμφωνίες που είχε συνάψει με τον άλλο γονέα και αφορούν το τέκνο. 3.
Η απόφαση του δικαστηρίου πρέπει επίσης να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας ιδίως του φύλου, του σεξουαλικού προσανατολισμού, της φυλής, της γλώσσας, της θρησκείας, των πολιτικών ή όποιων άλλων πεποιθήσεων, της ιθαγένειας, της εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσίας. 4.
Ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του, πριν από κάθε απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα και τα συμφέροντά του", στο άρθρο 1512 ΑΚ ότι "Κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας οι γονείς καταβάλλουν προσπάθεια για την εξεύρεση κοινά αποδεκτών λύσεων. Αν διαφωνούν, αποφασίζει το δικαστήριο", στο άρθρο 1513 ΑΚ ότι: "Στις περιπτώσεις διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή λύσης ή ακύρωσης του συμφώνου συμβίωσης ή διακοπής της συμβίωσης των συζύγων ή των μερών του συμφώνου συμβίωσης και εφόσον ζουν και οι δύο γονείς, εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου τη γονική μέριμνα....", στο άρθρο 1514 ΑΚ ότι "1.
Κατά παρέκκλιση του άρθρου 1513, οι γονείς μπορούν με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας να ρυθμίζουν διαφορετικά την κατανομή της γονικής μέριμνας, ιδίως να αναθέτουν την άσκησή της στον έναν από αυτούς, και να καθορίζουν τον τόπο κατοικίας του τέκνου τους, τον γονέα με τον οποίο θα διαμένει, καθώς και τον τρόπο επικοινωνίας του με τον άλλο γονέα.
Το ανωτέρω έγγραφο ισχύει τουλάχιστον για δύο (2) έτη και παρατείνεται αυτοδικαίως, εκτός αν κάποιος από τους δύο γονείς δηλώσει εγγράφως στον άλλο γονέα, πριν τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου, ότι δεν επιθυμεί την παράτασή του. 2. Αν δεν είναι δυνατή η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας, εξαιτίας διαφωνίας των γονέων και ιδίως αν ο ένας γονέας αδιαφορεί ή δεν συμπράττει σε αυτήν ή δεν τηρεί την τυχόν υπάρχουσα συμφωνία για την άσκηση ή τον τρόπο άσκησης της γονικής μέριμνας ή αν η συμφωνία αυτή είναι αντίθετη προς το συμφέρον του τέκνου ή αν η γονική μέριμνα ασκείται αντίθετα προς το συμφέρον του τέκνου, καθένας από τους γονείς προσφεύγει σε διαμεσολάβηση, εξαιρουμένων των περιπτώσεων ενδοοικογενειακής βίας, όπως ο νόμος ορίζει.
Αν διαφωνούν, αποφασίζει το δικαστήριο. 3. Το δικαστήριο μπορεί ανάλογα με την περίπτωση: α) να κατανείμει την άσκηση της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων, να εξειδικεύσει τον τρόπο άσκησής της στα κατ` ιδίαν θέματα ή να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας στον ένα γονέα ή σε τρίτο, β) να διατάξει πραγματογνωμοσύνη ή τη λήψη οποιουδήποτε άλλου πρόσφορου μέτρου, γ) να διατάξει διαμεσολάβηση ή την επανάληψη διακοπείσας διαμεσολάβησης, ορίζοντας συγχρόνως τον διαμεσολαβητή.
Για τη λήψη της απόφασής του το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τους έως τότε δεσμούς του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του, καθώς και τις τυχόν συμφωνίες που έκαναν οι γονείς του τέκνου για στην άσκηση της γονικής μέριμνας", και στο άρθρο 1518 ΑΚ ότι "Η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου περιλαμβάνει ιδίως την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευσή του, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του.
Κατά την ανατροφή του τέκνου οι γονείς το ενισχύουν, χωρίς διάκριση φύλου, να αναπτύσσει υπεύθυνα και με κοινωνική συνείδηση την προσωπικότητά του. Η λήψη σωφρονιστικών μέτρων επιτρέπεται μόνο εφόσον αυτά είναι παιδαγωγικώς αναγκαία και δεν θίγουν την αξιοπρέπεια του τέκνου. Κατά τη μόρφωση και την επαγγελματική εκπαίδευση του τέκνου οι γονείς λαμβάνουν υπόψη τις ικανότητες και τις προσωπικές του κλίσεις.
Γι` αυτόν τον σκοπό οφείλουν να συνεργάζονται με το σχολείο και αν υπάρχει ανάγκη, να ζητούν τη συνδρομή αρμοδίων κρατικών υπηρεσιών ή δημοσίων οργανισμών. Κάθε γονέας υποχρεούται να διαφυλάσσει και να ενισχύει τη σχέση του τέκνου με τον άλλο γονέα, τους αδελφούς του, καθώς και με την οικογένεια του άλλου γονέα, ιδίως όταν οι γονείς δεν ζουν μαζί ή ο άλλος γονέας έχει αποβιώσει".
Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, ορίζεται πλέον ότι τη γονική μέριμνα οι γονείς δεν την ασκούν μόνο από κοινού αλλά και "εξίσου" (άρθρο 1510), ότι κάθε απόφαση των γονέων ή του δικαστηρίου σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου (άρθρο 1511), ότι στις περιπτώσεις διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή λύσης ή ακύρωσης του συμφώνου συμβίωσης ή διακοπής της συμβίωσης, οι δύο γονείς εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου την γονική μέριμνα του τέκνου (άρθρο 1513), ότι κατά παρέκκλιση της διάταξης αυτής του άρθρου 1513, που ορίζει την από κοινού και εξίσου άσκηση της γονικής μέριμνας, ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις ρύθμισης με διαφορετικό τρόπο της γονικής μέριμνας με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας των γονέων, με προσφυγή από τον ένα γονέα στην διαδικασία της διαμεσολάβησης, εάν δεν καταστεί δυνατή τέτοια συμφωνία και, τελικά, με απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου, το οποίο μπορεί, ανάλογα με την περίπτωση, να κατανείμει την άσκηση της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων, να εξειδικεύσει τον τρόπο άσκησής της στα κατ` ιδίαν θέματα ή να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας στον ένα γονέα ή σε τρίτο, για την λήψη της οποίας απόφασης ρητά ορίζεται ότι λαμβάνονται υπόψη οι έως τότε δεσμοί του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του, καθώς και οι τυχόν συμφωνίες, που έκαναν οι γονείς για την άσκηση της γονικής μέριμνας (άρθρο 1514).
Συνεπώς, και οι νέες διατάξεις αποβλέπουν στην προστασία του συμφέροντος του ανηλίκου (άρθρο 1511 ΑΚ) όπως και οι προϊσχύσασες, πλην όμως, σε αντίθεση με αυτές, οι οποίες προέκριναν την αποκλειστική επιμέλεια, οι νέες διατάξεις ορίζουν πλέον την συνεπιμέλεια των γονέων επί των ανηλίκων τέκνων τους, και μόνο όταν αυτή δεν είναι δυνατή και ιδίως αν πρόκειται να αποβεί σε βάρος του συμφέροντος του ανηλίκου, το δικαστήριο μπορεί, κατά παρέκκλιση, όπως αναφέρεται στον τίτλο του άρθρου 1514 ΑΚ, να κρίνει ότι πρέπει να ανατεθεί η επιμέλεια στον ένα γονέα.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 1510, 1511, 1512, 1513, 1514 και 1518 ΑΚ, συνάγεται, ότι η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου, που αποτελεί δικαίωμα και καθήκον των γονέων, οι οποίοι το ασκούν από κοινού και εξ ίσου, περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του (η οποία εμπεριέχει ιδίως την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευση του τέκνου, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του), επί πλέον δε την διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του.
Στην περίπτωση διαζυγίου, ακύρωσης του γάμου ή διακοπής της συζυγικής συμβίωσης, όταν ανατρέπονται πλέον οι συνθήκες της ζωής της οικογένειας, καταργείται ο συζυγικός οίκος και δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση του καθενός από τους γονείς, αυτοί εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου τη γονική μέριμνα, ακόμα και αν δεν υπάρχει συμφωνία των γονέων ή δικαστική απόφαση.
Επομένως, καθιερώνεται η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας μετά το χωρισμό των γονέων, όπως συμβαίνει κατά τη διάρκεια του γάμου, ώστε αυτοί να μην είναι υποχρεωμένοι πλέον να καταφύγουν στο δικαστήριο προκειμένου να ρυθμίσουν την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας. Το σύστημα αυτό, δηλαδή, είναι υποχρεωτικό, με την έννοια ότι εφαρμόζεται αυτομάτως και εκ του νόμου, ακόμη κι όταν δεν συμφωνεί ο ένας γονέας ή δεν υπάρχει δικαστική απόφαση.
Καταδεικνύεται έτσι η αναγκαιότητα αδιατάραχτης και αδιάκοπης διαβίωσης του ανηλίκου υπό τις συνθήκες υπό τις οποίες ζούσε πριν από το χωρισμό των γονέων του, καθόσον η διάσταση, το διαζύγιο, η διακοπή της συμβίωσης ή η ακύρωση του γάμου των γονέων, δεν πρέπει να μεταβάλλουν τον τρόπο άσκησης της γονικής μέριμνας αυτού, η οποία επιβάλλεται να ασκείται από κοινού και από τους δύο γονείς, αφού κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησής της, είναι το "βέλτιστο συμφέρον" του τέκνου, σωματικό, υλικό, πνευματικό, ψυχικό, ηθικό και γενικά κάθε είδους συμφέρον, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανήλικου σε μια ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα.
Η προβλεπόμενη ως άνω από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας μπορεί να αποκλειστεί μόνο με συμφωνία των γονέων ή με απόφαση του Δικαστηρίου, στο οποίο μπορεί να προσφύγει ο κάθε γονέας, εφόσον όμως συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1514 § 2 ΑΚ. Είναι προφανές ότι ο όρος "βέλτιστο συμφέρον" του τέκνου ταυτίζεται, ουσιαστικά, με την, κατά την προϊσχύσασα διάταξη του ως άνω άρθρου 1511 ΑΚ, έννοια του "συμφέροντος" του τέκνου.
Ωστόσο, πέραν από την επιβαλλόμενη, με την παράγραφο 3 του ανωτέρω άρθρου, υποχρέωση του δικαστηρίου να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων κλπ,, για την εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας, παρέχονται για πρώτη φορά, με την παράγραφο 2 του νέου άρθρου, εκ των προτέρων προσδιοριστικά στοιχεία, όπως η ικανότητα και πρόθεση καθενός εκ των γονέων να σεβαστεί τα δικαιώματα του άλλου, η συμπεριφορά κάθε γονέα κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα και η συμμόρφωσή του με τις νόμιμες υποχρεώσεις του, δικαστικές αποφάσεις, εισαγγελικές διατάξεις και προηγούμενες συμφωνίες που είχε συνάψει με τον άλλο γονέα και αφορούν το τέκνο.
Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 1518 ΑΚ, που αφορά στην επιμέλεια του προσώπου του τέκνου, κάθε γονέας υποχρεούται να διαφυλάσσει και να ενισχύει την σχέση του τέκνου με τον άλλο γονέα, τους αδελφούς του και την οικογένεια του άλλου γονέα, ιδίως όταν οι γονείς δεν ζουν μαζί ή ο άλλος γονέας έχει αποβιώσει. Ωστόσο, τα παραπάνω κριτήρια, τα οποία δεν παύουν να είναι ενδεικτικά, δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο ως προς την ιεράρχηση ή την υιοθέτησή τους στο σύνολό τους, αφού δεν αποκλείεται, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να οδηγούν σε λύσεις αντίθετες προς το συμφέρον του τέκνου, το οποίο προσδιορίζεται εξατομικευμένα, με αναφορά σε συγκεκριμένο εκάστοτε παιδί και τις ανάγκες του, όπως αυτές προσδιορίζονται ιδίως από την κατάσταση της υγείας του, την ηλικία του, τις οικογενειακές και κοινωνικές συνθήκες, υπό τις οποίες αυτό διαβιώνει, και αναλύεται στις επί μέρους πτυχές του δικαιώματος της προσωπικότητάς του, δηλαδή κυρίως στη ζωή, σωματική ακεραιότητα, υγεία, συναισθηματική και ψυχολογική ασφάλεια και σταθερότητα, διανοητική πρόοδο, κοινωνική ένταξη και αποδοχή, υπευθυνότητα, κοινωνική συνείδηση και ανεξαρτησία του παιδιού.
Επίσης, το ανήλικο εξελίσσεται και μαζί του εξελίσσονται και οι ανάγκες του και αναπροσδιορίζεται το συμφέρον του. Η χρονική παράμετρος για τη συγκεκριμενοποίηση του συμφέροντος του παιδιού είναι σημαντική. Σύμφωνα με τη μέχρι σήμερα νομολογία και τη θεωρία, η μικρή ηλικία του ανηλίκου τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο, κατά νόμο, στοιχείο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του ανηλίκου, αναφορικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στον ένα από τους γονείς του, γιατί η άποψη, ότι η γονική μέριμνα των μικρής ηλικίας τέκνων πρέπει να ανατίθεται στην μητέρα τους, λόγω του ότι αυτά έχουν ανάγκη της μητρικής στοργής καθώς και ιδιαίτερων περιποιήσεων, εξακολουθεί να ισχύει, κατά τις νεότερες ιατρικές παιδαγωγικές και ψυχολογικές έρευνες, μόνο για την νηπιακή ηλικία, για την οποία αναγνωρίζεται σαφής βιοκοινωνική υπεροχή στη μητέρα, ενώ για το μεταγενέστερο χρόνο αναγνωρίζεται ο σοβαρός ρόλος του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του τέκνου.
Στην δικαστική, συνεπώς, κρίση εξακολουθεί να καταλείπεται ευρύ πεδίο, ώστε, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, να καταλήξει σε ρύθμιση τέτοια, που να εξυπηρετείται καλύτερα το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου τέκνου. Κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανήλικου τέκνου, καθώς και οι αναπτυχθέντες μέχρι τότε, με ανεπηρέαστη επιλογή, δεσμοί του διαθέτοντος ικανότητα διάκρισης τέκνου με τους γονείς του και τυχόν αδελφούς του.
Για το σκοπό αυτό λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλότητα του κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων. Επίσης, οι ικανότητες των γονέων, το περιβάλλον, το επάγγελμα, η πνευματική τους ανάπτυξη και η δράση τους στο κοινωνικό σύνολο, η ικανότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας μέσα στο πλαίσιο της λογικής και ορθολογικής αντιμετώπισης των θεμάτων των νέων, η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης του τέκνου χωρίς εναλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης, περιλαμβάνονται στα κριτήρια προσδιορισμού του συμφέροντος του τέκνου.
Τούτο δε ισχύει ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα των γονέων ως προς το διαζύγιο ή τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, εκτός εάν η συμπεριφορά του υπαίτιου έχει επιδράσει και στην άσκηση της γονικής μέριμνας-επιμέλειας, ώστε να ανακύπτει αντίθεση στο συμφέρον του τέκνου, λόγω της έκτασης και της βαρύτητας της συμπεριφοράς του αυτής, δηλωτικής της δομής του χαρακτήρα του και της εν γένει προσωπικότητάς του, έτσι ώστε και έναντι του τέκνου να αναμένεται από αυτόν η τήρηση της ίδιας συμπεριφοράς.
Το συμφέρον του τέκνου λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια, προς διαπίστωση δε της συνδρομής του εξετάζονται πάντα τα επωφελή και πρόσφορα για τον ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις. Ουσιώδους σημασίας είναι και η ύπαρξη ιδιαίτερου δεσμού του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του και η περί αυτού ρητώς εκφραζόμενη προτίμησή του, την οποία συνεκτιμά το δικαστήριο, ύστερα και από τη στάθμιση του βαθμού της ωριμότητάς του, καθώς και οι τυχόν συμφωνίες, που έκαναν οι γονείς του τέκνου, σχετικά με την επιμέλεια και τη διοίκηση της περιουσίας του.
Με δεδομένη την ύπαρξη του εν λόγω δεσμού του τέκνου προς το συγκεκριμένο γονέα, αυτός θεωρείται ότι έχει τη δυνατότητα αποτελεσματικότερης διαπαιδαγώγησης προς όφελος του ανηλίκου και επομένως ότι είναι ο πλέον κατάλληλος για την επιμέλειά του, υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση, ότι ο ιδιαίτερος αυτός δεσμός του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του έχει αναπτυχθεί φυσιολογικά και αβίαστα ως ψυχική στάση, η οποία είναι προϊόν της ελεύθερης και ανεπηρέαστης επιλογής του ανηλίκου, που έχει τη στοιχειώδη ικανότητα διάκρισης.
Πρέπει δε να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη, ότι ο ανήλικος, που έχει ακόμη ατελή την ψυχοπνευματική ανάπτυξη και την προσωπικότητά του υπό διαμόρφωση, υπόκειται ευχερώς σε επιδράσεις και υποβολές των γονέων ή άλλων, οι οποίες, έστω και χωρίς επίγνωση γενόμενες, οδηγούν ασφαλώς στο σχηματισμό της μονομερούς διαμόρφωσης και προτίμησης προς τον ένα από τους γονείς, οπότε η προτίμηση του δεν εξυπηρετεί πάντοτε και το αληθές συμφέρον του (ΑΠ 157/2022, ΑΠ 1473/2021).
Εξάλλου, εφόσον το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το ουσιαστικό δικαστήριο, η κρίση του ως προς το αν, ενόψει των περιστάσεων που δέχθηκε, για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα, αν η απόφαση περιέχει κρίση για την εξυπηρέτηση του συμφέροντος του τέκνου, πλην όμως αυτή είναι εσφαλμένη, δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 1976/2008, ΑΠ 1218/2006), αν δε η απόφαση δεν έχει ως προς τούτο καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες υπόκειται σε αναίρεση κατ` άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 317/2015,ΑΠ 537/2012).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο πολιτικό γάμο στη ... στις 21-11-2008 και στη συνέχεια θρησκευτικό γάμο στις ... στις 24-12-2009, από τον οποίο απέκτησαν ένα τέκνο τον Χ., ο οποίος γεννήθηκε στις 16-1-2009.
Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά και στις 19-11-2013 ο ενάγων - εναγόμενος αποχώρησε από τη συζυγική οικία, μετά από προσωρινή διαταγή που εκδόθηκε επί αιτήσεως της ενάγουσας - εναγομένης για τη μετακίνηση αυτού, και τελικά με την με αριθμ, 157/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...υ απαγγέλθηκε η λύση του γάμου τους λόγω υπερδιετίας διάστασης, ενώ μετά την κατά τα ανωτέρω αποχώρηση του ενάγοντα - εναγομένου από την συζυγική οικία και δυνάμει της με αριθμ.292/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...υ, η προσωρινή επιμέλεια του ανήλικου τέκνου των διαδίκων ανατέθηκε στην ενάγουσα - εναγόμενη και με την ίδια απόφαση υποχρεώθηκε ο ενάγων - εναγόμενος να καταβάλει για προσωρινή διατροφή του ανήλικου το ποσό των 200 ευρώ το μήνα, παράλληλα δε, ρυθμίστηκε και το δικαίωμα επικοινωνίας του με αυτό.
Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα - εναγόμενη τουλάχιστον από το έτος 2011 άρχισε να εμφανίζει αποκλίνουσα ψυχιατρική συμπεριφορά, κυρίως απέναντι στον ενάγοντα - εναγόμενο σύζυγό της, αναφέροντας σε τρίτους ότι είναι ομοφυλόφιλος και ότι το ανήλικο τέκνο τους δεν είναι βιολογικό του παιδί και πολλές φορές τηλεφωνούσε σε συγγενικά του πρόσωπα στον τόπο καταγωγής του, δηλ.
στην ... και στο ... αναφέροντας του ότι ο σύζυγος και συγγενής τους έχει ομοφυλοφιλικές σχέσεις με άλλους άνδρες, ότι εκδίδεται σε γυναίκες και άντρες με αμοιβή και τηλεφωνούσε στους γονείς του στις ..., απαιτώντας από τη μητέρα του να της στείλει το ποσό των 200.000 ευρώ, χρήματα τα οποία, όπως υποστήριζε, ήταν θαμμένα στην αυλή της συζυγικής οικίας, απειλώντας την ότι εάν δεν πράξει αυτό θα τους στείλει τον γιό τους νεκρό σε μπαούλο.
Το έτος 2014, οι Κ. Σ., Θ. Σ., Α. Σ. και Σ. Σ., γονείς και αδελφοί της ενάγουσας - εναγομένης με την από 19-8-2014 αίτησή τους προς την Εισαγγελέα Πρωτοδικών ...υ γνωστοποίησαν ότι αυτή έχει ανάγκη άμεσης ψυχιατρικής εξέτασης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν πάσχει από ψυχική διαταραχή, που την καθιστά επικίνδυνη για τον εαυτό της, ή τρίτους και συγκεκριμένα για το ανήλικο τέκνο της που συμβιώνει μαζί της, καθόσον εμφανίζει ανεξήγητη επιθετικότητα εναντίον των μελών της οικογένειάς της, προκειμένου να της χορηγηθεί αναγκαστικά η κατάλληλη θεραπευτική αγωγή και να αποκατασταθεί η ψυχική της υγεία και ισορροπία, επειδή η ίδια αδυνατεί να κατανοήσει και να αποδεχθεί το ψυχικό της πρόβλημα και να φροντίσει την κατάσταση της υγείας της και ενόψει αυτών ζήτησαν να ελεγχθεί η συνδρομή των προϋποθέσεων του νόμου για το πρόσωπό της, ώστε να υποβληθεί σε καθεστώς εκούσιας νοσηλείας.
Μετά την από 19-8-2014 εισαγγελική παραγγελία διατάχθηκε η μεταφορά της για τη διενέργεια ψυχιατρικής εξέτασης στο Γενικό Νοσοκομείο ...υ "...", όπου εξετάστηκε στις 1-9-2014 και 2-9-2014 από τους ψυχιάτρους Ε. Β. και Χ. Μ., οι οποίοι διέγνωσαν ότι αυτή εμφανίζει παραληρητικές ιδέες, ιδέες συσχέτισης, παρακολούθησης, συνομωσίας, στην οποία εμπλέκονται η αστυνομία κλπ επί εδάφους διαταραχή προσωπικότητας και ότι πιστεύει ότι οι βιολογικοί της γονείς δεν είναι οι πραγματικοί, αλλά ότι η ίδια είναι καρπός βιασμού του παππού της προς την εξαδέλφη της, αναφέρει δε ότι η ίδια έχει βιαστεί και εκδίδονταν από τον οικογενειακό της περίγυρο και δη από τον πατέρα και τη μητέρα της, ενώ επιπλέον, πιστεύει ότι ο πρώην σύζυγός της (ενάγων - εναγόμενος) είναι ομοφυλόφιλος και ότι το τέκνο τους είναι καρπός βιασμού της από τον σεξουαλικό σύντροφο του πρώην συζύγου της, και μετά τις ανωτέρω διαπιστώσεις τους οι δύο αυτοί ψυχίατροι συνέστησαν ως αναγκαία την εισαγωγή της σε ψυχιατρική κλινική για διαγνωστικούς και θεραπευτικούς λόγους, στη συνέχεια δε αφού εκδόθηκε νέα εισαγγελική για ψυχιατρική νοσηλεία και επαναμεταγωγή η ενάγουσα-εναγομένη εισήχθη για ακούσια ψυχιατρική νοσηλεία στις 6-9-2014 στην ψυχιατρική κλινική του Γ.Ν.Α. "..." στην Αθήνα από όπου εξήλθε στις 31-10-2014 με διάγνωση παραληρητικής διαταραχής, ενώ οι αρμόδιοι θεράποντες ψυχίατροι ιατροί έκριναν ότι αυτή μπορεί να είναι λειτουργική υπό την προϋπόθεση της σταθερής και συστηματικής παρακολούθησής της, σε εξειδικευμένο πλαίσιο ψυχικής υγείας, με πολυκλαδική ομάδα (ψυχίατρο, παιδοψυχίατρο, κοινωνικό λειτουργό).
Εξάλλου, στις 3-9-2014 κατατέθηκε στο αρμόδιο Πρωτοδικείο ...υ αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών ...υ για την υποβολή της σε καθεστώς εκούσιας νοσηλείας, η οποία της επιδόθηκε νομότυπα, από τον αρχιφύλακα Ν. Π. του Α.Τ. ...υ, κατά τον χρόνο που βρισκόταν στο κατάστημα της υπηρεσίας του και όταν αυτή αρνήθηκε να την παραλάβει, επακολούθησε θυροκόλλησή της στην κατοικία της στο ... ...υ, ενώπιον του μάρτυρα αστυφύλακα Ε.
Α., ενώ ορίστηκε δικάσιμος αυτής η 24η-9-2014. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμ. 342/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...υ που υπέβαλε την ενάγουσα - εναγομένη σε καθεστώς ακούσιας νοσηλείας και διέταξε την παραμονή της με σκοπό τη θεραπεία σε Ψυχιατρικό Τμήμα Εφημερεύοντος Νοσοκομείου Αττικής, μέχρι τη βελτίωση της κατάστασης της ψυχικής της υγείας και η οποία δημοσιεύτηκε στις 8-11-2014, δηλ.
μετά την κατά τα ανωτέρω έξοδό της από το Γ.Ν.Α. "...", ενώ κατά της απόφασης αυτής, η ενάγουσα - εναγομένη δεν άσκησε κανένα ένδικο μέσο. Πρέπει να σημειωθεί ότι, ανεξάρτητα από το ότι κατά την όλη διαδικασία της υποβολής της σε καθεστώς ακούσιας νοσηλείας και της παραμονής της για χρονικό διάστημα 55 ημερών στο προαναφερόμενο νοσοκομείο, σημειώθηκε παραβίαση των δικαιωμάτων της...., γεγονός για το οποίο ενδεχομένως να προκύπτουν ευθύνες για όλους τους εμπλεκόμενους στη διαδικασία αυτή, κρίσιμο και ουσιώδες στοιχείο για την κρινόμενη υπόθεση είναι τα συμπεράσματα και η διάγνωση των θεραπόντων ψυχιάτρων του νοσοκομείου αυτού για την ψυχική κατάσταση και υγεία της ενάγουσας - εναγομένης, ενώ σε κάθε περίπτωση το δικαστήριο αυτό, δεν θα κρίνει για την καταλληλότητα ή μη για την ανάθεση σε αυτή της επιμέλειας του ανήλικου τέκνου της, από μόνο το γεγονός της ακούσιας νοσηλείας της, αλλά και από όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.
Εξάλλου, πριν την εισαγωγή της στο προαναφερόμενο νοσοκομείο των Αθηνών με την με αριθμ. πρωτ. 330/20-8-2014 εισαγγελική διάταξη είχε απομακρυνθεί το ανήλικο τέκνο των διαδίκων από αυτή, το οποίο είχε οδηγηθεί στην παιδιατρική κλινική του Γ.Ν. ...υ, από όπου το παρέλαβε ο ενάγων - εναγόμενος στις 8-9-2014, μετά την έκδοση προσωρινής διαταγής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...υ, μετά την υποβολή αίτησης του τελευταίου με αντικείμενο την ανάθεση σε αυτόν προσωρινά της επιμέλειας του ανήλικου τέκνου.
Επί της αιτήσεως αυτής, που συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 16-9-2014, στην οποία η ενάγουσα - εναγομένη παραστάθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...υ δια του πληρεξούσιου της δικηγόρου Κωνσταντίνου Παρθενίδη, μόνο για την υποβολή αιτήματος αναβολής, μετά την απόρριψη του οποίου ο ίδιος αποχώρησε, εκδόθηκε η με αριθμ. 140/2014 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία ανακλήθηκε η προαναφερθείσα με αριθμ. 292/2013 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, και ανατέθηκε προσωρινά στον ενάγοντα - εναγόμενο η άσκηση της επιμέλειας του προσώπου του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, ενώ η αίτηση του Αντιεισαγγελέα Πρωτοδικών ...υ, που κατατέθηκε στις 27-8-2014 για την αφαίρεση της γονικής μέριμνας του ανήλικου τέκνου από τους γονείς του, απορρίφθηκε με την με αριθμ. 365/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...υ.
Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε ήδη από τον Σεπτέμβριο του έτους 2014 ο ανήλικος διαμένει μαζί με τον ενάγοντα - εναγόμενο σε μισθωμένη οικία, όπου έχουν εγκατασταθεί οι γονείς του τελευταίου για να τον συνδράμουν κατά τις ώρες εργασίας του στην κανονική λειτουργικότητα της οικίας του και την επίβλεψη του ανήλικου εγγονού τους.
Ο τελευταίος ζει σε περιβάλλον με σταθερές συνθήκες, έχει αναπτύξει οικογενειακούς, κοινωνικούς και φιλικούς δεσμούς, έχοντας ιδιαίτερη σχέση με τον ενάγοντα - εναγόμενο, ο οποίος έχει δημιουργήσει ένα ομαλό περιβάλλον, προσπαθώντας να μην τον εμπλέκει στις διενέξεις του με την ενάγουσα - εναγομένη, οι οποίες προκαλούν άγχος και ανασφάλεια σε αυτόν και ανταποκρίνεται με τον προσήκοντα παιδαγωγικό και λειτουργικό τρόπο στα καθήκοντα της επιμέλειας του ανήλικου.
Εξάλλου, οι ψυχίατροι του ΓΝ ...υ, Ε. Β. και Χ. Μ., που ορίστηκαν ως πραγματογνώμονες με την 265/2015 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...υ, στα συμπεράσματα των ανωτέρω αναφερόμενων εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης αναφέρουν ότι οι διάδικοι γονείς δεν παρουσιάζουν ψυχοπαθολογικά προβλήματα, τα οποία να καθιστούν αποτρεπτική την ανάθεση σε καθένα από αυτούς της επιμέλειας του ανήλικου, ενώ όσον αφορά την ενάγουσα - εναγόμενη αναφέρουν ότι τυχόν ανάθεση της επιμέλειας του σε αυτή θα πρέπει να έχει σαν προϋπόθεση την τακτική ψυχιατρική παρακολούθησή της τουλάχιστον μία φορά ανά 15ημέρες από ψυχίατρο, καθώς επίσης και την υποχρέωση της να λαμβάνει την προσήκουσα φαρμακευτική αγωγή και για όσο χρονικό διάστημα κρίνει ο θεράπων ιατρός, ενώ η ψυχίατρος Ε.
Β. αναφέρει στην ανωτέρω έκθεσή της ότι η ενάγουσα - εναγομένη παρακολουθείται από την κα Φ. κάθε 15-20 ημέρες, αλλ' αρνείται να λάβει την φαρμακευτική αγωγή. Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ήδη ο ενάγων - εναγόμενος, εξαιτίας της απώλειας της εργασίας του, ως σερβιτόρος στη ...
και της αδυναμίας εξεύρεσης άλλης εργασίας, αναγκάστηκε να μεταβεί με τον ανήλικο υιό του, όπως έχει δικαίωμα στα πλαίσια της άσκησης της αποκλειστικής επιμέλειας του προσώπου του, που του έχει ανατεθεί με την εκκαλούμενη απόφαση, προς εξεύρεση εργασίας στην πατρική του οικία στο ... ..., όπου και πράγματι κατόρθωσε να προσληφθεί αρχικά ως ανειδίκευτος εργάτης στην εταιρία παραγωγής και εμπορίας κρέατος "....", στο ..., όπου απασχολείτο με εξάωρη εργασία, επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, ενώ ήδη εργάζεται στην επιχείρηση ....
στο .... Ο ανήλικος Χ.ς έχει προσαρμοστεί πλήρως στη νέα του εγκατάσταση, έχει εγγραφεί στην Τρίτη τάξη του δημοτικού σε ολοήμερο σχολείο, είναι άριστος μαθητής και συμμετέχει στις δραστηριότητες του σχολείου, ενώ παρακολουθεί μαθήματα Αγγλικής γλώσσας και έχει αθλητικές δραστηριότητες, ενώ μετά από σχετική αίτηση της ενάγουσας - εναγομένης και υπό τις ανωτέρω διαμορφωθείσες συνθήκες της ζωής του ανήλικου, εκδόθηκε η με αριθμ. 207/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...υ, με την οποία ρυθμίστηκε προσωρινά το δικαίωμα επικοινωνίας της ενάγουσας - εναγομένης με το ανήλικο τέκνο της, με τον τρόπο που ορίζεται σε αυτή, προκειμένου να καλλιεργηθεί ο απαραίτητος ψυχικός δεσμός μεταξύ τους και η ανάπτυξη της προσωπικής τους σχέσης, για την ομαλότερη ψυχοσωματική του ανάπτυξη.
Υπό τα ανωτέρω λοιπόν, αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το αληθινά νοούμενο συμφέρον του ανήλικου τέκνου των διαδίκων υπαγορεύει την ανάθεση της οριστικής του επιμέλειας στον ενάγοντα - εναγόμενο, προκειμένου να αποφευχθούν δυσμενείς συνέπειες από τη μεταβολή των σταθερών συνθηκών στις οποίες κατά τα ανωτέρω διαβιώνει, ο οποίος πατέρας του παρέχει όλα τα εχέγγυα ότι θα ανταποκριθεί με επιτυχία στο λειτουργικό αυτό καθήκον, γενομένης δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης της ένδικης αγωγής του και απορριπτομένης κατά το αίτημα αυτό της αντίθετης αγωγής της ενάγουσα-εναγομένης ως ουσιαστικά αβάσιμης...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή της και είχε κάνει δεκτή την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, αναθέτοντας σ' αυτόν την αποκλειστική επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου του. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1510, 1511, 1512-151 και 1518 ΑΚ, όπως αυτές ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το ν. 4800/2021, και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού, ειδικότερα, αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι το βέλτιστο (αληθινό) συμφέρον του ανήλικου τέκνου των διαδίκων επιβάλλει την ανάθεση της επιμέλειας του προσώπου αυτού αποκλειστικά στον αναιρεσίβλητο πατέρα του και ότι δεν συντρέχει λόγος ανάθεσης της επιμέλειας του ανηλίκου στην αναιρεσείουσα μητέρα του ή και στους δύο διαδίκους γονείς του, με χρονική μεταξύ αυτών κατανομή της άσκησής της, όπως προβλέπεται πλέον μετά τον ν.4800/2021, με τις υποστηρίζουσες την κρίση του αυτή ακόλουθες παραδοχές, ήτοι:
α) ότι από τον Σεπτέμβριο του έτους 2014 ο ανήλικος διαμένει μαζί με τον αναιρεσίβλητο πατέρα του σε μισθωμένη οικία, όπου έχουν εγκατασταθεί οι γονείς του τελευταίου για να τον συνδράμουν κατά τις ώρες εργασίας του στην κανονική λειτουργικότητα της οικίας του και την επίβλεψη του ανήλικου εγγονού τους, β) ότι ο ανήλικος ζει σε περιβάλλον με σταθερές συνθήκες, έχει αναπτύξει οικογενειακούς, κοινωνικούς και φιλικούς δεσμούς, έχοντας ιδιαίτερη σχέση με τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος έχει δημιουργήσει ένα ομαλό περιβάλλον, προσπαθώντας να μην τον εμπλέκει στις διενέξεις του με την αναιρεσείουσα, οι οποίες προκαλούν άγχος και ανασφάλεια σε αυτόν και ανταποκρίνεται με τον προσήκοντα παιδαγωγικό και λειτουργικό τρόπο στα καθήκοντα της επιμέλειας του ανήλικου, γ) ότι και μετά την μετεγκατάσταση του αναιρεσιβλήτου, προς εξεύρεση οικίας, ο ανήλικος έχει προσαρμοστεί πλήρως στη νέα του εγκατάσταση, έχει εγγραφεί στην Τρίτη τάξη του δημοτικού σε ολοήμερο σχολείο, είναι άριστος μαθητής και συμμετέχει στις δραστηριότητες του σχολείου, ενώ παρακολουθεί μαθήματα Αγγλικής γλώσσας και έχει αθλητικές δραστηριότητες και δ) ότι η αναιρεσείουσα εισήχθη για ακούσια ψυχιατρική νοσηλεία στις 6-9-2014 στην ψυχιατρική κλινική του Γ.Ν. "..." στην Αθήνα από όπου εξήλθε στις 31-10-2014 με διάγνωση παραληρητικής διαταραχής, ενώ οι αρμόδιοι θεράποντες ψυχίατροι ιατροί έκριναν ότι αυτή μπορεί να είναι λειτουργική υπό την προϋπόθεση της σταθερής και συστηματικής παρακολούθησής της, σε εξειδικευμένο πλαίσιο ψυχικής υγείας, με πολυκλαδική ομάδα.
Πέραν δε των ανωτέρω, δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνονται σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες. Εξάλλου, όσον αφορά την αιτίαση σχετικά με τη φράση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι "οι διάδικοι γονείς δεν παρουσιάζουν ψυχοπαθολογικά προβλήματα, τα οποία να καθιστούν αποτρεπτική την ανάθεση σε καθένα από αυτούς της επιμέλειας του ανήλικου", αυτή δεν αποτελεί μέρος της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αλλά κρίση των ψυχιάτρων του Γ.Ν ...υ, Ε.
Β. και Χ. Μ., που ορίστηκαν ως πραγματογνώμονες με την 265/2015 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...υ, την οποία το Εφετείο, μαζί με το υπόλοιπο συμπέρασμά τους, σύμφωνα με το οποίο "τυχόν ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου σε αυτή θα πρέπει να έχει σαν προϋπόθεση την τακτική ψυχιατρική παρακολούθησή της τουλάχιστον μία φορά ανά 15ημέρες από ψυχίατρο, καθώς επίσης και την υποχρέωση της να λαμβάνει την προσήκουσα φαρμακευτική αγωγή και για όσο χρονικό διάστημα κρίνει ο θεράπων ιατρός", έλαβε υπόψη και εκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες εκθέσεις και τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, καταλήγοντας πλήρως αιτιολογημένα στο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, μη περιέχοντας καμία ασάφεια, αντίφαση ή ανεπάρκεια σχετικά με το γιατί κατέληξε στην κρίση της αυτή.
Επομένως, ο τρίτος, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για εκ πλαγίου παράβαση των άρθρων 1511-1512 ΑΚ, είναι αβάσιμος. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 9/1997, ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 883/2019, 902/2019, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008).
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).
Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 927/2017, ΑΠ 1239/2017,ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007). Ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 739/2011, ΑΠ 1632/2007, ΑΠ 669/2007, ΑΠ 1654/2007).
Εν προκειμένω με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ισχυρισμούς της σχετικά με την καταλληλότητα του αναιρεσιβλήτου να ασκεί την επιμέλεια του τέκνου τους, όπως αναλυτικά τους εκθέτει με παραπομπή στα αντίστοιχα δικόγραφα, από τους οποίους αποδεικνύεται η ακαταλληλότητά του.
Ειδικότερα αναφέρει ότι δεν ελήφθη υπόψη ισχυρισμός της περί διεξαχθείσας έρευνας σε βάρος του για χρήση ναρκωτικών, για τη βιαιότητα του χαρακτήρα του προς το πρόσωπό της και τις καταδίκες του για ενδοοικογενειακή βία σε βάρος της. Επίσης ότι δεν έλαβε υπόψη της το γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος δεν κατέβαλε ποτέ την ορισθείσα σε βάρος του διατροφή υπέρ του τέκνου τους, όπως αυτή προσδιορίστηκε δικαστικώς με την 292/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...υ, ενώ δεν έλαβε υπόψη της ούτε τα αποτελέσματα του τέστ προσωπικότητας ΜΜΡΙ-2 στο οποίο υπεβλήθη ο αναιρεσίβλητος, από το οποίο διαπιστώνεται ότι αυτός είναι παντελώς ακατάλληλο πρόσωπο, επισημαίνοντας τα σημεία των προτάσεών της που αναφέρει όλα τα παραπάνω.
Επιπλέον με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλομένη δεν έλαβε υπόψη της τους ισχυρισμούς που προέβαλε με τους 6ο και 8ο λόγους της έφεσής της αλλά και με τις προτάσεις της στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως τους προσδιορίζει, σχετικά με το ότι η ψυχοσωματική ανάπτυξη του τέκνου της εξελίσσεται άσχημα υπό την επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου, όπως προκύπτει από την με αριθ. .../4.8.2016 συμβουλευτική πραγματογνωμοσύνη της παιδοψυχιάτρου Φ.
Σ., που ορίστηκε με την υπ' αριθ. 260/2015 προδικαστική απόφαση σε συνδ. με την με αριθ. .../2014 πραγματογνωμοσύνη της ιδίας. Ότι αν λαμβάνονταν υπόψη όλοι οι παραπάνω ισχυρισμοί της θα καταδείκνυαν την ακαταλληλότητα του αναιρεσίβλητου να ασκεί την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου τους και θα γινόταν δεκτή η αντίθετη αγωγή της, απορριπτομένης αυτής του αντιδίκου της.
Οι ανωτέρω λόγοι (κύριος και πρόσθετος), καθό μέρος αφορούν τη μη λήψη υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας περί βιαιοπραγίας και ενδοοικογενειακής βίας, είναι απαράδεκτοι, εφόσον η βιαιοπραγία ως αιτία στις μεταξύ των διαδίκων κακές προσωπικές σχέσεις, δεν συνιστούν, όπως προεκτέθηκε, λυσιτελείς ισχυρισμούς έχοντας επιρροή στην ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου τους.
Κατά τα λοιπά οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, διότι όπως σαφώς συνάγεται από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο έλαβε υπόψη όλους τους ανωτέρω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, που συγκροτούν και την ιστορική βάση της αγωγής της, και τους απέρριψε με την αντίθετη παραδοχή περί καταλληλότητας μόνο του αναιρεσιβλήτου για την άσκηση της επιμέλειας του προσώπου του ανηλίκου τέκνου τους (ΑΠ 1286/2018).
Υπό την προσαπτόμενη δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους, μομφή πλήττεται κατ' ουσίαν η μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων και η, βάσει αυτής, αρνητική αξιολόγηση και απόρριψη των προειρημένων αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α` ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ` αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 52 § 1 εδάφ. στ`, 368 επ., 370 § 3, 376, 377, 383, 387 και 388 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η υπόνοια μεροληψίας του πραγματογνώμονα υπέρ κάποιου από τους διαδίκους, ακόμη και όταν στηρίζεται σε συμπαιγνία εκείνου με αυτόν τον διάδικο, δεν συνιστά λόγο ακυρότητας της πραγματογνωμοσύνης, έστω και αν υπάρχει βλάβη του διαδίκου (ΑΠ 900/2014, ΑΠ 297/2011), δεδομένου ότι η πραγματογνωμοσύνη, σε κάθε περίπτωση, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο.
Μπορεί, όμως, να στηρίξει αίτηση του διαδίκου που έχει τέτοια υπόνοια για εξαίρεση του πραγματογνώμονα ή αντικατάστασή του, η οποία (αίτηση) πρέπει να υποβληθεί μέχρι την περάτωση της πραγματογνωμοσύνης, ενώ, μετά το πέρας αυτής, μόνο αίτηση για νέα πραγματογνωμοσύνη μπορεί να υποβληθεί παραδεκτά, η οποία, πάντως, επαφίεται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 529/2017, ΑΠ 1291/2010, ΑΠ 866/2007).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη, περαιτέρω, του αριθ. 11 περ. γ' του ίδιου ως άνω άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 529/2017, ΑΠ 2261/ 2014, ΑΠ 1602/2014, ΑΠ 1456/2014).
Ως αποτελούντα ξεχωριστά από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται η έκθεση και το πρακτικό αυτοψίας (359 ΚΠολΔ), η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων (383 ΚΠολΔ), τα πρακτικά εξέτασης των μαρτύρων (410 ΚΠολΔ) και οι ένορκες βεβαιώσεις (339 ΚΠολΔ), εφόσον αυτές ελήφθησαν για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη και κατόπιν τήρησης των τασσόμενων από τις διατάξεις 421 - 424 ΚΠολΔ διατυπώσεων και τις προβλεπόμενες σ`αυτές προϋποθέσεις.
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο αυτού σκέλος, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, και συγκεκριμένα την από 25-8-2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ψυχολόγου Σ.
Κ., καθόσον αυτή παρείχε υπηρεσίες επ'αμοιβή στον αναιρεσίβλητο, είχε ιδιαίτερη έριδα και προκατάληψη προς το πρόσωπό της, δεν ήταν αντικειμενική και αμερόληπτη για τους λόγους που αναφέρει και γι'αυτό το δικαστήριο δεν έπρεπε να την λάβει υπόψη του και ότι αν δεν την ελάμβανε υπόψη του θα αποδεικνύονταν οι αντίθετοι ισχυρισμοί της.
Ωστόσο, η ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης αποτελεί νόμιμο αποδεικτικό μέσο, αφού η επιλήψιμη συμπεριφορά της πραγματογνώμονος που επικαλείται η αναιρεσείουσα δεν καθιστά την πραγματογνωμοσύνη άκυρη ή "παράνομη", παρά μόνο παρείχε σ' αυτή το δικαίωμα να ζητήσει την εξαίρεση της ανωτέρω πραγματογνώμονος ή την αντικατάστασή του, όπως δε προκύπτει, από την υπ' αριθ. 62/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...υ, που παραδεκτά επισκοπείται (561 § 2 ΚΠολΔ), η αναιρεσείουσα υπέβαλε πράγματι αίτημα αντικατάστασης της ως άνω πραγματογνώμονος για τους στο αναιρετήριο αναφερόμενους λόγους, το οποίο απορρίφθηκε.
Επομένως, ο ανωτέρω δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο αυτού σκέλος, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο, κατά το δεύτερο αυτού σκέλος, του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και τον δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 γ' ΚΠολΔ, αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα και δη την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών ...υ ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...υ για την αφαίρεση της γονικής μέριμνας του τέκνου τους από τον αναιρεσίβλητο, την με αριθ.
πρωτ. 10/18.7.2014 απόρρητη κοινωνική έρευνα της κοινωνικής λειτουργού Σ. Κ. προς τον ως άνω εισαγγελέα, τις καταδικαστικές αποφάσεις σε βάρος του αναιρεσίβλητου για ενδοοικογενειακή βία, τις μνημονευόμενες καταδικαστικές αποφάσεις σε βάρος του αναιρεσιβλήτου για παραβίαση υποχρέωσης διατροφής και επικοινωνίας της αναιρεσείουσας με το ανήλικο τέκνο τους, τις εγγραφές στο βιβλίο συμβάντων του οικείου αστυνομικού τμήματος, καθώς και την .../2016 συμβουλευτική πραγματογνωμοσύνη της παιδοψυχιάτρου Φ.
Σ., ενώ αν λάμβανε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν θα έκανε δεκτή την αγωγή του αναιρεσίβλητου αλλά αυτήν της ιδίας και θα ανέθετε σ' αυτήν την επιμέλεια του ανηλίκου. Όμως, όσον αφορά την ανωτέρω με αριθμ. πρωτ. ... συμβουλευτική πραγματογνωμοσύνη της παιδοψυχίατρου Φ. Σ., ρητώς αυτή αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη ότι ελήφθη υπόψη και εκτιμήθηκε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά έγγραφα.
Όσον αφορά τα λοιπά επικαλούμενα έγγραφα, ανεξαρτήτως του ότι σχετικά με την επικαλούμενη έκθεση κοινωνικής έρευνας, η οποία παρά τον απόρρητο χαρακτήρα της, όταν προσκομίζεται, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο (πρβλ. ΑΠ 948/2016 ποιν), η ίδια η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι σ' αυτή αναφέρεται ότι σε βάρος του αναιρεσίβλητου διεξαγόταν αστυνομική έρευνα για χρήση ναρκωτικών ουσιών, χωρίς μνεία όμως ότι προέκυψε κάτι επιβαρυντικό σε βάρος του, ενώ τα υπόλοιπα έγγραφα περιέχουν γεγονότα, που δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή στην ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου τους, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας προς απόδειξη των οποίων αυτή επικαλέστηκε τα προαναφερόμενα έγγραφα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, οι ανωτέρω κύριος και πρόσθετος λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Πρέπει, μετά ταύτα να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, ενώ δεν θα υπάρξει διάταξη περί δικαστικής δαπάνης σε βάρος της αναιρεσείουσας, που ηττήθηκε, ελλείψει σχετικού περί αυτής αιτήματος του νικήσαντος αναιρεσιβλήτου (άρθ. 176, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-9-2020 αίτηση και τους από 4-8-2022 προσθέτους αυτής λόγους της Β. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 63/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
υ