Legislator Case Law & Legislation
1988/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in maritime agency fee dispute, upholding lower court's application of contract interpretation rules.

Case Number 1988/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by Naftilos Maritime Ltd against the Thessaloniki Court of Appeal's decision rejecting its claim for agency fees. The appellant argued the lower court failed to apply mandatory contract interpretation rules regarding gaps and ambiguities in the maritime agency agreement. The court found the lower court had correctly applied Articles 173 and 200 of the Civil Code to determine the parties' true intent, rendering the appeal arguments baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals for substantive law violations, confirming that lower courts must apply mandatory interpretation rules when gaps or ambiguities exist in contracts, and that failure to do so constitutes a ground for appeal.

Keywords

AI generated
maritime agency fees contract interpretation rules gaps and ambiguities substantive law violation civil procedure appeal true intent of parties Civil Code provisions

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 19 of the Code of Civil Procedure
Article 173 of the Civil Code
Article 200 of the Civil Code
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1988 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1988/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Τoυ αναιρεσείοντος: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "NAFTILOS MARITIME LTD (ΝΑΥΤΙΛΟΣ ΜΑΡΙΤΑΙΜ ΕΠΕ)" που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπείται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μπακαμήτσο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Εταιρείας με την επωνυμία "REGINA SHIP MANAGEMENT CY LTD" που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Γ. Λ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Θεοδώρα Μονοχάρτζη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-3-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22195/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 1549/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 10-9-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού, ανέγνωσε την από 1-10-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Με την από 10-9-2012 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1549/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με αυτή, αφού έγινε δεκτή η έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη 22195/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και απορρίφθηκε στη συνέχεια κατ' ουσίαν η αγωγή αυτής με την οποία ζητούσε την καταβολή από τους αναιρεσίβλητους ποσού 78.778,04 ευρώ, εντόκως, ως υπολοίπου αμοιβής της για τις προσφερθείσες υπηρεσίες πρακτόρευσης πλοίων, που εκμεταλλεύονταν οι αναιρεσίβλητοι. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

ΙΙ) Ο εκ του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ πρέπει να εφαρμοσθεί, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως ? η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006 , ΑΠ 70/2013). Ο δε εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 30/1997, Ολ. ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΚΙΝΔ προκύπτει, ότι ο Κώδικας διακρίνει τρία πρόσωπα, των οποίων το ενδιαφέρον αναφέρεται στο πλοίο και ειδικότερα στο πλοίο που ενεργεί ναυτιλιακές "επί κέρδει" εργασίες: 1) τον κύριο του πλοίου, που απλώς έχει την κυριότητα, χωρίς συγχρόνως και να εκμεταλλεύεται το πλοίο, 2) τον πλοιοκτήτη, στο πρόσωπο του οποίου συμπίπτουν κυριότητα και εκμετάλλευση του πλοίου και 3) τον εφοπλιστή, δηλαδή εκείνον, που εκμεταλλεύεται για λογαριασμό του πλοίο, που ανήκει σε άλλον (ΑΠ 48/1988).

Η εκμετάλλευση αυτή μπορεί να στηρίζεται είτε σε έννομη σχέση εμπράγματη ή ενοχική (επικαρπία, μίσθωση κ.λπ.), είτε σε απλή πραγματική κατάσταση. Βασική πάντως προϋπόθεση του εφοπλισμού είναι ότι ο εφοπλιστής έχει τη βούληση να ασκεί και ασκεί όντως για λογαριασμό του τη ναυτιλιακή επιχείρηση που συγκροτεί το πλοίο και, εκτός από την απόλαυση των κερδών επωμίζεται απεριόριστα και τον οικονομικό κίνδυνο από την εκμετάλλευσή του.

Σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις ο εφοπλιστής οφείλει να δηλώσει στη λιμενική αρχή του τόπου νηολόγησης από κοινού με τον κύριο του πλοίου, ότι ο πρώτος θα εκμεταλλεύεται τούτο για δικό του λογαριασμό. Εάν δεν γίνει η δήλωση αυτή, παράγεται μαχητό τεκμήριο ότι ο κύριος του πλοίου εκμεταλλεύεται το πλοίο για δικό του λογαριασμό, ότι δηλαδή είναι πλοιοκτήτης.

Το τεκμήριο όμως αυτό είναι, όπως προαναφέρθηκε, μαχητό και δύναται να αποκρουσθεί από εκείνον που έχει έννομο συμφέρον, αν αυτός αποδείξει την εκμετάλλευση του πλοίου από τρίτον. Είναι δε ζήτημα πραγματικό σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ποιος πράγματι έχει την εκμετάλλευση του πλοίου, δηλαδή ο κύριος αυτού ή τρίτος. (Ολ.

Α.Π. 5/1996 , ΑΠ 5/2009) . Στη σύγχρονη εποχή παρουσιάζουν ιδιαίτερη διάδοση οι συμβάσεις διαχείρισης πλοίων άλλων. Ειδικότερα έχουν εμφανισθεί οι εξής μορφές τέτοιων συμβάσεων: α) οι συμβάσεις τεχνικής διαχείρισης πλοίων άλλων, στις οποίες τρίτο πρόσωπο εκτός του πλοιοκτήτη αναλαμβάνει τη συντήρηση, τον εξοπλισμό και την επάνδρωση του πλοίου και β) οι συμβάσεις τεχνικής και εμπορικής διαχείρισης πλοίων άλλων, στις οποίες τρίτο πρόσωπο εκτός του πλοιοκτήτη έχει επιπλέον την επιμέλεια της εκναύλωσης, της είσπραξης των ναύλων, της πληρωμής των εξόδων και της συναγωγής των οικονομικών αποτελεσμάτων τους.

Έτσι έχουν δημιουργηθεί εταιρίες, οι οποίες κύριο, αν όχι αποκλειστικό, σκοπό έχουν να διαχειρίζονται τα πλοία άλλων. Η ενοχική σχέση που συνδέει το διαχειριστή και τον πλοιοκτήτη είναι μίσθωση ανεξάρτητων υπηρεσιών, στην οποία εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του ΑΚ για την εντολή. Ο διαχειριστής συναλλάσσεται με τους ενδιαφερομένους για το πλοίο τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του πλοιοκτήτη, είναι δηλαδή άμεσος αντιπρόσωπός του.

Κατά συνέπεια, τα έννομα αποτελέσματα κάθε δικαιοπραξίας, που επιχειρεί ο διαχειριστής στο πλαίσιο της γενικής ή ειδικής εξουσίας του, αφορούν ευθέως τον πλοιοκτήτη (άρθρο 211 ΑΚ). Ο πλοιοκτήτης είναι το υποκείμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τις δικαιοπραξίες που ενεργεί ο διαχειριστής με την ιδιότητά του αυτή, αυτός ενέχεται έναντι των δανειστών για τις απαιτήσεις που δημιουργούνται από τις δικαιοπραξίες αυτές.

Εφόσον λοιπόν ο διαχειριστής ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του πλοιοκτήτη, δεν καθίσταται υποκείμενο κάθε δικαιοπραξίας συναπτόμενης με την ιδιότητα του αυτή και κατ` επέκταση δεν ενέχεται ο ίδιος για την εκπλήρωσή της. Έχει προσωπική ευθύνη μόνο, όταν δεν δηλώνει ρητά ότι ενεργεί για τον πλοιοκτήτη και δεν προκύπτει από τις περιστάσεις ότι επιχειρεί τη σχετική δικαιοπραξία γι` αυτόν (ΑΠ 57/2002, ΑΠ 476/1991, ΑΠ 1382/1989), καθώς και όταν η δικαιοπραξία υπερβαίνει τα όρια της εξουσίας του.

Ο διαχειριστής διαφέρει από τον εφοπλιστή, ο οποίος εκμεταλλεύεται για τον εαυτό του πλοίο που ανήκει σε άλλον, δηλαδή εκτελεί με ξένο πλοίο ναυτιλιακές εργασίες στο όνομά του και είναι υποκείμενο των σχετικών με την εκμετάλλευση ξένου πλοίου δικαιοπραξιών. Οι διατάξεις των άρθρων 211, 212, 216 ΑΚ εφαρμόζονται και στις εμπορικές σχέσεις, λόγω έλλειψης ειδικών διατάξεων στον Εμπορικό Νόμο.

ΙΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η ενάγουσα, που εδρεύει στη ... και διατηρεί γραφείο και στην ..., αναλαμβάνει, μεταξύ άλλων, κατά το σκοπό της, τη διεξαγωγή, έναντι αμοιβής, ναυτικών υποθέσεων για λογαριασμό πλοιοκτητών ή διαχειριστών πλοίων, κατόπιν συμβάσεων που συνάπτει με αυτούς.

Τον Δεκέμβριο του 2003 κατάρτισε τέτοια σύμβαση με την πρώτη εναγομένη και με βάση αυτήν παρείχε κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2004 έως και το Νοέμβριο του 2008 πρακτορειακές υπηρεσίες σε τρία εμπορικά πλοία ..... Ο δεύτερος εναγόμενος, που είναι ο διαχειριστής της πρώτης εναγομένης, ήταν και ο Γενικός Διευθυντής των ...

πλοιοκτητριών εταιριών, που εδρεύουν στο ... των ΗΠΑ. Τα ως άνω πλοία εκτελούσαν πλόες μεταξύ Μεσογείου και Μαύρης Θάλασσας, μεταφέροντας χύδην φορτία και κυρίως SCRAP και αγκυροβολούσαν σε τουρκικά λιμάνια. Ειδικότερα, η ενάγουσα με βάση τη σύμβαση κατέβαλλε τα έξοδα και τέλη διέλευσης των πιο πάνω πλοίων από τα στενά του Βοσπόρου και παραμονής τους στα τουρκικά λιμάνια, μετρητά στους πλοιάρχους, φαρικά και ναυαγοσωστικά τέλη, επιμελείτο της έκδοσης αδείας ελευθεροκοινωνίας, τις φορτοεκφορτώσεις, δαπανώντας για την καλή εκτέλεση της σύμβασης κατά τη διάρκεια της τετραετούς συνεργασίας της με την πρώτη εναγομένη το ποσό των 2.022.749,34 δολαρίων ΗΠΑ, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι αμοιβές της ενώ, εισέπραξε από αυτήν (πρώτη εναγομένη ) το ποσό των 1.923.489 δολαρίων, με συνέπεια κατά τη λήξη της συνεργασίας τους να οφείλεται το ποσό των 99.260,34 δολαρίων, όπως και η πρώτη εναγομένη ομολογεί.

Περαιτέρω όμως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε, ότι η τελευταία κατά την κατάρτιση της σύμβασης δήλωσε στην ενάγουσα, ότι εκμεταλλεύεται τα πλοία για δικό της λογαριασμό και ότι έχει τη ναυτική διεύθυνση αυτών, όπως αυτή (ενάγουσα) επικαλείται με την αγωγή της, δεδομένου ότι τον ισχυρισμό αυτό δεν επιβεβαίωσε ο μάρτυρας υπάλληλός της.

Ειδικότερα, δεν προέκυψε από τις αποδείξεις, τι συγκεκριμένα δήλωσε η πρώτη εναγομένη σχετικά με τη δραστηριότητά της, στην ενάγουσα όταν απευθύνθηκε σ' αυτήν και της ανέθεσε την εκτέλεση των πιο πάνω υπηρεσιών. Από όλες όμως τις περιστάσεις γίνεται φανερό ότι η πρώτη εναγομένη συμβλήθηκε ως διαχειρίστρια των πλοίων, όπως και η επωνυμία της ( REGINA SHIPMANAGEMENT COMPANY ) δηλώνει ότι είναι.

Η κρίση αυτή στηρίζεται στα εξής δύο αδιαμφισβήτητα γεγονότα: α) Στο γεγονός ότι, καθ' όλη τη διάρκεια της τετραετούς συνεργασίας της με την πρώτη εναγομένη, η ενάγουσα κάθε μήνα εξέδιδε τελικούς λογαριασμούς-χρεωστικά σημειώματα, στους οποίους καταγράφονταν με λεπτομέρεια όλες οι υπηρεσίες που είχε παράσχει και βάσει αυτών αμοιβόταν.

Όλοι αυτοί οι λογαριασμοί και τα αντίστοιχα προς αυτούς ομόλογα έχουν εκδοθεί και απευθυνθεί στις πιο πάνω πλοιοκτήτριες εταιρίες, όπως ακριβώς της υποδείχθηκε να πράξει. Το γεγονός αυτό μαρτυρεί ότι οι πλοιοκτήτριες εταιρίες επωμίζονταν τις δαπάνες, πράγμα, που δεν θα έπρεπε να συμβαίνει εάν εφοπλιστής των πλοίων ήταν η πρώτη εναγομένη.

Το ίδιο αυτό γεγονός αναμφίβολα δεν διέλαθε της προσοχής της ενάγουσας, η οποία διαθέτει εμπειρία στις ναυτιλιακές συναλλαγές και μάλιστα αναλαμβάνει και η ίδια διαχειρίσεις πλοίων, όπως δηλώνεται στα έγγραφά της και συγκεκριμένα στους προαναφερόμενους και προσκομιζόμενους με επίκληση τελικούς λογαριασμούς-χρεωστικά σημειώματα, στους οποίους κάτω από την επωνυμία της αναγράφεται "Ναυτικοί πράκτορες- Μεσίτες ναυτικών εργασιών-Διαχείριση πλοίων ".

Συνεπώς, εάν η πρώτη εναγομένη της είχε δηλώσει ότι ασκεί τον εφοπλισμό των πλοίων, τότε εύλογα θα έπρεπε να είχε διερωτηθεί και διερευνήσει γιατί της ζητείτο να εκδίδει τα εκκαθαριστικά σημειώματα και τιμολόγια επ' ονόματι των πλοιοκτητριών και να παύσει να τα εκδίδει υπό τις επωνυμίες τους. Αφού αυτό δεν έγινε επί τέσσερα συναπτά έτη, σημαίνει ότι η πρώτη εναγομένη ήταν η διαχειρίστρια των πλοίων, ως εκ τούτου συμβαλλόταν για λογαριασμό των πλοιοκτητριών και αυτό ήταν εις γνώση της ενάγουσας, β) Στο γεγονός ότι, δεν αποδεικνύεται να έλαβε χώρα κοινή δήλωση των πλοιοκτητριών και της πρώτης εναγομένης ενώπιον των λιμενικών αρχών των τόπων νηολόγησης των πλοίων, ότι η τελευταία θα εκμεταλλεύεται αυτά για λογαριασμό της.

Όπως στην τρίτη νομική σκέψη αναφέρεται, η παράλειψη της δήλωσης αυτής δημιουργεί μαχητό τεκμήριο ότι οι πλοιοκτήτριες εταιρίες εκμεταλλεύονταν αυτά. Το εν λόγω τεκμήριο, η ενάγουσα είναι αυτή που έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει, ώστε να αποδειχθεί ο ισχυρισμός της ότι η πρώτη εναγομένη εκμεταλλευόταν αυτά για δικό της λογαριασμό...Τέλος, δεν αποδείχθηκε ότι, η πρώτη εναγομένη αναγνώρισε το χρέος της προς την ενάγουσα, η οποία επιχειρεί να αποδείξει τη βάση αυτή της αγωγής της με την επίκληση και προσκομιδή του από 25-2-2009 τηλεομοιοτυπήματος (FAX) που της απέστειλε εκείνη (1η εναγομένη), το περιεχόμενο του οποίου έχει ως ακολούθως: "Αγαπητέ κύριε, Σε συνέχεια της τηλεφωνικής μας επικοινωνίας θα θέλαμε ακόμα μία φορά να σας επισημάνουμε ότι οι πλοιοκτήτες έχουν κάθε πρόθεση να πληρώσουν τα υπολειπόμενα ποσά προς την εταιρεία σας, ελπίζοντας μέχρι τα τέλη Απριλίου, μιας και, το εμπόριο έχει σταματήσει τελείως τους τελευταίους 5 μήνες.

Επίσης προσπαθούν να πουλήσουν ένα πλοίο όπως ήδη γνωρίζετε οπότε έχετε υπομονή και θα εισπράξετε τα χρήματα σας όπως κάνατε πάντα. Μετά τιμής Γ. Λ. ". Από το περιεχόμενο...αυτού προκύπτει ανενδοίαστα, ότι η πρώτη εναγομένη, δια του νομίμου εκπροσώπου της, δεν αναγνωρίζει δικό της χρέος, αλλά ρητά αναφέρεται σε χρέος των πλοιοκτητριών εταιριών, το οποίο και δεν προσδιορίζει ως προς το ύψος του, ώστε να μπορεί να γίνει βάσιμα λόγος για σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους.

Κατ ' ακολουθία, εφόσον αποδεικνύεται ότι η πρώτη εναγομένη δεν ήταν η εφοπλιστής των πλοίων, όπως ενάγεται, αλλά η διαχειρίστρια αυτών, οι έννομες συνέπειες από τη δραστηριότητά της επήλθαν ευθέως στα νομικά πρόσωπα των πλοιοκτητριών, οι οποίες είναι τα υποκείμενα των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων από τη σύμβαση που συνήψε εκείνη υπό αυτήν την ιδιότητά της με την ενάγουσα και επομένως, μη αποδεικνυομένης της παθητικής της νομιμοποίησης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή".

ΙV) Υπό τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο, δεχόμενο ότι τα έννομα αποτελέσματα των επίδικων δικαιοπραξιών, που επιχείρησε η 1η αναιρεσίβλητη, δέσμευαν τις πλοιοκτήτριες εταιρείες και όχι τους αναιρεσίβλητους, εφόσον η 1η αναιρεσίβλητη συνεβλήθη με την αναιρεσείουσα ως διαχειρίστρια των πλοίων, την εκμετάλλευση των οποίων είχαν οι πλοιοκτήτριες εταιρείες για λογαριασμό των οποίων ενεργούσαν οι αναιρεσίβλητοι (και την οφειλή των οποίων παραδέχθηκε η πρώτη εξ αυτών) ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 211 , 212 και 216 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. V) Οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, που υπάρχει κενό στη σύμβαση ή αμφιβολία για τις βουλήσεις, που δηλώθηκαν. Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Η διαπίστωση αυτή μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει εμμέσως, όταν, παρά την μη ρητή αναφορά της διαπίστωσης, ή ακόμα και παρά την ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης. Αν, παρά την άμεση ή έμμεση αυτή διαπίστωση της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας, το δικαστήριο της ουσίας δεν προσφύγει στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες για να ανεύρει την αληθή βούληση των συμβληθέντων, παραβιάζει, με τη μη εφαρμογή τους, τους κανόνες αυτούς.

Περίπτωση δε τέτοιας έμμεσης, αλλά σαφούς, διαπίστωσης περί ύπαρξης κενού σε κάποια σύμβαση ή αμφιβολίας ως προς τις βουλήσεις των συμβληθέντων, συντρέχει, μεταξύ άλλων και όταν το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσης του για τη μορφή και το περιεχόμενο κάποιας σύμβασης, καταφεύγει σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία, που βρίσκονται εκτός του συμβολαίου ή γενικώς του εγγράφου, με το οποίο καταρτίσθηκε η σύμβαση.

Εξάλλου, αν παραβιάστηκαν, ευθέως ή εκ πλαγίου, οι ερμηνευτικοί ως άνω κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύονται, αντιστοίχως, λόγοι αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. Με τον δεύτερο λόγο της αίτησής της η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι, αν και διαπίστωσε κενό και υπήρξε αμφιβολία ως προς το εάν η 1η αναιρεσίβλητη ενεργούσε κατά τη σύναψη της σύμβασης πρακτόρευσης για δικό της λογαριασμό ή ως αντιπρόσωπος των πλοιοκτητριών εταιρειών, δεν προσέφυγε στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος , διότι, όπως προκύπτει από την απόφαση, μολονότι δεν αναφέρθηκε ρητώς στους νομικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, σαφώς προσέφυγε σ' αυτούς και με βάση αυτούς κατέληξε στο σχετικό αποδεικτικό του πόρισμα, διαλαμβάνοντας αναλυτικές περί τούτου σκέψεις και επιχειρήματα. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να εισαχθεί το καταβληθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 1παρ. 2 Ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος 2-4-2012) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-9-2012 αίτηση για αναίρεση της 1549/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουλίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ