Legislator Case Law & Legislation
1988/2013 AI generated

Supreme Court dismisses hospital's appeal on medical malpractice liability, upholding lower court's finding of negligence.

Case Number 1988/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the General Papageorgiou Hospital's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment. The hospital argued the doctor acted for its benefit rather than as a public official, but the court found the appeal arguments under Articles 559(8) and 559(10) of the Code of Civil Procedure were baseless. The court ruled that the critical issue was the doctor's status as an agent of the hospital, not public employee status, and rejected the request to suspend proceedings for a preliminary question to the Council of State.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 559(10) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible when the appellate court correctly considered facts proposed in the original suit and relied on evidence presented by the parties without accepting unproven facts.

Keywords

AI generated
medical malpractice liability agency relationship public official status appeal admissibility Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 922 of the Civil Code
Articles 299, 330(b), 914, and 932 of the Civil Code
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10)(a) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1988 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1988/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Χαραλαμπία Σίμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαϊου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ", που εδρεύει στο Δήμο Νέας Ευκαρπίας Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Γεωργιάδη .

Της αναιρεσιβλήτου: Α. χήρας Ι. Κ., το γένος Σ. Τ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δεβελάσκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3-2-2006, 5-9-2007 και την 25-9-2007 προσεπικλήσεις- παρεμπίπτουσες αγωγές που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21412/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 894/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 31-5-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Χαραλαμπία Σίμου, ανέγνωσε την από 10-5-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 299, 330 εδ. β, 914 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, σε περίπτωση προκλήσεως σωματικής βλάβης από αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος, η ευθύνη του προστήσαντος προς αποκατάσταση της ζημίας και της ηθικής βλάβης του παθόντος προϋποθέτει:

α) σχέση προστήσεως, β) παράνομη και υπαίτια (άρα και αμελή) συμπεριφορά του προστηθέντος, τελούσα σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την επέλευση της σωματικής βλάβης και γ) εσωτερική αιτιώδη σχέση μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς και της εκτελέσεως της ανατεθειμένης στον προστηθέντα υπηρεσίας. Σχέση προστήσεως υπάρχει όταν, στο πλαίσιο υφιστάμενης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσεως, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσεως, η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών, κοινωνικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και κατά τη οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου.

Πάντως, όταν η εκτέλεση μιας υπηρεσίας έχει ανατεθεί σε πρόσωπα με εξειδικευμένες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, ο άνω έλεγχος δεν είναι απαραίτητο να εκτείνεται στον τρόπο εργασίας των εν λόγω προσώπων, ως προς τον οποίο άλλωστε ο κύριος της υποθέσεως, ελλείψει των σχετικών γνώσεων, δεν είναι σε θέση να τα ελέγξει, αλλά μπορεί και αρκεί (ο έλεγχος) να αφορά στην παροχή οδηγιών, έστω και γενικού περιεχομένου, ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους λοιπούς όρους εργασίας των ειδικευμένων προσώπων.

Ειδικότερα, στην περίπτωση νοσηλείας ασθενούς από ιατρό σε νοσηλευτικό ίδρυμα, αρκεί, για τον χαρακτηρισμό του τελευταίου ως προστήσαντος, η εκ μέρους του παροχή γενικών μόνο οδηγιών στον ιατρό, ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους όρους εργασίας του τελευταίου. Και τούτο, γιατί η παροχή ειδικών οδηγιών στον ιατρό για τον τρόπο διενέργειας των ιατρικών πράξεων (διαγνωστικών ή θεραπευτικών) δεν είναι δυνατή, αφού, όπως προκύπτει από το άρθρο 24 του α.

ν. 1565/1939 "περί κωδικός ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", ο ιατρός είναι υποχρεωμένος, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, να ενεργεί όχι σύμφωνα με τις τυχόν ειδικές αυτές οδηγίες, αλλά σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, ήτοι τα διδάγματα της εν λόγω επιστήμης και την αποκτηθείσα συναφώς ειδική πείρα (Α.Π. 181/2011, Α.Π. 1362/2007, Α.Π. 1226/2007).

Η έννοια της πρόστησης είναι νομική και υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου η κρίση για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγτως δεκτά συνιστούν την έννοια της πρόστησης (Α.Π. 639/1996). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 1964/1991 "Κύρωση σύμβασης μεταξύ του Δημοσίου- Ιδρύματος Παπαγεωργίου", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 2618/1998 ιδρύεται νομικό πρόσωπο Ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου" και με έδρα τη Θεσσαλονίκη, το οποίο απολαύει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας και λειτουργεί με βάση τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζεται διαφορετικά στις διατάξεις της παρούσας σύμβασης (παρ. 1). "Το Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου είναι κοινωφελές και δεν μπορεί να μετατραπεί σε κερδοσκοπική επιχείρηση που έχει σκοπό το κέρδος.

Τα πάσης φύσεως έσοδα του θα διατίθενται για την κάλυψη των λειτουργικών του δαπανών, τη συντήρηση, ανανέωση και εκσυγχρονισμό του ιατρικού και λοιπού εξοπλισμού του. Τυχόν πλεόνασμα θα διατίθεται στο Ελληνικό Δημόσιο. Το Νοσοκομείο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, ο οποίος ασκεί και τις αρμοδιότητες του Α.Ν. 2039/1939". (παρ. 2).

Με το άρθρο 27 του Ν. 2737/1999 προστέθηκε στο άρθρο 14 του Ν. 1964/1991 παράγραφος 5, με τα εδάφια α' έως ζ' της οποίας ορίζονται τα εξής: "Στο Γ.Π.Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ μπορεί να εγκαθίστανται και να λειτουργούν Τμήματα και Μονάδες Νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ. που στελεχώνονται με ιατρικό και λοιπό προσωπικό που υπηρετεί σ' αυτά ή με προσωπικό άλλων νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ.

που μεταφέρεται στα τμήματα αυτά, μετά από αίτηση τους. Η εγκατάσταση γίνεται με αποφάσεις του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας που εκδίδονται εντός έτους από την έναρξη ισχύος του παρόντος μετά από σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Γ.Π.Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ και γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Νοσοκομείου που υπάγεται το Τμήμα ή η Μονάδα ή το προσωπικό καθώς και του Συντονιστικού Συμβουλίου του Συγκροτήματος Θεσσαλονίκης.

Τα Τμήματα και οι Μονάδες εντάσσονται στον αντίστοιχο τομέα του Γ.Π.Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ και αποτελούν Τμήματα του. Το ιατρικό και λοιπό προσωπικό που υπηρετεί στα τμήματα αυτά εξακολουθεί να κατέχει τις θέσεις του στο Νοσοκομείο στο οποίο υπάγεται οργανικά. Το ιατρικό και λοιπό προσωπικό θεωρείται ότι βρίσκεται σε οργανική θέση με το Γ.Π.Ν.

ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ και υπάγεται στη δικαιοδοσία, τον επιστημονικό και ιεραρχικό έλεγχο των αρμόδιων οργάνων του. Προσωπικό που υπηρετεί σε τμήμα που έχει εγκατασταθεί στο Γ.Π.Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ μπορεί μετά πάροδο πενταετίας από την απόφαση της εγκατάστασης να επιστρέψει στο Νοσοκομείο όπου υπάρχει η οργανική του θέση μετά από αίτηση του.

Οι τακτικές αποδοχές μισθοδοσίας του ανωτέρω προσωπικού εξακολουθούν να καταβάλλονται από το νοσοκομείο που προέρχεται. Η αποζημίωση για πρόσθετες αμοιβές του παραπάνω προσωπικού, για εφημερίες, εργασία εξαιρέσιμων ημερών, νυχτερινών ωρών, υπηρεσιακή απασχόληση προς συμπλήρωση του υποχρεωτικού ωραρίου, καθώς και για υπερωριακή ή εποχιακών απασχόληση κάλυψη έκτακτων προς υπηρεσιακών την ίδια αναγκών καθορίζεται με την ίδια διαδικασία που ακολουθείται και για τα νοσοκομεία του ΕΣΥ και καταβάλλεται από το Γ.Π.Ν.

του ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγονται τα εξής: Το Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ αποτελεί, κατά τον συστατικό του νόμο, αμιγές νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, το οποίο απολαμβάνει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας και λειτουργεί με βάση τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας, πλην των προβλεπομένων στον ίδιο ως άνω νόμο εξαιρέσεων, στο απασχολούμενο δε από αυτό ιατρικό προσωπικό μπορεί να ενταχθούν με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας ιατροί του Ε.Σ.Υ., οι οποίοι, ναι μεν εξακολουθούν να κατέχουν τις θέσεις τους στα νοσοκομεία (ΝΠΔΔ) , στα οποία υπάγονται οργανικά, αφού δύνανται να επανέλθουν σ' αυτά μετά πάροδο πενταετίας, πλην όμως από την ένταξη τους στο ιατρικό προσωπικό του Γ.Π.Ν.

ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ τελούν πλέον σε οργανική σχέση μ'αυτό, υπαγόμενοι στη δικαιοδοσία και στον επιστημονικό και ιεραρχικό έλεγχο των αρμοδίων οργάνων του. Κατά την παροχή συνεπώς των ιατρικών υπηρεσιών τους στο τελευταίο, το οποίο έχει εξαιρεθεί από το ΕΣΥ (άρθρο 13 παρ.11 του ν. 2889/2001), δεν εκπληρώνουν δημόσια υπηρεσία ή υπηρεσία ν.

π. δ. δ., ώστε να ανακύπτει ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου έναντι του παθόντος κατά τις διατάξεις των άρθρων 85, 86 του Υπαλληλικού Κώδικα και 105, 106 Εισ.ΝΑΚ, αλλά υπηρεσία του ν.π.ι.δ., το οποίο, εφόσον προκύπτει ότι παρέχει στον ιατρό γενικές οδηγίες ως προς τον τρόπο και χρόνο της παροχής των υπηρεσιών του, θεωρείται ότι "προέστησε" αυτόν στην υπηρεσία του κατά την έννοια του άρθρου 922 του Α.Κ.

και ευθύνεται έναντι του παθόντος για την αδικοπρακτική συμπεριφορά του ιατρού κατά την παροχή των υπηρεσιών του στο νοσοκομείο. Το γεγονός ότι ο ιατρός εξακολουθεί να κατέχει την οργανική θέση του στο δημόσιο νοσοκομείο από το οποίο προέρχεται και να λαμβάνει από αυτό τις τακτικές αποδοχές του δεν αποτελούν στοιχεία που καθορίζουν τη συνδέουσα αυτόν με το νοσοκομείο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ σχέση και δεν αποκλείουν την μεταξύ τους σχέση πρόστησης, αφού, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, αυτή μπορεί να υφίσταται όταν, στο πλαίσιο υφιστάμενης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσεως, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσεως, η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση όχι μόνο των επαγγελματικών και οικονομικών συμφερόντων του πρώτου, αλλά και των κοινωνικών ή άλλων συμφερόντων του, και κατά τη οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου.

Στην προκειμένη υπόθεση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, τα εξής: "Στα πλαίσια της... διατάξεως του άρθρου 14 παρ. 5 του Ν. 1964/1991, που προστέθηκε με το άρθρο 27 του Ν. 2737/1999, η Ορθοπεδική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ", που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), ενταγμένο στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (Ε.Σ.Υ.) (προσεπικαλούμενο - παρεμπιπτόντως εναγόμενο, ήδη εφεσίβλητο), εντάχθηκε, το έτος 1999, με την υπ' αρ.

ΑΓ/12291/11-11-1999 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, στο δεύτερο εναγόμενο - προσεπικαλούν - παρεμπιπτόντως ενάγον, "Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ", ήδη εκκαλούν - εφεσίβλητο, το οποίο, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, λειτουργεί δε με βάση τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας.

Εξάλλου, ο πρώτος εναγόμενος προσεπικαλών - παρεμπιπτόντως ενάγων, Κ. Α. του Λ., ήδη εκκαλών - εφεσίβλητος, είναι ιατρός με ειδικότητα στη χειρουργική ορθοπεδική, αναπληρωτής διευθυντής της Ορθοπεδικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ", από την ένταξη δε της ως άνω κλινικής του τελευταίου στο δεύτερο εναγόμενο (νοσοκομείο "ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ"), με την υπ' αρ.

Α1α/12291/11-11-1999 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας παρείχε εκεί τις ιατρικές του υπηρεσίες, ευρισκόμενος πλέον σε οργανική σχέση με αυτό, υπαγόμενος στη δικαιοδοσία και τον επιστημονικό και ιεραρχικό έλεγχο των αρμοδίων οργάνων του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 27 του Ν. 2737/1999, χωρίς να αναιρείται το γεγονός αυτό από το εξακολούθησε να διατηρεί την οργανική του θέση στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ", από το οποίο του καταβάλλονταν οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του, και στο οποίο μπορούσε να επιστρέψει πέντε έτη μετά την έκδοση της ως άνω υπουργικής απόφασης, τις πρόσθετες αμοιβές του όμως, για εφημερίες, εργασία εξαιρέσιμων ημερών, νυχτερινών ωρών και υπερωριακή απασχόληση προς κάλυψη έκτακτων ή εποχιακών υπηρεσιακών αναγκών, του κατέβαλε το δεύτερο εναγόμενο, δηλαδή το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ".

Περαιτέρω... προέκυψε ότι, η ενάγουσα... 19 Δεκεμβρίου 2001, ηλικίας, τότε, τριάντα ενός (31) ετών... τραυματίστηκε, λόγω πτώσεως της στο έδαφος, και διακομίστηκε στο δεύτερο εναγόμενο όπου και διαπιστώθηκε ότι το δεξιό κάτω άκρο της είχε υποστεί τέσσερα (4) συντριπτικά κατάγματα στην κνήμη και στην περόνη. Αμέσως εισήχθη στο χειρουργείο του ανωτέρω νοσοκομείου και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση από τον πρώτο εναγόμενο (Κ.

A.)... Συγκεκριμένα, η ενάγουσα υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση εσωτερικής οστεοσύνθεσης με τη χρήση στην κνήμη δύο πλακών, πέντε και επτά οπών με τις αντίστοιχες βίδες, και στην περόνη ενός ενδομυελικού ήλου, τύπου "RASH", παρέμεινε δε νοσηλευόμενη μέχρι 25 Δεκεμβρίου 2001 στο δεύτερο εναγόμενο, οπότε και έλαβε εξιτήριο, με τη σύσταση λήψης αντιβίωσης, ύστερα από σχετική εντολή του τότε Διευθυντή του Ορθοπεδικού Τμήματος του (δεύτερου εναγομένου), Γ.

Π., καθόσον ο θεράπων ιατρός της ενάγουσας, πρώτος εναγόμενος, απουσίαζε με άδεια. Στις 31 Δεκεμβρίου 2001 και 7 Ιανουαρίου 2002 η ενάγουσα επισκέφθηκε τα εξωτερικά ιατρεία του ορθοπεδικού τμήματος του δεύτερου εναγομένου, όπου υποβλήθηκε σε αλλαγές επίδεσης του τραύματος και των ραμμάτων από τον πρώτο εναγόμενο.

Στις 12 Ιανουαρίου 2002 η ενάγουσα εμφάνισε υψηλό πυρετό, ενώ παράλληλα διαπίστωσε ότι οι επίδεσμοι του τραύματος της άρχισαν να εμποτίζονται με υγρό, που περιείχε και αίμα, αμέσως δε ενημέρωσε τηλεφωνικώς, δια του συζύγου της Ι. Κ., τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος, παρά τα ως άνω, ενδεικτικά για μόλυνση του τραύματος, συμπτώματα, δεν συνέστησε την άμεση εξέταση της, αλλά εκτιμώντας ότι μάλλον πρόκειται για ίωση του αναπνευστικού, την συμβούλευσε να εξεταστεί από ιατρό παθολόγο και της συνέστησε τη λήψη αντιβίωσης Fucidin.

Κατά την προγραμματισμένη για την τρίτη αλλαγή της επίδεσης του τραύματος ημέρα, στις 14 Ιανουαρίου 2002, η ενάγουσα επισκέφθηκε τα εξωτερικά ιατρεία του ορθοπεδικού τμήματος του δεύτερου εναγομένου, οπότε ο πρώτος εναγόμενος (Κ. Α.) διέγνωσε μόλυνση του τραύματος, αφού κατά μήκος της χειρουργικής τομής είχαν ανοίξει τρεις οπές, από τις οποίες εκκρίνονταν δύσοσμα υγρά και πύον, ενώ επιπλέον και οι πλάγιες ουλές ήταν μελανού χρώματος και είχαν αρχίσει να "ανοίγουν", με έκκριση και από αυτές διάφορων υγρών.

Παρά ταύτα, ο πρώτος εναγόμενος διενήργησε και πάλι μόνο απλή αλλαγή της επίδεσης του τραύματος της ενάγουσας, χωρίς να υποβάλει αυτήν στον ενδεδειγμένο στις περιπτώσεις μετεγχειρητικής μόλυνσης, κατά τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης, βαθύ χειρουργικό καθαρισμό του τραύματος, για την έγκαιρη αντιμετώπιση του μετεγχειρητικού αυτού προβλήματος, ώστε να αποσοβηθεί περαιτέρω βλάβη.

Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η ως άνω μετεγχειρητική επιπλοκή, η οποία με βάση τις παραπάνω ενδείξεις είναι αποτέλεσμα της λοίμωξης του τραύματος, είναι μία από τις πιθανές, έστω και σε μικρό ποσοστό, μετεγχειρητικές επιπλοκές, οι οποίες είναι γνωστές εκ των προτέρων στο χειρουργό ιατρό. Επιπλέον, κατά την ως άνω προγραμματισμένη, για την τρίτη αλλαγή της επίδεσης του τραύματος της ενάγουσας, στις 14 Ιανουαρίου 2002, ο πρώτος εναγόμενος έλαβε έκκριμα, το οποίο απέστειλε για καλλιέργεια στο μικροβιολογικό τμήμα του δεύτερου εναγομένου, από την καλλιέργεια δε του εκκρίματος αυτού απομονώθηκε ο νοσοκομειακός ιός "enterobacter cloacae"...

οποίος έχει χρόνο επώασης δέκα με δεκαπέντε ημέρες ..., ως

εκ τούτου δε είχε ήδη εγκατασταθεί στο τραύμα της ενάγουσας, όταν για πρώτη φορά παρατηρήθηκε η εκροή υγρών. Μετά τη διαπίστωση αυτή ο πρώτος εναγόμενος χορήγησε στην ενάγουσα αντιβίωση "ciproxin" και στις 16-1-2002, για πρώτη φορά, διενήργησε χειρουργικό καθαρισμό του τραύματος στα εξωτερικά ιατρεία του δεύτερου εναγομένου, συνιστώντας παράλληλα στην ενάγουσα να υποβληθεί σε αγωγή υπερβαρικού οξυγόνου για τη επούλωση του τραύματος της.

Ωστόσο, ο ως άνω χειρουργικός καθαρισμός δεν διενεργήθηκε σε βάθος, όπως ενδείκνυται ιατρικά για τη ριζική αντιμετώπιση της μετεγχειρητικής μόλυνσης, συγκεκριμένα δε με διάνοιξη του τραύματος, αφαίρεση των νεκρωμένων ιστών για την αποβολή των σημείων της λοίμωξης, έλεγχο της σταθερότητας των υλικών οστεοσύνθεσης και των σημείων επαφής τους με το οστό και ενδεχομένως αφαίρεση αυτών, σε περίπτωση διαβρώσεώς τους, αλλά διενεργήθηκε επιφανειακά, με αφαίρεση μαλακών μορίων...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, ακολουθώντας τις υποδείξεις του θεράποντος ιατρού της, πρώτου εναγομένου (Κ. Α.), υπερβλήθη στην εν λόγω θεραπεία, κατά το χρονικό διάστημα από 19 Ιανουαρίου 2002 έως και 28 Ιανουαρίου 2002, στο Τμήμα Υπερβαρικής του Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "ΑΓΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ", κατά την πρώτη δε επίσκεψη της σ' αυτό, πριν την έναρξη των συνεδριών, οι ιατροί του ανωτέρω νοσοκομείου διαπίστωσαν ότι, παρά τη λήψη αντιβίωσης "ciproxin", έφερε στην πρόσθια επιφάνεια της κνήμης πέντε τουλάχιστον ελλείμματα δέρματος, διαφορετικού μεγέθους (από 1 έως και 7 εκατοστά του μέτρου), μέσα από τα οποία διακρίνονταν ευκρινώς τένοντες και μυϊκές δεσμίδες, μερικές από τις οποίες είχαν εικόνα αρχόμενης ισχαιμίας, ενώ παράλληλα εξερχόταν άφθονο οροπυώδες υγρό και υπήρχαν σαφή στοιχεία αρχόμενης σήψης περιτονιών...

Οι ανωτέρω συνεδρίες ουδόλως βοήθησαν την ενάγουσα στην επούλωση του τραύματος της, αφού η πληγή αντί να "κλείνει", "άνοιγε" συνεχώς σε σημείο μάλιστα αποκάλυψης του οστού της κνήμης, στο οποίο είχε ήδη επεκταθεί η μόλυνση. Λόγω της συνεχούς επιδείνωσης της κατάστασης του τραύματος της η ενάγουσα στις 25 Ιανουαρίου 2002 επισκέφθηκε τον ορθοπεδικό χειρουργό Γ.

Π., στο ιδιωτικό του ιατρείο, ο οποίος, μετά από την εξέταση του τραύματος της, το οποίο ήταν "ανοικτό", κατά μήκος δώδεκα εκατοστών του μέτρου, με αποκαλυμμένο το οστό της κνήμης και πυορροούσε, διέγνωσε σοβαρού βαθμού μετεγχειρητική λοίμωξη. Ο ανωτέρω ιατρός (Γ. Π.) επικοινώνησε τηλεφωνικώς αυθημερόν με τον πρώτο εναγόμενο, τονίζοντας του ότι η ενάγουσα έπρεπε να εισαχθεί αμέσως στο χειρουργείο, πλην όμως ούτε τότε αυτός (πρώτος εναγόμενος) διενήργησε βαθύ χειρουργικό καθαρισμό, αναφέροντας στην ενάγουσα την επόμενη ημέρα που τον επισκέφθηκε στα εξωτερικά ιατρεία του δευτέρου εναγομένου ότι ο ίδιος θα κρίνει αν και πότε θα παραστεί ανάγκη χειρουργείο...

Στις 28 Ιανουαρίου 2002 η ενάγουσα, βλέποντας τη συνεχή επιδείνωση του τραύματος της και την ολιγωρία του πρώτου εναγομένου να το αντιμετωπίσει χειρουργικά, εισήχθη για νοσηλεία στο Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ". Κατά την είσοδο της στην Α' Ορθοπεδική Κλινική του Α.Π.Θ., που στεγάζεται στο ως άνω νοσοκομείο, το χειρουργηθέν προ σαράντα (40) ημερών περίπου κάταγμα κνήμης - περόνης παρουσίαζε μετατραυματική λοίμωξη και εμφάνιζε εκτεταμένο έλλειμμα από το μέσο τριτημόριο της κνήμης έως την ποδοκνημική, εκτεταμένες νεκρώσεις του τένοντος του προσθίου κνημιαίου και αποκαλυμμένα τα υλικά οστεοσύνθεσης και το αντίστοιχο τμήμα του οστού, το οποίο είχε όψη νεκρωτική.

Η ενάγουσα νοσηλεύθηκε στην ως άνω Α' Ορθοπεδική Κλινική του Α.Π.Θ. του Γενικού Περιφερειακού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ" έως την 1 Μαρτίου 2002, αφού δε της χορηγήθηκε αμέσως ενδοφλέβια αντιβίωση, υποβλήθηκε, προς αποφυγή, κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή, ακρωτηριασμού του δεξιού κάτω άκρου της, δύο φορές σε χειρουργικό καθαρισμό του τραύματος και οστεομεταφορά, από τους ιατρούς Ι.

Χ. και Γ. Π.... Στις 18 Φεβρουαρίου 2002 διενεργήθηκε στην ενάγουσα, επίσης υπό γενική αναισθησία, νέος χειρουργικός καθαρισμός, εκτομή του περιφερειακού τμήματος της κνήμης, αφαίρεση τμήματος οστού μήκους 4,5 εκατοστών του μέτρου, τοποθέτηση βελονών Orthofix στον δεξιό αστράγαλο, οστεοτομία δεξιάς κνήμης στο άνω τριτημοριό της, προετοιμασία του αστραγάλου για την μετέπειτα προσάραξη της κνήμης, σύγκλειση με Vicryl 0 και Prolene 2 -0 και τοποθέτηση ΚΠΔ νάρθηκα (βλ.

την από 27-5-2005 ιατρική βεβαίωση του Γ.Π.Ν. "ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ"). Η ενάγουσα νοσηλεύθηκε εκ νέου στο ανωτέρω νοσοκομείο από 26 Ιουνίου 2002 έως 5 Ιουλίου 2002, όπου την 1-7-2002 υποβλήθηκε σε τρίτη χειρουργική επέμβαση αποκατάστασης της περίσφιγξης, προς διευκόλυνση της συνέχισης της οστεομεταφοράς, ενώ νοσηλεύθηκε και από 27 Αυγούστου 2003 έως 24 Οκτωβρίου 2003, υποβληθείσα την 1 Σεπτεμβρίου 2003 σε τέταρτη χειρουργική επέμβαση, κατά την οποία διενεργήθηκε χειρουργικός καθαρισμός του έλκους της δεξιάς πτέρνας και νεαροποίηση των χειλέων του, ανασήκωμα δερμοπεριτοναϊκού κρημνού από το μέσο της οπίσθιας έσω επιφάνειας της αριστεράς γαστροκνημίας, λήψη δερματικού μοσχεύματος από τον αριστερό μηρό και κάλυψη της δότριας περιοχής της αριστεράς γαστροκνημίας, καθώς και κάλυψη του ελλείμματος της δεξιάς πτέρνας με τον δερμοπεριτοναϊκό κρημνό (βλ.

τις από 27-5-2005 ιατρικές βεβαιώσεις του Γ.Π.Ν. "ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ"). Παρά τις ως άνω χειρουργικές επεμβάσεις η ενάγουσα εξακολουθεί να εμφανίζει βράχυνση του δεξιού κάτω άκρου της και συνακόλουθα έντονη χωλότητα, έχοντας υποστεί βαριά σωματική βλάβη και μόνιμη αναπηρία σε ποσοστό 66% (βλ. την υπ' αρ. 30/2-4-2007 γνωμάτευση του ΙΚΑ), στο μέλλον δεν θα είναι σε θέση να πραγματοποιήσει οποιαδήποτε κίνηση με το πέλμα του δεξιού κάτω άκρου της, το οποίο επιπροσθέτως έχει παραμορφωθεί σε μεγάλο βαθμό και δεν πρόκειται να επανέλθει αισθητικά...με πιθανό πάντοτε κίνδυνο υποτροπής ή μελλοντικής επιπλοκής.

Με βάση παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, σε συνδυασμό με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο IV νομική σκέψη, η προκληθείσα στην ενάγουσα ως άνω βαριά σωματική βλάβη οφείλεται σε παράνομη και υπαίτια (αμελή) συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου (Κ. Α.), ο οποίος με την ιδιότητα του ιατρού - ορθοπεδικού χειρουργού, θεράποντος αυτής (ενάγουσας), παρέλειψε να ενεργήσει σύμφωνα με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο από την ιατρική επιστήμη καθήκον μέριμνας και επιμελείας.

Ειδικότερα, ενώ ο πρώτος εναγόμενος με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, λόγω του επαγγέλματος του, αλλά και των κλινικών συμπτωμάτων που παρουσίασε η ενάγουσα (πυρετός που δεν υποχωρούσε και συνεχής πυορροή από το τραύμα), είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και να διαγνώσει εγκαίρως τη μόλυνση του τραύματος της τελευταίας, που αποτελεί πιθανή μετεγχειρητική επιπλοκή, γνωστή εκ των προτέρων στο χειρουργό ιατρό, εντούτοις δεν προέβη, ως όφειλε και υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις είχε τη δυνατότητα, αρχικά στην έγκαιρη διάγνωση της ως άνω μετεγχειρητικής επιπλοκής και στη συνέχεια στον ενδεδειγμένο, κατά τις αρχές της ιατρικής επιστήμης, άμεσο βαθύ χειρουργικό καθαρισμό του τραύματος προς ριζική αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού, αλλά αρκέστηκε σε απλές αλλαγές της επίδεσης και των ραμμάτων, ακολούθως δε, μετά από καθυστερημένη διαπίστωση της προερχόμενης από τον ιό "enterobacter cloacae" λοίμωξης, μόνο σε επιφανειακό χειρουργικό καθαρισμό του τραύματος.

Αποτέλεσμα της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς που επέδειξε ο πρώτος εναγόμενος, κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων, ήταν η επέκταση της λοίμωξης στο οστό του δεξιού κάτω άκρου της ενάγουσας και η νέκρωση αυτού, καθώς και των μαλακών μορίων (μυών, τενόντων) που με τη σειρά της, προς αποτροπή του άμεσου κινδύνου ακρωτηριασμού, επέβαλε την αφαίρεση των νεκρωμένων ιστών και του νεκρωμένου τμήματος του οστού, με συνέπεια τη βράχυνση του δεξιού κάτω άκρου κατά 16 εκατοστά του μέτρου και την αισθητική παραμόρφωση αυτού, ως τελούσες σε άμεση και αιτιώδη συνάφεια με την ως άνω περιγραφείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά του (πρώτου εναγομένου)...

Περαιτέρω... προέκυψε ότι, η ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου εκδηλώθηκε κατά την άσκηση των ιατρικών καθηκόντων και υπηρεσιών που προσέφερε ο τελευταίος στο δεύτερο εναγόμενο...στο ιατρικό προσωπικό του οποίου έχει ενταχθεί από το έτος 1999, ευρισκόμενος έκτοτε, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα υπό στοιχείο VI νομική σκέψη, σε οργανική σχέση με το τελευταίο, υπαγόμενος στη δικαιοδοσία, τον επιστημονικό και ιεραρχικό έλεγχο των αρμόδιων οργάνων του.

Επομένως, κατά την πρόκληση της βαρείας σωματικής βλάβης στην ενάγουσα, ως αποτέλεσμα της ως άνω παρανόμου και υπαιτίου συμπεριφοράς του, ο πρώτος εναγόμενος δεν ασκούσε δημόσια υπηρεσία, ούτε εκτελούσε υπηρεσιακά καθήκοντα ανατεθέντα σ' αυτόν από το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ", στο οποίο διατηρούσε την οργανική του θέση ως ιατρός του Ε.Σ.Υ., ώστε να μην ευθύνεται ατομικά έναντι της ζημιωθείσας ενάγουσας, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ως άνω υπό στοιχείο VI νομική σκέψη, το ανεύθυνο των δημοσίων υπαλλήλων και των υπαλλήλων των Ν.Π.Δ.Δ.

έναντι των τρίτων για τις πράξεις ή τις παραλείψεις τους, κατά τα άρθρα 85 και 86 του Υπαλληλικού Κώδικα (και η ευθύνη αυτών έναντι του Δημοσίου ή των Ν.Π.Δ.Δ. για τις αποζημιώσεις στις οποίες υποβλήθηκαν έναντι τρίτων): προϋποθέτει η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των υπαλλήλων να έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων τους ή επ' ευκαιρία ασκήσεως αυτών, προϋπόθεση που δεν συντρέχει στην κρινόμενη υπόθεση.

Περαιτέρω, η ως άνω ένταξη του πρώτου εναγομένου (Κ. Α.), ως ιατρού, στο ιατρικό προσωπικό του δεύτερου εναγομένου... η οργανική σχέση του πρώτου με το δεύτερο και η υπαγωγή του στη δικαιοδοσία, τον επιστημονικό και ιεραρχικό έλεγχο των αρμοδίων οργάνων του, θεμελιώνει και τη σχέση προστήσεως, στα πλαίσια της οποίας το δεύτερο (προστήσαν) ανέθεσε στον πρώτο προστηθέντα) την εκτέλεση ιατρικών υπηρεσιών και καθηκόντων προς διεκπεραίωση των υποθέσεων του και εξυπηρέτηση του σκοπού του, καθορίζοντας τον τόπο, το χρόνο και τους λοιπούς όρους εργασίας του.

Στην κρινόμενη υπόθεση το δεύτερο εναγόμενο, δια των αρμοδίων οργάνων του, ανέθεσε στον πρώτο εναγόμενο, ως ιατρό, τη διενέργεια της χειρουργικής επεμβάσεως στην ενάγουσα και την παρακολούθηση της μετεγχειρητικής της πορείας, παρέχοντας του οδηγίες γενικού περιεχομένου ως προς τον τόπο, το χρόνο και τους όρους εργασίας του, οι οποίες και αρκούν για να θεμελιώσουν την κατ' άρθρο 922 του Α.

Κ. σχέση προστήσεως... δεδομένου ότι ο προστηθείς (πρώτος εναγόμενος) είναι πρόσωπο με εξειδικευμένες επιστημονικές γνώσεις (ειδικευμένος ιατρός στην χειρουργική ορθοπεδική), ως εκ τούτου δε ο έλεγχος από μέρους του προστήσαντος (δεύτερου εναγομένου) δεν ήταν απαραίτητο, και δεν ήταν δυνατόν άλλωστε, να εκτείνεται και στον τρόπο ενεργείας του (επιλογή θεραπευτικών ενεργειών, διαγνωστικών μεθόδων, φαρμακευτικών αγωγών κ.λ,π.).

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν,... οι εναγόμενοι υποχρεούνται, εις ολόκληρον καθένας από αυτούς, να αποκαταστήσουν τη ζημία που υπέστη η ενάγουσα από την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου (το δεύτερο εναγόμενο ως προστήσαν τον πρώτο εναγόμενο), συμπεριλαμβανομένης και της χρηματικής ικανοποιήσεως της λόγω ηθικής βλάβης." Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι ο εν λόγω ιατρός, ο οποίος μετατάχθηκε με Υπουργική απόφαση και σε εφαρμογή του ν. 1964/1991 από το δημόσιο νοσοκομείο "Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ", στο οποίο υπηρετούσε, στο νοσοκομείο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ που αποτελεί ν.π.ι.δ., κατά τον κρίσιμο χρόνο που επελήφθη της νοσηλείας της ενάγουσας είχε ενταχθεί στο ιατρικό προσωπικό του εναγομένου νοσοκομείου, βρισκόταν σε οργανική σχέση με αυτό, υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, στον επιστημονικό και ιεραρχικό έλεγχο των οργάνων του και παρείχε τις ιατρικές υπηρεσίες του σε εκτέλεση των καθηκόντων που αυτό του ανέθεσε και για την εξυπηρέτηση του σκοπού του, υποκείμενος στις γενικές οδηγίες του ως προς τον τόπο, χρόνο και λοιπούς όρους της εργασίας του και ότι εντεύθεν η συνδέουσα τον ιατρό με το εναγόμενο νοσοκομείο σχέση είναι εκείνη της προστήσεως κατά την έννοια του άρθρου 922 του Α.Κ.

δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 922 του Α.Κ., ούτε ερμήνευσε εσφαλμένα τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 5 εδ. α' έως ζ' του Ν. 1964/1991 και 26 και 27 του Ν. 2737/1999, αφού τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα καθιδρύουν πράγματι σχέση πρόστησης κατά την έννοια του άρθρου 922 του Α.Κ.

και εντεύθεν αντικειμενική ευθύνη του εναγόμενου νοσοκομείου για την αδικπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου ιατρού, την οποία δεν αποκλείουν ούτε η κατά ρητή πρόβλεψη του νόμου διατήρηση από τον υπαίτιο ιατρό της οργανικής θέσης του στο δημόσιο νοσοκομείο "Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ" από το οποίο μετατάχθηκε ούτε η καταβολή των τακτικών του αποδοχών από το τελευταίο ούτε ο χαρακτήρας του εναγομένου ως κοινωφελούς ιδρύματος, αφού κρίσιμο εν προκειμένω είναι η, κατά την ανέλεγκτη παραδοχή του Εφετείου, παροχή από τον εναγόμενο ιατρό των υπηρεσιών του στο εναγόμενο νοσοκομείο, που έχει αυτοτελή νομική υπόσταση και λειτουργεί ως ν.π.ι.δ., κατ'ανάθεση του τελευταίου, για την εξυπηρέτηση του κοινωφελούς σκοπού του, ανεξάρτητα αν αυτός συμπίπτει με τον σκοπό που επιδιώκουν και υπηρετούν και τα δημόσια νοσοκομεία, και υπό τις γενικές οδηγίες του ως προς τον τόπο, χρόνο και λοιπούς όρους της εργασίας του.

Ο περί του αντιθέτου πρώτος από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο, με τι εκτεθείσες παραδοχές, διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με όλα τα στοιχεία του πραγματικού των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων που εφάρμοσε και οι οποίες καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής τους.

Επομένως, ο τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, όχι δε και οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί.

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 10 α' του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 10 α' ΚΠολΔ λόγου αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο ιατρός Π.

Χ. δεν ενήργησε ως δημόσιος υπάλληλος, αλλά ενήργησε προς όφελος του αναιρεσείοντος νοσοκομείου, παρά τον νόμο αφενός έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν από την ενάγουσα και αφετέρου δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, κατά μεν το πρώτο σκέλος του, διότι, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή, προτάθηκαν μ' αυτήν τα πράγματα που έλαβε υπόψη του το Εφετείο, κατά δε το δεύτερο σκέλος του, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε το Εφετείο από τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι.

Τέλος το αίτημα του αναιρεσείοντος, όπως ανασταλεί η πρόοδος της δίκης και υποβληθεί προδικαστικό ερώτημα στην αρμόδια Επιτροπή του Συμβουλίου της Επικρατείας, ώστε να διαπιστωθεί εάν κατά τον κρίσιμο χρόνο της θεραπείας της ενάγουσας ο ιατρός Κ. Α. ήταν ή όχι δημόσιος υπάλληλος, τυγχάνει απορριπτέο, ως στηριζόμενο σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι κρίσιμο ζήτημα εν προκειμένω δεν είναι το εάν είναι δημόσιος υπάλληλος ή όχι, ο εν λόγω ιατρός κατά τον ανωτέρω χρόνο αλλά υπό την πρόστηση ποίου βρισκόταν κατά τον εν λόγω χρόνο, που τέλεσε την εις βάρος της ενάγουσας - ήδη αναιρεσίβλητης, αδικοπραξία.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (ΚΠολΔ 176, 183). Μετά από αυτά παρέλκει, ως άνευ αντικειμένου, η έρευνα της, δια των ενώπιον του δικαστηρίου τούτου προτάσεων του αναιρεσείοντος, υποβληθείσας αίτησης για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-5-2012 αίτηση του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ" για αναίρεση της 894/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει το αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ