Legislator Case Law & Legislation
1988/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on fictitious contract claim, ruling payment proves validity despite lack of formal transfer. Appeal on evidence omission also rejected.

Case Number 1988/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of First Instance's judgment regarding a property sale. The appellants argued the contract was fictitious and that the court failed to consider specific shareholder meeting minutes proving the buyer had funds. The court ruled that actual payment of the price negates the claim of a fictitious contract, rendering the appeal on substantive law baseless. Furthermore, the court found no error in the lower court's handling of evidence, as the minutes were already considered in the final decision.

Legislator headnote

AI generated

Article 138, paragraph 1 of the Civil Code; Article 513 of the Civil Code: A declaration of will that is not made seriously but only apparently (fictitious) is void; however, if the buyer actually pays the agreed price, the contract's validity is not affected, and an appeal claiming the contract is fictitious is inadmissible.

Keywords

AI generated
fictitious contract actual payment property sale shareholder resolution evidence omission Civil Code appeal admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 138, paragraph 1 of the Civil Code
Article 513 of the Civil Code
Article 369 of the Civil Code
Article 559, paragraph 1, item 11 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1988 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1988/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2, 3. Χ2, 4. Χ4 και 5. Ανώνυμης Βιομηχανικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΚΛΑΜΑΝΟΣ ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηρακλή Γεωργίου.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Κουμουτσάρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-5-1986 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3584/1986 μη οριστική, 7224/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6038/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-1-2005 αίτησή τους και με τους από 4-9-2006 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 21-11-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 138 εδάφιο α' ΑΚ, δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη. Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 513 του ίδιου Κώδικα, ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης πώλησης είναι το πράγμα, το τίμημα και η συμφωνία των συμβαλλομένων για τη μετάθεση της κυριότητας και την πληρωμή του τιμήματος, η οποία, προκειμένου περί ακινήτου, πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου (άρθρο 369 Α.Κ.).

Έτσι, σε περίπτωση εικονικότητας της σύμβασης πώλησης ακινήτου και της συνήθως ενωμένης με αυτή σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας του πωλούμενου ακινήτου από τον πωλητή στον αγοραστή, καμιά επιρροή δεν ασκεί επί του κύρους της εν λόγω σύμβασης αν ο αγοραστής κατέβαλε πράγματι και με ποιο τρόπο το συμφωνημένο τίμημα, αφού αυτό μπορεί να δωρηθεί ή να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής ή μπορεί η σχετική αξίωση να αφεθεί ή να αποσβεστεί με παραγραφή ή και με άλλο τρόπο.

Απλώς το δικαστήριο, κατά την έρευνα της ύπαρξης της συναλλακτικής πρόθεσης των συμβαλλομένων, μπορεί να συναγάγει τεκμήριο ή επιχείρημα ως προς το ότι η σύμβαση πώλησης δεν είναι εικονική ως προς το πρόσωπο του αγοραστή από το αποδεικνυόμενο γεγονός της καταβολής του τιμήματος από τον ίδιο. Έτσι, ούτε η ομολογία περί καταβολής ή μη του τιμήματος θεμελιώνει την εικονικότητα ή μη της σύμβασης πώλησης, ούτε η βεβαίωση του συμβολαιογράφου περί καταβολής του τιμήματος αρκεί προς ισχυροποίηση της πώλησης που καταρτίστηκε χωρίς συναλλακτική πρόθεση.

Από την αμέσως πιο πάνω διάταξη (του πρώτου εδαφίου του άρθρου 138 ΑΚ) προκύπτει, επίσης, ότι για την εικονικότητα της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός ότι η δήλωση βούλησης των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται.

Η από την ίδια διάταξη προκύπτουσα εικονικότητα είναι ορισμένη αφ' εαυτής και εμπεριέχει και το στοιχείο, ότι όλοι οι συμβαλλόμενοι ήταν σε γνώση της εικονικότητας, κατά το χρόνο της κατάρτισης της δικαιοπραξίας, αφού αυτό, ως σύμφυτο με την έννοια της εικονικότητας, θεωρείται αυτονόητα ως συντρέχον.

Παρέπεται ότι για το κύρος της σύμβασης δεν ασκούν έννομη επιρροή τα αίτια, που οδήγησαν τους συμβαλλομένους στη σύναψη αυτής, ούτε ο σκοπός στον οποίο απέβλεπαν οι τελευταίοι. Από το συνδυασμό, επίσης, της διάταξης του άρθρου 138 εδάφιο α' ΑΚ με εκείνη της διάταξης του άρθρου 180 ΑΚ, κατά την οποία η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε, προκύπτει ότι η εικονική δικαιοπραξία είναι άκυρη, η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη και, έτσι, μπορεί να προταθεί όχι μόνο από τους συμβαλλομένους, αλλά και από οποιονδήποτε τρίτο που έχει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68 και 70 ΚΠολΔ, έννομο συμφέρον να αποκαλύψει την ανυπαρξία της δικαιοπραξίας, αλλά και εναντίον τρίτων, οι οποίοι τελούσαν σε γνώση της εικονικότητας και συναλλάχθηκαν με εκείνον που απέκτησε άκυρα δικαίωμα από την εικονική δικαιοπραξία, επισύρει δε αναγκαίως και την ακυρότητα της σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου λόγω του αιτιώδους χαρακτήρα της.

Περαιτέρω, ο επικαλούμενος την εικονικότητα και τη συνακόλουθη ακυρότητα της δικαιοπραξίας, βαρύνεται κατά τη διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, με την απόδειξή της, στη συγκεκριμένη δε περίπτωση, αρκεί η απόδειξη για το ότι η δικαιοπραξία είναι εικονική, δηλαδή ότι έγινε όχι στα σοβαρά, αλλά κατά το φαινόμενο μόνο, στην οποία απόδειξη εμπεριέχεται σιωπηρά και έμμεσα και η επιταγή προς απόδειξη όλων εκείνων των γεγονότων π.χ.

ως προς την καταβολή ή όχι πράγματι του τιμήματος, ως προς την αγοραία αξία του πωλούμενου ακινήτου κ.ά., τα οποία, με την απόδειξή τους, οδηγούν συμπερασματικά σε απόδειξη των πιο πάνω αποδεικτέων. Η απόδειξη, δηλαδή, στρέφεται κατά του κύρους της πράξης με βάση τους ορισμούς του ουσιαστικού δικαίου, που έγινε χωρίς πρόθεση παραγωγής έννομων αποτελεσμάτων ή με πρόθεση παραγωγής διαφορετικών προς εκείνα της φαινόμενης δικαιοπραξίας αποτελεσμάτων.

Τα δημόσια έγγραφα, τέλος, μεταξύ των οποίων και τα πωλητήρια συμβόλαια μπορούν να προσβληθούν κατά το περιεχόμενό τους, δηλαδή ως προς την περιεχόμενη σ'αυτά σύμβαση πώλησης, ως εικονικά, αφού αυτό δεν αποτελεί ανταπόδειξη κατά του περιεχομένου τους, αλλά προσβολή του κύρους της δήλωσης βούλησης των συμβαλλόμενων μερών.

Επομένως, η δήλωση βούλησης που έγινε ενώπιον συμβολαιογράφου, ο οποίος είναι εντεταλμένος μόνο για να πιστοποιήσει τη δήλωση των συμβαλλομένων και όχι για να συμπράξει στη δικαιοπραξία με τη δική του βούληση, μπορεί να προσβληθεί ως εικονική, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη προσβολή του περιέχοντος αυτή - δήλωση βούλησης - πωλητήριου συμβολαίου ως πλαστού.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δια της υπ' αριθμ. 18.135/1961 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο Ζ ανεγνωρίσθη πατήρ της εξωγάμου θυγατρός του Ψ, γεννηθείσης την 3-4-1941, δια δε της υπ' αριθμ. 642/1966 αποφάσεως του Αρείου Πάγου απερρίφθη η κατ' αυτής έφεση του Ζ και δια της υπ' αριθμ. 474/1967 αποφάσεως του Αρείου Πάγου απερρίφθη η κατά της τελευταίας αίτηση αναψηλαφήσεως του Ζ.

Ούτος απεβίωσε την 14-1-1984 άνευ διαθήκης και κατέλιπε κατά τον χρόνον του θανάτου του μόνους πλησιέστερους συγγενείς του την πρώτην εναγομένη σύζυγο του, τους δεύτερον, τρίτον και τέταρτον εναγομένους τέκνα του και την ενάγουσα επίσης τέκνον του κατά τ' άνω εκτεθέντα, και οι οποίοι κληρονομούν αυτόν και δη κατά ποσοστόν 1/4 η πρώτη εναγομένη και 3/4 οι λοιποί εναγόμενοι και η ενάγουσα ομού και έκαστος αυτών κατά 3/16 (3/4 :4).

Ο άνω αποθανών δεν κατέλιπε εμφανή περιουσιακά στοιχεία, διότι τα είχε μεταβιβάσει αιτία πωλήσεως εις την πέμπτην εναγομένην ανώνυμη εταιρίαν υπό την επωνυμίαν "ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΚΛΑΜΑΝΟΣ ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", συσταθείσα δια του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του Συμ/φου Αθηνών Χαραλάμπους Παπαγγελή, δημοσιευθέντος νομίμως εις το υπ' αριθμ. 1391 της 12 Αυγούστου 1971 φύλλον της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως.

Ιδρυτές της εταιρίας, εχούσης κεφάλαιο 7.000.000 δραχμών, 700 αν. μετοχές ονομαστικής αξίας εκάστης 10.000 δραχμών, ήταν ο Ζ, ο οποίος έλαβε 580 μετοχές, ο δεύτερος εναγόμενος Χ2 ο οποίος έλαβε 100 ανώνυμες μετοχές και ο τρίτος εναγόμενος Χ3, και ο οποίος έλαβε 20 μετοχές, το πρώτο δε διοικητικό συμβούλιο αποτελείτο από τον αποθανόντα ως Πρόεδρο, την πρώτη εναγομένη ως Αντιπρόεδρο, τους δεύτερον και τρίτον εναγομένους και τον ...

ως μέλη αυτού. Ο Ζ εν συμπαιγνία με τους εναγομένους τεσσάρας πρώτους φέρεται ότι μετεβίβασε στην πέμπτη εναγομένη εταιρία, ανήκουσα στους ιδίους αυτούς ως άνω ιδρυτές της, λόγω πωλήσεως προς αυτήν, εκπροσωπουμένην κατά την μεταβίβαση υπό των δευτέρου και τρίτου εναγομένων ως Διευθυνόντων Συμβούλων την ακίνητη περιουσία του και δη :

α) με το ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Χαραλ. Παπαγγελή, που μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Κορωπίου ένα οικόπεδο, που βρίσκεται στην Κοινότητα ..., εντός σχεδίου πόλεως, και επί της οδού ..., εμβαδού 920 τ.μ. με την μονοκατοικία που υπήρχε σ' αυτό, αποτελούμενη από 4 κύρια δωμάτια και λοιπούς χώρους, στην οποία έχει ήδη οικοδομηθεί τετραόροφη πολυκατοικία, β) με το ...

συμβόλαιο του ιδίου Συμβολαιογράφου, το οποίο μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Π. Φαλήρου για οικόπεδο, που βρίσκεται εντός σχεδίου του Δήμου ..., εμβαδού 583, 40 τ.μ. δηλαδή το υπ' αρ. 4 οικόπεδο του 61 Α ο/κ. τετρ. επί της οδού ..., στο οποίο έχει ήδη οικοδομηθεί τετραόροφη πολυκατοικία, γ) με το ... συμβόλαιο του ίδιου Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Αθήνας το 1/2 επί οικοπέδου, που βρίσκεται στο ..., εντός σχεδίου πόλεως, εμβαδού 1415 τ.μ., δ) με το ...

συμβόλαιο του ίδιου Συμ/φου, που μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών μια διόροφη οικία μετά των παραρτημάτων και συστατικών αυτής και του οικοπέδου της με την εν γένει περιοχή αυτού, εκτάσεως 199, 99 τ.μ. που βρίσκεται στην ..., επί της οδού ... και ε) με το ... συμβόλαιο του ίδιου Συμ/φου, που μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, που βρίσκεται στην ..., εντός σχεδίου πόλεως, στη θέση "...", ...

και επί της οδού ... και ..., εμβαδού του όλου ακινήτου 1323,75 τ.μ. με όλα τα υπάρχοντα σ' αυτό οικιών, αποθηκών, αιθουσών εργοστασίου, δεξαμενών ύδατος, μηχανοστασίου και λοιπών συστατικών, παραρτημάτων και κτισμάτων αυτού, αντί τιμήματος αναγραφομένου εις ένα έκαστον των συμβολαίων, καταβληθέντος ενώπιον του Συμ/φου, όπως εις αυτά αναγράφεται.

Αι δια των άνω συμβολαίων μεταβιβάσεις δεν έγιναν στα σοβαρά, αλλά μόνον φαινομενικά (εικονικά) μετά του Ζ και των εναγομένων υιών του (ως εκπροσωπούντων την εταιρίαν των) και είναι εικονικές. Τούτο διότι οι άνω συμβληθέντες δεν είχαν συναλλακτική πρόθεση, ο μεν πρώτος να πωλήσει στην εκπροσωπούμενη από τους δεύτερον και τρίτον, αυτοί δε νααγοράσουν τα άνω ακίνητα, αλλά συνήψαν τις ανωτέρω πωλήσεις κατά το φαινόμενο μόνο, με αποκλειστικό σκοπό να εξασφαλισθούν αυτοί έναντι της μετά τον θάνατο του πατρός των πωλητού προβολής κληρονομικών δικαιωμάτων επί των ακινήτων υπό της εναγούσης (αναγνωρισθείσης δικαστικώς) θυγατρός του και αδελφής των, η οποία και δεν ήτο αγαπητή εις όλους τους ανωτέρω συμβαλλομένους (πατέρα και αδέλφια της).

Οι πωλήσεις αυτές (άλλωστε), εγένοντο μετά την αμετάκλητον καταστάσαν απόφαση περί δικαστικής αναγνωρίσεως της εναγούσης ως θυγατρός Ζ, από τον (φερόμενο ως) πωλητή πατέρα αυτής ηλικίας τότε 67 ετών, (προς τους εναγομένους) και ενώ η αντιδικία μετ' αυτού (πατρός της) εσυνεχίζετο, ο τελευταίος δε δεν είχε λόγον να πωλήσει τα ακίνητα του, ούτε είχεν ανάγκη συντηρήσεως διαμένων με τους δεύτερον και τρίτον εναγομένους υιούς του, εις την οικίαν των οποίων και εκλήθη να μεταβεί η Συμ/φος δια την σύνταξη των συμβολαίων.

Επίσης είχαν προηγηθεί και δικαστικές αποφάσεις περί διατροφής της εναγούσης, προσωρινής και οριστικής (βλ. ενδεικτικά την υπ' αριθμ. 11956/1961 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών και τις υπ' αριθμ. 3070/1970 και 6788/1970 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), ως και αποφάσεις επί παροχής αδείας εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης, επί των εις τας σχετικάς αιτήσεις αναφερομένων ακινήτων κυριότητος του πατρός της, δια την εξασφάλιση απαιτήσεως της κατ' αυτού προς σύσταση προικός (βλ.

ενδεικτικά την υπ' αριθμ. 430/1970 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), ενώ ο ίδιος ο πατήρ της Ζ εδήλωσεν εις τρίτους ότι δεν θα άφηνε τίποτε στην Ψ και "σκοπός του ήταν να βγάλει από την μέση την Ψ". Και βέβαια εις την θυγατέρα του Ψ ουδέν μετεβίβασε εν ζωή, καίτοι θα ηδύνατο να πράξει, όπως να συστήσει γονική παροχή προς μικράν έστω εξασφάλισή της, πράγμα όπερ δεν έπραξε, εάν δε ο Ζ είχε πραγματική και σοβαρά πρόθεση να πωλήσει προς συμπλήρωση των εξόδων διαβιώσεως και συντηρήσεως αυτού και της οικογενείας του και εάν πράγματι είχε ανάγκη χρημάτων, ηδύνατο να πωλήσει εις τρίτον, εκτός της οικογενείας του, και εις πάσα περίπτωση όχι όλα τα ακίνητα, που συνέθεταν την περιουσία του, αλλ' εν ή δύο, έστω και προς την πέμπτην εναγομένην, ώστε να καλύψει τις τότε ανάγκες του και όχι με τέσσερα συνεχόμενα συμβόλαια της ιδίας ημέρας και με εν πέμπτο συμβόλαιο, μετά πενθήμερον (7-3-1975 και 12-3-1975), γεγονότα τα οποία ενισχύουν σφόδρα την κρίση περί εικονικότητας των ανωτέρω συμβάσεων πωλήσεως.

Περαιτέρω η ενάγουσα από ηλικίας 17 ετών ειργάζετο εις το κατάστημα του θείου της ..., (ετέρου) αδελφού του πατρός της, ο τελευταίος δε αυτός επίεζε τον αδελφόν του αυτόν να διώξει την Ψ από την επιχείρηση, ενώ τούτο έπραξε και μέσω γνωστών τους ατόμων. Εις τας άνω ενεργείας προέβαινεν ο Ζ, διότι δεν ήθελε να γίνει ευρέως γνωστόν ότι η Ψ ήτο εξώγαμο τέκνο του, γεγονός μάλιστα για το οποίον οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι είχαν πλήρη άγνοια και το πρώτον δια της κρινομένης αγωγής επληροφορήθησαν την ύπαρξη "γυναικός διεκδικούσης την ιδιότητα του εξωγάμου αυτού τέκνου" (βλ.

πρωτόδικες προτάσεις τους, εφ' ων εξεδόθη αρχικώς η πράξη). Όμως τοιούτον τι δεν απεδείχθη, αντιθέτως απεδείχθη ότι οι εναγόμενοι εγνώριζαν το γεγονός ότι η ενάγουσα είναι αναγνωρισθέν δικαστικώς τέκνο του πατρός των, προς δε το εγνώριζαν και άλλοι τρίτοι εκτός της οικογενείας .... Μετά ταύτα πάντα οι προς ούς οι άνω εικονικές μεταβιβάσεις των ακινήτων εγνώριζαν την εικονικότητα και ότι γίνονται προς περιγραφήν των δικαιωμάτων της εναγούσης επί της κληρονομικής περιουσίας του πατρός της μετά τον θάνατόν του.

Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι επίδικες μεταβιβάσεις των άνω ακινήτων έγιναν λόγω του ότι ο Ζ πάσχων από το έτος 1968 εκ χρονισάσης λοιμώξεως του αναπνευστικού συστήματος αλλά και εξ οστεοπωρώσεως, (εξ ου ηναγκάσθη να μεταβεί εις Αγγλίαν και να νοσηλευθεί) έχων να αντιμετωπίσει ηυξημένες δαπάνες, ατομικές και οικογενειακές, διότι είχε χαμηλού ύψους σύνταξη και εισοδήματα, από του έτους 1975 ότε επεδεινώθη η κατάστασή του και κατέστη απολύτως ανίκανος προς εργασίαν, οδηγήθη εις την λύση της πωλήσεως.

Όμως ουδέν τούτων απεδείχθη καθ' όσον οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν ιατρικά πιστοποιητικά για την διάγνωση των επικαλουμένων ασθενειών και της απαιτουμένης εντεύθεν νοσηλείας ως και του διαστήματος και των εξόδων νοσηλείας και θεραπείας του Ζ ως και του τόπου, όπου εγένοντο αυτές, προς δε ούτε έγγραφα σχετικά με το κόστος διαβιώσεως της οικογενείας του, σε σχέση με το ύψος των εσόδων του (από σύνταξη εταιρία κ.τ.κ.).

Ούτε, άλλωστε, οι μάρτυρες των εναγομένων καταθέτουν σαφώς, ειδικώς και συγκεκριμένως περί αυτών. Τέλος, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι πριν τις ως άνω μεταβιβάσεις έγινε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της πέμπτης εναγομένης κατά 10.000.000 δρχ. και οι νέες μετοχές αγοράστηκαν από 21 μετόχους. Αυτοί επικαλούνται και προσκομίζουν μόνο ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο του υπ' αρ. 4/15-2-1975 πρακτικού Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της πέμπτης εναγομένης, στο οποίο αναφέρεται ότι η Γ.Σ.

σε απαρτία αποφάσισε ομόφωνα την τροποποίηση του άρθρου 5 του καταστατικού της εταιρίας, και όχι του άρθρου 6 του άνω καταστατικού ως εκ παραδρομής αναφέρεται στην οικεία πρόσκληση, η οποία δημοσιεύτηκε νόμιμα, όπως εκτίθεται στο πρακτικό αυτό. Επίσης, αποφάσισε ομόφωνα την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 10.000.000 δρχ.

δι' εκδόσεως 1.000 μετοχών ονομαστικής αξίας δρχ. 10.000 κάθε μιας, οι οποίες προέρχονται από εισφορές των αναφερομένων α' αυτό το πρακτικό προσώπων (παλαιών μετοχών και νέων). Πλην όμως, αυτοί δεν επικαλούνται, ούτε εξάλλου αποδεικνύουν α) ότι το ως άνω πρακτικό υποβλήθηκε στην αρμόδια αρχή (Νομαρχία) για να παρασχεθεί η σχετική άδεια και έγκριση της ως άνω αυξήσεως, ότι η εταιρία (ε' εναγομένη) απέστειλε νόμιμα 1) την σχετική τροποποίηση του καταστατικού αυτής δηλαδή του άρθρου 5 αυτού (εφόσον και στην οικεία πρόσκληση εκ παραδρομής αναφερόταν το άρθρο 6 και συνεπώς δεν είχε δημοσιευτεί νόμιμα πρόσκληση προς σύγκληση Γ.Σ.

περί τροποποίησης του άρθρου 5 του καταστατικού) και 2) τις σχετικές πράξεις της Διοικήσεως (άδεια-έγκριση) στο Δελτίο Α.Ε. και ΕΠΕ, προς δημοσίευση, αφού είχε καταβληθεί το σχετικό παράβολο δημοσιεύσεως, δεδομένου ότι από της δημοσιεύσεως στο ως άνω δελτίο ισχύει η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου (βλ. άρθρ. 4, 13 και 34 ν. 2190/1920, ν.δ. 532 της 5/5-5-1970 και β) ότι οι παλαιοί και νέοι μέτοχοι κατέβαλαν νόμιμα την εισφορά αυτών προς αγορά των μετοχών, που προήλθαν από την ως άνω αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της πέμπτης εναγομένης, όμως ταύτα δεν έχουν επιρροή, ενόψει της κατά τ' άνω μη νομίμου αυξήσεως του κεφαλαίου.

Επομένως, κατά τον χρόνο καταρτίσεως και υπογραφής των ως άνω συμβολαίων με τα οποία φέρεται ότι έγιναν οι προαναφερόμενες μεταβιβάσεις η πέμπτη εναγομένη δεν διέθετε κεφάλαια προς αγορά των ως άνω ακινήτων, αφού τα κέρδη χρήσεως 1974 ανέρχονταν σε 57.159 δρχ. (βλ. ισολογισμό 31-12-74 ε' εναγομένης), ενώ στα προαναφερόμενα συμβόλαια αναφέρεται ότι καταβλήθηκαν τα τιμήματα, σε μετρητά, ποσών στο ...

συμβόλαιο 250.000 δρχ. στο ... συμβόλαιο, 250.000 δρχ. στο ... συμβόλαιο, 200.000 δρχ. στο .... συμβόλαιο 2.000.000 δρχ. και στο ... συμβόλαιο 1.200.000 δρχ. και συνολικά ποσού 3.900.000 δρχ. Τέλος το ότι εις τα συμβόλαια αυτά αναγράφεται ότι το συνολικό συμφωνηθέν τίμημα, δι' εν έκαστον των ακινήτων που αφορούν αυτά, επληρώθη και έλαβε (ο Ζ) από την αγοράστρια εταιρία, δια χειρός των νομίμων εκπροσώπων της τοις μετρητοίς την ιδίαν ημέραν ενώπιον του Συμ/φου, δεν αναιρεί την αποδειχθείσα εικονικότητα των εις αυτά (τα συμβόλαια) πωλήσεων κατά τα εις την μείζονα σκέψη εκτεθέντα, καθ' όσον δεν έχει σημασία για την εικονικότητα ή καταβολή ή μη του τιμήματος ενώπιον του Συμ/φου ή εκτός του γραφείου του ή ότι θα καταβληθεί εις δόσεις".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι βάσιμη εν μέρει κατ'ουσίαν και πρέπει να αναγνωριστεί τόσο η ακυρότητα των διαλαμβανόμενων στα επίμαχα πωλητήρια συμβόλαια πωλήσεων ακινήτων όσο και το κληρονομικό δικαίωμα της αναιρεσίβλητης κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου στα κληρονομιαία ακίνητα, επικυρώνοντας, έτσι, την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την εν λόγω αγωγή, εν μέρει, ως προς την κύρια βάση της.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138, 139, 513 και 369 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τους, διέλαβε δε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη, εξώγαμη θυγατέρα του Ζ, που αναγνωρίστηκε δικαστικά ως τέτοια, συντρέχει ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του τελευταίου με τους λοιπούς εγγύτερους αυτού συγγενείς, δηλαδή τη σύζυγό του και τους τρείς γιούς του και ήδη τέσσερις πρώτους αναιρεσείοντες κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου.

Δέχθηκε, επίσης, το Εφετείο, ότι οι επίμαχες συμβάσεις πώλησης των επίδικων ακινήτων, με τις οποίες ο θανών Ζ πώλησε και μεταβίβασε την κυριότητά τους στην πέμπτη αναιρεσείουσα, ανώνυμη εταιρεία, η οποία συστάθηκε το έτος 1971, με αρχικούς μετόχους του εν λόγω θανόντα και τους δεύτερο και τρίτο από τους αναιρεσείοντες, Πρόεδρο δε του πρώτου Διοικητικού Συμβουλίου της τον ίδιο, Αντιπρόεδρο την πρώτη αναιρεσείουσα και μέλη τους δεύτερο και τρίτο από τους αναιρεσείοντες, καθώς και τον τρίτο ..., είναι άκυρες ως εικονικές, αφού έγιναν όχι στα σοβαρά, αλλά μόνο φαινομενικά, ειδικότερα δε, γιατί οι συμβαλλόμενοι στα οικεία πωλητήρια συμβόλαια, δηλαδή τόσο ο πωλητής Ζ, όσο και οι νόμιμοι εκπρόσωποι της πέμπτης αναιρεσείουσας, δεύτερος και τρίτος απ' αυτούς, δεν είχαν σοβαρή συναλλακτική πρόθεση, αλλά προέβησαν στη σύναψη των πιο πάνω πωλήσεων κατά το φαινόμενο μόνο, με αποκλειστικό σκοπό να αποκλείσουν το κληρονομικό δικαίωμα της αναιρεσίβλητης στα επίδικα ακίνητα μετά το θάνατο του πωλητή πατέρα της.

Τέλος, δέχθηκε το Εφετείο ότι οι τέσσερις πρώτοι από τους αναιρεσείοντες, ως μέλη της οικογένειας του Ζ, γνώριζαν τη με αμετάκλητη ήδη (από το έτος 1967) δικαστική απόφαση αναγνώριση της αναιρεσίβλητης ως γνήσιου τέκνου του τελευταίου, ο οποίος "εν συμπαιγνία" με αυτούς προέβη στην κατάρτιση των επίμαχων πωλήσεων, που υλοποιήθηκε πολύ μεταγενέστερα με τέσσερα συμβόλαια της ίδιας ημέρας (7.3.1975) και με ένα αντίστοιχο μετά πενθήμερο (12.3.1975), συνακόλουθο δε, τελούσαν οι ίδιοι σε γνώση της εικονικότητας των εν λόγω πωλήσεων, ενόψει και του ότι οι τρείς πρώτοι - αναιρεσείοντες - υπήρξαν μέτοχοι της αγοράστριας εταιρείας (η πρώτη μάλιστα Αντιπρόεδρος του Δ.Σ.

αυτής και οι λοιποί Διευθύνοντες Σύμβουλοι και νόμιμοι εκπρόσωποί της), η δικαστική αντιδικία μεταξύ Ζ και αναιρεσίβλητης συνεχιζόταν, και παράλληλα, η τελευταία, από ηλικίας δεκαεπτά (17) ετών, εργαζόταν στο κατάστημα του θείου της ..., αδελφού του πατέρα της, ο οποίος ήθελε να την εκδιώξει. Ο πρώτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, καθώς και ο πρόσθετος λόγος, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του, από τους αριθμούς 19 και 1, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους, υπό την επίκληση συγκεκριμένων ανεπαρκών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένων νομικών σφαλμάτων του Εφετείου περί την ερμηνεία και εφαρμογή των προμνημονευόμενων νομικών διατάξεων, προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, σε σχέση με το όφελος και το συμφέρον των πρώτης και τετάρτου από τους αναιρεσείοντες από τις εικονικές μεταβιβάσεις των ιδιόκτητων ακινήτων του Ζ και πέμπτη απ' αυτούς, ανώνυμη εταιρεία, με δεδομένο ότι οι τελευταίες θα έθιγαν και το κληρονομικό δικαίωμα των ίδιων στα πιο πάνω ακίνητα, σε σχέση, επίσης, με το εάν το ποσό της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της πέμπτης αναιρεσείουσας είχε ή όχι καταβληθεί στην ίδια πριν από την κατάρτιση των πωλητήριων συμβολαίων, σε σχέση με τη βεβαίωση του συμβολαιογράφου ότι το τίμημα των πωλήσεων καταβλήθηκε "τοις μετρητοίς" ενώπιόν του, που αποτελεί πλήρη απόδειξη, ανατρεπόμενη μόνο με προσβολή για πλαστότητα και, τέλος, σε σχέση με την εικονικότητα των μεταβιβάσεων των ακινήτων, αυτή καθεαυτή, η οποία δεν δικαιολογείται ενόψει του ότι η οικογένεια ..., κατά το χρόνο των εν λόγω μεταβιβάσεων δεν είχε πλέον την πλειοψηφία κεφαλαίου και ψήφων στην αγοράστρια εταιρεία, όπως δεν δικαιολογείται, πώς ο πωλητής διατήρησε την κυριότητα των ακινήτων που πωλήθηκαν και πώς όλοι οι συμβαλλόμενοι τελούσαν σε γνώση της εικονικότητας αυτής, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης. Ποιά πρόσωπα είναι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.

Συνεπώς, η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής και ως εκ τούτου δεν αποτελεί "πράγμα", που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. (Ολομ. ΑΠ 18/2005). Εξάλλου, "πράγματα", κατά την έννοια της ίδιας πιο πάνω διάταξης, είναι και οι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης, τα οποία αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (Ολομ. ΑΠ 25/2003, Ολομ.ΑΠ 11/1996). Ο δεύτερος, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του και κατ' ορθή εκτίμησή του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του αριθμού 8 εδάφ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διατυπώνεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη και δεν απάντησε στον πρώτο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων, με τον οποίο αυτοί παραδεκτά επανέφεραν ενώπιόν του τον ουσιώδη στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ισχυρισμό τους περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης των τεσσάρων πρώτων απ' αυτούς ως προς τις εικονικές μεταβιβάσεις των επίδικων ακινήτων και της πέμπτης, αντίστοιχα, από τους ίδιους ως προς τις εικονικές μεταβιβάσεις των μετοχών, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα", που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997) Ο αμέσως πιο πάνω αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που, δίκασε έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ.ΑΠ 12/1991).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον πρώτο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της απορριπτικής σε βάρος τους πρωτόδικης απόφασης, με τον οποίο προβλήθηκε ο ισχυρισμός τους περί αοριστίας της ένδικης αγωγής, συνιστάμενος, ειδικότερα στα εξής: "α) Υποστηρίζεται στην αγωγή ότι εντός του 1984 μεταβιβάσθηκαν από τον Ζ οι ανήκουσες σε αυτόν 580 μετοχές στους 1°, 2°, 3° και 4° των εναγομένων.

Δεν καθορίζεται πόσες στον καθένα ή αν δόθηκαν σε όλους μαζί, κατ' ισομοιρίαν κλπ. Επίσης, δεν καθορίζεται ούτε προσδιορίζεται ποιές μετοχές δόθηκαν στο καθένα (αρίθμηση κάθε μετοχής, λ.χ. οι υπ' αρ. 5, 8, 10 κλπ). Αυτό καθιστά, ως προς το σημείο αυτό την αγωγή απορριπτέα ως παντελώς αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως.

β) Η περιγραφή των ακινήτων περιουσιακών στοιχείων (είτε οικοπέδων είτε οικοπέδων μετά κτισμάτων), ως και ο καθορισμός της αξίας τους κατά το χρόνο του θανάτου του Ζ, είναι παντελώς αόριστα και ανεπίδεκτα δικαστικής εκτιμήσεως. γ) Ενώ υποτίθεται ότι κατά την αγωγή υποστηρίζεται ότι οι μεταβιβάσεις των ακινήτων προς την εναγομένη εταιρεία είναι εικονικές, εν τούτοις υπολογίζεται η δήθεν περιουσία (ενεργητικό της εταιρείας) συμπεριλαμβανομένων και αυτών των ακινήτων.

Τούτο, πέραν της αντιφατικότητας και του νόμο και ουσία αβασίμου της αγωγής, την καθιστά, επίσης, αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως. δ) Ενώ στην αγωγή συνομολογείται ότι έγιναν περαιτέρω μεταβιβάσεις των ακινήτων και των μετοχών, δεν καθορίζεται ποιοί ήσαν οι καθ' έκαστον ειδικοί διάδοχοι εκάστου περιουσιακού στοιχείου ούτε εάν εγνώριζαν ή μη την δήθεν εικονικότητα και ενήργησαν με δόλο, για να βλάψουν το κληρονομικό δικαίωμα της ενάγουσας κλπ.

Παρά ταύτα, ζητείται με την αγωγή (χωρίς να καθορίζεται σε ποια δήθεν κληρονομιαία στοιχεία έγιναν περαιτέρω μεταβιβάσεις) οι άγνωστοι αυτοί και μη αναφερόμενοι ειδικοί διάδοχοι "να υποχρεωθούν να καταβάλουν (πόσο άραγε ο καθένας και ποιός;) την αναλογία στη νόμιμη μοίρα μου αξίας δρχ. 73.595.750". ε) Όσον αφορά τους δήθεν καρπούς (μισθώματα) που ζητούνται με την αγωγή, υπάρχει ως προς το κεφάλαιο (και κονδύλιο) αυτό της αγωγής παντελής και απόλυτη αοριστία, που την καθιστά ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως.

στ) Η ενάγουσα υποστηρίζει στην αγωγή της ότι κατά το χρόνο του θανάτου του Ζ "η αξία των μετοχών αυτών ανερχόταν εις δρχ. 500.000.000 (αξία περιουσίας και εμπορευμάτων της)", χωρίς να καθορίζει ποια ήταν η περιουσία (ακίνητα;) και εμπορεύματα, τις επί μέρους αξίες κλπ. Τούτο καθιστά την αγωγή και στο σημείο αυτό αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως".

Επίσης στις αυτές προτάσεις μας (σελ. 7-8) υποστηρίζεται: "Επίσης, κατά το άρθρο 1036 ΑΚ ο καλόπιστος τρίτος αποκτά την κυριότητα του κινητού πράγματος (εν προκειμένω μετοχών), έστω και αν απέκτησε παρά μη κυρίου. Στην επίδικη περίπτωση, όπως κατωτέρω εκτίθεται και αποδεικνύεται, οι μετοχές που ανήκαν στον Ζ πωλήθηκαν και παρεδόθηκαν σε τρίτα πρόσωπα (και όχι στα γραφόμενα στην αγωγή παιδιά του).

Οι τρίτοι αυτοί νέοι μέτοχοι κατέβαλαν το αντίτιμο των παρ' αυτών αγορασθεισών μετοχών, τις παρέλαβαν στην κυριότητά τους δια παραδόσεως και παρέστησαν έκτοτε στις Γ. Συνελεύσεις της εταιρείας. Η ενάγουσα όμως ούτε αναφέρει ποιοι είναι αυτοί οι νέοι, έκτοτε, κτήτορες ούτε υποστηρίζει στην αγωγή της ότι τάχα τα συγκεκριμένα αυτά πρόσωπα κατά το χρόνο που απέκτησαν τις μετοχές διατελούσαν σε κακή πίστη, ήτοι εγνώριζαν ότι ο μεταβιβάζων δεν ήταν κύριος.

Αντίθετα, υποστηρίζει ότι ο μεταβιβάζων (Ζ) ήταν κύριος. Κατά ταύτα, η αγωγή, και ως προς το ζήτημα της μεταβιβάσεως των μετοχών, δήθεν εικονικότητας κλπ, πέραν του ότι είναι παντελώς αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, είναι και ουσία αβάσιμη και, συνεπώς, απορριπτέα. Πέραν τούτου, στην αγωγή της η ενάγουσα υποστηρίζει: "Ολίγον προ του θανάτου του και εντός του έτους 1984 μεταβίβασε με παράδοση στους εναγομένους 1η, 2°, 3° και 4° των εναγομένων τις 580 μετοχές που μέχρι τότε κατείχε και ανήκαν σ' αυτόν".

Όμως, δεν καθορίζει η ενάγουσα στην αγωγή της πόσες μετοχές έδωσε (τάχα) ο Ζ στον 1° ή στον 2° ή στον 3° ή στον 4° από εμάς, ή αν έδωσε εξ αδιαιρέτου κλπ. Αυτό έχει τεράστια καταλυτική σημασία, όχι μόνο για το οριστό της αγωγής, όπως προαναφέρθηκε, αλλά και για το νόμω οριστό της αγωγής και την όλη δίκη. Σχετικά επάγεται, επί του θέματος τούτου:

α) Αυτή καθ' εαυτήν η εν λόγω αναφορά στην αγωγή είναι παντελώς αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως. Εφόσον με την επικουρική βάση της αγωγής προβάλλονται άστοργες δωρεές κλπ., είναι εντελώς απαραίτητο να καθορισθεί στην αγωγή πόσες (χαριστικά τάχα) μετοχές έδωσε ο Ζ σε κάθε ένα από εμάς τους τέσσαρες εναγομένους.

Και τούτο, εκτός των άλλων, διότι θα μπορούσε στον ένα να δώσει αριθμό μετοχών που αρκούσε μόνο για το κληρονομικό του μερίδιο (ή, έστω, τη νόμιμη μοίρα του), οπότε δεν θα προέκυπτε γι' αυτόν θέμα (άστοργου τάχα για την ενάγουσα) δωρεάς και σε άλλον αριθμό μετοχών που θα υπερέβαινε (τάχα) το κληρονομικό μερίδιο του, γ) Το σημείο τούτο αποκτά έτι περαιτέρω βαρύνουσα σημασία, εφόσον, κατά την ενάγουσα, η μεταβίβαση (τάχα χαριστική) των μετοχών αυτών, είναι, ως λέγει στην αγωγή της, η τελευταία χρονολογικά προ του θανάτου του Ζ τάχα χαριστική πράξη, η οποία, ως και κατωτέρω αναπτύσσεται, είναι, κατά το άρθρο 1835 παρ. 2 ΑΚ, η πρώτη χαριστική πράξη που προσβάλλεται ως (δήθεν) άστοργος δωρεά.

Όθεν, η αγωγή είναι και για τους νομίμους και βάσιμους αυτούς λόγους, παντελώς αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, εν ταυτώ δε και νόμω αβάσιμη. Βέβαια, ως κατωτέρω θα αναλυθεί, είναι και αναληθής και ουσία αβάσιμη, γιατί δεν έγιναν οι εν λόγω μεταβιβάσεις μετοχών". Ακόμη στις αυτές προτάσεις μας (σελ. 8-9) υποστηρίζεται : "Στην αγωγή υπάρχει, εκτός των άλλων, και μια κεφαλαιώδους σημασίας αντίφαση, που έχει τις έννομες συνέπειες που κατωτέρω εκτίθενται.

Πράγματι, στην αγωγή υποστηρίζεται ότι οι μεταβιβάσεις των ακινήτων κλπ. στην εταιρεία δεν ήσαν εικονικές, αλλά ότι, όπως αναπτύχθηκε ανωτέρω, έγιναν τάχα με την πρόθεση να απογυμνωθεί ο Ζ της περιουσίας του κλπ. Για το λόγο αυτό, η ενάγουσα υποστηρίζει στην αγωγή της ότι η αξία των μεταβιβασθεισών μετοχών κατά το χρόνο του θανάτου του Ζ ήταν 500.000.000 δρχ., υπολογίζοντας την, κατ' αυτήν, αξία των μεταβιβασθέντων στην εταιρεία ακινήτων.

Από την άλλη πλευρά, η ενάγουσα στην αγωγή της, προκειμένου να προσδιορίσει την αξία της νόμιμης μοίρας κλπ., υπολογίζει ταυτόχρονα και παράλληλα, την αξία των μεταβιβασθέντων ακινήτων ξεχωριστά, δηλαδή εκτός της περιουσίας της εταιρείας. Επομένως, έχουμε, για τον προσδιορισμό της αξίας της νόμιμης μοίρας, την (φερόμενη από την ενάγουσα) αξία των μεταβιβασθέντων ακινήτων να υπολογίζεται, σωρευτικά, δυο φορές.

Μία ως αξία μετοχών και μία ως αυθύπαρκτα, εκτός εταιρείας, ακίνητα. Τούτο είναι πασίδηλο και πασιφανές, από μια απλή ανάγνωση της αγωγής. Ως προς τις συνέπειες εκ τούτου, είναι αναμφισβήτητο ότι η αγωγή καθίσταται εντελώς αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, μη δυναμένης να προσδιορισθεί της αξίας της νόμιμης μοίρας κλπ, αλλά και εν ταυτώ νόμω και ουσία αβάσιμη, διότι, εκτός των άλλων, οι αντιφατικοί και αντικρουόμενοι μεταξύ τους ισχυρισμοί, δεν επιτρέπουν καν την εφαρμογή ορισμένου κανόνα δικαίου κλπ, πέραν του ότι καθιστούν έκδηλη την ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής, συνομολογημένη και από αυτήν την ίδια την ενάγουσα".

Σημειώνεται σχετικά ότι υφίσταται σοβαρή και καίρια αοριστία της αγωγής και σε σχέση με την επικουρική βάση αυτής, η οποία όμως δεν εξετάσθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο γιατί (εσφαλμένα) δέχθηκε την κυρία βάση της αγωγής αντί να την απορρίψει. Και οι σχετικές αυτές αοριστίες, λαμβανόμενες υπ' όψιν και αυτεπαγγέλτως, εκτίθενται στις πρωτόδικες προτάσεις μας της πρώτης και δεύτερης συζήτησης.

Κατά ταύτα, εσφαλμένα και παρά το νόμο, η εφεσιβαλλομένη οριστική απόφαση ενώ δέχθηκε την προβληθείσα αοριστία της αγωγής ως προς τα πραναφερθέντα κεφάλαιά της και την απέρριψε ως προς αυτά, εν τούτοις παρά το νόμο και εσφαλμένα δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την κυρία βάση της, ενώ έδει να απορρίψει και αυτήν εντελώς λόγω πλήρους αοριστίας".

Με την ένδικη αγωγή, όπως το δικόγραφο αυτής παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εκθέτει τα ακόλουθα: Με τη 18135/1961 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, που έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, έχει αυτή αναγνωριστεί δικαστικά τέκνο του Ζ, ο οποίος πέθανε στις 14-10-1984, χωρίς να αφήσει διαθήκη, ότι κληρονόμος εξ αδιαθέτου αυτού είναι η ενάγουσα κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαθέτου, η πρώτη εναγομένη σύζυγος αυτού κατά ποσοστό 1/4 και οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος από τους εναγομένους, τέκνα του, κατά ποσοστό 3/16 ο καθένα απ' αυτούς, αντίστοιχα, ότι ο θανών, κατά το χρόνο του θανάτου του, δεν άφησε περιουσιακά στοιχεία και ότι σε συμπαιγνία με τους τέσσερις πρώτους από τους εναγομένους, καθώς και με τους εκπροσωπούντες νόμιμα την πέμπτη εναγομένη, απαλλοτρίωσε με μεταβιβαστικές πράξεις ολόκληρη την περιουσία του σ'αυτή - πέμπτη εναγόμενη, ανώνυμη εταιρεία -, η οποία ανήκε στους ίδιους και συστήθηκε με την 5766/30.6.1971 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Χαράλαμπου Παπαγγελή, με το σκοπό αυτό, ώστε μετά το θάνατό του να μη βρεθεί περιουσιακό στοιχείο.

Ειδικότερα, με τα ...,..., ... ... και ..., αντίστοιχα, πωλητήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Χαρ. Παπαγγελή, που μεταγράφηκαν νόμιμα, ο Ζ μεταβίβασε και πώλησε στην πέμπτη εναγομένη, που την εκπροσωπούσαν οι δεύτερος και τρίτος από τους εναγομένους πέντε ακίνητα, όπως αυτά περιγράφονται στην αγωγή, αξίας, κατά το χρόνο του θανάτου του 100.000.000, 60.000.000, 40.000.000, 25.000.000 και 60.000.000 δρχ, αντίστοιχα, ότι κατά το έτος 1984 και μεταβίβασε ο ίδιος με παράδοση στους πρώτη, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο από τους εναγομένους 580 μετοχές, που κατείχε και που του ανήκαν, συνολικής αξίας, κατά το χρόνο του θανάτου του, 500.000.000 δρχ, (αξία περιουσίας και εμπορευμάτων της), ότι όλες οι προαναφερόμενες απαλλοτριωτικές πράξεις είναι εικονικές, γιατί έγιναν όχι σπουδαία, αλλά κατά το φαινόμενο μόνο, αφού οι συμβαλλόμενοι τελούσαν σε γνώση της πιο πάνω εικονικότητας και ότι οι εν λόγω μεταβιβάσεις είναι άκυρες, αλλιώς (επικουρικά), οι πιο πάνω απαλλοτριωτικές πράξεις είναι εικονικές ως αγοραπωλησίες, γιατί έγιναν όχι σπουδαία, αλλά κατά το φαινόμενο και υποκρύπτουν δωρεές, που έγιναν μέσα στην τελευταία πρίν από το θάνατο του αποβιώσαντα, δεκαετία, είναι δε άστοργες, εφόσον προσβάλλουν τη νόμιμη μοίρα της ενάγουσας, η οποία έχει δικαίωμα να ζητήσει την ανατροπή τους καιτην αναγνώριση του δικαιώματός της ότι οι δωρεοδόχοι έχουν υποχρέωση να της μεταβιβάσουν τα περιουσιακά στοιχεία κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας της (3/12). 'Οτι η συνολική περιουσία του θανόντα, κατά το χρόνο του θανάτου του, ανερχόταν σε 785.000.000 δρχ.

και έτσι στη νόμιμη μοίρα της ενάγουσας αναλογούν 73.593.750 δρχ. Ότι αν τα πιο πάνω περιουσιακά στοιχεία έχουν εκποιηθεί από τους δωρεοδόχους, αυτό έγινε από πταίσμα τους, επίτηδες και γι αυτό έχουνε οι τελευταίοι υποχρέωση να της αποδώσουν την αναλογία της νόμιμης μοίρας της, αφού, έτσι, έγιναν και είναι αδικαιολόγητα πλουσιότεροι σε βάρος της κατά το πιο πάνω ποσοστό της.

Ότι αν τα προαναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία μεταβιβάστηκαν ή μεταβιβαστούν περαιτέρω από τους δωρεοδόχους από το θάνατο του κληρονομουμένου και εφεξής, προέβησαν αυτοί στις εν λόγω πράξεις με δόλο και πρέπει να υποχρεωθούν να της καταβάλουν την αξία των επιδίκων κατά τη νόμιμη μοίρα της. Ότι αυτή έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τους εναγομένους και τα ωφελήματα που αναλογούν στην ίδια από τα κληρονομιαία ακίνητα από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου και εφεξής κατά το κληρονομικό της δικαίωμα (3/16), διαφορετικά κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας της (3/32).

Και ότι τα παραπάνω περιουσιακά στοιχεία αποφέρουν ετήσιο εισόδημα Ι) τα ακίνητα από μισθώματα, τα οποία οι εναγόμενοι εισέπραξαν ή διαφορετικά μπορούσαν να εισπράξουν κατά τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης εξομοιούμενοι από τότε με νομείς κακής πίστεως: α) μετά τις 15-10-1984 δρχ. 200.000 και β) το 1985 δρχ. 1.800.000 και 2) οι μετοχές από κέρδη κατ' έτος α) για το χρονικό διάστημα έως 31/12/1984 δρχ. 400.000.000 και β) για την 31/12/1985 δρχ 400.000.000.

Ακολούθως, ζήτησε η ενάγουσα να αναγνωριστεί α) ότι αυτή είναι κληρονόμος του θανόντα Ζ κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου, β) ότι οι προαναφερόμενες απαλλοτριωτικές δικαιοπραξίες του Ζ είναι άκυρες ως εικονικές και γ) η κυριότητα αυτής επί των πιο πάνω ακινήτων και μετοχών κατά ποσοστό 3/16, επικουρικά δε α) να αναγνωριστεί ότι οι πιο πάνω δικαιοπραξίες είναι εικονικές ως πωλήσεις και υποκρύπτουν δωρεές στη ζωή του κληρονομουμένου, β) να ανατραπούν αυτές (δωρεές) ως άστοργες, κατά το μέρος που προσβάλλεται η νόμιμη μοίρα της -ενάγουσας-, δηλαδή κατά τα 3/32, γ) να αναγνωριστεί ότι οι δωρεοδόχοι έχουν υποχρέωση να της μεταβιβάσουν τα παραπάνω ακίνητα και τις μετοχές μέχρι να ικανοποιηθεί η νόμιμη μοίρα αυτής, αλλιώς, να αναγνωριστεί ότι αυτοί έχουν υποχρέωση να της καταβάλουν την αξία τους, ύψους δρχ. 73.593.750 κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και, τέλος, επικουρικότερα, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι έχουν υποχρέωση να της καταβάλουν δρχ. 150.375.000 (που αντιστοιχούν στα 3/16) ως ωφελήματα, αλλιώς δρχ. 75.187.500 (που αντιστοιχούν στα 3/32) για την ίδια πιο πάνω αιτία.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αόριστη ως προς το αίτημά της περί αναγνώρισης της κυριότητας της ενάγουσας στα επίδικα ακίνητα κατά το ποσοστό της κληρονομικής της μερίδας (3/16 εξ αδιαιρέτου), μετά την αναγνώριση ως εικονικών των πωλήσεων των εν λόγω ακινήτων, γιατί δεν επικαλείται σ' αυτή - αγωγή - την από μέρους της αποδοχή της κληρονομίας του θανόντα Ζ και μεταγραφή αυτής ή την έκδοση του οικείου κληρονομητηρίου και μεταγραφή αυτού.

Επίσης, το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αόριστη ως προς το αίτημά της περί αναγνώρισης της ακυρότητας της μεταβίβασης των μνημονευομένων σ' αυτή 580 μετοχών, που είχε λάβει ο Ζ κατά τη σύσταση της πέμπτης εναγόμενης, ανώνυμης εταιρείας και τις μεταβίβασε με παράδοση στους τέσσερις πρώτους από τους εναγομένους, αξίας δρχ. 500.000.000, γιατί η ενάγουσα δεν επικαλείται συμφωνία του Ζ με τον καθένα από τους πιο πάνω εναγομένους, ότι μετατίθεται σ'αυτόν η κυριότητα ή ποιές μετοχές μεταβίβασε και παράδωσε στον καθένα απ' αυτούς, έστω και αν υπήρξε σιωπηρή συμφωνία, ούτε αναφέρει η ίδια πώς υπολογίζει την αξία των μετοχών και των εμπορευμάτων, ούτε, τέλος, συγκεκριμενοποιεί αυτή τα στοιχεία κάθε ανώνυμης μετοχής, το χρόνο έκδοσής της, τη σειρά και τον αριθμό της.

Το Εφετείο, τέλος, απέρριψε ως αόριστο το αγωγικό αίτημα περί της αναγνώρισης της υποχρέωσης των εναγομένων καταβολής στην αντίδικό τους του ποσού των δρχ. 105.375.000 ως ωφελήματα, αφού δεν εκτίθενται αναλυτικά στην αγωγή, ως προς μεν τα μισθώματα, οι συγκεκριμένες μισθώσεις και ποίων ακινήτων αφορούν τα μισθώματα, το ύψος αυτών και τα λοιπά στοιχεία των μισθώσεων (επιφάνεια ακινήτων, μισθωτές κ.ά.), ως προς δε τις μετοχές, ποιά η αξία κάθε μετοχής, ποιά η αξία της περιουσίας της πέμπτης εναγομένης και με βάση ποιά στοιχεία υπολογίζει η ενάγουσα τα κέρδη των μετοχών ετησίων, ενόψει και του ότι οι δεύτερος και τρίτος από τους εναγομένους είχαν και έχουν και άλλες μετοχές από τη σύσταση της εν λόγω εναγομένης (100 και 20, αντίστοιχα).

Στη συνέχεια, το Εφετείο, κρίνοντας σιωπηρά ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, προχώρησε στην κατ' ουσίαν εκδίκαση της υπόθεσης. Με τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον αποτελούντα περιεχόμενου του πρώτου λόγου της έφεσης των αναιρεσειόντων ισχυρισμό τους περί αοριστίας της αγωγής και, ως προς μεν τις αιτιάσεις του περί των μετοχών και ωφελημάτων, τον δέχθηκε σιωπηρά ως ουσιαστικά βάσιμο, απορρίπτοντας ρητά ως αβάσιμο κατ' ουσίαν το σχετικό αντίθετο τρίτο λόγο της έφεσης της αναιρεσίβλητης, ως προς δε τις λοιπές αιτιάσεις του, τον απέρριψε, επίσης, σιωπηρά, ως αβάσιμο.

Ο εξεταζόμενος, επομένως, αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Δικαστική ομολογία είναι η παραδοχή ενός κρίσιμου γεγονότος, η οποία γίνεται από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξής του, απευθύνεται δε προς το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση ή τον εισηγητή ή τον εντεταλμένο δικαστή, που διεξάγει την αποδεικτική διαδικασία.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις την περιεχόμενη στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης περί του ότι ο Ζ είχε πραγματική βούληση να μεταβιβάσει τα αναφερόμενα στα πέντε πωλητήρια συμβόλαια ακίνητα στην πέμπτη αναιρεσείουσα εταιρεία και ότι πράγματι επήλθε με τα συμβόλαια αυτά η μεταβίβαση.

Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες, με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρίστηκαν σε σχέση με το περιεχόμενο της πιο πάνω δικαστικής ομολογίας του τα εξής: ""... στην αγωγή της η ενάγουσα υποστηρίζει και δη αναπτύσσουσα την κυρία βάση της αγωγής της περί απόλυτης εικονικότητας, ότι οι απαλλοτριωτικές πράξεις έγιναν "με αποκλειστικό σκοπό να διοχετευθεί ολόκληρη η περιουσία του Ζ στην εταιρεία και έτσι κατά το θάνατο του να μη βρεθεί τίποτε να κληρονομήσει η ενάγουσα".

Επομένως, η ενάγουσα στην αγωγή της υποστηρίζει ότι οι απαλλοτριωτικές πράξεις έγιναν σοβαρώς, με τον ανωτέρω σκοπό, που επιτεύχθηκε, και ότι η περιουσία του Ζ μεταβιβάσθηκε, με τις πράξεις αυτές, στην εταιρεία. Δεν υποδηλώνεται απλά ο σκοπός (ο δόλος), αλλά υποστηρίζεται ότι επήλθε το αποτέλεσμα, η μεταβίβαση.

Άλλωστε, στην αγωγή της η ενάγουσα υποστηρίζει ότι η αξία των μετοχών της εταιρείας, που διεκδικεί είναι 500.000.000 δρχ. και ρητά ισχυρίζεται ότι στην περιουσία της εταιρείας ανήκουν τα ακίνητα που μεταβιβάσθηκαν σ' αυτήν από τον Ζ.

Συνεπώς, υποστηρίζει, δέχεται και συνομολογεί ότι οι μεταβιβάσεις δεν ήσαν εικονικές, ότι παρήγαγαν το αποτέλεσμα και ότι τα ακίνητα ανήκουν στην εταιρεία. Πάντα ταύτα, αποτελούν, εκτός των άλλων, δικαστική ομολογία της ενάγουσας αντιδίκου, με όλες τις εξ αυτής έννομες συνέπειες επί της αγωγής. Κατά ταύτα, είναι προφανές ότι η κυρία αυτή βάση της αγωγής περί δήθεν πλήρους εικονικότητας των εκποιητικών δικαιοπραξιών είναι, πέραν της πλήρους αοριστίας και νόμω αβάσιμη και απορριπτέα".

Από την παραδεκτή, όμως, επισκόπηση (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε τα εξής: "Ο αναγνωρισθείς πατέρας μου κατά το θάνατό του δεν άφησε κανένα εμφανές περιουσιακό στοιχείο παρότι ήταν πάμπλουτος έμπορος και εισαγωγέας ηλεκτρικών ειδών.

Δεν άφησε φανερή περιουσία γιατί εν συμπαιγνία με τους 1η, 2ον, 3ον και 4ον, όπως και τους εκπροσωπούντες την 5ην εναγομένους και με αποκλειστικό σκοπό να περιγράψουν το δικό μου κληρονομικό δικαίωμα φρόντισε να απαλλοτριώσει με μεταβιβαστικές πράξεις στην 5η εναγομένη, η οποία ανήκε καθ' ολοκληρίαν εις αυτούς τους ίδιους.

Οι πράξεις αυτές είναι άκυρες γιατί έγιναν με δηλώσεις βουλήσεως ουχί σπουδαίες, αλλά κατά φαινόμενο μόνο, οι δε εκπρόσωποι της εναγομένης (5ης) προς την οποίαν μεταβιβάστηκαν τελούσαν σε γνώση της εικονικότητας αυτής και ενήργησαν όλοι από κοινού δόλια προς βλάβη μου....". Από τα προεκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή δεν προκύπτει η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες δικαστική ομολογία της αντιδίκου τους, αφού η τελευταία εκθέτει με σαφήνεια, ότι οι μεταβιβαστικές των ακινήτων και μετοχών πράξεις του Ζ προς την πέμπτη απ' αυτούς - αναιρεσείοντες - εταιρεία, ανήκουσα καθ' ολοκληρίαν στους λοιπούς αναιρεσείοντες, ήταν άκυρες ως εικονικές, ότι οι εκπρόσωποι της πέμπτης αναιρεσείουσας τελούσαν σε γνώση της εικονικότητας, ενήργησαν δε όλοι από κοινού προς βλάβη της και ότι ο εν λόγω Ζ, ύστερα από τη δικαστική αναγνώρισή της ως τέκνου του, μολονότι πάμπλουτος έμπορος και εισαγωγέας ηλεκτρικών ειδών, προέβη στις επίμαχες μεταβιβάσεις, προκειμένου να της αποστερήσει τη δυνατότητα της ικανοποίησής της ως κληρονόμου του από την κληρονομική περιουσία του μετά το θάνατό του.

Ο ερευνώμενος, επομένως, αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρόσθετο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης αποδίδεται, στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ' του άρθρου 559 πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής κατά τις εξεταζόμενες βάσεις της, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις το 4/15-2-1975 πρακτικό της Γ. Συνέλευσης των μετόχων με το οποίο αποφασίστηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της πέμπτης αναιρεσείουσας, ανώνυμης εταιρείας, κατά 10.000.000 δραχμές, εξαιτίας της οποίας τροποποιήθηκε το καταστατικό της ίδιας, καθώς και το 603/17-4-1975 ΦΕΚ (Δελτίο ΑΕ και ΕΠΕ), με το οποίο δημοσιεύθηκαν τα παραπάνω έγγραφα (πρακτικό και καταστατικό) και τα οποία επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη των ουσιωδών ισχυρισμών τους ότι η πέμπτη αναιρεσείουσα είχε τα αναγκαία κεφάλαια για την αγορά των ακινήτων, ότι το τίμημα για την αγορά των τελευταίων πράγματι καταβλήθηκε και ότι οι ένδικες πωλήσεις δεν είναι εικονικές.

Ο ερευνώμενος αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, από τα οποία μάλιστα το πρώτο μνημόνευσε ειδικά.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-9-2005 αίτηση της Χ1 κ.α. για αναίρεση της 6038/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και τους από 4-9-2006 πρόσθετους λόγους της. Και,

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ