Legislator Case Law & Legislation
1988/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and inadmissibility of appeal arguments regarding conflicting maps.

Case Number 1988/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to retry the appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant failed to appear in court and did not submit a written declaration of representation, violating procedural requirements. Furthermore, the court rejected the appeal arguments as inadmissible because they relied on conflicting cadastral maps (which are evidence, not 'things') and did not constitute independent claims capable of overturning the lower court's judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8), 559(11), 576(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses appeals based on conflicting evidence documents or non-independent claims that do not constitute independent legal grounds for retrial.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility conflicting cadastral maps independent claims procedural default evidence vs things court costs appeal grounds

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 352 of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 25/2003

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1988 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1988/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση: Χ, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσίβλητων-καλούντων: 1. Ψ1, 2. Ψ2 και 3. Ψ3. Η 1η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πάνο Κουρνούτο και οι 2ος και 3η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σέργιο Συντέλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-9-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 12-11-2001 πρόσθετη παρέμβαση των ήδη 2ου και 3ης αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2686/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2208/2004 μη οριστική, 9444/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας εφετειακής απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 21/3/2003 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 2049/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 22/1/2008 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 24-9-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις ....., .....και ....., αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..... προκύπτει, ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας των πληρεξούσιων δικηγόρων των αναιρεσιβλήτων που επισπεύδουν τη συζήτηση, ακριβή αντίγραφα της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, της 2049/2007 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της εν λόγω αίτησης και της από 22-1-2008 κλήσης των αναιρεσιβλήτων με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο αυτής (της 1-10-2008) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσείοντα, ο οποίος δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε έγγραφη δήλωση για παράστασή του στο ακροατήριο κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η υπόθεση παρά την απουσία του αναιρεσείοντος.

Κατά τους ορισμούς του άρθρου 352 ΚΠολΔ, δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνο η ομολογία που έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δίκασε ή του εντεταλμένου δικαστή, ενώ η ομολογία που έγινε ενώπιον άλλου δικαστηρίου, καθώς και η περιεχόμενη σε άλλα έγγραφα αποτελεί εξώδικη ομολογία, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστή.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του και τρίτο, αντίστοιχα, λόγους της αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο αγνόησε και δεν έλαβε υπόψη τις περιεχόμενες στις από 8-8-2000 προτάσεις της εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, που αυτή κατέθεσε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου, ενόψει της συζήτησης της από20-5-2000 αίτησής του για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων περί της νομής του επίδικου ακινήτου, εξώδικες (κατ' ορθή εκτίμησή τους) ομολογίες της, με την πρώτη από τις οποίες ομολογεί αυτή, ότι την περίφραξη του εν λόγω ακινήτου δεν πραγματοποίησε ο Α (απώτερος δικαιοπάροχός της), αλλά ο απώτατος δικαιοπάροχός της Οικοδομικός Συνεταιρισμός Νέων Εφέδρων Αξιωματικών Πανελληνίου Ενώσεως ".....", με τη δεύτερη δε ότι ο αντίδικός της είχε τοποθετήσει μπροστά στο επίδικο ακίνητο πινακίδα με τον αριθμό του τηλεφώνου του ότι πωλείται, διαπίστωση στην οποία προέβη στις 15-6-1999, όταν μετέβη επιτόπου, προκειμένου να προβεί στον καθαρισμό του οικοπέδου, όταν δε επικοινώνησε μαζί τους "της είπαν ότι το πωλούν και είναι δικό τους", ομολογίες που αφορούν ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού αναφέρονται στο ποιος από τους απώτερους δικαιοπαρόχους της πρώτης αναιρεσίβλητης προέβη στην περίφραξη του επίδικου ακινήτου και στις συνεχείς και καλόπιστες πράξεις νομής, τις οποίες διενήργησε ο αναιρεσείων σ' αυτό το ακίνητο από το μήνα Απρίλιο 1977, οπότε ο πατέρας του το περιέφραξε και εφεξής μέχρι το μήνα Σεπτέμβριο 1999 (φύλαξη, οριοθέτηση, εμβαδομέτρηση, σύνταξη σχεδίων, ανάθεση σε μεσίτη την πώληση του ακινήτου κ.ά.).

Οι ερευνώμενοι αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού, όπως προκύπτει από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου, έλαβε αυτό υπόψη για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και "όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται με τις προτάσεις τους και προσκομίζουν οι διάδικοι", από τη βεβαίωση δε αυτή σε συνδυασμό και με ολόκληρο το περιεχόμενο του αιτιολογικού της εν λόγω απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το πιο πάνω αποδεικτικό έγγραφο από το οποίο φέρονται προκύπτουσες οι προαναφερόμενες εξώδικες ομολογίες της πρώτης αναιρεσίβλητης, μολονότι δεν προβαίνει σε ειδική μνεία ή αξιολόγησή τους.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Ιδιαίτερο από τους μάρτυρες και τα έγγραφα αποδεικτικό μέσο (επιτρεπόμενες μαρτυρικές καταθέσεις εκτός δίκης) είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ. 3, 339, 395, 398, 406-409 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ.

β' του ίδιου Κώδικα και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου, που συντάσσονται ύστερα από προηγούμενη νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου τού διαδίκου εκείνου με επιμέλεια του οποίου λαμβάνονται, προκειμένου να προσκομιστούν στη δίκη που διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία, για την οποία και έχουν δοθεί.

Η βεβαίωση λοιπόν του δικαστηρίου της ουσίας, ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, αφορά τα έγγραφα που προσκομίστηκαν στο ίδιο, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα (άρθρα 432 επ. ΚΠολΔ), είτε προκειμένου να χρησιμεύσουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρο 395 ΚΠολΔ) και όχι τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις.

Όταν, όμως, οι τελευταίες έχουν ληφθεί στα πλαίσια άλλης προηγούμενης δίκης, όπως λ.χ. σε δίκη κατά την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα, εκτιμώμενα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και γι' αυτό δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση.

Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ειδικότερα στο αναιρετήριο μνημονευόμενα έγγραφα, ήτοι την από 25-4-1977 απόδειξη της εταιρείας με την επωνυμία .....-.....

και τη με αριθμό ..... ένορκη, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστοτέλη Δέδε, βεβαίωση του Β, που λήφθηκε σε ανύποπτο χρόνο, τα οποία -έγγραφα- επικαλέστηκε ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την υπάρχουσα στην εν λόγω απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο, ως αποδεικνυόμενα, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων "και από όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται με τις προτάσεις τους και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε μερικά από τα οποία κατωτέρω γίνεται ειδική μνεία", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία περί της μη λήψης υπόψη και των προμνημονευόμενων εγγράφων, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα παραπάνω έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγησή τους.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997). Εξάλλου, ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, νοούνται μόνο οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που έχουν αυθύπαρκτη ύπαρξη, δηλαδή, εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, ούτε, επίσης, οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο που υπόκειται στην κυριαρχική και ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Ανέλεγκτη είναι όμως, η εκτίμηση των αποδείξεων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφου, εκτός αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης και υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 8, 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμησή του, σφάλμα, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη του το συνοδεύον την από 20-5-2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης με αριθμό 1 διάγραμμα, καθώς και το από Νοέμβριο 1965 διάγραμμα του μηχανικού ....., που είναι αντιφατικά μεταξύ τους, και παράλληλα, διέλαβε αντιφατικές κρίσεις επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή ως προς το εάν στο οικοδομικό τετράγωνο (Ο.Τ.) ....., όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, ο Οικοδομικός Συνεταιρισμός "....." (απώτερος δικαιοπάροχος της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης) είχε μια ενιαία ιδιόκτητη έκταση ή εάν στο ίδιο Ο.Τ.

υπάρχουν ακόμη τέσσερις (4) ξένες ιδιοκτησίες τρίτων, διάσπαρτες στην έκταση που είχε ο Συνεταιρισμός. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατά μεν το πρώτο μέρος του, γιατί τα εν λόγω τοπογραφικά διαγράμματα αποτελούν έγγραφα, δηλαδή αποδεικτικά μέσα και όχι "πράγματα", με την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, κατά δε το δεύτερο μέρος του, αφού η αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια δεν εμπίπτει στην έννοια του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ και, τέλος, κατά το τρίτο μέρος του, προεχόντως γιατί οι αμέσως πιο πάνω αιτιάσεις, που, ειδικότερα, αφορούν τη θέση του επίδικου ακινήτου, αναφέρονται σε μη αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή σε μη ουσιώδη ζητήματα, τα οποία δεν κρίνονται ικανά να καταλύσουν την κυριότητα της πρώτης αναιρεσίβλητης στο εν λόγω ακίνητο.

Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, είναι και οι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (Ολ ΑΠ 25/2003). Ο πρώτος, επομένως, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 8 εδάφ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διατυπώνεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη το δεύτερο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος με τον οποίο ο τελευταίος έπληττε την πρωτόδικη απόφαση, γιατί με αυτή αγνοήθηκε η εξώδικη ομολογία της πρώτης αναιρεσίβλητης ως προς το γεγονός ότι ο απώτερος δικαιοπάροχός της Α δεν περιέφραξε το επίδικο ακίνητο,περί της οποίας γίνεται εκτενής μνεία κατά την ανάπτυξη του ίδιου πιο πάνω λόγου, κατά το πρώτο μέρος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον η αμέσως πιο πάνω ομολογία δεν αφορά αυτοτελή ισχυρισμό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-3-2003 αίτηση του Χ για αναίρεση της 9444/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Kρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ