Supreme Court dismisses appeal on evidence admissibility, upholding lower court's finding of document forgery and liability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding civil liability for damages. The appellant argued the lower court failed to consider specific documents submitted to prove forgery, but the court held that the appellate court's factual finding on the non-submission of these documents was not subject to appellate review. Consequently, the court rejected the appeal as unfounded and ordered the appellant to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(11)(c) K.Pol.D.; Art. 561(1) K.Pol.D.; The appellate court's factual determination regarding the non-submission of evidence is not subject to appellate review, rendering appeals based on such findings inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1988 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1988/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό -Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος: Χ1, τον οποίο εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος του Ελένη Βούλγαρη, που ορίστηκε με την 117/2005 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 και 2 παρ.1 και 3 του ν 3226/2004, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων :1) Ψ1 και 2) Ψ2, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Αντώνιος Κουδρόγλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5.6.1995 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33186/1997 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 953/1999 και 573/2001 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 3.4.2002 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 17.9.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ.γ' του ΚΠολΔ. επιτρέπεται αναίρεση της απόφασης όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το αποδεικτικό μέσο που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου, η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσαγωγής ή μη αποδεικτικού μέσου, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Επομένως, κάθε ισχυρισμός, που στηρίζει λόγο αναίρεσης κατά της βεβαίωσης του δικαστηρίου ότι δεν προσκομίστηκε αποδεικτικό μέσο που επικαλέσθηκε, είναι απαράδεκτος, και καθιστά αβάσιμο το λόγο της αναίρεσης (Ολ. Α.Π. 30/2002). Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από την περ.
γ' του αριθ. 11 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ., ότι: "το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα εις το αναιρετήριο ειδικά μνημονευόμενα 41 έγγραφα, που είχε επικαλεσθεί με τις από 11-1-2001 έγγραφες προτάσεις του, για την απόκρουση της έφεσης και της αγωγής των αναιρεσίβλητων". Δεδομένου όμως ότι το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι: "δεν προσκομίστηκε από τον αναιρεσείοντα (και τότε εφεσίβλητο-εναγόμενο) κανένα από τα έγγραφα που επικαλέσθηκε", ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος στον οποίο στηρίζεται, ότι δηλαδή προσκόμισε τα πιο πάνω έγγραφα, στρεφόμενος κατά της πιο πάνω αντίθετης βεβαίωσης του Εφετείου (για τη μη προσαγωγή), που δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, είναι απαράδεκτος.
ΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογίας), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ολ.
Α.Π. 1/1999 ολ. Α.Π. 32/1996). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μη καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται, και οι ερμηνευτικοί, ή εφ' όσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ' όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Κρίσιμο στην εξεταζόμενη υπόθεση ζήτημα αποτελεί η γνησιότητα ή μη των κατωτέρω εγγράφων, ήτοι α) της από ...... δήλωσης ατυχήματος, β) της από ........ καταγγελίας συμβάσεως εργασίας και γ) της από ...... δήλωσης ή βεβαίωσης (άρθρ. 1 Ν.Δ. 105/1969), και ειδικότερα αν οι υπογραφές που φέρουν τα δύο πρώτα έγγραφα υπό την ένδειξη "ο εργοδότης" και το τρίτο υπό την ένδειξη "η δηλούσα" είναι γνήσιες ή μη υπογραφές κάποιου από τους αναιρεσίβλητους.
Με το πρώτο έγγραφο φέρεται να δηλώνεται στο ΙΚΑ από την αναιρεσίβλητη Ψ2 ως εργοδότρια, ατύχημα που επισυνέβη στον εργαζόμενο στην επιχείρησή της, αναιρεσείοντα. Με το δεύτερο έγγραφο φέρεται να γίνεται από την ίδια αναιρεσίβλητη ως εργοδότρια καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του εν λόγω εργαζομένου, και με το τρίτο έγγραφο φέρεται να δηλώνεται από την αυτή εργοδότρια ότι ο αναιρεσείων εργαζόταν συνεχώς στην επιχείρησή της και ότι αυτός διέκοψε την εργασία του στις 30-5-1988 λόγω εργατικού ατυχήματος (αναφερόμενος ξυλοδαρμός), και της εντεύθεν ανικανότητός του προς εργασία.
Τη γνησιότητα των εγγράφων αυτών αμφισβήτησαν οι αναιρεσίβλητοι αμέσως μόλις έλαβαν γνώση της ύπαρξης τούτων και μάλιστα και εγγράφως με ενυπόγραφη δήλωσή τους που επικυρώθηκε για τη γνησιότητα της υπογραφής τους από το Β' Αστυν. Τμήμα Θεσσαλονίκης, και που καταχωρήθηκε στην πίσω σελίδα των εγγράφων αυτών στις ........
Ειδικότερα, δήλωσαν οι αναιρεσίβλητοι ότι το κείμενο των εγγράφων είναι αναληθές, δεν συμπληρώθηκε ούτε υπογράφηκε από αυτούς, και ότι είναι εξολοκλήρου πλαστά όπως είναι πλαστές και οι υπογραφές που υπάρχουν σ' αυτά, κατονόμασαν δε πλαστογράφο αυτών τον αναιρεσείοντα. Τα παραπάνω έγγραφα αποδείχθηκε ότι πράγματι ήταν πλαστά.
Η κρίση αυτή στηρίζεται ιδία στην έκθεση του προαναφερθέντος πραγματογνώμονος, ο οποίος με εμπεριστατωμένες αιτιολογίες καταλήγει στο συμπέρασμα με βεβαιότητα ότι καμία από τις υπάρχουσες υπογραφές στα ανωτέρω έγγραφα δεν τέθηκε από την αναιρεσίβλητη Ψ2, και με υψηλή δε πιθανότητα ότι δεν τέθηκαν ούτε από τον αναιρεσίβλητο Ψ1 καθώς και ότι είναι πλαστές τεθείσες από πλαστογράφο όχι εξειδικευμένο σε ενέργειες τέτοιου είδους και μορφής με ελεύθερη απομίμηση από γνήσιες υπογραφές του εν λόγω αναιρεσίβλητου (Ψ1).
Η ίδια κρίση ενισχύεται και από τα πορίσματα της ως άνω από ...... έκθεσης γραφολογικής γνωμοδότησης του Ειδικού Δικαστού Γραφολόγου ........, σύμφωνα με τα οποία (πορίσματα), και σε σχέση με τα τεθέντα σ' αυτόν θέματα, καμία γραφολογική συγγένεια δεν υπάρχει στις αμφισβητούμενες υπογραφές της δήλωσης του ατυχήματος (από ......), και της καταγγελίας (από ....), και της υπογραφής της Ψ2, ούτε και τέθηκαν οι υπογραφές αυτές από τον Ψ1.
Αντίθετη κρίση δεν μπορεί να συναχθεί από την από ..... έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου ........, που έγινε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, η οποία και επισυνάπτεται στην προαναφερθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης, σύμφωνα με το πόρισμα της οποίας οι υπογραφές στα ανωτέρω έγγραφα είναι γνήσιες υπογραφές του Ψ1, καθόσον αυτή δεν κρίνεται πειστική ως αναιρούμενη από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, και ιδία την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οποία είναι πληρέστερη και ως διενεργηθείσα κατόπιν δικαστικής επιταγής κρίνεται και πιο αντικειμενική.
Έτσι, ο αναιρεσείων με την κατάθεση στη γραμματεία του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης της με αριθμ. καταθ. 3141/11-7-1994 αγωγής του κατά των ήδη εναγόντων, της οποίας το περιεχόμενο έλαβαν γνώση τρίτοι (γραμματείς, δικαστές), και στην οποία ισχυρίστηκε μεταξύ των άλλων ότι τα παραπάνω έγγραφα ήταν γνήσια, και ότι οι τότε εναγόμενοι και τώρα αναιρεσίβλητοι με το να ισχυρίζονται ότι τα έγγραφα αυτά ήταν πλαστά, τόσο δια της ανωτέρω ενυπόγραφης δηλώσεώς τους όσο και δια της καταθέσεως από την δεύτερη στις ......
έγγραφης ένστασης στο ΙΚΑ κατά της ......... πράξεως επιβολής εισφορών, ισχυρίστηκαν σε βάρος του εν γνώσει της αναλήθειας ψευδή γεγονότα που έβλαψαν την τιμή και την υπόληψή του, ισχυρίστηκε αυτός τελώντας σε γνώση της αναληθείας ψευδή γεγονότα σε βάρος των τότε εναγομένων και τώρα αναιρεσίβλητων, που έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη τούτων.
Συνεπεία της παράνομης και υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, οι αναιρεσίβλητοι υπέστησαν ηθική βλάβη, συνεπεία της στεναχώριας και της ψυχικής αναστάτωσης που προκλήθηκε σ' αυτούς, το εύλογο δε ποσό για τη χρηματική τους ικανοποίηση, λαμβανομένων υπόψη του είδους και της έκτασης της προσβολής, του βαθμού του πταίσματος του εναγομένου και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων μερών, ανέρχεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου στο ποσό των 200.000 δραχμών για κάθε αναιρεσείοντα".
Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμά της, με το οποίο, ύστερα από εξαφάνιση της αντίθετης πρωτόδικης απόφασης, δέχθηκε το Εφετείο κατ' ουσία την από αδικοπραξία αγωγή των αναιρεσίβλητων, καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εδώ εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 932, 330 ΑΚ., 27 παρ. 1, 361, 363 Π.Κ., τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρ. 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ότι οι αιτιολογίες της για το πόρισμα της αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσείοντος δεν είναι επαρκείς, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι υπάρχει έλλειψη ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το κρίσιμο ζήτημα της πλαστότητας ή όχι της από .........
δήλωσης ατυχήματος, της από ....... δήλωσης-βεβαίωσης, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο, ότι δηλαδή: 1) Τα έγγραφα αυτά ήταν γνήσια ως προς τις υπογραφές, και 2) ότι ο ίδιος εργαζόταν στην επιχείρηση των αναιρεσίβλητων, όπου υπέστη και εργατικό ατύχημα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα για την καταφατική πλαστότητα των πιο πάνω εγγράφων, που στήριζε και την αγωγή των αναιρεσίβλητων, εκτίθεται με σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες που προαναφέρθηκαν του άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται, πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, ως προς την πλαστότητα ή όχι των πιο πάνω εγγράφων, π ου δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-4-2002 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ'αριθ. 573/2001 απόφασης του Εφετείου Θεσ/νίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις . Νοεμβρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 19 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ