Supreme Court partially allows appeal for remand due to insufficient reasoning on debt offsetting and burden of proof.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision, ordering a remand for further examination. The appellate court had rejected the appellant's claim that payments were made to offset a prior debt rather than the current claim, but failed to provide sufficient reasoning regarding the burden of proof and the specific application of debt offsetting rules. Consequently, the court found the first ground of appeal valid and remanded the case to a newly constituted court to properly address the offsetting issue.
Legislator headnote
AI generatedArticles 416, 422, 361 of the Civil Code; Article 576(2) of the Code of Civil Procedure; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: When an appellate court rejects a defense regarding partial debt offsetting without clarifying whether a party agreement existed, whether the debtor exercised a unilateral right of selection, or whether statutory priority rules applied, the decision lacks sufficient reasoning and must be remanded for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1988 / 2006 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1988/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Ρένα Ασημακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Στρατοπούλου.
Της αναιρεσίβλητης: Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΜΑΡΑ ΕΠΕ" βιοτεχνία ετοίμων ενδυμάτων και πλεκτών που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα από τον νόμιμο εκπρόσωπό της ....., που δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-1-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 122251/2000 του ίδιου Δικαστηρίου, 3027/2002 προδικαστική και 1339/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 19-5-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης ανέγνωσε την από 3-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την να γίνει δεκτός ο πρώτος και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της δεν εμφανίσθηκε η αναιρεσίβλητη, η οποία, όπως προκύπτει από την 8671/7-4-2006 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ....., κλητεύθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως για να παραστεί κατά την παρούσα συζήτηση. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης, (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 416 και 422 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 361 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς τον δανειστή και η καταβαλλόμενη παροχή δεν επαρκεί για την εξόφληση όλων, τότε ο προσδιορισμός του εξοφλούμενου χρέους θα γίνει με βάση την τυχόν συμφωνία των μερών, ελλείψει δε τέτοιας συμφωνίας, ο προσδιορισμός αυτός θα γίνει μονομερώς από τον οφειλέτη, κατά την καταβολή, ενώ, σε περίπτωση που ούτε ο οφειλέτης άσκησε το εν λόγω δικαίωμα επιλογής, η παροχή θα καταλογισθεί πρώτον στο ληξιπρόθεσμο χρέος και επί πολλών ληξιπρόθεσμων χρεών, σε εκείνο που παρέχει μικρότερη ασφάλεια για τον δανειστή, επί χρεών δε με ίση ασφάλεια, στο επαχθέστερο για τον οφειλέτη και επί χρεών εξίσου επαχθών, στο αρχαιότερο, αν δε τα περισσότερα χρέη έχουν γεννηθεί συγχρόνως, ο καταλογισμός θα γίνει συμμέτρως.
Σύμφωνα έτσι με τη ρύθμιση αυτή, συνδυαζόμενη και με το άρθρο 338 § 1 ΚΠολΔ, ο μεν εναγόμενος (οφειλέτης), προτείνων την ένσταση της εξοφλήσεως του επίδικου χρέους με καταβολή, πρέπει (και αρκεί), για την ουσιαστική βασιμότητα της ενστάσεώς του, να αποδείξει μόνο την καταβολή, ο δε ενάγων (δανειστής), ισχυριζόμενος ότι υπάρχουν και άλλα χρέη και ότι η καταβληθείσα παροχή δεν καταλογίσθηκε στο επίδικο αλλά σε άλλο χρέος, φέρει το βάρος αποδείξεως της υπάρξεως πλειόνων χρεών.
Αν αποδειχθεί η ύπαρξη τέτοιων χρεών, τότε ο εναγόμενος οφείλει να αποδείξει ότι ο καταλογισμός της παροχής στο επίδικο χρέος έγινε είτε βάσει συμφωνίας των μερών, είτε κατόπιν ασκήσεως από αυτόν του σχετικού δικαιώματος επιλογής, είτε συμφώνως με τη προβλεπόμενη στο άρθρο 422 εδ. β΄ ΑΚ σειρά καταλογισμού.
Εν προκειμένω, το εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων (εναγόμενος) κατέβαλε, τμηματικώς από τον Ιούνιο 1997 έως τον Σεπτέμβριο 1998, στην αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) το συνολικό ποσό των 1.350.000 δραχμών, προς εξόφληση προγενέστερου χρέους του προς αυτή προερχόμενου από τις μεταξύ τους συναλλαγές και όχι προς εξόφληση (μερική) του εκ δραχμών 2.928.364 επίδικου χρέους, το οποίο αφορά στο συμφωνηθέν τίμημα πωλήσεως εμπορευμάτων (ενδυμάτων) από την αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα.
Ακολούθως το εφετείο, απορρίπτοντας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη τη σχετική ένσταση του αναιρεσείοντος περί (μερικής) εξοφλήσεως του αξιούμενου με την αγωγή της αναιρεσίβλητης ως άνω χρέους, δέχθηκε την αγωγή αυτή και επεδίκασε στην αναιρεσίβλητη ολόκληρη την εκ δραχμών 2.928.364 απαίτησή της. Με την κρίση του αυτή το εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των αναφερόμενων πιο πάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου.
Ειδικότερα, χωρίς πάντως να διευκρινίζει αν την περί εξοφλήσεως ένσταση του αναιρεσείοντος την απέρριψε κατ' αποδοχή αντενστάσεως της αναιρεσίβλητης περί υπάρξεως και άλλου (προγενέστερου) χρέους, παραλείπει να αναφέρει αν για τον καταλογισμό του ποσού των 1.350.000 δραχμών στο άλλο αυτό χρέος υπήρχε σχετική συμφωνία των διαδίκων, ή αν η επιλογή αυτή έγινε μονομερώς από τον αναιρεσείοντα, ή αν συνέτρεχαν οι όροι του άρθρου 422 εδ.
β΄ ΑΚ για τον κατά προτεραιότητα καταλογισμό του εν λόγω ποσού στο προγενέστερο χρέος. Δεν προσδιορίζει επίσης τα παραγωγικά του άλλου χρέους πραγματικά γεγονότα. Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, καταλογίζεται στο εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και ως εκ τούτου, παρέλκουσα της έρευνας του δευτέρου λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που με αυτή απορρίφθηκε η ως άνω ένσταση του αναιρεσείοντος περί μερικής εξοφλήσεως του χρέους του προς την αναιρεσίβλητη, ακολούθως δε να παραπεμφθεί κατά το μέρος αυτό η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 1339/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει κατά το μέρος αυτό την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση. Και,
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2006. Και,
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ