Legislator Case Law & Legislation
1987/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to apply arbitration law and vague constitutional arguments.

Case Number 1987/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding an arbitration award. The appellant argued that the lower court incorrectly applied civil code provisions and violated constitutional rights, but the court found these arguments legally unfounded or too vague. Consequently, the appeal was dismissed in its entirety, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1) C.Pol.D.; Art. 897(6) C.Pol.D.: An appeal is inadmissible if the grounds are vague or legally unfounded, and a claim for annulment of an arbitration award based on non-application of specific arbitration articles is rejected if the lower court correctly applied the general arbitration framework.

Keywords

AI generated
arbitration award annulment civil code application error constitutional proportionality principle inadmissible appeal grounds legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1) C.Pol.D.
Art. 897(6) C.Pol.D.
Art. 17 Constitution
Art. 25 Constitution
Art. 3 Civil Code
Art. 288A Civil Code
Art. 33 Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1987 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1987/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος Σ. Ζ. του Θ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γιαννόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 9-12-2021 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας με την επωνυμία ..., η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη και Θεοδώρα Σούμα, οι οποίο δήλωσαν ότι παρίσταται στο ακροατήριο η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", όπως μετονομάστηκε η εταιρεία από ....

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η απόφαση 2577/2019 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-11-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είπε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Στην υπό κρίση υπόθεση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών την από 18-6-2017 αγωγή, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι κατείχε την πλειοψηφία των μετοχών της ανώνυμης εταιρείας "...", ότι δυνάμει της ... πράξεως της συμβ/φου Αθηνών Φιόρης Αθανασίου Πέτρου πώλησε (μαζί με τον έτερο μέτοχο, μη διάδικο στην παρούσα δίκη) και δυνάμει της από 10-4-2008 συμβάσεως μεταβίβασε αντιστοίχως το σύνολο των μετοχών του στην αναιρεσίβλητη, ότι στην εν λόγω από 5-2-2008 σύμβαση περιλήφθηκε μεταξύ άλλων και ο όρος 14, σύμφωνα με τον οποίο, οποιαδήποτε διαφορά ανέκυπτε σε σχέση με τη μεταξύ τους σύμβαση, καθώς και οποιαδήποτε άλλη αξίωση (από αδικοπραξία, αδικαιολόγητο πλουτισμό, προσυμβατική ευθύνη κ.λ.π) σε συνάρτηση με αυτή, ακόμη και σε περίπτωση αμφιβολίας, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, θα υπόκειται στη δικαιοδοσία της Διεθνούς Διαιτησίας υπό τους κανόνες Διαιτησίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου και ότι τα μέρη παραιτήθηκαν του δικαιώματος προσβολής και αμφισβήτησης της εν λόγω ρήτρας.

Επίσης ο αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι συμφωνήθηκε μεταξύ τους όρος περί ανάληψης εκ μέρους του υποχρέωσης άμεσης αποζημίωσης της αναιρεσίβλητης αγοράστριας για οποιοδήποτε ποσό φόρου, που θα βεβαιωνόταν σε βάρος της πωληθείσας εταιρείας από τις φορολογικές αρχές για τις χρήσεις 2001-2005 και θα καταβαλλόταν από την αγοράστρια εταιρεία, ανεξαρτήτως του προβλεφθέντος δικαιώματος αμφισβήτησης αρμοδίως της σχετικής πράξης βεβαίωσης, με την επιπλέον πρόβλεψη ότι σε περίπτωση ευδοκίμησης της δικαστικής ή εξώδικης συναφούς προσφυγής του, θα του επιστρεφόταν όποιο ποσό φόρου είχε καταβάλει αχρεωστήτως.

Περαιτέρω ισχυρίσθηκε ότι βεβαιώθηκαν στις 20-3-2015 φόροι και πρόστιμα σε βάρος της πωληθείσας εταιρείας ύψους 2.417.990,59 ευρώ, ότι ο ίδιος προέβαλε αντιρρήσεις στην αναιρεσίβλητη ως προς την εν λόγω υποχρέωσή του, ότι μετά τη διαφωνία του με την αναιρεσίβλητη ως προς τη διαδικασία αμφισβήτησης, η τελευταία στις 14.4.2015 προέβη σε ρύθμιση μειώνοντας το επιβληθέν ποσό σε 819.339,81 ευρώ, αλλά άσκησε και ενδικοφανή προσφυγή στις 17-4-2015 που απορρίφθηκε, ότι μετά την άρνησή του να καταβάλει το ως άνω βεβαιωμένο ποσό, η αναιρεσίβλητη προσέφυγε στη διαιτησία, εκδοθείσας της με αρ.21895/ΜΗΜ απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη νομιμοτόκως κατά τις στην αγωγή διακρίσεις, το ποσό των 819.339,81 ευρώ για την προμνημονευθείσα αιτία.

Επικαλούμενος ακολούθως ότι η ως άνω διαιτητική απόφαση εκδόθηκε επί διαφοράς που δεν ήταν δεκτική διαιτητικής επίλυσης, διότι "προϋπέθετε ως προδικαστικό ζήτημα το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων των φορολογικών αρχών σε σχέση με τον καταλογισμό του φόρου, τις οποίες αμφισβήτησε ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου, ως ερειδόμενες στους αντισυνταγματικούς, όπως ισχυρίστηκε, νόμους 4098/2012, 4203/2013 και 4141/2013, δυνάμει των οποίων παρατάθηκε διαδοχικώς ο χρόνος παραγραφής των απαιτήσεων του δημοσίου αναφορικά με τις επίμαχες χρήσεις, και ότι το διαιτητικό δικαστήριο έκρινε κατά πλειοψηφία ότι: "α) δεν εμπίπτει στο πεδίο εξουσίας και αρμοδιότητάς του να αποφασίσει, αν το δικαίωμα της φορολογικής αρχής να επιβάλει πρόστιμα και φόρους για τις χρήσεις 2001-2005, παρατάθηκε ορθά ή εσφαλμένα βάσει νόμου, β) η απόφαση αυτή μπορεί να ληφθεί μόνο από τα αρμόδια ελληνικά δικαστήρια, και γ) ως πραγματικό στοιχείο οι ανωτέρω νόμοι ήταν και εξακολουθούν να είναι καλοί νόμοι και αναφέρονται ως αποδεικτικά στοιχεία στο φάκελο της υπόθεσης διαιτησίας", ζήτησε, κατά το κύριο αγωγικό του αίτημα, να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι εκδόθηκε σε αντικείμενο που δεν μπορούσε να υπαχθεί σε διαιτησία κατά παραβίαση του άρθρου 901 παρ. 1βΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι:

α) "το διαιτητικό δικαστήριο στερούνταν της δικαιοδοσίας να αποφανθεί επί των ανωτέρω παρεμπιπτόντων (κατά τους ισχυρισμούς του) ζητημάτων, επί των οποίων η αναιρεσίβλητη στήριζε τις αξιώσεις της, β) η υπαγωγή φορολογικών διαφορών σε διαιτησία προϋποθέτει συναφή διάταξη νόμου, σε κάθε δε περίπτωση την τήρηση της διαδικασίας του άρθρ.31 επ.

ν 3943/2011, υποβαλλόμενη αποκλειστικά στο Σώμα Φορολογικών διαιτητών, και γ) διότι με τον μεταγενέστερο (αλλά πριν την άσκηση της διαιτητικής προσφυγής νόμο 4174/2013, άρθρο 72 παρ. 44) αποκλείσθηκε η επίλυση φορολογικών διαφορών μέσω συμβιβασμού. Επικουρικά δε, ζήτησε την ακύρωση της διαιτητικής αποφάσεως για τους ακόλουθους λόγους, ήτοι:

Α] α) για παράβαση του άρθρου 897 αρ.5 ΚΠολΔ λόγω της άρνησης της πλειοψηφίας του διαιτητικού δικαστηρίου να εξετάσει τον ισχυρισμό του περί αντισυνταγματικότητας των διαδοχικών παρατάσεων του δικαιώματος καταλογισμού φόρων που είχαν χορηγηθεί υπέρ της φορολογικής διοίκησης με τους ν. 4098/2012, 4203/2013, 4141/2013, αλλά και του άρθρου 886 παρ. 2 ΚΠολΔ διότι κατέλιπε αναπάντητο ισχυρισμό του παραβιάζοντας το δικαίωμα δικαστικής ακρόασης αυτού β) αν ήθελε υποτεθεί ότι το διαιτητικό δικαστήριο στερείται εξουσίας να αποφασίσει επί του δικαιώματος της φορολογικής διοίκησης να επιβάλει πρόστιμα και φόρους με τους προσβαλλόμενους ως αντισυνταγματικούς νόμους, δεχόμενο ότι "οι νόμοι αυτοί ήσαν ισχυροί "απεφάνθη επί μη διαιτητεύσιμου ζητήματος Β] για παράβαση του άρθρου 897 αρ. 6 ΚΠολΔ, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αντίθετη σε διατάξεις δημόσιας τάξης, καθό μέτρο ειδικότερα προσέδωσε έννομα αποτελέσματα στις άνω αντισυνταγματικές (κατά τους ισχυρισμούς του) φορολογικές διατάξεις, επιδικάζοντας αξίωση που βεβαιώθηκε κατ' εφαρμογήν τους, Γ] για παράβαση του άρθρου 897 αρ.6 ΚΠολΔ, καθόσον η εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης (που στηρίχθηκε στις εν λόγω αντισυνταγματικές διατάξεις) έρχεται σε προφανή αντίθεση προς τις θεμελιώδεις αρχές που εκφράζουν τα άρθρα 288 ΑΚ και 25 του Συντάγματος, Δ] για παράβαση του άρθρου 897 αρ.6 ΚΠολΔ, λόγω αντίθεσης της προσβαλλόμενης απόφασης στη δημόσια τάξη, καθ' ό μέτρο το διαιτητικό δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή και επιδίκασε με καταψηφιστική διάταξη το ποσό των 819339,81 ευρώ σε βάρος του, χωρίς η αναιρεσίβλητη να καταβάλει το αναλογούν δικαστικό ένσημο.

Το Εφετείο Αθηνών με την με αριθμ. 2577/2019 απόφασή του, που προσβάλλεται με την υπό κρίση αναίρεση για τους διαλαμβανόμενους σ' αυτή λόγους, απέρριψε την από 18-6-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος κατ' ουσίαν όσον αφορά το κύριο ως άνω αίτημά της εκ του αρθρ.901 παρ.1βΚΠολΔ (περί αναγνώρισης ανυπαρξίας της διαιτητικής αποφάσεως) και ως μη νόμιμη κατά το επικουρικό της αίτημα (ως προς το σύνολο των λόγων ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 901 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠολΔ, μπορεί να επιδιωχθεί με αγωγή ή ένσταση η αναγνώριση της ανυπαρξίας διαιτητικής απόφασης, "αν η απόφαση εκδόθηκε επάνω σε αντικείμενο που δεν μπορούσε να υπαχθεί σε διαιτησία", δηλαδή για αντικείμενο που ήταν ανεπίδεκτο ελεύθερης διάθεσης από τους διαδίκους.

Με την ανωτέρω διάταξη που είναι ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή της ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, θεσπίζεται η ανυπαρξία διαιτητικής απόφασης, όταν η διαφορά για την οποία αποφάνθηκαν οι διαιτητές δεν μπορούσε να υπαχθεί στη δικαιοδοσία τους (ΑΠ1952/2013, ΑΠ 40/2010, ΑΠ 217/2004, ΑΠ 1643/2001).

Εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος (σε σχέση με το ως άνω κύριο αγωγικό αίτημα) τα ακόλουθα: "...Με τον πρώτο λόγο περί ανυπαρξίας της προσβαλλομένης διαιτητικής απόφασης, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η διαφορά, επί της οποίας εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση, δεν ήταν δεκτική διαιτητικής επίλυσης, καθόσον προϋπέθετε ως προδικαστικό ζήτημα, την παρεμπίπτουσα κρίση για το κύρος και τη νομιμότητα των διοικητικών πράξεων, μέσω τωv οποίων η φορολογική διοίκηση προχώρησε στον καταλογισμό φόρων και προσαυξήσεων, σε βάρος της εξαγορασθείσας από την εναγομένη εταιρείας ("..."), ειδικότερα, δε το διαιτητικό δικαστήριο εξέφερε κρίση για τη συνταγματικότητα των ν. 4098/2012, 4203/2013 και 4141/2013 με τους οποίους χορηγήθηκαν διαδοχικές παρατάσεις στο χρόνο παραγραφής των απαιτήσεων του Δημοσίου από φόρους για την περίοδο 2001 - 2005.

Ότι το διαιτητικό δικαστήριο, αφενός, από τη διατύπωση της επίδικης διαιτητικής ρήτρας, στερούνταν της δικαιοδοσίας, να εξετάσει τα παραπάνω κρίσιμα ζητήματα, αφετέρου, σε κάθε περίπτωση, η υπαγωγή σε διαιτησία φορολογικών διαφορών είναι δυνατή, μόνον, με διάταξη νόμου ή με την τήρηση των διατάξεων των άρθρων 31 επ.

ν. 3943/2011, ενώ, από 1.1.2014, με ρητή πρόβλεψη του άρθρου 72 παρ. 44 ν. 4174/2013, αποκλείεται η επίλυση φορολογικών διαφορών με συμβιβασμό. Ο προαναφερόμενος λόγος, είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις του άρθρου 901 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, κατ' ουσίαν. Από τα έγγραφα, που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Με την υπ' αριθμ. ... πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών Φιόρης Αθανασίου Πέτρου, ο ενάγων και ο συνεταίρος του, Χ. Λ., πώλησαν στην εναγομένη το 75% και το 25% του μετοχικού κεφαλαίου, που κατείχαν, αντίστοιχα, στην εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "... Ιδιωτική Επιχείρηση Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας Α.Ε." ("..."), αντί τιμήματος 17.447.944 ευρώ και 5.373.000 ευρώ, αντίστοιχα.

Με τον όρο 12.1 (β) (ίί) του ανωτέρω προσυμφώνου συμφωνήθηκε, ότι: "Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 12.1 (α), ο Πρώτος Πωλητής, ρητά και ανεπιφύλακτα, συμφωνεί και αναλαμβάνει, να αποζημιώσει την Αγοράστρια (ή, κατά την κρίση της Αγοράστριας, την Εταιρεία) με το ισόποσο οιουδήποτε ποσού πρόσθετου φόρου επιβλήθηκε στην εταιρεία, και είναι, κατά την Ημερομηνία Ολοκλήρωσης, οφειλόμενο ή πληρωτέο από την Εταιρεία, το οποίο αφορά στη χρήση 2005, καθώς και για κάθε ποσό φόρου, που τυχόν ανακύψει στο μέλλον και θα αφορά κάθε χρήση, προ και περιλαμβανομένης της χρήσης 2005.

Ο Πρώτος Πωλητής οφείλει, να καταβάλει, άμεσα, τα πιο πάνω ποσά στην Αγοράστρια (ή, κατά την κρίση της αγοράστριας, στην Εταιρεία), μετά τη βεβαίωσή τους από τη Φορολογική Αρχή και, εντός, τριών (3) Εργασίμων Ημερών από την κοινοποίηση της σχετικής βεβαίωσης στον Πρώτο Πωλητή από την Αγοράστρια. Οιοσδήποτε επικείμενος έλεγχος από τη φορολογική αρχή θα κοινοποιείται από την Αγοράστρια στον Πρώτο Πωλητή χωρίς καθυστέρηση, και ο Πρώτος Πωλητής δικαιούται, να διατυπώσει, εγγράφως, στην Αγοράστρια τη βούλησή του, να παρίσταται, κατά τον διενεργούμενο έλεγχο καθώς και τη βούλησή του η Εταιρεία να αμφισβητήσει το ποσό του φόρου, στο πλαίσιο της ισχύουσας, κατά περίπτωση, εξωδικαστικής αλλά και δικαστικής διαδικασίας.

Το ως άνω δικαίωμα αμφισβήτησης δεν απαλλάσσει τον Πρώτο Πωλητή από την υποχρέωση καταβολής ολοκλήρου του βεβαιωμένου ποσού φόρου, άμεσα, στην Αγοράστρια ή στην Εταιρεία, και, πάντως, μέσα στους χρόνους, που κάθε φορά η Εταιρεία υποχρεούται, να πληρώσει, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία και μέχρι του ποσού, που η εταιρεία υποχρεούται, να καταβάλει.

Σε περίπτωση που η εταιρεία αμφισβητήσει το φόρο, είτε εξωδικαστικά ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού οργάνου είτε ενώπιον των δικαστηρίων, η Εταιρεία θα εκπροσωπείται από δικηγόρο της αποδοχής του Πρώτου Πωλητή (την έγκριση για το διορισμό του οποίου δεν θα αρνείται ή καθυστερεί αδικαιολόγητα) και ο τελευταίος θα επιβαρύνεται με τα δικαστικά έξοδα και την αμοιβή του δικηγόρου.

Σε περίπτωση αμετάκλητης απόφασης υπέρ της Εταιρείας η Εταιρεία (ή η Αγοράστρια, αναλόγως) θα επιστρέφει άτοκα στον Πρώτο Πωλητή οιοδήποτε ποσό φόρου έχει καταβληθεί, αχρεωστήτως, από αυτόν και κατά τα ανωτέρω". Περαιτέρω, με τον όρο 14.2 του ιδίου προσυμφώνου, συμφωνήθηκε ότι: "Οιαδήποτε αναφορά ανακύψει ή σχετίζεται με την παρούσα αναφορικά με την ισχύ, την εγκυρότητα, την ερμηνεία, την εκτέλεση ή εφαρμογή της, θα υπόκειται στη δικαιοδοσία της Διεθνούς Διαιτησίας, υπό τους κανόνες Διαιτησίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου ("Κανόνες ICC"), οι οποίοι θεωρούνται, ως αναπόσπαστο μέρος, της παρούσας συμφωνίας κατά παραπομπή.

Στην παρούσα διαιτητική ρήτρα, υπάγονται και αξιώσεις από αδικοπραξίες, αδικαιολόγητο πλουτισμό, προσυμβατική ευθύνη και, εν γένει, πάσα μη συμβατική αιτία, εφόσον η αξίωση εδράζεται, σε περιστατικά και πράξεις ή παραλείψεις ή παράβαση υποχρεώσεων των μερών, οι οποίες σχετίζονται ή απορρέουν ή αποτελούν παρεπόμενο της συμβατικής σχέσης.

Εν αμφιβολία, για το κατά πόσον ορισμένη αξίωση ή διαφορά υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής της παρούσης, τα συμβαλλόμενα στην παρούσα μέρη συνομολογούν και αποδέχονται, ότι η διαφορά υπάγεται στη ρήτρα διαιτησίας, παραιτούμενοι του δικαιώματος προσβολής και αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας του διαιτητικού δικαστηρίου.

Το Διαιτητικό Δικαστήριο θα αποτελείται από τρεις διαιτητές. Κάθε μέρος θα δικαιούται να διορίσει ένα διαιτητή, ο, δε, επιδιαιτητής θα οριστεί, κατά τους κανόνες ICC. Η Διαιτησία θα λάβει χώρα στην Αθήνα και θα διενεργηθεί στην αγγλική γλώσσα. Περαιτέρω, από την επισκόπηση της διαιτητικής απόφασης, προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της ανωτέρω συμφωνίας, η, νυν, εναγομένη, υπέβαλε, στις 22.4.2016, αίτημα για προσφυγή σε διαιτησία, σύμφωνα με το άρθρο 4 των κανόνων ICC, ισχυριζομένη για τον, νυν, ενάγοντα, ότι: "Ο εναγόμενος έχει παραβιάσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις του, περί φορολογικής αποζημίωσης, ως ορίζονται στην παρ. 21.1 (β) (ιι) της Συμφωνίας, καθώς δεν έχει καταβάλει στην ενάγουσα ή στην εταιρεία το φόρο, που βεβαιώθηκε από τις ελληνικές φορολογικές αρχές και, σε κάθε περίπτωση, το ποσό των 819.339,81 ευρώ, δηλαδή το ποσό, που ρύθμισε και κατέβαλε η εταιρεία στις ελληνικές φορολογικές αρχές".

Με βάση τα ανωτέρω, επικαλουμένη, επιπροσθέτως, και αδικοπρακτική συμπεριφορά του ενάγοντος, ζήτησε να υποχρεωθεί αυτός, να της καταβάλει το ποσό των 819.339,81 ευρώ, πλέον τόκων από 7.5.2015, άλλως από την επίδοση της προσφυγής σε διαιτησία, μέχρι την εξόφληση. Το διαιτητικό δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 2 1895/ΜΙ-ΙΜ απόφαση του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου, με την οποία δέχθηκε, ότι ο ενάγων παραβίασε τις συμβατικές του υποχρεώσεις περί φορολογικής αποζημίωσης, κατ' άρθρο 12.1 (β) (

ΙΙ) της σύμβασης, ότι η αξίωση αυτή δεν έχει παραγραφεί, σύμφωνα με τον όρο 12.2 (γ) της συμφωνίας και υποχρέωσε τον ενάγοντα, να καταβάλει στην εναγομένη το ποσό των 819.339,81 ευρώ. Ο ενάγων, σύμφωνα με την προσβαλλομένη διαιτητική απόφαση, προς αντίκρουση των ισχυρισμών της εναγομένης. προέβαλε ότι: "o εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα είναι εκείνη, που έχει στην πραγματικότητα αθετήσει τις συμβατικές υποχρεώσεις της, ως ορίζονται στην παρ. 1 2 Ι (β) (ιι) της Συμφωνίας, καθώς δεν έλαβε υπόψη τις οδηγίες του εναγομένου, για να ασκήσει ενδικοφανή προσφυγή κατά της οριστικής πράξης προσδιορισμού του φόρου και να αιτηθεί την αναστολή καταβολής των βεβαιωμένων φόρων και προστίμων.

Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι, παρά τις οδηγίες του, η ενάγουσα αποφάσισε, εσφαλμένα, να αποδεχτεί ανεπιφύλακτα τα βεβαιωμένα πρόστιμα και φόρους και να προχωρήσει σε διακανονισμό της υπόθεσης. Σύμφωνα με τον εναγόμενο, η ενάγουσα, έχοντας ήδη πωλήσει τις μετοχές της σε άλλο νομικό πρόσωπο και έχοντας, ενδεχομένως, την υποχρέωση να αποζημιώσει άμεσα την εταιρεία, προτίμησε και αποφάσισε, να αποδεχθεί και να πληρώσει, ανεπιφύλακτα, το ποσό της οριστικής πράξης προσδιορισμού του φόρου, αθετώντας τις συμβατικές υποχρεώσεις της απέναντι στον εναγόμενο...

Σε κάθε περίπτωση, ο εναγόμενος διατείνεται, ότι η ενάγουσα συνεισέφερε, με τις δικές της πράξεις και με δική της υπαιτιότητα, στη ζημία που υπέστη, λόγω του γεγονότος ότι δεν αιτήθηκε την αναστολή καταβολής των βεβαιωμένων φόρων και προστίμων και αρνήθηκε, να προσφύγει, κατά της οριστικής πράξης προσδιορισμού του φόρου, λόγω παραγραφής του δικαιώματος της φορολογικής αρχής να επιβάλει φόρους και πρόστιμα, καθώς και λόγω πασίδηλων σφαλμάτων στον υπολογισμό".

Ειδικότερα, δε, για τον ισχυρισμό του ότι δεν αθέτησε τις συμβατικές του υποχρεώσεις ισχυρίστηκε ότι: α) "Σύμφωνα με τον όρο 12. Ι.(β) (ιι) της συμφωνίας υποχρεούνταν να καταβάλει μόνο τα δικαστικά και νομικά έξοδα, που ήταν απαραίτητα. προκειμένου η εταιρεία να ασκήσει προσφυγή, κατά της οριστικής πράξης προσδιορισμού του φόρου όχι το πλήρες ποσό των φόρων και προστίμων που βεβαιώνονται στην οριστική πράξη προσδιορισμού του φόρου (υπερασπιστική γραμμή που βασίζεται στη μη αποδοχή της αθέτησης) και β) "ότι το δικαίωμα της φορολογικής αρχής να επιβάλει πρόστιμα και φόρους στην εταιρεία είχε στην πραγματικότητα παραγραφεί, βάσει νόμου.

Εάν η ενάγουσα είχε ασκήσει προσφυγή, κατά της οριστικής πράξης προσδιορισμού φόρου, λόγω παραγραφής, βάσει νόμου, η εταιρεία δεν θα ήταν υπόχρεη καταβολής φόρου και προστίμων (υπερασπιστική γραμμή που βασίζεται στην ύπαρξη παραγραφής βάσει νόμου)" και γ) "Σε κάθε περίπτωση ο εναγόμενος ακόμα και εάν είχε αθετήσει τις υποχρεώσεις του (12.1 (β) (ιι) της Συμφωνίας, η αξίωση της ενάγουσας κατά του εναγομένου έχει παραγραφεί συμβατικά κατά παρ. 12.2.(γ) της συμφωνίας (υπερασπιστική γραμμή, που βασίζεται στην ύπαρξης παραγραφής βάσει σύμβασης)".

Το διαιτητικό δικαστήριο δέχθηκε ότι ο εναγόμενος (νυν ενάγων) αθέτησε τις συμβατικές του υποχρεώσεις της παρ.

12. I (β) (ιι) της συμφωνίας (παράγραφος 165) και, ακολούθως, αναφορικά με τον ισχυρισμό του ότι το δικαίωμα της φορολογικής αρχής να επιβάλει φόρους και πρόστιμα σε βάρος της εξαγορασθείσας εταιρείας είχε παραγραφεί, δέχθηκε ότι "δεν εμπίπτει στο πεδίο εξουσίας και αρμοδιότητας του παρόντος Διαιτητικού Δικαστηρίου, να αποφασίσει, εάν το δικαίωμα της φορολογικής αρχής να επιβάλει πρόστιμα και φόρους για τις χρήσεις 2001 2005, παρατάθηκε, ορθά ή εσφαλμένα, βάσει νόμου (η απόφαση αυτή μπορεί να ληφθεί μόνο από τα αρμόδια Ελληνικά δικαστήρια)" (παράγραφος 183 της διαιτητικής απόφασης).

Ωστόσο, επειδή ο ενάγων για να στηρίξει τον ως άνω ισχυρισμό περί παραγραφής, είχε ισχυρισθεί ότι το δικαίωμα της φορολογικής αρχής, να επιβάλει πρόστιμα και φόρους, είχε παραταθεί, βάσει των διατάξεων των νόμων 4098/2012, 4203/2013 και 4141/2013, οι οποίοι είχαν κριθεί αντισυνταγματικοί, το διαιτητικό δικαστήριο, δέχθηκε "ως πραγματικό γεγονός", ότι οι ανωτέρω νόμοι "ήταν και εξακολουθούν να είναι καλοί νόμοι και αναφέρονται ως αποδεικτικά στοιχεία στον φάκελο αυτής της υπόθεσης διαιτησίας", αναφέροντας στην παράγραφο 1 81 της απόφασής του, ότι: "Πράγματι, εξ όσων γνωρίζουμε, δεν υπάρχει καμία απόφαση είτε του Συμβουλίου της Επικρατείας είτε άλλου Ελληνικού δικαστηρίου, η οποία έχει εξετάσει, εάν το δικαίωμα της φορολογικής αρχής να επιβάλλει πρόστιμα και φόρους για τις χρήσεις 2001 2005 παρατάθηκε, ορθώς ή εσφαλμένα, από τους Ν. 4098/2012, 4023/2013 και 4141/2013".

Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι το διαιτητικό δικαστήριο, ουδόλως αποφάνθηκε για το κύρος και τη νομιμότητα της επίδικης οριστικής πράξης επιβολής φόρου και προστίμων, ούτε έκρινε για την αντισυνταγματικότητα ή μη των ανωτέρω διατάξεων των νόμων περί διαδοχικών παρατάσεων του χρόνου παραγραφής του δικαιώματος της φορολογικής αρχής να επιβάλει φόρους και πρόστιμα, για τις χρήσεις 2001 -2005, αντίθετα, δέχθηκε ότι δεν έχει εξουσία και αρμοδιότητα να αποφασίσει για το σχετικό ζήτημα.

Ακολούθως ερεύνησε και έκρινε, μόνον, τη βασιμότητα της μεταξύ των διαδίκων ιδιωτικής διαφοράς, που απέρρεε από τη με ημερομηνία 5.2.2008 συμφωνίας τους. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος περί ανυπαρξίας της διαιτητικής απόφασης, διότι έκρινε παρεμπιπτόντως επί διαφοράς, που δεν μπορούσε να υπαχθεί σε διαιτησία, πρέπει να απορριφθεί, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως προς το (μοναδικό) λόγο περί ανυπαρξίας της άνω διαιτητικής αποφάσεως, δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 901 παρ.1 εδ.β' ΚΠολΔ, καθόσον, υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα περιστατικά, το διαιτητικό δικαστήριο αποφάνθηκε επί αντικειμένου που μπορούσε να υπαχθεί στη διαιτησία, αφού πρόκειται για ιδιωτική διαφορά μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης από την πώληση εκ μέρους του πρώτου στη δεύτερη των μετοχών της εταιρείας του, απορρέουσα από την ειδικότερη συμφωνία ότι τον αναιρεσείοντα πωλητή βαρύνει η άμεση (δηλαδή, χωρίς τη συνδρομή οποιουδήποτε όρου ή προϋπόθεσης) καταβολή υπό μορφήν αποζημίωσης στην αναιρεσίβλητη αγοράστρια, οποιουδήποτε ποσού προσθέτου φόρου βεβαιωνόταν για την πωληθείσα εταιρεία από τη φορολογική αρχή για τις χρήσεις 2001 - 2005, αλλά και οποιοδήποτε ποσό φόρου ανέκυπτε στο μέλλον και αφορούσε κάθε χρήση προ και περιλαμβανομένης της ανωτέρω, με την ρητή όμως πρόβλεψη (ανεξάρτητη της υποχρέωσης άμεσης καταβολής) αφενός μεν του δικαιώματος του αναιρεσείοντος πωλητή να αμφισβητήσει με οποιοδήποτε τρόπο την τυχόν βεβαιωθείσα οφειλή, αφετέρου δε, σε περίπτωση ευδοκίμησης τυχόν ασκηθείσας προσφυγής του, της υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης να επιστρέψει στον πωλητή οποιοδήποτε αχρεωστήτως καταβληθέν εκ μέρους του ποσό.

Υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, ο επίμαχος ως άνω όρος δεν εξαρτήθηκε από την αντισυνταγματικότητα ή μη των διατάξεων που προβλέπουν τη σχετική φορολογική υποχρέωση, ούτε από την εγκυρότητα ή μη των πράξεων βεβαίωσης της φορολογικής αρχής, αλλά μόνον από αυτή τούτη την επιβολή και τη βεβαίωσή του, ούτε βεβαίως προκύπτει ζήτημα αντίθεσης στο άρθρο 72 παρ. 44 του ν.4174/2013, σύμφωνα με το οποίο "κάθε αίτημα προς τη φορολογική διοίκηση για δικαστικό ή διοικητικό συμβιβασμό θεωρείται απαράδεκτο και δεν εξετάζεται", εφόσον πρόκειται, κατά τα ανωτέρω, για διαφορά μεταξύ ιδιωτών και όχι για διαφορά μεταξύ διοίκησης (φορολογικής αρχής) και πολίτη (φορολογούμενου), στην οποία η προαναφερόμενη διάταξη εφαρμόζεται, μη υποκείμενη σε διαιτησία, ούτε και συνέτρεχε, ως προδικαστικό ζήτημα και αντικείμενο έρευνας η "αντισυνταγματικότητα των διατάξεων των φορολογικών νόμων 4098/2012, 4203/2013, 4141/2013, λόγω των διαδοχικών παρατάσεων του χρόνου παραγραφής των φορολογικών υποχρεώσεων", πολλώ δε μάλλον δεν υφίστατο υποχρέωση ελέγχου του κύρους και της νομιμότητας του βεβαιωθέντος, από την αρμόδια φορολογική αρχή σε βάρος της πωληθείσας εταιρείας, φόρου, σε σχέση με τους ως άνω νόμους.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίον ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση της παραβίασης του άρθρου 901 παρ. στ'β ΚΠολΔ, "γιατί το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε τον μοναδικό λόγο αναγνώρισης της ανυπαρξίας της διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε επί αντικειμένου μη υπαγόμενου σε ρήτρα διαιτησίας, α) καθόσον η επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς προϋπέθετε ως πρόκριμα την παρεμπίπτουσα κρίση για το κύρος και τη νομιμότητα των διοικητικών πράξεων μέσω των οποίων η φορολογική διοίκηση καταλόγισε φόρους και προσαυξήσεις σε βάρος της πωληθείσας εταιρείας και ότι η εν λόγω ρήτρα διαιτησίας δεν κάλυπτε τέτοια προδικαστικά ζητήματα και β) διότι "με τη μεταβολή που επήλθε με το ν.4174/2013, οι φορολογικές διαφορές ως ανεπίδεκτες συμβιβασμού εκφεύγουν της εξουσίας διαθέσεως των διαδίκων", είναι αβάσιμος.

Η περαιτέρω αιτίαση, σχετικώς με την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου, ότι ως πραγματικό στοιχείο οι προσβληθέντες από τον αναιρεσείοντα ως αντισυνταγματικοί φορολογικοί νόμοι 4098/2012, 4203/2013, 4141/2013 εξακολουθούν να είναι καλοί νόμοι και αναφέρονται ως αποδεικτικά στοιχεία στον οικείο φάκελο" είναι αλυσιτελής ως συνιστώσα πλεοναστική αιτιολογία.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 ΑΚ η ιδιωτική βούληση δεν μπορεί να αποκλείσει την εφαρμογή κανόνων δημόσιας τάξης. Σκοπός της ανωτέρω διάταξης είναι να οριοθετήσει την ιδιωτική αυτονομία έναντι της κανονιστικής αρμοδιότητας του εθνικού νομοθέτη κατά τη ρύθμιση των βιοτικών σχέσεων. Γι' αυτό και οι κατά την ΑΚ 3 κανόνες δημόσιας τάξης δεν έχουν αποκλειστικά ηθική, κοινωνική ή οικονομική σημασία, είναι δε ταυτόσημοι με τον όρο κανόνες αναγκαστικού δικαίου, αφού εξυπηρετούν συνήθως το δημόσιο συμφέρον (ΟλΑΠ274/1971, ΑΠ1477/1997), δεν αποκλείεται όμως να προστατεύουν και ιδιωτικά συμφέροντα.

Επομένως η ιδιωτική βούληση δεν περιορίζεται μόνο έναντι ρυθμίσεων θεμελιώδους αξιολόγησης της εθνικής έννομης τάξης αλλά και έναντι οποιασδήποτε άλλης ρύθμισης η οποία χαρακτηρίζεται ή ερμηνεύεται ως διάταξη αναγκαστικού δικαίου. Πότε μια ρύθμιση εισάγει αναγκαστικό δίκαιο συνιστά θέμα ερμηνείας της κρίσιμης διάταξης με βάση το κείμενο και το γενικότερο σκοπό που υπαγορεύει (ΑΠ956/1997).

Ο χαρακτήρας ενός κανόνα ως δημοσίας τάξεως μπορεί να προκύπτει επίσης και από τη γραμματική διατύπωσή του, ιδίως όταν απαγορεύει ή επιτάσσει ορισμένη συμπεριφορά ή όταν κηρύσσει ακυρότητα (ΑΠ1490/1991). Αναγκαστικοί κανόνες συνεπώς είναι οι κανόνες που επιδιώκουν την προστασία του γενικότερου συμφέροντος ή γενικότερα ενέχουν θεμελιώδεις στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης αξιολογήσεις (ΟλΑΠ15/2000), αλλά και εκείνοι που αποτελούν ειδική εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης, (ΑΠ162/1999), της καλής πίστης ή των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 596/2022, ΑΠ1037/2006).

Εξ άλλου, οι λόγοι ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, που καθιερώνονται περιοριστικά με τη διάταξη του άρθρου 897 ΚΠολΔ, είναι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, η δε παραβίασή τους ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 366/2016, ΑΠ1212/2014, ΑΠ1952/2013). Η διαιτησία, ως συμβατικά επιλεγμένη δεσμευτική εκδίκαση ορισμένης διαφοράς από διαιτητές, αντί των κρατικών δικαστηρίων, είναι ιδιαίτερη μορφή οργάνωσης, ακολουθητέας διαδικασίας και απαιτούμενων δικονομικών προϋποθέσεων για την παροχή δικαστικής προστασίας, με την έννοια ότι η προστασία αυτή δεν παρέχεται από κρατικά δικαστήρια, αλλά κατά την ελεύθερη επιλογή των διαδίκων από όργανα ή πρόσωπα της εκλογής τους.

Η σχέση της διαιτησίας προς την τακτική δικαιοσύνη, υπό την ισχύ του ΚΠολΔ, διαμορφώθηκε ως σχέση δύο παράλληλων δικαιοδοτικών τάξεων, που αποκλείονται αμοιβαία. Ως γνήσια δικαιοδοτική πράξη, η διαιτητική απόφαση, από την έκδοσή της, παράγει δεδικασμένο υπό τις διαγραφόμενες στο άρθρο 896 ΚΠολΔ, προϋποθέσεις, (εφαρμοζόμενων προς τούτο των διατάξεων των άρθρων 322, 324 έως 330, 332 έως 334 ΚΠολΔ) και εξοπλίζεται με εκτελεστότητα κατ' άρθρο 904 παρ. 2 εδαφ.

β' ΚΠολΔ. Για την τήρηση όμως των στοιχειωδών δικαιοδοτικών εγγυήσεων εκ μέρους των διαιτητών και τη συμμόρφωσή τους προς τη βασική αυτή επιταγή, θεματοφύλακας παραμένει το κράτος μέσω των πολιτειακών (τακτικών) δικαστηρίων. Η ενεργός ανάμειξη των τελευταίων εκδηλώνεται με τον έλεγχο της διαιτητικής απόφασης, μέσω κυρίως της αγωγής ακυρώσεως κατ' άρθρο 897 επ.

ΚΠολΔ (ΑΠ1281/2019). Έτσι, κατά το εδαφ. 6 του άρθρου 897 ΚΠολΔ "Η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, ολικά ή εν μέρει, μόνο με δικαστική απόφαση...αν είναι αντίθετη προς διατάξεις δημόσιας τάξης ή προς τα χρηστά ήθη". Κατά την έννοια του εδαφίου αυτού, ως διατάξεις δημόσιας τάξης, η παραβίαση των οποίων δικαιολογεί τη δικαστική ακύρωση της διαιτητικής απόφασης (και) επί εσωτερικής διαιτησίας, νοούνται οι κανόνες αναγκαστικού δικαίου που έχουν θεσπισθεί πρωτίστως για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και συνθέτουν τα πολιτειακά, πολιτιστικά, δικαιικά, κοινωνικά ή οικονομικά θεμέλια της ημεδαπής έννομης τάξης, συγκροτούν δηλαδή τη δημόσια τάξη, υπό έννοια προσομοιάζουσα προς εκείνη του άρθρου 33 ΑΚ (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 4/2012, ΑΠ1061/2020, ΑΠ716/2019).

Η παραβίαση, άρα, κανόνων αναγκαστικού δικαίου τεθέντων πρωτίστως προς εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων, εκφεύγει του ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου. Εξ άλλου, δεν προσβάλλεται η δημόσια τάξη κατά την παραπάνω έννοια και δεν θεμελιώνεται, συνεπώς, ο αντίστοιχος λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, όταν αυτή εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο ή έχει απλώς ανεπαρκή αιτιολογία, ή όταν εσφαλμένα εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία (ΑΠ 366/2016), εκτός αν από την υλοποίηση (εκτέλεση) της απόφασης θα εδημιουργείτο κατάσταση αντίθετη προς τις θεμελιώδεις αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης (ΑΠ517/2016, ΑΠ102/2012, ΑΠ40/2010).

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο άνω λόγος ακυρώσεως της διαιτητικής απόφασης ιδρύεται, όταν η αντίθεση προκύπτει ευθέως από το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης στο σύνολό της, δηλαδή όχι μόνο από το διατακτικό της, αλλά και από το αιτιολογικό της (ΟλΑΠ13/1995, ΑΠ 40/2010). Υπό την αντίθετη, από την κατά τα ανωτέρω, εκδοχή, κατά την οποία, ως τέτοιες διατάξεις (δημόσιας τάξης), νοούνται όλες ανεξαιρέτως οι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου (jus cogens), θα προέκυπτε το άτοπο να ελέγχεται η διαιτητική απόφαση για παραβίαση οποιασδήποτε διάταξης αναγκαστικού δικαίου (από τις οποίες υπάρχει πληθώρα στο δίκαιο των συναλλαγών), ουσιαστικώς δηλαδή να επανεκδικάζεται η υπόθεση και να περιάγεται η διαιτητική διαδικασία σε απλό διαδικαστικό προστάδιο της πολιτικής δίκης, πράγμα που θα αντιστρατευόταν ευθέως στη σχετική προς τη φύση της αρχή της μη αναθεωρήσεως της ουσίας της διαιτητικής απόφασης (ΟλΑΠ 14/2015).

Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 200 και 288 ΑΚ, στην πρώτη των οποίων ορίζεται ότι "οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη" και στη δεύτερη ότι "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη" καθιερώνονται στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου οι αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών.

Όμως, η ως άνω διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ δεν περιέχει θεμελιακό κανόνα της πολιτειακής, πολιτιστικής, δικαιϊκής, ηθικής, κοινωνικής ή οικονομικής ζωής της Χώρας, δεν είναι δηλαδή δημοσίας τάξης, κατά την έννοια των άρθρων 897 αρ. 6 και 33 ΑΚ και πάντως δεν έχει τεθεί για να υπηρετήσει το δημόσιο, αλλά το ιδιωτικό συμφέρον (εμπίπτουσα στην έννοια των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 3 ΑΚ), με συνέπεια η εσφαλμένη εφαρμογή της να μην βρίσκεται σε αντίθεση με την, κατά την εκτεθείσα έννοια, δημόσια τάξη και να μη δικαιολογείται η ακύρωση της διαιτητικής απόφασης εκ του λόγου αυτού (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 295/2022, ΑΠ1292/2018).

Σημειώνεται δε ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 1, 2 εδαφ. β`, ββ` του Ν. 2735/1999 "Διεθνής Εμπορική Διαιτησία", με τον οποίο εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη ο πρότυπος Νόμος UNCITRAL, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται ύστερα από αγωγή ακύρωσης διαιτητικής απόφασης, προκειμένου για διεθνείς διαιτησίες, δηλαδή για διαιτησίες που:

α) όταν η σχετική συμφωνία συνομολογήθηκε οι διάδικοι είχαν την εγκατάστασή τους σε διαφορετικά κράτη, ή β) ένας από τους ακόλουθους τόπους δεν βρίσκεται στο κράτος όπου η εγκατάστασή τους: αα) ο τόπος διαιτησίας, ββ) ο τόπος στον οποίο πρόκειται να εκπληρωθεί σημαντικό μέρος των από την εμπορική σχέση υποχρεώσεων ή ο τόπος με τον οποίο το αντικείμενο της διαφοράς συνδέεται στενότερα, ή γ) τα μέρη ρητά συμφώνησαν ότι το αντικείμενο της συμφωνίας διαιτησίας σχετίζεται με περισσότερες χώρες (οι οποίες διεξάγονται στην Ελλάδα), "κρίνει αυτεπαγγέλτως αν η διαιτητική απόφαση είναι αντίθετη προς τη διεθνή δημόσια τάξη, όπως αυτή νοείται στο άρθρο 33 του Αστικού Κώδικα".

Υπό την αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία, ως τέτοιες διατάξεις (δημόσιας τάξης), νοούνται όλες ανεξαιρέτως οι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου (jus cogens), θα προέκυπτε το άτοπο να ελέγχεται η διαιτητική απόφαση για παραβίαση οποιασδήποτε διάταξης αναγκαστικού δικαίου (από τις οποίες υπάρχει πληθώρα στο δίκαιο των συναλλαγών), ουσιαστικώς δηλαδή να επανεκδικάζεται η υπόθεση και να περιάγεται η διαιτητική διαδικασία σε απλό διαδικαστικό προστάδιο της πολιτικής δίκης, πράγμα που θα αντιστρατευόταν ευθέως στη σχετική προς τη φύση της αρχή της μη αναθεωρήσεως της ουσίας της διαιτητικής αποφάσεως.

Επί πλέον θα οδηγούσε σε ανεπίτρεπτη διαφορετική μεταχείριση των διαιτητικών αποφάσεων, ανάλογα με το αν πρόκειται για ημεδαπή διαιτητική απόφαση (άρθρ. 897 αρ. 6 ΚΠολΔ), ή αλλοδαπή - διεθνή (άρθρ. 903, 905, 906 ΚΠολΔ), ακόμη και στα πλαίσια όμοιας διαφοράς. Και τούτο διότι, ενόψει των προεκτεθέντων, οι αποφάσεις που αφορούν εσωτερικές διαιτησίες θα κρίνονταν, επί της ουσίας, για παράβαση οποιουδήποτε κανόνα αναγκαστικού δικαίου, ενώ, οι αντίστοιχες διεθνείς μόνο αν παραβίαζαν τους κανόνες αναγκαστικού δικαίου που έχουν θεσπισθεί πρωτίστως για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος και συνθέτουν τα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά ή οικονομικά θεμέλια της ημεδαπής έννομης τάξης.

Τούτο προδήλως δεν θα ήταν ορθό, καθόσον θα συνιστούσε διαφορετική μεταχείριση (αυστηρότερο έλεγχο) των ημεδαπών διαιτητικών αποφάσεων έναντι των διεθνών, ενώ ο θεσμός της διαιτησίας, όπως και η εξουσία των διαιτητών είναι ίδια, είτε πρόκειται για ημεδαπή διαιτητική απόφαση, είτε για διεθνή - αλλοδαπή (ΟλΑΠ 14/2015).

Οι λόγοι δε ακυρώσεως, μεταξύ των οποίων και η αντίθεση της διαιτητικής απόφασης προς τη δημόσια τάξη (αριθ. 6 περ. α` του άρθρου 897) ή προς τα χρηστά ήθη (αριθ. 6 περ. β` του ίδιου άρθρου), επί εσωτερικής διαιτησίας πρέπει να προτείνονται με την αγωγή περί ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως και δεν εξετάζονται αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1009/2002), ενώ αντιθέτως επί διεθνούς διαιτησίας ορισμένοι λόγοι (οι από το άρθρο 34 παρ. 2 εδ. 2 στ.

αα και ββ ν. 2735/1995) εξετάζονται αυτεπαγγέλτως ακόμη κι αν δεν προτείνονται με την αγωγή, εφόσον η άσκησή της είναι παραδεκτή (ΑΠ192/2021). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 897 αρ. 5 ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν μέρει όταν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 886 παρ. 2, 891 και 892 του ιδίου Κώδικα.

Η πρώτη απ` αυτές (άρθρο 886 παρ. 2 ΚΠολΔ) ορίζει ότι "κατά τη διαιτητική διαδικασία τα μέρη έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις, τηρείται η αρχή της ισότητας και πρέπει να καλούνται να παραστούν κατά τις συζητήσεις προκειμένου να αναπτύξουν, κατά την κρίση των διαιτητών, προφορικώς ή εγγράφως τους ισχυρισμούς τους και να προσκομίσουν τις αποδείξεις τους".

Με τη διάταξη αυτή, που εναρμονίζεται με τη θεμελιώδη αρχή του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, η οποία ορίζει ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικαστεί η υπόθεσή του δίκαια, δημόσια και σε εύλογη προθεσμία από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που λειτουργεί νόμιμα και το οποίο θα αποφασίσει είτε για τις αμφισβητήσεις σχετικά με τα αστικής φύσης δικαιώματα και υποχρεώσεις του είτε για τη βασιμότητα κάθε εναντίον του κατηγορίας, επιβάλλεται η τήρηση, κατά τη διεξαγωγή της διαιτησίας, των αρχών της ισότητας των διαδίκων και της ακρόασης και των δύο πλευρών.

Η πρώτη από τις αρχές αυτές πραγματώνεται όταν κανένας από τους διαδίκους δεν αποκτά, σε σχέση με τους λοιπούς, ιδιαίτερα δικαιώματα ή δεν απαλλάσσεται από τις επιβαλλόμενες στους άλλους υποχρεώσεις στο δικονομικό πεδίο. Η δεύτερη αρχή, που θεμελιώνεται και στο άρθρο 20 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ` αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει", κατοχυρώνεται, δε, με αυτήν ως ατομικό συνταγματικό δικαίωμα, για κάθε απειλούμενο στα δικαιώματα ή συμφέροντά του, η δυνατότητα πρόσβασης στα δικαστήρια για την παροχή έννομης προστασίας (ΟλΑΠ 8/2003), στην οποία εμπεριέχεται και το δικαίωμα ακρόασής του, το οποίο καθιερώνεται και ως δικονομική αρχή (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ) με σκοπό τη χρηστή διεξαγωγή της διαδικασίας, επιτυγχάνεται με την παροχή σε όλους τους διαδίκους της ευχέρειας, αφενός να παραστούν κατά τις συζητήσεις της διαφοράς και την υποβολή των ισχυρισμών τους και των αποδεικτικών τους μέσων, ύστερα από σχετική κλήτευσή τους από τους διαιτητές, αφετέρου, δε, να λάβουν γνώση των ισχυρισμών των αντιδίκων τους και να τους αντικρούσουν, όπως, επίσης, να λάβουν υπόψη τους το αποδεικτικό υλικό που συνεισέφερε στη δίκη ο αντίδικός τους και να εκφράσουν την αξιολόγησή του.

Συνεπώς, αν δεν τηρήθηκαν οι αρχές αυτές από το διαιτητή κατά τη διαιτητική διαδικασία, δημιουργείται λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 1779/1999). Αντίστοιχα και ο Κανονισμός Διαιτησίας του ΔΕΕ (ICC) ορίζει στο άρθρο 15 παρ. 2, ότι, σε όλες τις περιπτώσεις, το διαιτητικό δικαστήριο οφείλει να ενεργεί δίκαια και αμερόληπτα, έτσι ώστε να διασφαλίζεται ότι το κάθε μέρος έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει την υπόθεσή του, ενώ για τη διασφάλιση του δικαιώματος ακρόασης προνοούν στο πλαίσιο του ίδιου Διεθνούς Κανονισμού και οι διατάξεις των άρθρων 21 παρ. 1 και 3 και 22 παρ. 1, σύμφωνα με τις οποίες τα μέρη δικαιούνται να παρευρίσκονται στη συζήτηση της υπόθεσης και καλούνται πριν από εύλογη προθεσμία από το διαιτητικό δικαστήριο, το οποίο κηρύσσει τη διαδικασία περαιωμένη, εφόσον κρίνει ότι δόθηκε στα μέρη η δυνατότητα να υποστηρίξουν εύλογα την υπόθεσή τους.

Εν προκειμένω, όσον αφορά το επικουρικό αίτημα της ένδικης αγωγής και τους επί μέρους αυτής (πρώτο και δεύτερο) λόγους ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: " ... Με τον πρώτο λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, ο ενάγων ισχυρίζεται, ότι εάν ήθελε υποτεθεί, ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο είχε εξουσία, να κρίνει επί φορολογικού ζητήματος, το γεγονός ότι αρνήθηκε να εξετάσει τον ισχυρισμό του περί αντισυνταγματικότητας των διατάξεων των ν. 4098/2012, 4203/2013 και 4141/2013, βάσει των οποίων χορηγήθηκε παράταση παραγραφής του δικαιώματος της φορολογικής αρχής, να επιβάλει φόρους, επικαλούμενο έλλειψη δικαιοδοσίας προς τούτο, κρίνοντας, συγχρόνως, ότι οι νόμοι αυτοί είναι δεσμευτικοί ως "αποδεικτικό ζήτημα", συνιστά πλημμέλεια άρθρου 897 παρ. 6 ΚΠολΔ, διότι αρνήθηκε, εκ του αποτελέσματος να λάβει υπόψη του ισχυρισμό, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην εξέλιξη της δίκης, αλλά και πλημμέλεια του άρθρου 886 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε το δικαίωμα δικαστικής ακρόασής του.

Επίσης, ισχυρίζεται ότι το γεγονός ότι το διαιτητικό δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τον ανωτέρω ισχυρισμό περί αντισυνταγματικότητας και της συνακόλουθης έκπτωσης του δικαιώματος της εναγομένης να ζητήσει το επίδικο ποσό, o οποίος ήταν ουσιώδης και λυσιτελής, αφού επαρκούσε να οδηγήσει στην ολοσχερή απόρριψη της διαιτητικής προσφυγής, συνιστά λόγο ακύρωσης 897 παρ. 5 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 886 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι με την τελευταία διάταξη δεν αναγνωρίζεται ευχέρεια στο διαιτητικό δικαστήριο, να μη λάβει καθόλου υπόψη του τους ισχυρισμούς διαδίκου.

Ότι με τα ανωτέρω περιστατικά στοιχειοθετείται και λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, κατ' άρθρο 897 παρ. 6 ΚΠολΔ, ως αντίθετης προς τις διατάξεις δημόσιας τάξης, καθώς το διαιτητικό δικαστήριο υπέπεσε στην αντίστοιχη πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, παραβιάζοντας το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και ακροάσεως.

Ο ανωτέρω, όμως λόγος ακυρώσεως κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον τα ανωτέρω επικαλούμενα περιστατικά, αφενός δεν συνιστούν παράβαση της αρχής ακροάσεως (άρθρο 886 παρ. 2 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν αφορούν στα δικαιώματα του διαδίκου να παρίσταται, κατά τις συζητήσεις της διαφοράς και να υποβάλει τους ισχυρισμούς του και τα αποδεικτικά του μέσα, ύστερα από σχετική κλήτευσή του από τους διαιτητές, ούτε στην έλλειψη γνώσης των ισχυρισμών του αντιδίκου του και στο δικαίωμα αντίκρουσής τους, αφετέρου με τον ισχυρισμό του ότι το διαιτητικό δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στη εξέλιξη της δίκης, πλήττεται η κατ' ουσίαν κρίση των διαιτητών, που δίκασαν την επίδικη διαφορά, η οποία δεν συνιστά λόγο ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως εκ των περιοριστικως αναφερομένων στο άρθρο 897 ΚΠολΔ.

Με το δεύτερο λόγο ακυρώσεως της διαιτητικής απόφασης, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι: α) το διαιτητικό δικαστήριο αρνούμενο να αποφανθεί επί του ισχυρισμού του, περί αντισυνταγματικότητας των διατάξεων των v.4098/2012, 4203/2013, 4141/2013 βάσει των οποίων χορηγήθηκαν διαδοχικές παρατάσεις της παραγραφής των φορολογικών υποθέσεων και της συνακόλουθης έκπτωσης της εναγομένης να ζητήσει την απόδοση του επιδίκου ποσού, προσέδωσε έννομα αποτελέσματα στις ανωτέρω αντισυνταγματικές φορολογικές διατάξεις, παραβιάζοντας θεμελιώδεις αντιλήψεις της ημεδαπής πολιτείας, και τις διατάξεις της δημόσιας τάξης του 897 αρ.6 ΚΠολΔ, β) η ενδεχόμενη εκτέλεση της της διαιτητικής απόφασης, με την οποία υποχρεώνεται αυτός, να αποδώσει πρόσθετους φόρους, προσαυξήσεις και πρόστιμα, κατ' εφαρμογή αντισυνταγματικών ρυθμίσεων, έρχεται σε αντίθεση, με τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του ιδιώτη, οι οποίες ανάγονται στον σκληρό πυρήνα της Ελληνικής έννομης τάξης.

Ο ανωτέρω ισχυρισμός, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι μη νόμιμος και απορριπτέος, διότι πλήττει την κατ' ουσίαν κρίση των διαιτητών, που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη διαιτητική απόφαση, όμως, η εσφαλμένη κρίση επί της ουσίας της διαφοράς, όπως προαναφέρθηκε, δεν συνιστά λόγο ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως εκ των περιοριστικώς αναφερομένων στο άρθρο 897 ΚΠολΔ.

Κατά το δεύτερο, δε, σκέλος του, είναι, επίσης, απορριπτέος, ως μη νόμιμος, καθόσον η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου δεν αποτελεί λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, αφού δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικώς αναφερομένους λόγους ακύρωσης του άρθρου 897 ΚΠολΔ...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε τους πρώτο και δεύτερο λόγους ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης ως μη νόμιμους, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 897 αρ. 5 και 6 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 886 παρ 2 ΚΠολΔ, καθόσον υπό τα εκτιθέμενα στους ανωτέρω λόγους περιστατικά, το διαιτητικό δικαστήριο δεν στέρησε από τον αναιρεσείοντα τη δυνατότητα να παραστεί κατά τις συζητήσεις της διαφοράς και να υποβάλει τους ισχυρισμούς του και τα αποδεικτικά του μέσα και, επίσης, να λάβει γνώση των ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης και να τους αντικρούσει, ώστε να γεννάται ζήτημα παραβίασης του δικαιώματος ακροάσεως αυτού, δεδομένου ότι, ειδικότερα, δεν αγνόησε τον ισχυρισμό του περί αντισυνταγματικότητας των διατάξεων των ν. 4098/2012, 4203/2013 και 4141/2013, αλλά τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε, κρίνοντας ότι δεν εμπίπτει στο πεδίο εξουσίας και αρμοδιότητάς του να αποφασίσει, εάν ορθά ή εσφαλμένα παρατάθηκε το δικαίωμα της φορολογικής αρχής να επιβάλει πρόστιμα και φόρους, η εσφαλμένη δε νομική ή ουσιαστική εκτίμηση των αυτοτελών ισχυρισμών των διαδίκων δεν αποτελεί λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης ούτε και προσβάλλεται η δημόσια τάξη, υπό την παραπάνω έννοια, και δεν θεμελιώνεται συνεπώς ο αντίστοιχος λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, όταν αυτή εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο ή έχει απλώς ανεπαρκή αιτιολογία.

Εξάλλου, με τη μη έρευνα του ανωτέρω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί αντισυνταγματικότητας των διατάξεων των ν. 4098/2012, 4203/2013 και 4141/2013 δεν διαμορφώνεται κατάσταση αντίθετη προς τις θεμελιώδεις αρχές και αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης, αφού, όπως ήδη εκτέθηκε, ο επίμαχος όρος της συμφωνίας των διαδίκων δεν εξαρτήθηκε από την αντισυνταγματικότητα ή μη των διατάξεων που προβλέπουν τη σχετική φορολογική υποχρέωση, ούτε από την εγκυρότητα ή μη των πράξεων βεβαίωσης της φορολογικής αρχής, αλλά μόνον από αυτή τούτη την επιβολή και τη βεβαίωσή του από την ως άνω αρχή και, ως εκ τούτου, δεν συνέτρεχε, ως προδικαστικό ζήτημα και αντικείμενο έρευνας, η αντισυνταγματικότητα ή μη των ανωτέρω διατάξεων.

Κατά συνέπεια, ούτε το διαιτητικό δικαστήριο προσέδωσε έννομα αποτελέσματα σε αντισυνταγματικές φορολογικές διατάξεις ούτε και προσβάλλεται η δημόσια τάξη από την ενδεχόμενη εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, με την οποία ο αναιρεσείων υποχρεώθηκε να αποδώσει πρόσθετους φόρους, προσαυξήσεις και πρόστιμα, σύμφωνα με τον ανωτέρω όρο της σύμβασης, ενόψει και της διαλαμβανόμενης, όπως αναφέρθηκε, στον όρο αυτό ρητής πρόβλεψης αφενός μεν του δικαιώματος του αναιρεσείοντος πωλητή να αμφισβητήσει με οποιοδήποτε τρόπο την τυχόν βεβαιωθείσα οφειλή, αφετέρου δε, σε περίπτωση ευδοκίμησης τυχόν ασκηθείσας προσφυγής του, της υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης να επιστρέψει στον πωλητή οποιοδήποτε αχρεωστήτως καταβληθέν εκ μέρους του ποσό.

Κατόπιν των ανωτέρω, οι πρώτος και δεύτερος, από τον άρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως μη νόμιμο το δεύτερο λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 897 παρ.6 ΚΠολΔ, καθώς και ο ίδιος ως άνω δεύτερος λόγος, κατά το οικείο σκέλος, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφετται την προσβαλλόμενη απόφαση, ωσαύτως, για πλημμέλεια από το αρθ.559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει τον πρώτο λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης "περί της άρνησης του διαιτητικού δικαστηρίου να εξετάσει τον ισχυρισμό του περί αντισυνταγματικότητας", παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 886 παρ 2 σε συνδυασμό με εκείνες του αρθρου 897 αρ. 5 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Επιπροσθέτως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη "για εκ πλαγίου παραβίαση του άνω κανόνα 897 παρ.6 ΚΠολΔ" (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) είναι απαράδεκτος, αφού κατά το μέρος αυτό Εφετείο δεν υπεισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, αλλά απέρριψε το συναφή λόγο (δεύτερο λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης) ως μη νόμιμο.

Περαιτέρω, όσον αφορά τον τρίτο λόγο της αγωγής ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος: "... Με τον τρίτο λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η εκτέλεση της προσβαλλομένης διαιτητικής απόφασης έρχεται, σε προφανή αντίθεση, προς τις θεμελιώδεις αρχές, που εκφράζουν το άρθρο 288 ΑΚ και 25 του Συντάγματος, διότι η επίδικη πράξη οριστικής επιβολής φόρου στηριζόταν σε σειρά αντισυνταγματικών ρυθμίσεων και, επομένως, το ΔΣ της εξαγορασθείσας από την εναγομένη εταιρείας είχε:

α) ειδική νομική υποχρέωση βάσει των διατάξεων του άρθρου 22 α παρ. Ι και 2 του Ν 2120/1920 να την προσβάλει ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων, προς εξυπηρέτηση του ευλόγου επιχειρηματικού συμφέροντος της εταιρείας, λαμβάνοντας υπόψη ότι από τη νομολογία των διοικητικών δικαστηρίων υπήρχαν πιθανότητες ευδοκίμησης σχετικής προσφυγής ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και β) γενική υποχρέωση πρόνοιας ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας ατόμων βάσει της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, να προχωρήσει στην άσκηση ενδίκων βοηθημάτων κατά της πράξης επιβολής φόρου.

Ότι παρά το γεγονός ότι η ευδοκίμηση της προσφυγής διαφαινόταν ιδιαίτερα πιθανή, αν όχι βέβαιη, η εναγομένη προτίμησε να στραφεί εναντίον του, βάσει του συμβατικού όρου, το, δε, Διαιτητικό Δικαστήριο προέκρινε την επιδίκαση του ποσού των 819.339,81 ευρώ, ως συμβατικής παροχής υπέρ της εναγομένης. Ότι με τον τρόπο αυτό, η εκτέλεση της προσβαλλομένης διαιτητικής απόφασης θα ερχόταν σε προφανή αντίθεση προς τις θεμελιώδεις αρχές της ημεδαπής έννομης τάξης και ιδιαίτερα της καλής πίστης, καθ' ό μέρος επιδικάζει συμβατικές παροχές ευθέως αντίθετες στην καλή πίστη, με συνέπεια να συντρέχει περίπτωση ακύρωσης, κατ' άρθρο 897 περ. 6 ΚΠολΔ.

Ο λόγος, όμως, αυτός ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, ότι, δηλαδή, η εκτέλεση αυτής έρχεται σε προφανή αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, είναι μη νόμιμος και απορριπτέος, διότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η εν λόγω διάταξη (άρθρ. 288 ΑΚ) δεν είναι δημόσιας τάξης, κατά την έννοια του άρθρου 897 παρ. 6 ΚΠολΔ, αφού δεν μπορεί να ενταχθεί στα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά και, ιδίως, οικονομικά θεμέλια της Ελληνικής έννομης τάξης, ενόψει, μάλιστα και του ότι έχει θεσπισθεί για να υπηρετήσει - όχι το δημόσιο συμφέρον αλλά - το ιδιωτικό συμφέρον των συναλλασσομένων".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 897 αρ.6 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 3 και 288 ΑΚ που δεν ήταν εφαρμοστέες, εφόσον δεν συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και οι προϋποθέσεις τους, αφού η ως άνω διάταξη (ΑΚ 288) που εμπεδώνει (μαζί με τη διάταξη του άρθρου 388 του ΑΚ) στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου την αρχή της καλής πίστης, περιέχει μεν σαφώς κανόνα αναγκαστικού δικαίου της ελληνικής έννομης τάξης, δεν είναι, όμως, δημόσιας τάξης κατά την προεκτεθείσα στη μείζονα σκέψη της απόφασης αυτής έννοια, καθόσον δεν μπορεί να ενταχθεί στα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά και ιδίως οικονομικά θεμέλια της ελληνικής έννομης τάξης, διότι αποβλέπει στην προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος των συναλλασσομένων (ΑΠ 295/2022).

Κατά συνέπεια, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση της ευθείας παραβίασης της διάταξης του άρθρου 897 παρ.6 ΚΠολΔ "διότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τα άρθρα 3 και 288 ΑΚ που ήταν εφαρμοστέα και εφάρμοσε το άρθρο 33 ΑΚ, απορρίπτοντας ως νομικά αβάσιμο τον τρίτο λόγο της αγωγής του (4ο συνολικά) περί ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης", είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση "για εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή των άρθρων 17 και 25 του Συντάγματος", τυγχάνει απαράδεκτος ως αόριστος, εφόσον δεν προσδιορίζεται κατά ποίο τρόπο το Εφετείο παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις, εκ των οποίων η μεν πρώτη θεσπίζει την προστασία της ιδιοκτησίας των πολιτών από το Κράτος, ενώ η δεύτερη προβλέπει τις προϋποθέσεις εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας, δεδομένου ότι η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας από το διαιτητικό δικαστήριο δεν ελέγχεται αυτοτελώς, αφού ο λόγος αυτός δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά οριζόμενους στο άρθρο 897 ΚΠολΔ, λόγους ακύρωσης αυτών (ΑΠ 1273/2003), χωρίς παράλληλα από το όλο επικαλούμενο περιεχόμενο του αιτιολογικού και του διατακτικού της διαιτητικής αποφάσεως να δημιουργείται κατάσταση αντίθετη προς τις θεμελιώδεις πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές ή ηθικές αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξεως σύμφωνα με τον αρ. 6 του άρθρου 897 ΚΠολΔ (ΑΠ 1292/2018, ΑΠ 1334/2008).

Τέλος, όσον αφορά τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, με τον οποίον ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "απορρίπτοντας τον 4ο λόγο της αγωγής του περί ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως (εννοεί τον τρίτο λόγο ακύρωσης, κατ' ορθή νοηματική εκτίμηση) υπέπεσε στην εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι με ασαφή και ελλιπή αιτιολογία παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 897 παρ.6 ΚΠολΔ, 3, 33, 288ΑΚ, 4,17, και 25 του Συντάγματος, στερώντας την απόφασή του νομίμου βάσεως" είναι απαράδεκτος, ενόψει του ότι ο συγκεκριμένος λόγος απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμος και όχι κατ' ουσίαν. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολο των λόγων της (κατ' αρθρο 578 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα, σε βάρος του αναιρεσείοντος που ηττήθηκε (άρθρο 176, 183, 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-11-2019 αίτηση του Σ. Ζ. για αναίρεση της με αριθμό 2577/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ