Legislator Case Law & Legislation
1987/2018 AI generated

1987/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1987/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1987/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1987 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1987/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Π. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρου του Μιχαήλ Κοινούση, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.2156/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 7464/10-7-2018 αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1016/2018.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 9-7-2018 (αριθμ. πρωτ. 7464/10-7-2018) αίτηση του Π. Κ. του Γ. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2156/2018 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.

Σύμφωνα με τα άρθρα 352 και 353 ΚΠΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση.

Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.

Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Εξάλλου, κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ' ΚΠΔ και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου.

Τέτοιο δικαίωμα του κατηγορουμένου είναι και το παραδεκτά υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις. Το αίτημα αυτό πρέπει να υποβάλλεται παραδεκτά και να είναι ορισμένο, είναι δε ορισμένο, μόνον όταν αναφέρονται τα ζητήματα για τα οποία θα κατέθετε ο μάρτυρας ή συγκεκριμένα τα λοιπά ζητήματα για τα οποία ζητείται αναβολή, ώστε να κριθεί αν τα ζητήματα αυτά είναι κρίσιμα για να σχηματίσει το δικαστήριο ασφαλέστερη κρίση.

Αν το δικαστήριο απορρίψει το αίτημα αυτό, παρ' ότι υποβλήθηκε παραδεκτά και είναι ορισμένο, χωρίς στην παρεμπίπτουσα απόφασή του να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στη συνέχεια δε προχωρήσει στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και στην καταδίκη του κατηγορουμένου, ιδρύονται λόγοι αναιρέσεως τόσο για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω παραβιάσεως του δικαιώματος του κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη, το οποίο ρυθμίζεται από το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, όσο και για έλλειψη αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' και Δ' του ΚΠΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη 2156/2018 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και μετά την αναγνώριση στο πρόσωπό του της συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου (αρθρ. 84 παρ. 2 α' ΠΚ), του επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, την οποία ανέστειλε επί τριετία.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντα, που τον εκπροσωπούσε, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, δήλωσε κατά λέξη ότι "αμφισβητεί το έγγραφο της Δ.Ο.Υ. το οποίο λέει πως δεν υπάρχει ρύθμιση και ζήτησε αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης επειδή υπάρχει διαδικασία επανελέγχου καθώς και για να κληθούν και προσέλθουν οι μάρτυρες επίσης γιατί υπάρχει ρύθμιση για μέρος του ποσού η οποία τηρείται".

Το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε το αίτημα αυτό με την αιτιολογία ότι "Από το περιεχόμενο του με αρ. πρωτ. 13915/13-3-2018 εγγράφου της Α.Α.Δ.Ε. σχετικά με την εξέλιξη του χρέους του κατηγορουμένου, το οποίο αναγνώσθηκε χωρίς να προβληθεί αντίρρηση, αποδεικνύεται ότι η οφειλή του κατηγορουμένου από χρέη προς το Ελληνικό Δημόσιο και διαλαμβάνονται στην υπόψη ποινική δίωξη, δεν έχουν εξοφληθεί και δεν έχουν ρυθμιστεί, συνεπώς το σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου, υποβαλλόμενο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, προκειμένου να αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης και να κληθούν μάρτυρες προκειμένου να βεβαιώσουν ότι υπάρχει ρύθμιση του χρέους (κρείσσονες αποδείξεις), είναι αβάσιμο και απορριπτέο, λαμβανομένου υπόψη του χρόνου έναρξης της υποχρέωσης προς καταβολή των χρεών που είναι η 29-6-2011.

Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί το αίτημα αναβολής και να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης". Η προπαρατεθείσα, απορριπτική του ως άνω αιτήματος, αιτιολογία, είναι η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, δεν ήταν δε αναγκαία για την επάρκεια αυτής η παράθεση επιπλέον στοιχείων, αφού το Δικαστήριο δέχτηκε ότι, με βάση το αναγνωσθέν χωρίς αντίρρηση πρόσφατο από 13-3-2018 έγγραφο της Α.Α.Δ.Ε., το οποίο δεν προσβλήθηκε ως πλαστό, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων δεν είχε προβεί σε ρύθμιση του χρέους του και επομένως δεν ήταν αναγκαία η αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσής του. Πάντα δε ταύτα, πέραν του ότι το ως άνω αίτημα, όπως διατυπώθηκε, ήταν αόριστο, αφού δεν διευκρινιζόταν η αναγκαιότητα της παρουσίας των μαρτύρων και το θέμα στο οποίο αυτοί θα εξετάζονταν, εντελώς δε αόριστα αναφέρονταν η ύπαρξη διαδικασίας επανελέγχου καθώς και ρύθμισης μέρους του οφειλομένου ποσού και επομένως το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως την περί αυτού παρεμπίπτουσα απόφασή του.

Συνεπώς, η απορριπτική του ανωτέρω αιτήματος ως άνω παρεμπίπτουσα απόφαση δεν πάσχει από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ' ΚΠΔ, μοναδικός λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-7-2018 (αριθ. γεν. πρωτ. 7464/10-7-2018) αίτηση του Π. Κ. του Γ., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2156/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ