Legislator Case Law & Legislation
1987/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lack of legal basis due to insufficient factual findings regarding property ownership.

Case Number 1987/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court erred by relying on unproven admissions while ignoring the statutory requirements for acquisitive prescription. The court ruled that the lower court's reasoning was sufficient as it explicitly addressed the evidence and did not rely on non-existent admissions.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1045 A.C.; Art. 559 para. 1 no. 19 C.P.D.: A decision lacks legal basis if the factual findings supporting the application of substantive law are absent, insufficient, or contradictory, but is valid if deficiencies concern evidence evaluation.

Keywords

AI generated
acquisitive prescription legal basis of decision factual findings appeal admissibility evidence evaluation

Cited Legislation

AI generated
Art. 1045 A.C.
ac
Art. 559 para. 1 no. 19 C.P.D.
Art. 561 para. 1 C.P.D.
Art. 261 C.P.D.
Art. 352 § 1 C.P.D.

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 24/1992
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1987 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1987/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαρίλαο Βερβενιώτη.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, η οποία παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Ποντικάκη και Νικόλαο Μεραμβελιωτάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-8-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 376/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 119/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-6-2007 αίτησή του και τους από 15-4-2008 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας αποκτά την κυριότητα ακινήτου εκείνος που έχει στη νομή του το ακίνητο, ανεξάρτητα από καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, για μια εικοσαετία. Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Τα επίδικα ακίνητα ευρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ...

και αποτελούσαν την αγροτική περιουσία, του Θ και Ξ, γονέων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντα και του δικαιοπάροχου θετού πατέρα της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης Ζ, τα οποία είχαν περιέλθει σ' αυτούς κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, δυνάμει των παρακάτω αγοραπωλητηρίων συμβολαίων που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σητείας ως ακολούθως : 1) Με το υπ'αριθ. ...

αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβ/φου Σητείας Χαριλάου Περράκη, ένας αγρός πετρώδης και ακαλλιέργητος εκτάσεως τριάντα οκάδων σποράς που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., 2) με το υπ'αριθ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβ/φου Σητείας Ι. Κοτσιφάκη, ένας αγρός-αγριάδα εκτάσεως έξι (6) στρεμμάτων που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ...., 3) με το υπ'αριθ. ...

αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Σητείας Γ.Φραγκούλη, ένας αγρός-αγριάδα εκτάσεως πέντε (5) στρεμμάτων περίπου που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., 4) με το υπ'αριθ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβ/φου Σητείας Γ.Φραγκούλη, ένας αγρός-αγριάδα εκτάσεως 10.870 τετραγωνικών μέτρων που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της πρώην κοινότητας ...

του Δήμου ...και 5) με το υπ'αριθ. 1.... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβ/φου Σητείας Ι. Κοτσιφάκη, περιήλθε σ' αυτούς, α) ένας αγρός ελαιόφυτος εκτάσεως 8.465 τ.μ με ογδόντα ελαιόδενδρα και δέκα χαρουπιές που βρίσκεται στη θέση "..." της πρώην κοινότητας .... του Δήμου ... και β) στην ίδια θέση ένας αγρός εκτάσεως 10.525 τ.μ., μετά των εντός αυτού ήμερων και αγρίων δένδρων.

Την ιδιοκτησία τους αυτή, οι ανωτέρω γονείς τη μοίρασαν με κλήρους εξίσου, άτυπα στα δύο ως άνω παιδιά τους, και στον καθένα παραχώρησαν τη μερίδα του, κατά τα έτη 1980 με 1981, την οποία δέχτηκαν χωρίς καμιά διαμαρτυρία και έκτοτε άρχισαν ως κύριοι με διάνοια κυρίων να ασκούν επί του μεριδίου του ο καθένας ξεχωριστά, όλες τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση των ακινήτων τους.

Ειδικότερα, με άτυπη παραχώρηση του πατέρα (Θ) προς τον υιό του Ζ (θετό πατέρα της εναγόμενης), ο τελευταίος κατέστη νομέας και κάτοχος, 1) ενός αγροτικού ακινήτου που βρίσκεται στη θέση "... ή ..." εκτάσεως 1/2 στρέμματος περίπου προς τη μεριά της ..., το οποίο έκτοτε (1980) το καλλιεργούσε ως αμπέλι μέχρι το έτος 1998 που το ξερίζωσε και μετά το έσπειρε με δημητριακά για δύο χρόνια και εν συνεχεία μέχρι που πέθανε (2002) το χρησιμοποιούσε ως ποτιστικό κήπο. 2) Στο δεύτερο ακίνητο που βρίσκεται στην ίδια θέση (...

ή ...), οι γονείς των ανωτέρω, κατά το έτος 1985 είχαν εκδώσει στο όνομα τους οικοδομική άδεια, για την κατασκευή ισογείων αποθηκών, συνολικού εμβαδού 192 τ.μ, τις οποίες μετά το θάνατο του Θ, αποπεράτωσε ο πατέρας της εναγόμενης (Ζ) με δικές του δαπάνες και έκτοτε το ανατολικό δωμάτιο το χρησιμοποιούσε από το έτος 1985 μέχρι που πέθανε (2002), ως κύρια κατοικία και τις δύο αποθήκες τις χρησιμοποιούσε για τη φύλαξη των καρπών από τις καλλιέργειες που έκανε.

Το ακίνητο αυτό στο οποίο είναι κτισμένη η παραπάνω οικοδομή, το καλλιεργούσε ο Ζ από το έτος 1980, που το είχε λάβει ως μερίδιο από τον πάτερα του και κατόπιν άτυπης διανομής-συμφωνίας με τον αδελφό του (ενάγοντα). 3) Το τρίτο ακίνητο που βρίσκεται στην ίδια ως άνω θέση (... ή ...), εντός του οποίου βρίσκονται έξι (6) συνεχόμενες αποθήκες, ύστερα από άτυπη διανομή μεταξύ των δύο αδελφών το έτος 1980, ο πατέρας της εναγόμενης χρησιμοποιούσε τις τρεις αποθήκες που "βλέπουν" προς τη μεριά της ..., αποθηκεύοντας σ' αυτές γεωργικά εφόδια και εργαλεία, ενώ τις άλλες τρεις αποθήκες που "βλέπουν"προς τη μεριά της ...

τις χρησιμοποιεί ο ενάγων, κάνοντας δε αμφότεροι κοινή χρήση του εφαπτόμενου μ' αυτές φούρνου. 4) Το τέταρτο ακίνητο που βρίσκεται στη θέση "...", κατά το έτος 1980 ο πατέρας των δύο αδελφών το είχε μοιράσει εξίσου στα δυο του παιδιά και έκτοτε ο μεν ενάγων καλλιεργούσε το δυτικό τμήμα, ο δε πατέρας της εναγόμενης καλλιεργούσε το ανατολικό τμήμα ως ελαιόφυτο συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης εδαφικής λωρίδας τμήματος του ακινήτου αυτού πλάτους 8 μέτρων και μήκους 50 μέτρων, ήτοι 400 τ.μ περίπου, με τα έξι (6) ελαιόδενδρα τα οποία μέχρι που πέθανε (2002) δεν είχαν άρδευση, νοτιοδυτικά του ακινήτου, που συνορεύει η έκταση αυτή με ιδιωτικό δρόμο και πέραν αυτού με ιδιοκτησία του ενάγοντος, με υπόλοιπη ιδιοκτησία της εναγόμενης και με ιδιοκτησία κληρονόμων .... 5) Το πέμπω ακίνητο που βρίσκεται στη ίδια ως άνω θέση "..." συνολικής εκτάσεως ενός (1) περίπου στρέμματος, εντός του οποίου βρίσκονται 21 ελαιόδενδρα, ο ως άνω πατέρας των δύο αδελφών το είχε μοιράσει κατά το έτος 1980 στα δυο του παιδιά, χωρίζοντας το σε δύο τμήματα από τη διερχόμενη εντός αυτού ιδιωτική αμαξιτή οδό, που συνορεύει (όλο το ακίνητο) με κοινόχρηστη οδό προς το χωριό ...., με αγροτικό δρόμο προς ...

και με ιδιοκτησία του ενάγοντος από δύο πλευρές. Ο πατέρας της εναγόμενης, καλλιεργούσε από το έτος 1980 μέχρι το θάνατο του (2002) και την επίδικη έκταση τμήματος του ανωτέρω ακινήτου, εκτάσεως 700 τ.μ εντός της οποίας βρίσκονται 12 μεγάλα ελαιόδενδρα. 6) Ως προς το έκτο αγροτικό ακίνητο που βρίσκεται και αυτό στην ίδια τοποθεσία (...), εκτάσεως 350 τ.μ εντός του οποίου βρίσκονται δύο παλαιά λιθόκτιστα ισόγεια δωμάτια εμβαδού 42 τ.μ περίπου και το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός φούρνου και ενός πηγαδιού, ο παραπάνω πατέρας "μοίρασε άτυπα" τα δύο δωμάτια στα δυο του παιδιά και ο πατέρας της εναγόμενης από το έτος 1980 μέχρι το θάνατό του (2002), το καλλιεργούσε με δημητριακά και εν συνεχεία η εναγόμενη, μετά το θάνατο του πατέρα της, προέβη στην αποκατάσταση της μισοκατεστραμένης στέγης του ενός από τα δύο δωμάτια διαστάσεων 3X3 μ.

Όλα τα παραπάνω ακίνητα τα οποία είχε λάβει ο πατέρας της εναγόμενης, που δεν ήταν ποτιστικά, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα και μέχρι τον θάνατο του 14/12/2002, νεμόταν με διάνοια ως αποκλειστικός κύριος αυτών, χωρίς ποτέ να υπάρχει καμία αμφισβήτηση ή εναντίωση, από τον ενάγοντα αδελφό του, ο οποίος νεμόταν αντίστοιχα, με διάνοια αποκλειστικού κυρίου τα δικά του αρδευόμενα από τον ΤΟΕΒ ...

ακίνητα. Δηλαδή, τα δύο αδέλφια μετά την άτυπη διανομή που τους έκανε ο πατέρας τους, σε όλη του την ιδιοκτησία κατά το έτος 1980, ο καθένας έκτοτε για λογαριασμό του, νέμεται και κατέχει το μερίδιό του, φροντίζοντας και καλλιεργώντας το, με διάνοια κυρίων, συνεχώς μέχρι και το θάνατο του πατέρα της εναγόμενης το έτος 2002.

Μετά τον ως άνω θάνατο του αδελφού του, ο ενάγων για πρώτη φορά αμφισβήτησε την παραπάνω άτυπη διανομή των γονέων του και άρχισε να ασκεί εμφανείς πράξεις νομής και στα επίδικα, αφού κατέλαβε αυτά και άρχισε να τα καλλιεργεί, να τα κλαδεύει και επιχείρησε να επεκτείνει το δίκτυο άρδευσης του και στα επίδικα ακίνητα, προκειμένου να το ενσωματώσει με την συνεχόμενη ιδιοκτησία του, δοθέντος ότι θεώρησε άδικο να κληρονομήσει εξίσου την περιουσία των γονέων του με την εναγόμενη θετή και εκτός γάμου θυγατέρα του αδελφού του, η οποία δεν είχε καλές σχέσεις, τόσο με τον ίδιο, όσο και με τον θετό πατέρα της.

Η εφεσίβλητη - εναγόμενη, όμως μετά τις ενέργειες αυτές του ενάγοντος θείου της, με τις από 11-8-2003 αιτήσεις της, προσέφυγε άμεσα στο Ειρηνοδικείο Σητείας, το οποίο με την με αριθμό 2/2004 αμετάκλητη απόφαση του, δέχτηκε τις αιτήσεις αυτές και αναγνώρισε αυτήν ως προσωρινό νομέα και κάτοχο των επίδικων αγροτικών ακινήτων και διέταξε τον ενάγοντα και τότε καθού η αίτηση να αποδώσει την νομή αυτών στην ανιψιά του, τότε αιτούσα.

Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι η εναγόμενη, είναι η μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατρός της Ζ, ως μοναδικό εκτός γάμου τέκνο του, αφού αναγνωρίστηκε δυνάμει της υπ'αριθ. 276/1979 αμετάκλητης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου. Ο ενάγων όμως, μη μπορώντας να αποδεχτεί το γεγονός αυτό, εμφάνισε ιδιόγραφη διαθήκη του αδελφού του και με αίτηση του δημοσιεύτηκε στις 19-3-2003, με το 35/2003 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, στην οποία αναγραφόταν ότι ο αδελφός του Ζ θετός πατέρας της εναγόμενης, παραχωρεί το μισό της περιουσίας του, κινητής και ακίνητης, στα τρία ανίψια του, δηλαδή στα 3 παιδιά του ενάγοντος.

Η διαθήκη όμως αυτή, αμέσως και μετά, τη δημοσίευση της, προσβλήθηκε από την εναγόμενη και κατόπιν των υπ' αριθμ 132/2004 και 405/2005 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου και Εφετείου Κρήτης, αντίστοιχα, αναγνωρίστηκε ότι ως άνω φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη του Ζ είναι άκυρη και ήδη παραπέμπονται, ο ενάγων μαζί με τη σύζυγο του, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, για πλαστογραφία μετά χρήσεως πλαστού και απάτης επί Δικαστηρίου, με το υπ.

αριθμ. 75/2005 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λασιθίου. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η εναγόμενη θυγατέρα του Ζ, νομίμως αποδέχτηκε μετιςυπ.αριθ.13769 και 13779/2003 δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς της Συμ/φου Σητείας Β.Κουνελάκη, που έχουν μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία υποθηκών του υποθηκοφυλακείου Σητείας, την κληρονομιαία περιουσία του αποβιώσαντος θετού πατέρα της.

Πρέπει να σημειωθεί δε, ότι ο αδελφός του ενάγοντος Ζ, θετός πατέρας της εναγόμενης, που ήταν άγαμος και με προβλήματα υγείας, διέμενε με τους γονείς του, οι οποίοι τον φρόντιζαν, με τον θάνατο όμως αυτών (γονέων του), αυτός διέμενε μόνος του στο ως άνω δωμάτιο του στο χωριό ..., χωρίς να έχει καλές σχέσεις, τόσο με τον ενάγοντα αδελφό του, όσο και με τη θετή θυγατέρα του εναγόμενη, με αποτέλεσμα να πεθάνει στο δωμάτιο αυτό που διέμενε, μόνος του και αβοήθητος.

Η εναγόμενη, μετά το θάνατο του θετού πατέρα της, με την υπ'αριθ. 13.769/07-03-2003 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβ/φου Σητείας Βικτωρίας Κουνελάκη-Κουτσοδόντη που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σητείας, αποδέχτηκε ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος πατρός της, μεταξύ άλλων και τα παρακάτω ακίνητα, τμήματα των οποίων είναι και τα επίδικα, που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ...

και συγκεκριμένα: α) Στη θέση "..." ένα αγρό ποτιστικό (πρώην αμπέλι) έκτασης 1/2 στρέμματος περίπου, συνορευόμενο γύρω-γύρω με ιδιωτικό δρόμο και με ιδιοκτησία του ενάγοντος εκ τριών πλευρών, β) στη θέση "..." ένα ελαιόφυτο ποτιστικό έκτασης 200 τ.μ με πέντε (5) ελαιόδενδρα και συνεχόμενο αγρό έκτασης δύο (2) στρεμμάτων περίπου εντός του οποίου υφίσταται παλαιό ισόγειο κτίσμα εμβαδού 192 τ.μ, συνορευομένου γύρωθεν του όλου ακινήτου με επαρχιακό δρόμο ..., με ιδιωτικό δρόμο, με ιδιοκτησίες του ενάγοντος και ...

και με τάφρο, γ) στη θέση "..."ένα ελαιόφυτο ποτιστικό έκτασης ενός στρέμματος περίπου με 25 περίπου ελαιόδενδρα και συνεχομένως στο ελαιόφυτο αυτό τρεις παλαιές ισόγειες αποθήκες συνολικής έκτασης 18 τ.μ και το ήμισυ (1/2) εξ αδιαιρέτου ενός φούρνου συνορευομένου γύρω-γύρω του όλου ακινήτου με επαρχιακό δρόμο ...

και με ιδιοκτησίες ενάγοντος εκ δύο μερών και με ιδιοκτησίες αγνώστων, δ) στη θέση "..." ένα ελαιόφυτο ποτιστικό έκτασης δέκα πέντε (15) στρεμμάτων περίπου με 361 περίπου ελαιόδενδρα, με τις υπάρχουσες υπέρ αυτού δουλείες διαβάσεως χωριζόμενο σε δύο άνισα τμήματα από το διερχόμενο ρέμα, συνορευομένου γύρω-γύρω του όλου ακινήτου με ιδιοκτησία ..., με ιδιοκτησία ..., με ιδιοκτησία του ενάγοντος, με ιδιοκτησία ..., με ιδιοκτησία του ενάγοντος και με ρέμα και πέραν αυτού με ιδιοκτησία ..., ε) στη θέση "..." ένα ελαιόφυτο ποτιστικό έκτασης ενός στρέμματος περίπου με 21 περίπου ελαιόδενδρα, χωριζόμενo σε δύο τμήματα από τον διερχόμενο ιδιωτικό δρόμο, συνορευομένου γύρωθεν του όλου ακινήτου με αγροτικό δρόμο προς ..., με αγροτικό δρόμο προς ...

και με ιδιοκτησία του ενάγοντος εκ δύο πλευρών και στ) στη θέση "..." ένα αγρό ποτιστικό έκτασης τριακοσίων πενήντα (350) τετραγωνικών μέτρων περίπου, όπου βρίσκεται παλαιά αγροικία εμβαδού 42 τ.μ, το ήμισυ (1/2) εξ αδιαιρέτου του εντός του ακινήτου αυτού κειμένου πηγαδιού καθώς και το ήμισυ (1/2) εξ αδιαιρέτου ενός φούρνου κειμένου στο συνορεύον ακίνητο του ενάγοντος με την υφισταμένη του ακινήτου αυτού δουλεία διάβασης, συνορευόμενο γύρω με ιδιοκτησίες ..., ενάγοντος εκ δύο πλευρών και με δρόμο ιδιωτικό και πέραν αυτού με ιδιοκτησία του ενάγοντος.

Ο ενάγων ισχυρίζεται με την αγωγή του ότι, από το έτος 1970 με άτυπη παραχώρηση των ως άνω γονέων του, έχουν περιέλθει τα επίδικα στην κυριότητά του, ενώ το με στοιχείο (2) αστικό ακίνητο περιήλθε σ' αυτόν από το έτος 1985, μετά την επ' αυτού ανέγερση των επ' αυτού κτισμάτων και την άτυπη διανομή με τον ως άνω αδελφό, εγκαταστάθηκε δε μέσα σ' αυτά και ασκούσε όλες τις προσιδιάζουσες τον προορισμό αυτών διακατοχικές πράξεις, που αρμόζουν στον κύριο, πλην όμως αυτός δεν απέδειξε τις επικαλούμενες στην αγωγή του πράξεις νομής και μάλιστα δεν απέδειξε:

Ότι τον με στοιχείο (1) αγρό καλλιεργούσε αρχικά με σιτηρά και από του έτους 1985 είχε εγκαταστήσει επ' αυτού θερμοκήπιο και καλλιεργούσε μπανάνες και μετέπειτα υπαίθρια κηπευτικά και επιτραπέζια σταφύλια, τον με στοιχείο (2) αγρό εμφύτευσε βόρεια με οπωροφόρα δένδρα, ενώ εντός των δύο αποθηκών έχει εναποθηκεύσει τα γεωργικά εργαλεία του και λάδι, κρασί και λοιπά είδη, στο με στοιχείο (3) ακίνητο έχει προβεί σε οικοδομικές εργασίες (σοβάντισμα, ελαιοχρωματισμό, ηλεκτρολογικές και υδραυλικές εγκαταστάσεις) έχοντας μετατρέψει τα δύο από τα 3 συνεχόμενα παλαιά δωμάτια σε κατοικία, ενώ το τρίτο εξακολουθεί να το χρησιμοποιεί ως αποθήκη, στην δε νοτίως κειμένη αυλή έχει κατασκευάσει λουτροκαμπινέ, και το φούρνο χρησιμοποιεί για την παρασκευή χωριάτικου ψωμιού και διαμένει σ' αυτό μετά της οικογένειας του, στο με στοιχείο (4) ακίνητο (ελαιόφυτο) έχει εγκαταστήσει αυτόματο δίκτυο άρδευσης έχει διανοίξει ιδιωτική διάβαση, βατή με τροχοφόρο μέσον και καλλιεργεί κατ' έτος τα φυόμενα μεγάλα ελαιόδενδρα συλλέγοντας τον ελαιόκαρπο, στο με στοιχείο (5) ακίνητο (ελαιόφυτο) έχει εγκαταστήσει αυτόματο σύστημα άρδευσης, καλλιεργεί ανελλειπώς τα φυόμενα μεγάλα ελαιόδενδρα συλλέγοντας τον παραγόμενο ελαιόκαρπο και στο με στοιχείο (6) ακίνητο αγρό, αρχικά καλλιεργούσε κατ' έτος με δημητριακά και ψυχανθή (κουκιά, παπούλες κλπ) ενώ από έτους φυτεύει εντός τούτου οινάμπελο, στα δε υφιστάμενα εντός τούτου κτίσματα στον μεν κείμενο όπισθεν της αποθήκης σταύλο χρησιμοποιεί για τις ανάγκες σταυλισμού των ζώων του, ενώ έχει επιδιορθώσει την αποθήκη αλλάζοντας την ταράτσα, την πόρτα εισόδου, έχει εναποθηκεύει τα γεωργικά εργαλεία του, κατασκεύασε έξωθεν αυτής πατητήρι, το οποίο χρησιμοποιεί κατ'έτος τοποθετώντας οινοστάφυλα για την παρασκευή οίνου....

Η κρίση αυτή (ως προς τα κρίσιμα θέματα τόσο της άτυπης διανομής που έγινε από τους ανωτέρω γονείς κατά το έτος 1980 και όχι κατά το έτος 1970, που ισχυρίζεται ο ενάγων, όσο και της άσκησης της νομής απ' αυτούς, ο καθένας ξεχωριστά στο μερίδιό του) στηρίζεται σ' όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα.....

Από τα κατατεθέντα από όλους τους μάρτυρες, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι, ο ενάγων επιχείρησε να γίνουν κληρονόμοι της μισής κινητής και ακίνητης περιουσίας του αδελφού του, τα τρία παιδιά του, με την άκυρη διαθήκη του αδελφού του που εμφάνισε στο δικαστήριο, δηλαδή να γίνουν αυτά κληρονόμοι και των επίδικων ακινήτων, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι, ο ενάγων αμφισβήτησε την ως άνω άτυπη διανομή του πατέρα του, μόνο μετά το θάνατο του αδελφού του το έτος 2002 και έκτοτε επιχείρησε με κάθε τρόπο, να μη αποδεχτεί την εναγόμενη ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο του αδελφού του Ζ.

Για τον ισχυρισμό του ενάγοντος, ότι ο πατέρας του άτυπα του παραχώρησε κατά το έτος 1970 τα επίδικα, ούτε από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων του, ούτε από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο αποδείχθηκε η βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού, καθόσον, κανένας μάρτυράς του, δεν κάνει ειδικά λόγο για την άτυπη αυτή διανομή, η οποία, όμως, αποτελεί την βάση και την αιτία της εκ μέρους του αποκλειστικής για τον εαυτό του νομής των επιδίκων και της κτήσεως συνακόλουθα απ' αυτόν της αποκλειστικής κυριότητάς του σ'αυτά...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, έκρινε, ότι ο ενάγων δεν είχε αποκτήσει την κυριότητα των επίδικων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον, όπως, ειδικότερα, δέχθηκε "δεν νεμόταν αυτός - ενάγων-, αλλά ο αδελφός του Ζ τα επίδικα, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα". Ακολούθως, το Εφετείο, κρίνοντας την ένδικη διεκδικητική ακινήτων αγωγή ως και κατ'ουσίαν αβάσιμη, απέρριψε την έφεση του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, επικυρώνοντας, έτσι, την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ότι οι Θ και Ξ, κατά τα έτη 1980 - 1981, διένειμαν άτυπα την ιδιόκτητη αγροτική περιουσία τους και παραχώρησαν αυτή στους γιούς τους, αναιρεσείοντα και Ζ, θετό πατέρα της αναιρεσίβλητης, με ίσους κλήρους, ότι ο καθένας από τους δύο αδελφούς παρέλαβε έκτοτε στην κατοχή του τα ακίνητα που του παραχωρήθηκαν (και, ειδικότερα, ο απ' αυτούς αναιρεσείων τα αρδευόμενα από τον ΤΟΕΒ ...

ακίνητα, ο Ζ δε τα μη ποτιστικά - επίδικα -) και τα νεμήθηκε με διάνοια κυρίου μέχρι τον κατά το έτος 2002 επισυμβάντα θάνατο του Ζ, οπότε ο αναιρεσείων για πρώτη φορά αμφισβήτησε την πιο πάνω άτυπη διανομή και αφού - κατέλαβε τα επίδικα ακίνητα, των οποίων ήδη την κυριότητα είχε αποκτήσει ο αδελφός του Ζ με έκτακτη χρησικτησία ως νεμόμενος αυτά "με διάνοια ως αποκλειστικός κύριος χωρίς ποτέ καμιά εναντίωση ή αμφισβήτηση από τον αναιρεσείοντα", για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας (1980 - 2002), άρχισε να ασκεί εμφανείς πράξεις νομής σ'αυτά, χωρίς, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να ασκεί έννομη επιρροή το ποσοστό της συνιδιοκτησίας του καθενός από τους αδελφούς στα επίδικα ακίνητα, αντίστοιχο με εκείνο των γονέων τους και, επίσης, αντίστοιχο με εκείνο της αναιρεσίβλητης, αφού το Εφετείο δεν διαλαμβάνει παραδοχή περί συνιδιοκτησίας των τελευταίων.

Ο πρώτος, επομένως, πρόσθετος λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, με ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα και ως προς το συγκεκριμένο προσδιορισμό των επίδικων ακινήτων, που φέρονται ότι παραχωρήθηκαν στον Ζ και, ειδικότερα, ως προς το εμβαδόν αυτών, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, είναι απορριπτέος, ως προς μεν την πρώτη αιτίασή του, ως αβάσιμος, ως προς δε τη δεύτερη αιτίασή του, ως απαράδεκτος, εφόσον πλήττεται με αυτόν αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338-340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται να προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής του δικαστηρίου ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Για την ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου απαιτείται ότι μόνο η προσκομιδή, αλλά και η σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων στο δικαστήριο της ουσίας από μέρους του αναιρεσείοντα, με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη των ουσιωδών ισχυρισμών του.

Ο πρώτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις κρίσιμα έγγραφα, που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν μνημονεύονται σ' αυτόν ποια είναι τα συγκεκριμένα συμβόλαια και λοιπά έγγραφα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα ενώπιον του Εφετείου ο αναιρεσείων, με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε, επίσης, εκτίθενται στον ίδιο οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί τού αναιρεσείοντα για την απόδειξη των οποίων επικαλέστηκε αυτός και προσκόμισε τα εν λόγω συμβόλαια και λοιπά έγγραφα στο Εφετείο.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδάφ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση του εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει n ιδιότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρο 240 ΚΠολΔ. (Ολ.

ΑΠ 23/2008, Ολ.ΑΠ 9/2000). Για να είναι ορισμένος ο αμέσως πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο ποιά είναι τα αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν, ο ισχυρισμός, προς απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και η επίδραση του τελευταίου στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και, τέλος, ο λόγος για τον οποίο τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη.

Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις έγγραφα της αναιρεσίβλητης, τα οποία αυτή δεν είχε νόμιμα επικαλεστεί, είναι απορριπτέος ως αόριστος, εφόσον δεν εξειδικεύονται σ'αυτόν ποιά είναι τα συγκεκριμένα έγγραφα που η αναιρεσίβλητη δεν επικαλέστηκε νόμιμα ενώπιον του Εφετείου, αλλά λήφθηκαν υπόψη από το τελευταίο και δεν αναφέρεται στον ίδιο ο λόγος της μη νόμιμης επίκλησης των εν λόγω εγγράφων, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου λήφθηκαν αυτά υπόψη και η επίδραση του πιο πάνω ισχυρισμού στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να διαλαμβάνει τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει (ΟλΑΠ 27/1998 και 32/1996).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. Ο τρίτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της νομής χρησικτησίας και της κτήσης της κυριότητας του αναιρεσείοντα με έκτακτη χρησικτησία όσον αφορά τα επίδικα ακίνητα και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν μνημονεύονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, δεν εξειδικεύεται το σφάλμα του Εφετείου και δεν αναφέρεται σε τί συνίσταται η ανεπάρκεια και η ασάφεια των αιτιολογιών, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην εν λόγω απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.

Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια της διάταξης του άρθρου 559 παρ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ'αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 338 και 339 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν αποτελούν αποδεικτικό μέσο. Παρέπεται δε ότι η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του διδάγματα της κοινής πείρας δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 12 περίπτ.

α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο δεύτερος, επομένως, κατ' ορθή εκτίμησή του, πρόσθετος λόγος, με τον οποίον ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, όπως προκύπτει από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του ως προς την απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα "και τα διδάγματα της κοινής πείρα", χωρίς να προσδιορίζονται στην εν λόγω απόφαση τα διδάγματα της κοινής πείρας, που φέρεται ότι έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να κριθεί, αν αυτά χρησίμευαν για την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου ή προς εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Ο ίδιος αναιρετικός λόγος, εκτιμώμενος ότι περιέχει αιτίαση από το άρθρο 559§1 εδαφ. β'Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, εφόσον με αυτόν δεν προβάλλεται παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου λόγω χρησιμοποίησης διδαγμάτων κοινής πείρας.

Η ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο, προϋποθέτει την παραδοχή της αλήθειας στοιχείου κατά νόμο αυτοτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου ή της αναλήθειας τέτοιου ισχυρισμού εκείνου που προβαίνει στην παραδοχή. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 261 εδάφ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση, προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη αμφισβήτηση του ισχυρισμού αυτού, συνδυαζόμενη με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων.

Επομένως, εάν δεν υπάρχει η ειδική αυτή αμφισβήτηση, η ύπαρξη της οποίας και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή της ευχέρειας να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού, δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, γιατί αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων.

Αντίθετα, εάν υπάρχει τέτοια αμφισβήτηση και το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία, υποπίπτει στην από τον αριθμό 11 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, δηλαδή της παρά το νόμο λήψης υπόψη απόδειξης που δεν προσκομίστηκε. Τέλος, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του ως προς το ουσία βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής από όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, καθώς και από όσα συνομολογούνται απ' αυτούς (άρθρο 261 ΚΠολΔ), δεν ιδρύεται ο αμέσως πιο πάνω αναιρετικός λόγος, αφού, από τη γενική αναφορά της απόφασης στα "εκατέρωθεν συνομολογούμενα" δεν προκύπτει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη ανύπαρκτη δικαστική ομολογία κάποιου διαδίκου, ενόψει του ότι η κρίση του σχηματίστηκε από τα ειδικότερα μνημονευόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα κ.ά.), η φράση δε "και όσα συνομολογούνται από τους διαδίκους" νοεί τα μη αμφισβητούμενα απ' αυτούς, πέραν εκείνων με τα οποία σχηματίστηκε η δικανική του πεποίθηση, περιστατικά.

Με τα δεδομένα αυτά, ο τρίτος πρόσθετος λόγος με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 11 περίπτ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, όπως προκύπτει από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση, ότι ο "ενάγων (αναιρεσείων) δεν είχε αποκτήσει κυριότητα επί των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον δεν νεμόταν αυτόν αλλά ο αδελφός του Ζ (δικαιοπάροχος της εναγομένης-αναιρεσίβλητης) τα επίδικα", έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και "τις ομολογίες των διαδίκων που συνάγονται από νομίμως κατατεθείσες προτάσεις τους (άρθρα 261 και 352 § 1 Κ.Πολ.Δ), δηλαδή και περιεχόμενη στις προτάσεις του αναιρεσείοντα της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ομολογία του ως προς τον παραπάνω πραγματικό ισχυρισμό της αντιδίκου του περί της άσκησης δηλαδή νομής στα επίδικα ακίνητα από μέρους του άμεσου δικαιοπαρόχου της, θετού πατέρα της και αδελφού του Ζ, ενώ τέτοια ομολογία δεν υπάρχει, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αλλιώς, ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, ως προς την κρίση του περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της ένδικης αγωγής, δεν συνήγαγε ομολογία του αναιρεσείοντα, κατά την έννοια του άρθρου 261 Κ.Πολ.Δ, αφού κάτι τέτοιο ούτε ρητά βεβαιώνεται, ούτε έμμεσα προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-6-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 119/2007 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, καθώς και τους από 15-4-2008 πρόσθετους λόγους της. Και,

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ