Legislator Case Law & Legislation
1987/2008 AI generated

1987/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1987/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1987/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η έλλειψη κάποιου στοιχείου είτε στην περίπτωση καταχώρισης στα βιβλία μεταγραφών, είτε στο ευρετήριο μεταγραφών, τότε μεν επάγεται την ακυρότητα της μεταγραφής όταν η έλλειψη αφορά ουσιώδες στοιχείο, όταν δηλαδή εξαιτίας της έλλειψης αυτής η μεταγραφή, όπως ενεργήθηκε, δεν είναι ικανή να παράσχει προς τους τρίτους τη δημοσιότητα για την πράξη που μεταγράφηκε, όπως τη θέλησε ο νόμος.

Keywords

AI generated
land law land reclassification property ownership power of eminent domain registration of legal lien offeror
AI generated
737/2013
Απόκτηση κυριότητας βάσει του άρθρου 12 του ν.
279/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Ανθή Γκάμαρη- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
1289/2023
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ....
969/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1092/2002 μη οριστική, 2566/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6227/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 7-12-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 21-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
220/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-1997 αγωγή των Ά. και Α. Κ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26557/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 2353/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-3-2009 αίτησή της και με τους από 10-5-2009 πρόσθετους λόγους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1987 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1987/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, κατοίκου ......, 2. Χ2, κατοίκου ......, 3. Χ3, κατοίκου ......, 4. Χ4, κατοίκου ...... και 5. Χ5, κατοίκου ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πεντζιά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπήλιο Πουλακίδα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-3-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαβρύτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαβρύτων λόγω αρμοδιότητας, 7/2006 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων και 870/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-11-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 11-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 1194 Α.Κ. όποιος έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει τη μεταγραφή, με τη διάταξη δε του άρθρου 1192 ΑΚ καθορίζονται οι μεταγραπτέες πράξεις. Η μεταγραφή, τα θέματα της οποίας ρυθμίζονται από τα άρθρα 1192 - 1208 ΑΚ και από το Ν.Δ/γμα 4201/61 και τα Β. Δ/γματα 533/63, 517/64 και 1043/1966 είναι η καταχώριση 1) στο γενικό βιβλίο εκθέσεων και 2) στο ειδικό ευρετήριο μεταγραφών (ευρετήριο μερίδων) περίληψης των εγγράφων, με τα οποία βεβαιώνεται η σύσταση, μετάθεση, τροποποίηση ή κατάργηση εμπράγματου δικαιώματος επί ακινήτου.

Στο τελευταίο αυτό βιβλίο παραχωρείται ιδιαίτερη μερίδα σε καθένα των ενεχόμενων προσώπων κατά την πράξη που μεταγράφεται και δη αναγράφονται πλήρη τα στοιχεία της ταυτότητας των ενεχόμενων προσώπων, η περιγραφή του ακινήτου και αφενός μεν σημειώνεται το αντικείμενο της πράξεως, αφετέρου δε γίνονται παραπομπές σε άλλες πράξεις για το ίδιο ακίνητο στα λοιπά βιβλία υποθηκών, κατασχέσεων ή διεκδικήσεων.

Η έλλειψη κάποιου στοιχείου είτε στην περίπτωση καταχώρισης στα βιβλία μεταγραφών, είτε στο ευρετήριο μεταγραφών, τότε μεν επάγεται την ακυρότητα της μεταγραφής όταν η έλλειψη αφορά ουσιώδες στοιχείο, όταν δηλαδή εξαιτίας της έλλειψης αυτής η μεταγραφή, όπως ενεργήθηκε, δεν είναι ικανή να παράσχει προς τους τρίτους τη δημοσιότητα για την πράξη που μεταγράφηκε, όπως τη θέλησε ο νόμος.

Στοιχεία που έχουν τη σπουδαιότερη σημασία για την πράξη της μεταγραφής είναι το είδος της δικαιοπραξίας, τα πρόσωπα των μερών, δηλαδή η ταυτότητα αυτών, καθώς επίσης η ταυτότητα του ακινήτου που αφορά τη μεταγραφόμενη πράξη, το είδος ή η έκταση συνιστώμενου εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου. Επομένως, η μη αναγραφή στο ευρετήριο μερίδων των στοιχείων της ταυτότητας των ενεχόμενων προσώπων της πράξης που μεταγράφεται, εφόσον δημιουργείται από την έλλειψη αυτή αμφιβολία, επάγεται την ακυρότητα της μεταγραφής (ΑΠ 443/1992).

Από δε τον συνδυασμό του άρθρου 49 παρ. 1, 2 και 5 του Ν.Δ/τος της 17ης Ιουλίου/16ης Αυγούστου 1923 "περί σχεδίων πόλεων, κωμών, κ.λ.π." με το άρθρο 51 παρ. 2, 3εδ.α'και β', 5εδ.α', 6εδ.α'και 8εδ.α'του ίδιου Ν.Δ/τος που προβλέπουν και ρυθμίζουν τη διαδικασία για την έκδοση και παράδοση τίτλων ιδιοκτησίας (παραχωρητηρίων) που μεταγράφονται με την επιμέλεια των ενδιαφερομένων, οι οποίοι από τη μεταγραφή αυτή καθίστανται κύριοι του, συνεπεία της εφαρμογής του σχεδίου και της ως άνω παραχωρήσεως, περιελθόντος σ' αυτούς ακινήτου ελεύθερου βαρών, σαφώς προκύπτει α) ότι από και με τη μεταγραφή του εκδοθέντος τίτλου ιδιοκτησίας (παραχωρητηρίου) προσπορίζεται στο δικαιούχο κυριότητα, η κτήση της οποίας είναι πρωτότυπη και ισχύει έναντι κάθε άλλου που αξιώνει κυριότητα επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και β) ότι το παραχωρηθέν ακίνητο μέχρι τη μεταγραφή του τίτλου ιδιοκτησίας (παραχωρητηρίου) ανήκει κατά κυριότητα στην αποτελούσα νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου κτηματική ομάδα ως υποκαθιστώσα τους ιδιοκτήτες των περιληφθέντων σε αυτή ακινήτων, υποχρεωτικώς μάλιστα όταν τούτο έχει επιβληθεί με την απόφαση του Υπουργού, και δεν είναι μέχρι τότε, δηλαδή μέχρι τη μεταγραφή του τίτλου, δεκτικό νομής και χρησικτησίας εκ μέρους άλλου (ΟλΑΠ 7/2003).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 218 παρ.1 εδ.α και 219 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στο ίδιο δικόγραφο αγωγής δεν μπορούν να ενωθούν περισσότερες αιτήσεις του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου που αντιφάσκουν μεταξύ τους, εκτός αν η δεύτερη ασκείται για την περίπτωση που απορριφθεί η πρώτη.

Από την παρά την απαγόρευση αυτή σώρευση στην ίδια αγωγή ως κύριων περισσότερων αιτημάτων που αντιφάσκουν μεταξύ τους, δεν δημιουργείται ούτε απαράδεκτο ούτε ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής, εφόσον ο νόμος (άρθρο 218 παρ.2) ως μόνη κύρωση της παραβάσεως αυτής προβλέπει το χωρισμό των αιτημάτων (ΑΠ 14/2007, ΑΠ 631/2006).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται ο προβλεπόμενος από αυτό λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Κατά δε την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον το τελευταίο διατυπώνεται σαφώς στην απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Με την 102629/1947 απόφαση του Υπουργού Οικισμού και Ανοικοδόμησης, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 49 της 22-4-1947 (τεύχος Β) συστήθηκε κτηματική ομάδα, που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και αποτελέσθηκε από τα ακίνητα της πόλης των ......, που είχε καταστραφεί από τα στρατεύματα της Γερμανικής Κατοχής, με σκοπό την ομαδική τακτοποίησή τους.

Ολόκληρη η έκταση, που καταλήφθηκε από την Κτηματική ομάδα, θεωρείται από και διά της, περί της συστάσεώς της, Υπουργικής απόφασης, ότι απαλλοτριώθηκε ως ενιαίο σύνολο υπέρ των ιδιοκτητών των ακινήτων, οι οποίοι περιελήφθησαν στην ομάδα αυτή προς διανομή μεταξύ αυτών (ιδιοκτητών) των οικοδομήσιμων χώρων, που θα ορίζονταν με την εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου στην έκταση αυτή.

Ακολούθως οι οικοδομήσιμοι χώροι, μετά την εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου στην ίδια έκταση, διαιρούνται σε οικοδομήσιμα οικόπεδα, τα οποία παραχωρούνται στους παλαιούς ιδιοκτήτες, εφόσον η υπολειπόμενη επιφάνεια του συνόλου των οικοπέδων καθενός από τους ιδιοκτήτες αυτούς, μετά την αφαίρεση τού, από την εφαρμογή του σχεδίου, αναλογούντος βάρους αυτού, είναι οικοδομήσιμη.

Στους ιδιοκτήτες αυτούς και υπέρ εκάστου τούτων εκδίδεται τίτλος ιδιοκτησίας, παραχωρητήριο, από την επιτροπή που εκπροσωπεί την Κτηματική ομάδα, για το ακίνητο που παραχωρήθηκε. Ο σχετικός τίτλος μεταγράφεται με επιμέλεια του δικαιούχου, ο οποίος από τη μεταγραφή του αποκτά κυριότητα, η κτήση της οποίας είναι πρωτότυπη και ισχύει έναντι οιουδήποτε αξιώνει κυριότητα στο ακίνητο που απαλλοτριώθηκε.

Το ακίνητο αυτό μέχρι τη μεταγραφή του παραχωρητηρίου ανήκει κατά κυριότητα στην Κτηματική ομάδα, που υποκαθιστά τους ιδιοκτήτες των περιληφθέντων σ' αυτήν ακινήτων και δεν είναι μέχρι τότε, δηλαδή μέχρι τη μεταγραφή του τίτλου, δεκτικό νομής και χρησικτησίας από άλλον. Στα πλαίσια της διαδικασίας, για την ομαδική τακτοποίηση των ακινήτων της παραπάνω πόλης το 1947 περιελήφθη και ένα ακίνητο, επιφάνειας τότε 479 τμ, που ανήκε στην κυριότητα του Α, πατέρα της ενάγουσας, καθώς και δύο ακίνητα, που ανήκαν στην κυριότητα της Β, γιαγιάς των εναγομένων.

Μετά την αναδιανομή των ακινήτων της Κτηματικής ομάδας και τη συμμετοχή τους στην δημιουργία των κοινόχρηστων χώρων, προέκυψε το επίδικο ακίνητο, ως νέο οικόπεδο, που αποτελέσθηκε από μέρος του παλαιού παραπάνω ακινήτου του πατέρα της ενάγουσας και από τμήμα των παλαιών οικοπέδων του δικαιοπαρόχου των εναγομένων.

Ειδικότερα το επίδικο έχει επιφάνεια 345 τμ περίπου, βρίσκεται στη θέση "......" και στο Ο.Τ. ... του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης των ......, συνορεύει δε βόρεια κατά ένα μέρος με ακίνητο εναγομένων και κατά το υπόλοιπο με ακίνητο κληρονόμων Γ, νότια με δημοτική οδό ......, ανατολικά με περιμετρική δημοτική οδό ......

και δυτικά με ακίνητο εναγομένων. Το ακίνητο αυτό παραχωρήθηκε με το ...... παραχωρητήριο της Επιτροπής της Κτηματικής ομάδας ...... "στους κληρονόμους Α", πατέρα της ενάγουσας, που εκτελέσθηκε το 1943 από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής. Κληρονόμοι του τελευταίου, που δεν άφησε διαθήκη, ήταν κατά το θάνατο του και το χρόνο έκδοσης του παραχωρητηρίου η σύζυγος του Δ και μητέρα της ενάγουσας κατά ποσοστό 1/4, και η τελευταία, κατά ποσοστό 3/4.

Το 1974 πέθανε χωρίς να αφήσει διαθήκη και η μητέρα της ενάγουσας και κληρονομήθηκε από την ίδια ως μοναδική τη θυγατέρα της. Μέχρι και τις 8-4-1983 δεν είχε μεταγραφεί το προαναφερόμενο παραχωρητήριο και μόλις την παραπάνω ημερομηνία μεταγράφηκε τούτο στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ...... στον τόμο ...... και με αριθμό ... .

Την ίδια ημέρα ανοίχθηκε μερίδα και καταχωρήθηκε στα σχετικά βιβλία ο ίδιος τίτλος στο όνομα "των κληρονόμων Α". Αυτή η καταχώριση στη μερίδα των τελευταίων, δέχτηκε το Εφετείο, επειδή δεν καθιστά βέβαια τα πρόσωπα των εμπραγμάτων δικαιούχων του επιδίκου ακινήτου, δηλαδή της ενάγουσας και της μητέρας της και δεν εξυπηρετείται η αρχή, της δημοσιότητας, αφού δεν είναι δυνατόν να διακριβωθεί ποιοι είναι οι κληρονόμοι του Α, λόγω της ουσιώδους αυτής έλλειψης, επάγεται την ακυρότητα της σχετικής μεταγραφής.

Συνεπώς δεν προσπόρισε κυριότητα στους κληρονόμους Α και έτσι η κυριότητα του επιδίκου παρέμεινε στην Κτηματική ομάδα. Πλην όμως αποδείχθηκε ότι στις 11-3-2003 και πριν από την άσκηση της αγωγής, μεταγράφηκε και πάλι το ίδιο παραχωρητήριο νομότυπα και καταχωρήθηκε τούτο στο ειδικό ευρετήριο σε μερίδες που ανοίχθηκαν τόσον στο όνομα της ενάγουσας όσον και της μητέρας της, με πλήρη τα στοιχεία των ταυτοτήτων τους, ώστε δεν υπάρχει πλέον αμφιβολία ως προς τα πρόσωπα των εμπραγμάτων δικαιούχων του επιδίκου ακινήτου.

Έτσι η ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου, από την από 11-3-03 μεταγραφή του παραχωρητηρίου και το 1/4 εξ αδιαιρέτου αποτέλεσε κληρονομία της μητέρας της, την οποία αποδέχθηκε, και ενώ μετέγραψε νόμιμα τη σχετική δήλωση αποδοχής. Κατ' αυτόν τον τρόπο, δηλαδή πρωτοτύπως κατά τα 3/4 με την μεταγραφή του παραχωρητηρίου και παραγώγως κατά ποσοστό 1/4 με την αποδοχή της κληρονομίας της μητέρας της και τη μεταγραφή της δήλωσης αυτής στις 11-3-03, κατέστη αποκλειστική κυρία του επίδικου ακινήτου.

Θα πρέπει να σημειωθεί, συνεχίζει το Εφετείο, ότι το γεγονός που η ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή, ότι το παραχωρητήριο μεταγράφηκε δύο φορές σε διαφορετικές ημερομηνίες, δε συνιστά κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων, που προέβαλαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ήδη επαναφέρουν με σχετικό λόγο εφέσεως, αντικειμενική σώρευση αντιφατικών περισσοτέρων βάσεων αυτής.

Καθ' όσον με αυτήν υποβάλλεται μία αίτηση δικαστικής προστασίας για το ίδιο δικαίωμα, που είναι η αναγνώριση της κυριότητας του επιδίκου και η απόδοση του στους ενάγοντες και το οποίο θεμελιώνεται στην ίδια ιστορική βάση, δηλαδή κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου στο παραχωρητήριο και κατά 1/4 εξ αδιαιρέτου στην αποδοχή της κληρονομίας και στη μεταγραφή των ίδιων τίτλων, στοιχεία απαραίτητα κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ για το ορισμένο αυτής.

Αν έχει γίνει διπλή μεταγραφή δε σημαίνει ότι πρόκειται για δύο διαφορετικές βάσεις της αγωγής και μάλιστα αντιφάσκουσες μεταξύ τους, αφού το κύρος αυτών θα κρίνει το δικαστήριο κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, οπότε και θα κριθεί ο χρόνος κτήσης του σχετικού δικαιώματος". Με βάση τις παραδοχές αυτές, απέρριψε τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων περί απαράδεκτης αντικειμενικής σώρευσης αντιφατικών ιστορικών βάσεων της ένδικης αγωγής και, αφού έκρινε ότι η μεταγραφή που έγινε στις 8-4-1983, λόγω ουσιώδους έλλειψης δεν προσπόρισε κυριότητα επί του επιδίκου στην αναιρεσίβλητη, δέχτηκε ότι στις 11-3-2003 και πριν την άσκηση της αγωγής μεταγράφηκε νομότυπα το ίδιο παραχωρητήριο και έτσι η ενάγουσα αναιρεσίβλητη απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου πρωτοτύπως κατά τα 3/4 με τη μεταγραφή του παραχωρητηρίου και παραγώγως κατά ποσοστό 1/4 με την αποδοχή της κληρονομιάς της μητέρας της και τη μεταγραφή της, και ακολούθως απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, χωρίς ελλείψεις, αντιφάσεις ή ενδοιασμούς αιτιολογίες, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα για την έκβαση της δίκης ότι το ακίνητο αυτό μέχρι τη μεταγραφή του παραχωρητηρίου ανήκει κατά κυριότητα στην Κτηματική Ομάδα, που υποκαθιστά τους ιδιοκτήτες, ότι μέχρι τη μεταγραφή του τίτλου δεν είναι δεκτικό νομής και χρησικτησίας από άλλον, και ότι το γεγονός ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εκθέτει στην αγωγή ότι το παραχωρητήριο μεταγράφηκε δύο φορές δεν συνιστά αντικειμενική σώρευση αντιφατικών περισσότερων βάσεων αγωγής οι οποίες αιτιολογίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 218 παρ.1α ΚΠολΔ, 1192, 1193, 1198, 1199 ΑΚ, 51 παρ.7 του ν.δ. 17-7/16-8-1923, 1,3 παρ.1 του ν.δ. 4201/1961 και 1,3,7,13,19 του β.δ. 533/1963, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.

Συνεπώς, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1,19 και 14 ΚΠολΔ με τα σχετικά μέρη των οποίων προβάλλεται εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών, καθώς και ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα ή απαράδεκτο λόγω σώρευσης στην αγωγή περισσότερων αιτημάτων που αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης κατά τα σχετικά μέρη τους, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες μέμφονται τη πληττομένη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την αποδοχή ως βάσιμης της αιτήσεως της αγωγής ότι η αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του επιδίκου από την πρώτη μεταγραφή του παραχωρητηρίου στις 8-4-1983 είναι αβάσιμοι ως ερειδόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο αντιθέτως δέχτηκε ότι η μεταγραφή αυτή δεν προσπόρισε κυριότητα στην αναιρεσίβλητη.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος ". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού, ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί, κατ' αρχήν, να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος.

Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που ήδη έχει δημιουργηθεί και παγιωθεί, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς επιπτώσεις για τα συμφέροντά του, τότε, στην περίπτωση αυτή, η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή, κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική (Ολ.ΑΠ 8/2001).

κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.β'ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.Α.Π. 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, σε σχέση με την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος που πρόβαλαν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, αμυνόμενοι κατά της εναντίον τους διεκδικητικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής της αναιρεσίβλητης, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:

Ο Ε, πατέρας των εναγομένων, κατέλαβε το επίδικο ακίνητο από το 1983 και ασκούσε έκτοτε σ' αυτό μέχρι και το 1995 που πέθανε πράξεις νομής, μετά δε το θάνατό του τον διαδέχθηκαν στη νομή του οι εναγόμενοι, ως κληρονόμοι του, που αποδέχθηκαν την κληρονομία του και μετέγραψαν τη σχετική δήλωση αποδοχής. Βέβαια η νομή αυτή δεν προσπόρισε κυριότητα στους τελευταίους, αφού το επίδικο ακίνητο μέχρι τη μεταγραφή του παραχωρητηρίου, που έγινε το 2003, παρέμεινε στην κυριότητα της κτηματικής ομάδας και δεν ήταν δεκτικό νομής και χρησικτησίας.

Περαιτέρω, εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι εναγόμενοι για τη θεμελίωση της ένστασής τους επικαλέστηκαν ότι η ενάγουσα αδράνησε από το 1950, που εκδόθηκε το παραχωρητήριο, να προβεί στην μεταγραφή του και μετέγραψε τούτο ατελώς το 1983 και ακολούθως εγκύρως το 2003, ενώ οι ίδιοι και οι γονείς τους ασκούσαν σ' αυτό διακατοχικές πράξεις και ότι η συμπεριφορά της αυτή μέχρι την απόκτηση της κυριότητας δημιούργησε σ' αυτούς την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το ένδικο δικαίωμά της σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το επίδικο παραχωρήθηκε σ' αυτήν και τη μητέρα της για να αποκτήσουν στέγη και να αποκατασταθεί η κοινωνική ισορροπία μετά την καταστροφή της πόλης των ......, ενώ δεν κατοίκησε ποτέ σ' αυτό.

Όμως, δέχτηκε το Εφετείο, η ενάγουσα πληροφορήθηκε την ύπαρξη του παραχωρητηρίου το 1983, επειδή μέχρι τότε δεν είχε υλοποιηθεί η απαλλοτρίωση του ακινήτου της, αλλά και των όμορων ακινήτων και οι ιδιοκτήτες παρέμεναν στα παλαιά ακίνητά τους. Έτσι προέβη στη μεταγραφή του παραχωρητηρίου το 1983, αγνοώντας τις ατέλειες της σχετικής καταχώρησης και καλόπιστα πίστευε ότι είχε τούτο νομότυπα μεταγραφεί.

Άλλωστε, ούτε ο υποθηκοφύλακας αρνήθηκε λόγω της προαναφερόμενης έλλειψης να μεταγράψει τούτο. Παράλληλα άσκησε σε βάρος του πατέρα των εναγομένων την από 1-3-1983 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί κυρία του επιδίκου και να υποχρεωθεί ο τελευταίος να της το αποδώσει.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 72/1984 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, επειδή δέχθηκε το δικαστήριο την ένσταση του εναγομένου περί ιδίας κυριότητας στο επίδικο, που στηριζόταν στην έκτακτη χρησικτησία. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση η ενάγουσα ενώπιον του Εφετείου Πατρών, η οποία απορρίφθηκε με την 870/2000 απόφαση αυτού.

Κατά της τελευταίας απόφασης άσκησε αναίρεση η ενάγουσα, επί της οποίας εκδόθηκε η 1363/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια η υπόθεση και εκδόθηκε η 7/2003 απόφαση αυτής που έκρινε ότι μέχρι τη μεταγραφή του παραχωρητηρίου η κυριότητα του επιδίκου ανήκε στην κτηματική ομάδα και μέχρι τότε δεν ήταν δεκτικό νομής και χρησικτησίας, έγινε δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και παραπέμφθηκε η υπόθεση ενώπιον του Εφετείου.

Με την 1124/2003 απόφαση αυτού απορρίφθηκε η αγωγή εκείνη, κατά το μέρος που στηριζόταν η κτήση της κυριότητας της ενάγουσας στο παραχωρητήριο και τη μεταγραφή του, επειδή η μεταγραφή είχε γίνει μετά την άσκηση της αγωγής εκείνης και ως προς την επικουρική της βάση, που στηριζόταν στην έκτακτη χρησικτησία, επειδή το επίδικο μέχρι τη μεταγραφή του τίτλου ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας.

Συνεπώς η ενάγουσα μόνον αδιαφορία και αδράνεια δεν επέδειξε από τη γνώση της ύπαρξης του παραχωρητηρίου και μετά. Αντίθετα μετέγραψε αμέσως τούτο και διεξήγαγε πολυετή δικαστικό αγώνα για τη διεκδίκησή του από τον πατέρα των εναγομένων, που το είχε παράνομα καταλάβει. Εξάλλου το επίδικο δεν παραχωρήθηκε σ' αυτήν από χαριστική αιτία για την απόκτηση στέγης, αλλά ως αντάλλαγμα για την απαλλοτρίωση του ακινήτου του πατέρα της, στα πλαίσια της ομαδικής τακτοποίησης.

Μετά τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένσταση από το άρθρο 281 του ΑΚ που πρόβαλλαν οι αναιρεσείοντες και απέρριψε την έφεση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού, υπό τα ανωτέρω γενόμενα από τούτο δεκτά πραγματικά περιστατικά, η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης για διεκδίκηση του επιδίκου ακινήτου δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα οριζόμενα από τη διάταξη αυτή όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Επίσης το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού για το ουσιώδες ζήτημα της παραπάνω ενστάσεως των αναιρεσειόντων διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως του ΑΚ.

Επομένως, οι τρίτος, κατά το τρίτο και τέταρτο μέρος του, και τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Εξάλλου, το Εφετείο σχημάτισε την πιο πάνω κρίση του αναφορικά με την ουσιαστική βασιμότητα της από το άρθρο 281 ΑΚ ένστασης, αφού έλαβε υπόψη και εξέτασε όλα τα πραγματικά περιστατικά που οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεστεί για τη θεμελίωση της ένστασης αυτής.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, ήτοι αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ως αποδεικνυόμενο ή μη ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 περ.γ' άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισαν με επίκληση, ήτοι α) την 8/1984 εισηγητική έκθεση του Εισηγητή Δικαστή του Πρωτοδικείου Καλαβρύτων, β) την 870/2000 απόφαση του Εφετείου Πατρών, γ) την ......

δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Καλαβρύτων Γεωργίας Χριστοπούλου, δ) το ...... πιστοποιητικό από το Υποθηκοφυλάκειο Καλαβρύτων, ε) την ...... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Καλαβρύτων ......, από την οποία προκύπτει η νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήση της αναιρεσίβλητης να παρασταθεί κατά τη λήψη των παρακάτω ένορκων βεβαιώσεων, στ) τις ......, ......, ......

ένορκες βεβαιώσεις της συμβολαιογράφου Καλαβρύτων Γεωργίας Χριστοπούλου. O λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση διαβεβαίωση, κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης εκείνης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι δεν είναι καταχρηστική η άσκηση από την αναιρεσίβλητη του δικαιώματος της κυριότητας στο επίδικο ακίνητο και κατά προέκταση της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και όλα τα παραπάνω έγγραφα, μερικά από τα οποία μάλιστα τα αναφέρει ρητά κατά την αναφορά της στη διαδρομή της αντιδικίας των διαδίκων από το έτος 1983, όπως την 870/2000 απόφαση του Εφετείου Πατρών, ενώ έκανε ειδική αναφορά στις ......, ......, και ......

ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Καλαβρύτων Γεωργίας Χριστοπούλου. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, είναι προεχόντως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν καθορίζεται ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν.

Επειδή, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του και τελευταίος εξεταζόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αναφορικά με την παραπάνω ένστασή τους για καταχρηστική άσκηση της αγωγής, ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο αποφάνθηκε όχι χωρίς απόδειξη, αλλά με βάση τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιόν του οι διάδικοι (μάρτυρες, έγγραφα). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29 - 11 - 2007 αίτηση των 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4 και 5) Χ5 για αναίρεση της 870/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ