Legislator Case Law & Legislation
1987/2007 AI generated

1987/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1987/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21.8.1996 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 12173/1998 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1469/1999 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 10.6.1999 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 20.9.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Legislator headnote

AI generated

1987/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλωση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. (Ολ. Α.Π. 661/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1987 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1987/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό -Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος: Χ1, τον οποίο εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος του Ελένη Βούλγαρη, που ορίστηκε με την 117/2005 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 και 2 παρ.1 και 3 του ν 3226/2004, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου :Ψ1, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21.8.1996 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 12173/1998 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1469/1999 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 10.6.1999 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 20.9.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία ) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

Α.Π. 1/1999, Ολ. Α.Π. 32/1996). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλωση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. (Ολ. Α.Π. 661/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του αριθ. 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του αριθ. 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του αριθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφ' όσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ' όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσής που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 57 του Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε το άρθρο 59 του Α.Κ., στις περιπτώσεις των δυο προηγουμένων άρθρων (στα οποία περιλαμβάνεται και το άρθρο 57), το Δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε ο,τιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα.

Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, εξ άλλου και η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται, στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι: α) η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής.

Β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική σύμφωνα με το άρθρο 281 Α.Κ. ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, και γ) για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, και πταίσμα του προσβολέα.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 299, 300, 330, 914 και 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος αποτελεί δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή δε υπαιτιότητας είναι ο δόλος και η αμέλεια (άρθ. 330 Α.Κ). Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 299, 300, 330, 914 και 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι σε περίπτωση τέλεσης αδικοπραξίας αποκαθίσταται, εκτός από την περιουσιακή ζημία και η μη περιουσιακή ή ηθική βλάβη, με την επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης.

Κατά την έννοια της διάταξης του αρθ. 932 Α.Κ. το δικαστήριο προκειμένου να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης σε εύλογο ποσό λαμβάνει υπόψει του το είδος και τις συνθήκες της προσβολής των αγαθών του παθόντος, το βαθμό του πταίσματος του υπαιτίου και του ενδεχομένου συντρέξαντος πταίσματος του παθόντος, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση του παθόντος και του υπαιτίου, και άλλες ενδεχομένως συντρέχουσες ειδικές περιστάσεις, εκτιμώντας τα στοιχεία αυτά κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τ' ακόλουθα: Στις 16.5.1995 εκδικαζόταν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης η έφεση που ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά της με αριθμό 14695/1994 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε καταδικαστεί ερήμην σε φυλάκιση είκοσι μηνών για πλαστογραφία κ.λ.π.

Κατά την εκδίκαση αυτή προτίθετο να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων ο Ψ2 με συνήγορο τον αναιρεσίβλητο ο οποίος είχε παραστεί υπό την αυτή ιδιότητα και ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Κατά την ίδια ημέρα ο αναιρεσίβλητος, υπερασπιζόταν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (κακουργημάτων), ως συνήγορος πολιτικής αγωγής, υπόθεση του Β1 κατά των Γ1 και Γ2, η οποία όμως για λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεώς του και τους οποίους δεν ήταν δυνατόν να προβλέψει εκ των προτέρων και συγκεκριμένα λόγω αντικαταστάσεως του προεδρεύοντος και του εξ αριστερών μέλους της συνθέσεως του δικαστηρίου, συνεπεία δηλώσεως κωλύματος, εκδικάσθηκε κατά τις συνεδριάσεις της 17.5.1995 και 18.5.1995.

Ενόψει του κωλύματος του αναιρεσίβλητου, ο οποίος αδυνατούσε να παραστεί ταυτόχρονα ενώπιον και των δύο δικαστηρίων, καθόσον ανέμεινε να εκδικαστεί κατά τη συνεδρίαση της 16.5.1995 η ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων υπόθεση, η οποία είχε ιδιαίτερη βαρύτητα, ο ανωτέρω Ψ2 εμφανίσθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (εφέσεων) και ζήτησε την αναβολή της δίκης, επιβεβαιώνοντας ενόρκως το ως άνω κώλυμα του συνηγόρου του (αναιρεσίβλητου).

Το Δικαστήριο, αφού πείσθηκε από την κατάθεσή του για το κώλυμα του αναιρεσίβλητου να παραστεί ενώπιον του, ο οποίος, ως προαναφέρθηκε, είχε παραστεί ως συνήγορος αυτού και στο πρωτόδικο δικαστήριο, ανέβαλε τη συζήτηση της υπόθεσης με την με αριθμό 2016/1995 απόφασή του για τη δικάσιμο της 19.9.1995. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο αναιρεσίβλητος στις ......

κατέθεσε στο ΙΑ Α.Τ. Καλαμαριάς την από 1.2.1996 έγκλησή του προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης κατά των Ψ2, που δεν ενδιαφέρει την προκειμένη υπόθεση, και κατά του αναιρεσίβλητου, ..........., της οποίας το περιεχόμενο κατά τα επίμαχα σημεία έχει ως εξής: "Κύριε Εισαγγελεύ... μηνύω ενώπιον υμών τον Ψ2 για τα αδικήματα ψευδορκία μάρτυρα, απάτης επί δικαστηρίου.

Μηνύω επίσης το Δικηγόρο Ψ1... για ηθική αυτουργία και για άμεση συνέργεια στην ψυδορκία μάρτυρα και στην απάτη επί δικαστηρίου... διότι ο πρώτος των έναντι μηνυομένων κατέθεσε ενόρκως στις 16.5.1995 ενώπιον του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ψευδή γεγονότα ως αληθή και εξαπάτησε το δικαστήριο τούτο εν πλήρη γνώσει της αναληθείας μετά από υπόδειξη του δεύτερου μηνυομένου και μετά από κοινού μεταξύ των συμφωνία εκ προθέσεως και με δόλον.

Συγκεκριμένα τις 16.5.1995 εισήχθη προς συζήτηση η έφεσή μου ενώπιον του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που άσκησα κατά της με αριθμό 14695/1994 ερημοκαταδικαστικής αποφάσεως εις βάρος μου του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Στο δικαστήριο παρουσιάσθηκε ο πρώτος μηνυόμενος, ο οποίος κατέθεσε ενόρκως ότι ο Δικηγόρος του Ψ1 υπερασπίζεται άλλη υπόθεση στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Θεσσαλονίκης και λόγω του κωλύματος του συνηγόρου του ζήτησε αναβολή...

Το δικαστήριο έλαβε υπόψη την ένορκον κατάθεσή του και ανέβαλε την εκδίκαση της υποθέσεως για τις 19.9.1995 με βάση την με αριθμό 2016/1995 απόφασή του. Η δε κατάθεσή του τυγχάνει παντελώς αναληθής και εγένετο εκ προθέσεως και με δόλο και καθυπόδειξη του δευτέρου μηνυομένου και μετά από κοινού μεταξύ των συμφωνία για να εξαπατήσουν το δικαστήριο να τους χορηγηθεί η αναβολή...".

Το περιεχόμενο της ανωτέρω εγκλήσεως ως προς τις αποδιδόμενες στον αναιρεσίβλητο πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία και της άμεσης συνέργειας στην απάτη επί δικαστηρίου ήταν αναληθές, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω, ο δε αναιρεσείων τελούσε σε γνώση της αναλήθειας των όσων κατήγγειλε σε βάρος του αναιρεσίβλητου, τον οποίο εμφάνιζε με την ανωτέρω έγκλησή του ως ηθικό αυτουργό σε ψευδορκία μάρτυρα και άμεσο συνεργό στην απάτη επί δικαστηρίου, καθόσον από τα μνημονευόμενα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδεικνύονται τέτοια που να δικαιολογούν την άγνοιά του για τα όσα αναληθή περιέλαβε στην έγκλησή του σε βάρος του αναιρεσίβλητου, κατά του οποίου υπέβαλε σειρά εγκλήσεων για παρεμφερή με τ' ανωτέρω καταγγελόμενα αδικήματα (βλ.

με αριθμ. 5/1996 διάταξη εισαγγελέα εφετών Θεσσαλονίκης, με αριθμό 263/1997 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, 780/1977 βούλευμα του ιδίου Συμβουλίου, που επικυρώθηκε με το με αριθμό 983/1997 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης πλην της διάταξης περί επιβολής των εξόδων στον αναιρεσείοντα ως προς την οποία και μεταρρυθμίσθηκε το πρώτο, 1568/1996 βούλευμα του ίδιου συμβουλίου πλημμελειοδικών - όλα απαλλακτικά).

Να λεχθεί ότι για τις αποδιδόμενες ως άνω πράξεις σε βάρος του αναιρεσίβλητου δεν ασκήθηκε δίωξη αλλά η καταυτού έγκληση απορρίφθηκε με διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, η δε ασκηθείσα κατ' αυτής προσφυγή του αναιρεσείοντος (τότε εγκαλούντος) απορρίφθηκε με διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης, ενώ ο ανωτέρω Ψ2 έχει απαλλαγεί για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν ως άνω κατηγορίες με το με αριθμό 1454/1996 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης.

Και ναι μεν ο αναιρεσείων με την από ...... εξώδικη δήλωση - πρόσκληση και γνωστοποίηση η οποία επιδόθηκε στον ανωτέρω Ψ2 στις 21.7.1995 (βλ. την με αριθμό ....... έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης .........) και η οποία κοινοποιήθηκε στον αναιρεσίβλητο την ίδια ημερομηνία (βλ.

την με αριθμό ......... έκθεση επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή) ζήτησε να του επιδόσουν αντίγραφο της ανωτέρω απόφασης που να αποδεικνύεται το κώλυμα του αναιρεσίβλητου κατά την εκδίκαση της ως άνω έφεσής του κατά τη δικάσιμο της 16.5.1995, πλην όμως η δήλωση αυτή ως προς τον αναιρεσίβλητο, που ενδιαφέρει στην προκειμένη υπόθεση, ήταν προσχηματική και δε μεταβάλει την κρίση του δικαστηρίου ως προς την παραδοχή της γνώσης του αναιρεσείοντα για την αναλήθεια των όσων κατήγγειλε, κατά τα άνω, σε βάρος του αναιρεσίβλητου, αν ληφθεί υπόψη ότι την υπεράσπιση των κατηγορουμένων Γ1 και Γ2 κατά τη δικάσιμο της 16.5.1995 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (κακουργημάτων) και όχι μικτό ορκωτό δικαστήριο Θεσσαλονίκης, όπως από παραδρομή δηλώθηκε από τον ως άνω Ψ2 στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης (εφέσεων) κατά την εκδίκαση της έφεσης του αναιρεσείοντα κατά τη δικάσιμο της 16.5.1995, στο οποίο ο αναιρεσίβλητος παρέστη ως συνήγορος πολιτικής αγωγής του πολιτικώς ενάγοντος Β1, την είχε αναλάβει το ίδιο δικηγορικό γραφείο, το οποίο επί σειρά ετών χειρίζεται τις υποθέσεις αυτού (αναιρεσείοντος), παρεκτός του γεγονότος ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε υποχρέωση ν' ανταποκριθεί στην ανωτέρω πρόσκληση του αναιρεσείοντα.

Επίσης αποδεικνύεται ότι των ανωτέρω καταγγελομένων με την έγκληση των πράξεων σε βάρος του αναιρεσίβλητου, τον οποίο εμφανίζει ως ηθικό αυτουργό σε ψευδορκία μάρτυρα και διαπράξαντα από κοινού με τον ανωτέρω Ψ2 το έγκλημα της απάτης στο δικαστήριο έλαβον γνώση ο διοικητής του ΙΑ Αστυνομικού Τμήματος Καλαμαριάς, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης καθώς και οι αντίστοιχοι γραμματείς αυτών υπό την ιδιότητά τους ως οργάνων περί την προανάκριση προσώπων και περί την απονομήν της δικαιοσύνης.

Τα περιστατικά αυτά, τα οποία με την έγκλησή του ισχυρίσθηκε και διέδωσε ενώπιον τρίτων, ο αναιρεσείων για τον αναιρεσίβλητο και τα οποία ήσαν ψευδή, ήσαν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, όπως και πράγματι έχει βλαφθεί αυτή, αφού του αποδίδεται ο χαρακτηρισμός του ψεύδορκου και του απατεώνα με αποτέλεσμα να προκαλέσουν σ' αυτόν θλίψη και βαρύ ψυχικό άλγος.

Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά αυτά περιστατικά, καθώς και την περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων όπως και όλα τα στοιχεία του νόμου (άρθρ. 932 ΑΚ) κρίνει ότι η προσήκουσα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ανέρχεται στο ποσό των 700.000 δραχμών κατά το οποίο έπρεπε να γίνει δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη.

Επομένως, το Εφετείο, με το να δεχθεί δυνάμει των ανωτέρω σκέψεων την αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή και, την οποία δέχθηκε κατά ένα μέρος ως προς την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, δεν παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικές διατάξεις και η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφασή του έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, η οποία δεν είναι αντιφατική ή ανεπαρκής, αφού εκτίθεται με αυτήν για πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, και χωρίς να απαιτείται η παράθεση ετέρων πραγματικών γεγονότων, τα προκύψαντα εκ της διαδικασίας και απαιτούμενα προς εφαρμογή των εν λόγω ουσιαστικών κανόνων γεγονότα: 1) της υπαίτιας συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, ως προς τη γνώση του ψευδούς των σε βάρος του αναιρεσίβλητου καταμηνυθέντων, για τα οποία δεν αιτιολογείτο άγνοια, λόγω και της κατά το παρελθόν υποβολής κατά του αναιρεσίβλητου σειράς εγκλήσεων για παρεμφερή αδικήματα που κρίθηκαν αβάσιμες, αλλά και από το γεγονός ότι κατά τη δικάσιμο της 16.5.1995 στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης (κακουργημάτων), όπου αμφιβητούσε την παρουσία του αναιρεσίβλητου δικηγόρου ο αναιρεσείων με τη μήνυσή του, είχε αναλάβει την υπεράσπιση των κατηγορουμένων το ίδιο δικηγορικό γραφείο που χειριζόταν επί σειρά ετών τις υποθέσεις του αναιρεσείοντος, 2) του προσχηματικού της από ......

εξώδικης δήλωσης του αναιρεσείοντος προς τον αναιρεσίβλητο, εφ' όσον γνώριζε κατά τα προαναφερθέντα ο αναιρεσείων ότι ο αναιρεσίβλητος είχε παρασταθεί στο πιο πάνω δικαστήριο και 3) ότι του καθορισμού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης στο ποσό των 700.000 δρχ. με τη συνεκτίμηση και της περιουσιακής κατάστασης του αναιρεσείοντος, για την οποία δεν ήταν αναγκαίος ο ειδικότερος προσδιορισμός.

Κατ' ακολουθίαν, οι αντίθετοι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ πρώτος (κατά το ένα μέρος του), δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους. Προς τους μη προταθέντες εξομοιώνονται και οι απαραδέκτως προταθέντες ισχυρισμοί, άρα και αυτοί που για την επαναφορά τους από προηγούμενη συζήτηση δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη στο άρθρο 240 του ΚΠολΔ διαδικασία.

Δεν συνιστά δε κατά το άρθρο 240 του ΚΠολΔ η νόμιμη επαναφορά ισχυρισμού, η ενσωμάτωση των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης στις οποίες περιλαμβάνεται ο ισχυρισμός και η γενική αναφορά με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου (Ολ. Α.Π. 9/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης (κατά το ένα μέρος του) από το άρθρο 559 αριθ. 1, 8 και 19 του ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο που απέρριψε κατ' ουσία και ως αόριστη αντίστοιχα, τις νομίμως προταθείσες από τον αναιρεσείοντα ενστάσεις καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης του αναιρεσίβλητου και συνυπαιτιότητας εκείνου, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 281 και 300 Α.Κ.

και δεν έλαβε υπόψει κρίσιμους για τη θεμελίωση των ενστάσεων αυτών ισχυρισμούς, που είχε προτείνει νόμιμα ο αναιρεσείων με τις έγγραφες προτάσεις του στο Εφετείο. Από την επισκόπηση όμως κατ΄άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ του προσκομιζομένου επισήμου αντιγράφου των προτάσεων του αναιρεσείοντος, που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι δεν επαναφέρθηκαν νόμιμα με τις προτάσεις αυτές οι πιο πάνω δύο ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος.

Δεν αποτελεί δε σύμφωνα με τα παραπάνω νόμιμη επίκληση των ισχυρισμών αυτών, και των πραγματικών περιστατικών που τους συγκροτούν, η επιγραμματική και μόνο αναφορά τους, και η γενική αναφορά με τις προτάσεις αυτές, στις πρωτόδικες προτάσεις και η ενσωμάτωση των πρωτόδικων προτάσεων στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, ούτε η γενική αναφορά σε όλους τους ισχυρισμούς που ο αναιρεσείων είχε πρωτοδίκως προτείνει.

Επομένως, εφ' όσον οι ισχυρισμοί αυτοί δεν προτάθηκαν παραδεκτά στο Εφετείο, ο παραπάνω λόγος της αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ύστερα από αυτεπάγγελτη έρευνα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-5-1999 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ'αριθ. 1469/1999 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις . Νοεμβρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 19 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ