Supreme Court partially allows appeal against labor court dismissal, remanding case for further examination of secondary claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the First Instance Court of Athens' dismissal of a labor claim. The appellant argued the appellate court failed to examine a secondary claim for termination compensation, but the court found this unnecessary since the primary claim was rejected based on the contracts being fixed-term. Consequently, the court remanded the case for further examination of the secondary claim and ordered the respondent to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(9γ), 581(2), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The appellate court is not required to examine secondary claims if the primary claim is rejected on substantive grounds, but must remand the case if the secondary claim remains viable and unexamined.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1986 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1986/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Α. του Χ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Ρίζο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ.Τ.Ε.Λ. ΝΟΜΟΥ ΑΤΤΙΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", και τον διακριτικό τίτλο "ΚΤΕΛ ΝΟΜΟΥ ΑΤΤΙΚΗΣ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Καλπούζο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1046/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 2126/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-10-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 17-10-2022 και με αριθμό κατάθεσης 8779/977/9-11-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 2126/27-4-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης έφεσης κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών με αριθμό 1046/29-6-2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλη, προς εκδίκαση της από 3-12-2018 με αριθμό κατάθεσης 113475/2987/4-12-2018 αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την αυτή ως άνω διαδικασία, την από 1-12-2020 με αριθμό κατάθεσης 90278/7241/15-12-2020 έφεση της ενάγουσας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την οποία ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης την 27-4-2022, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου την 9-11-2022 και δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου επίδοση της απόφασης αυτής (άρθρα 499, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Η παράγραφος 1 του άρθρου 535 KΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 7 του άρθρου 16 του Ν. 2915/2001, ορίζει ότι: "Αν ο λόγος έφεσης κριθεί βάσιμος, η απόφαση που προσβάλλεται εξαφανίζεται και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρατεί την υπόθεση και τη δικάζει κατ` ουσίαν".
Περαιτέρω, η παρ. 2 του ιδίου ως άνω άρθρου ορίζει ότι: "Αν η προσβαλλόμενη απόφαση εξαφανίζεται για αναρμοδιότητα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η υπόθεση παραπέμπεται στο αρμόδιο δικαστήριο και εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 46. Αν πρόκειται για κατά τόπον αναρμοδιότητα και κριθεί αρμόδιο άλλο πρωτοβάθμιο δικαστήριο που υπάγεται στην περιφέρεια του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο δικάζει την έφεση, αυτό μπορεί ή να παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο η να την κρατήσει και να τη δικάσει κατ` ουσία".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δίκασε αγωγή χωρίς να είναι αρμόδιο καθ` ύλη και η απόφασή του προσβληθεί με έφεση και εξαφανισθεί, τότε η υπόθεση παραπέμπεται υποχρεωτικά στο καθ` ύλη αρμόδιο Δικαστήριο και εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 46, ενώ, αν εξαφανισθεί επειδή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είναι κατά τόπο αναρμόδιο και αρμόδιο είναι άλλο δικαστήριο που υπάγεται στην περιφέρεια του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, τότε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έχει την ευχέρεια είτε να παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο Δικαστήριο είτε να την κρατήσει και να την δικάσει κατ` ουσία.
Αν όμως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε εσφαλμένα εαυτό αναρμόδιο καθ` ύλη και παρέπεμψε την αγωγή στο κατ` αυτό αρμόδιο καθ` ύλην Δικαστήριο, ενώ ήταν καθ' ύλη αρμόδιο προς εκδίκαση αυτής, τότε η απόφασή του, αν προσβληθεί με λόγο έφεσης ή κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα της καθ` ύλην αρμοδιότητας από το Εφετείο, εξαφανίζεται δυνάμει της πρώτης παραγράφου του άρθρου 535 KΠολΔ.
Στην περίπτωση αυτή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κρατεί υποχρεωτικά την υπόθεση και δικάζει αυτή κατ` ουσία, μη δυνάμενο να την παραπέμψει στο καθ` ύλη αρμόδιο Δικαστήριο, η δε ρύθμιση αυτή του ως άνω άρθρο 535 παρ. 1 του KΠολΔ, δεν είναι αντισυνταγματική, καθόσον έχει τεθεί από λόγους γενικότερου συμφέροντος για καλύτερη και ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης, δεν αναιρεί ούτε περιορίζει το ατομικό δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας του διαδίκου, οπότε στην περίπτωση αυτή δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.(ΑΠ 477/2021, ΑΠ 1803/2017, ΑΠ 182/2015).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ/τος 53/1974 και ως εκ τούτου έχει υπερνομοθετική ισχύ κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως είτε του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως....".
Με το ανωτέρω άρθρο καθ` ο μέρος θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η σύμβαση, τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.
Με τη διάταξη αυτή καθορίζεται ποιά δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται, συνεπώς, για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή της εμπίπτει στο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμό 1 KΠολΔ. Δεν στοιχειοθετείται όμως παραβίαση της άνω διάταξης όταν πολιτικό δικαστήριο που πληροί τις προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διάταξης, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία, για τα ζητήματα της αρμοδιότητάς του εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, αλλά η πλημμέλεια αυτή της απόφασης ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 181/2023, ΑΠ 62/2022, ΑΠ 1142/2020, ΑΠ 825/2020, ΑΠ 1169/2013).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αιθμός.1 α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, ΟλΑΠ 2/2023, ΟλΑΠ 3/2022, ΟλΑΠ 4/2021).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 2/2024, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 5 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ` ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 ή αν το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 46. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο ως άνω λόγος αναίρεσης δημιουργείται μόνο όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, συνιστάμενο σε παραδοχή υλικής αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου (του εφετείου) και όχι όταν το εφετείο, επιλαμβανόμενο έφεσης που υπάγεται κατά το άρθρο 19 ΚΠολΔ στην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ` ύλη (ΟλΑΠ 5/2003, ΟλΑΠ 3/1991, ΑΠ 477/2021, ΑΠ 1357/2019, ΑΠ 453/2018, ΑΠ 1166/2015, ΑΠ 1192/2010, ΑΠ 1816/2008).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1. Με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 1106/2024, ΑΠ 1181/2019, ΑΠ 350/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση με την ένδικη αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) επικαλούμενη (κατά συνοπτική απόδοση του περιεχομένου της) ότι οι με την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) συνδέουσα αυτήν διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου κατά το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του έτους 2004 έως 5-9-2019 υπέκρυπταν μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον κάλυπτε κατά την παροχή της εργασίας της ως εισπράκτορας των επιβατικών λεωφορείων της εναγομένης στη γραμμή Ραφήνα-Νέα Μάκρη Αττικής, πάγιες και διαρκείς ανάγκες κατά τη λειτουργία της και ότι η εναγομένη ακύρως την απέλυσε, χωρίς δηλαδή να της επιδόσει σχετικό έγγραφο της καταγγελίας και να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι συνδέεται με την εναγομένη με ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της αορίστου χρόνου, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας του αναφερομένου χρονικού διαστήματος, άλλως, επικουρικά, να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης ποσού 9.326,57 ευρώ και να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει για τη χρηματική της ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την άκυρη απόλυσή της το χρηματικό ποσό των 2.000 ευρώ.
Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η με αριθμό 1046/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έκρινε εαυτό καθ' ύλη αναρμόδιο να δικάσει την ως άνω αγωγή και παρέπεμψε την υπόθεση στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, με το σκεπτικό ότι, ενόψει του το καταψηφιστικό αίτημα αυτής δεν υπερέβαινε το ποσό των 20.000 ευρώ υπαγόταν κατά το άρθρο 14 παρ. 1α του ΚΠολΔ στην καθ' ύλη αρμοδιότητά του Ειρηνοδικείου.
Το Εφετείο, μετά από έφεση της ενάγουσας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού διέλαβε σύντομη νομική ανάλυση των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 16 παρ 2, 513 παρ.1 περ. α, 535 και 614 παρ. 3 ΚΠολΔ (βλ. σελ. 6, 7 και 8 της προσβαλλόμενης απόφασης), για το ζήτημα της υλικής αρμοδιότητας δέχτηκε ότι η αγωγή, με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα, υπάγεται στην καθ' ύλη αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την εξής αιτιολογία: "Εν προκειμένω, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, στο οποίο εισήχθη προς εκδίκαση η ένδικη αγωγή, έχοντας το πιο πάνω αντικείμενο, είχε, κατ' εφαρμογή των όσων λέχθηκαν στην ανωτέρω με στοιχείο (I) μείζονα σκέψη της παρούσας, και κατά τις αναφερόμενες παραπάνω διατάξεις, υλική αρμοδιότητα, για την εκδίκαση της αγωγής αυτής, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των εργατικών διαφορών.
Επομένως, το ανωτέρω Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, κήρυξε εαυτό αναρμόδιο, καθ' ύλην και παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, προκειμένου να εκδικαστεί η αγωγή, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο, όπως βάσιμα παραπονείται η ενάγουσα, για την καταστρατήγηση των διατάξεων, περί της καθ' ύλην αρμοδιότητας του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με το μοναδικό λόγο της υπό κρίση έφεσής της.
Πρέπει, επομένως, η έφεση να γίνει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην ως άνω με στοιχείο (Ι) μείζονα σκέψη της παρούσας, να κρατηθεί η αγωγή από το παρόν Δικαστήριο και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό, τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά της".
Η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο, από τους αριθμούς 1, 5 και 14 του άρθρου 559 KΠολΔ, λόγο αναίρεσης, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένα δέχθηκε, ότι το ίδιο (Εφετείο) ήταν αρμόδιο καθ' ύλη προς εκδίκαση κατ' ουσία της από 3-12-2018 και με αριθμό κατάθεσης 113475/2987/4-12-2018 αγωγής αυτής, καθότι εσφαλμένα, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και την δίκασε κατ` ουσία, ενώ έπρεπε να την αναπέμψει στο καθ` ύλην αρμόδιο δικαστήριο, ήτοι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ως επιβαλλόταν από τη διάταξη του άρθρου 535 παρ. 2 KΠολΔ, που πρέπει να ερμηνευθεί διασταλτικά, με αποτέλεσμα να απωλέσει τον ένα βαθμό δικαιοδοσίας για την κατ` ουσία εκδίκαση της υπόθεσής της, κατά παράβαση του άρθρου 20 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με το οποίο κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στη δίκαιη δίκη και η οποία διάταξη, κατά συνταγματική επιταγή, υπερισχύει των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου.
Με την προαναφερόμενη κρίση του το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 σε συνδυασμό με τον αριθμό 5 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και συνακόλουθα ο περί του αντιθέτου πρώτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ειδικότερα δεν παραβίασε την δικονομικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 535 του ΚΠολΔ, ως προς την καθ' ύλη αρμοδιότητα αυτού να δικάσει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό την ένδικη διαφορά κατ' ουσία, καθότι επιλαμβανόμενο της έφεσης της ενάγουσας-αναιρεσείουσας, η οποία υπάγεται κατ` άρθρο 19 παρ.1 ΚΠολΔ, στην καθ` ύλη αρμοδιότητα αυτού, ορθά, μετά την ουσιαστική παραδοχή του μοναδικού λόγου της έφεσης για εσφαλμένη κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ως προς την καθ' ύλη αναρμοδιότητα αυτού και την καθ' ύλη αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου, και την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, δίκασε κατ` άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ την υπόθεση κατ` ουσία και ορθά δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 535 παρ.2 ΚΠολΔ, η οποία προϋποθέτει για την εφαρμογή της να είναι αναρμόδιο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, περίπτωση που δεν ισχύει στην ένδικη υπόθεση, στην οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ήταν το αρμόδιο καθ` ύλη, χωρίς με την κρίση αυτή να αναιρείται ούτε να περιορίζεται το ατομικό δικαίωμα της αναιρεσείουσας παροχής έννομης προστασίας, όπως ισχυρίζεται, με την απώλεια του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, καθόσον, η ως άνω διάταξη του άρθρου 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν είναι αντισυνταγματική και έχει τεθεί από λόγους γενικότερου συμφέροντος για καλύτερη και ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης.
Περαιτέρω, απαράδεκτος είναι ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, για παραβίαση δηλαδή του άρθρου 20 του Συντάγματος και άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η με αυτόν αποδιδόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση ως άνω πλημμέλεια προσδιορίζεται σε εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 535 KΠολΔ, η οποία είναι δικονομικού δικαίου, δηλαδή σε πλημμέλεια που ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα.
Ανεξαρτήτως αυτού δε δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης για παραβίαση της ως άνω διάταξης (6 παρ. 1 ΕΣΔΑ), εφόσον πρόκειται για πολιτικό δικαστήριο (Εφετείο) που πληροί τις ως άνω προϋποθέσεις της εν λόγω αυξημένης τυπικής ισχύος διάταξης (ανεξάρτητο κ.λ.π) και κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο αποδίδεται σ` αυτό η εσφαλμένη εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης δικονομικού δικαίου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 του Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 του Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης (OλΑΠ 13/2017, ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 146/2023, ΑΠ 330/2022, ΑΠ 217/2017, ΑΠ 104/2016, ΑΠ 509/2016). Ο χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε και που δεν αφορά μόνο το χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου αλλά και το χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σε αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος (ή ο έχων ισχύ νόμου κανονισμός), διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρ. 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 13/2017, ΟλΑΠ 7 και 8/2011).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευτεί (άρθρο 11 α.ν. 547/1937) "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον (...). Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονικήν διάρκειαν, αν ο καθορισμός της διάρκειας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ` ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".
Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων, που επιβάλλει κατά την καταγγελία ο ν. 2112/1920, πλην όμως αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, στις περιπτώσεις, ιδίως, των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες στην πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη, οπότε ο καθορισμός της ορισμένης διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται, κυρίως, στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, παρέχοντας μάλιστα πληρέστερη προστασία έναντι της μεταγενέστερης 1999/70 κοινοτικής Οδηγίας (ΟλΑΠ. 7/2011).
Στην περίπτωση αυτή, ανακύπτει ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης εργασίας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, στην οποία δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου, χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ. 6/2022, ΑΠ 330/2022, ΑΠ 1269/2018, ΑΠ 509/2016).
Περαιτέρω, το Π.Δ/μα 81/2003 (ΦΕΚ Α 81), που εκδόθηκε με σκοπό κατά το άρθρο 1 αυτού "την προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 99/70/Ε.Κ. του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 σχετικά με τη συμφωνία - πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη μεταξύ των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα CES, UΝΙCE και CEEP (E.E.L.175/10-7-1999), με την οποίαν επιδιώκεται η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με την εφαρμογή της αρχής της μη διάκρισης σε σχέση με την εργασία αορίστου χρόνου και θεσπίζονται διατάξεις για να αποτραπεί τυχόν κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου", εφαρμόζεται στους εργαζομένους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, περιλαμβανομένων και των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ/τος 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 και 2 περ.
γ αυτού, όπως η παράγραφος 1 του ως άνω άρθρου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 π.δ 180/2004 (ΦΕΚ Α 160). Με το άρθρο 5 αυτού, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 3 π.δ/τος 180/2004 και στη συνέχεια με το άρθρο 41 ν. 3986/2011 (ΦΕΚ Α 152) ορίζονται τα εξής : " Κανόνες προστασίας εργαζομένων και αποφυγής καταστρατηγήσεων σε βάρος τους. 1.
Η, χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται ιδίως : Αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης, ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, ή η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, ή γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση, ή γίνεται για την πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος, ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός, ή αναφέρεται στον τομέα των επιχειρήσεων αεροπορικών μεταφορών και των επιχειρήσεων που ασκούν δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών αεροδρομίου εδάφους και πτήσης. 2.
Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι οι οποίοι δικαιολογούν την ανανέωση της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας πρέπει να αναφέρονται στη σχετική συμφωνία των μερών, η οποία συνάπτεται εγγράφως, ή να προκύπτουν ευθέως από αυτήν. Αντίγραφο της συμφωνίας αυτής πρέπει να παραδίδεται στον εργαζόμενο αμελλητί μετά την έναρξη της προσφοράς της εργασίας του.
Ο έγγραφος τύπος της ανωτέρω συμφωνίας δεν είναι απαραίτητος, όταν η ανανέωση της σύμβασης ή σχέσης εργασίας έχει εντελώς ευκαιριακό χαρακτήρα και δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη των δέκα (10) εργάσιμων ημερών. 3. Σε περίπτωση που η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπερβαίνει συνολικά τα τρία (3) έτη, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, με συνέπεια τη μετατροπή αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
Αν στο χρονικό διάστημα των τριών (3) ετών ο αριθμός των ανανεώσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας υπερβαίνει τις τρεις (3), τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
Το βάρος της ανταπόδειξης, σε κάθε περίπτωση, φέρει ο εργοδότης. 4. "Διαδοχικές" θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται μεταξύ του ιδίου εργοδότη και του ιδίου εργαζομένου, με τους ιδίους ή παρεμφερείς όρους εργασίας και δεν μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των σαράντα πέντε (45) ημερών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι μη εργάσιμες ημέρες.
Προκειμένου περί ομίλου επιχειρήσεων για την εφαρμογή του προηγουμένου εδαφίου στην έννοια του όρου "ιδίου εργοδότη" περιλαμβάνονται και οι επιχειρήσεις του ομίλου. 5. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σχέσεις εργασίας που συνάπτονται μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος διατάγματος".
Προϋπόθεση όμως για την εφαρμογή της προπαρατεθείσας διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 είναι οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου και υπό τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας να διακρίνονται από συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ τους, δηλαδή, να μη μεσολαβούν πολύμηνα συνήθως χρονικά διαστήματα μεταξύ του χρόνου λήξης της μιας και του χρόνου έναρξης της ισχύος της αμέσως επόμενης (ΑΠ 706/2021, ΑΠ 1269/2018 ΑΠ 788/2017, ΑΠ 1425/2015, ΑΠ 79/2013, ΑΠ 1032/2012). Τοιαύτη περίπτωση συνοχής και χρονικής ενότητας δεν συντρέχει κατά νόμο όταν μεταξύ των εν λόγω συμβάσεων μεσολαβεί διάστημα πολλών μηνών ή ενός έτους. Δεν αποκλείεται όμως η κατά τις περιστάσεις συνδρομή τοιαύτης συνοχής και χρονικής ενότητας, ακόμη και εάν τα ενδιάμεσα κενά χρονικά διαστήματα υπερβαίνουν τις σαράντα πέντε (45) ημέρες που ορίζει η περί τούτου ρύθμιση του άρθρου 5 παρ.4 του Π.Δ/τος 81/2003, οπότε ναι μεν δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής το τεκμήριο του άρθρου 5 παρ.3 του ως άνω διατάγματος για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης και τη μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, πλην όμως δεν εμποδίζεται η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920, εφόσον συντρέχουν οι περί τούτου προϋποθέσεις (σχετ. ΑΠ 1632/2023).
Με το Π.Δ/μα 229/1994 " Γενικός Κανονισμός Προσωπικού Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων (Γ.Κ.Π. - Κ.Τ.Ε.Λ.) " (ΦΕΚ Α 134/23-8-1994), με έναρξη ισχύος από 20-8-1994 και ίσχυε κατά τον χρόνο εργασίας της ενάγουσας από την πρόσληψή της την 8-11-2004 μέχρι 28-2-2006, ορίζεται α) στο άρθρο 1 παρ. 1 ότι ο Κανονισμός αυτός αφορά το πάσης φύσεως Προσωπικό των Κ.Τ.Ε.Λ., αστικών και υπεραστικών και ορίζει τα προσόντα πρόσληψης και τους λόγους απόλυσης, τη σταδιοδρομία και την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού μέχρι την λύση της εργασιακής σχέσης, στο άρθρο 2 παρ. 1 και 5 ότι το κάθε κατηγορίας προσωπικό του Κ.Τ.Ε.Λ. (που λειτουργεί με βάση το Ν.Δ/μα 102/1973) διακρίνεται σε :
α) τακτικό και β) έκτακτο - τακτικό είναι το προσωπικό που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς λειτουργικές ανάγκες του Κ.Τ.Ε.Λ. - έκτακτο προσωπικό είναι εκείνο που προσλαμβάνεται για εκτέλεση ορισμένης έκτακτης και απρόβλεπτης εργασίας (π.χ. εποχιακή ανάγκη λόγω αυξημένης κίνησης, ασθένειας κ.λ.π.), η διάρκεια της οποίας δεν πρέπει να υπερβεί τους έξι (6) μήνες και γ) στο άρθρο 5 παρ. 2 εδ.
ε και στ, ότι το έκτακτο προσωπικό προσλαμβάνεται από το Διοικητικό Συμβούλιο του Κ.Τ.Ε.Λ. χωρίς διαγωνισμό, για την αντιμετώπιση δε εκτάκτων και απροβλέπτων αναγκών, με αιτιολογημένη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Κ.Τ.Ε.Λ., μετά από έγκριση του οικείου Νομάρχη, μπορεί να γίνει ανακατανομή στα καθήκοντα του έκτακτου προσωπικού.
Ειδικότερα, με το άρθρο 5 του ως άνω Π.Δ/τος 229/1994 " Γενικός Κανονισμός Προσωπικού Κ.Τ.Ε.Λ." καθορίζονται οι όροι πρόσληψης και τακτικού και έκτακτου προσωπικού του Κ.Τ.Ε.Λ., ορίζεται ότι η πρόσληψη για την κάλυψη θέσεων τακτικού προσωπικού γίνεται κατόπιν διαγωνισμού, ο οποίος διενεργείται από πενταμελές συμβούλιο που αποτελείται από τον κρατικό αντιπρόσωπο ( που είναι ανώτερος υπάλληλος του Υπουργείου Εργασίας), ως πρόεδρο, από δύο μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Κ.Τ.Ε.Λ.
και από δύο εκπροσώπους των εργαζομένων, ενώ το έκτακτο προσλαμβάνεται από το Διοικητικό Συμβούλιο, χωρίς διαγωνισμό και, περαιτέρω, για επείγουσες περιπτώσεις μπορεί το Διοικητικό Συμβούλιο του Κ.Τ.Ε.Λ. να διενεργήσει απευθείας πρόσληψη, υπό την προϋπόθεση, ότι θα εγκριθεί από τη Γενική Συνέλευση εντός διμήνου (άρθρο 6 παρ. 1 εδαφ τελευταίο του Π.Δ/τος 229/1994).
Σύμφωνα δε με το άρθρο 22 του άνω Π.Δ/τος, πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων της Διοίκησης του Κ.Τ.Ε.Λ. που αντιβαίνουν στον εν λόγω Κανονισμό είναι ακυρώσιμες (άρθρο 9 του Ν.Δ/τος 102/1973), ενώ συνεπάγονται και τις ποινικές κυρώσεις του άρθρου 458 του Π.Κ., για τους παραβάτες των διατάξεων, μεταξύ άλλων, του άρθρου 5 του Π.Δ/τος 229/1994.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έκτακτο προσωπικό των Κ.Τ.Ε.Λ., σε αντίθεση με το τακτικό προσωπικό, προσλαμβάνεται, μετά την τήρηση των ως άνω προϋποθέσεων του άρθρου 5 του Π.Δ/τος 229/1994, για ορισμένο χρόνο, μη δυνάμενο να υπερβεί τους έξι (6) μήνες, ότι η τέτοια, για ορισμένο χρόνο, πρόσληψη δύναται να επαναλαμβάνεται εφόσον υπάρχουν έκτακτες και απρόβλεπτες ανάγκες και ότι δεν επιτρέπεται η πρόσληψη του εκτάκτου τούτου προσωπικού για αόριστο χρόνο, αφού από τις υπόλοιπες διατάξεις του Κανονισμού δεν προβλέπεται ούτε κατ' εξαίρεση η πρόσληψη εκτάκτων υπαλλήλων με σύμβαση εργασίας αόριστης διάρκειας.(ΑΠ 524/2016).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. α' του π.δ 246/2006 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού των Κ.Τ.Ε.Λ. ΑΕ και των ΚΤΕΛ του Ν. 2963/2001" (ΦΕΚ Α 261/29-11-2006), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ. 1 του Ν. 2963/2001 "Οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων επιβατικών μεταφορών, με λεωφορεία, τεχνικός έλεγχος οχημάτων και ασφάλεια χερσαίων μεταφορών και άλλες διατάξεις και του οποίου η ισχύς άρχισε από 1.1.2007 (άρθρο 39 αυτού), και ίσχυε κατά τον χρόνο εργασίας της ενάγουσας από 28-9-2007 και μετά, ορίζεται ότι ο εν λόγω Κανονισμός εφαρμόζεται σε όλο το προσωπικό (τακτικό και έκτακτο) των ΚΤΕΛ ΑΕ και των Κ.Τ.Ε.Λ., ενώ με τη διάταξη του άρθρου 3 αυτού το προσωπικό των ΚΤΕΛ διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο και τακτικό μεν είναι το προσωπικό που κατέχει οργανικές θέσεις και εξυπηρετεί διαρκείς και πάγιες ανάγκες και συνδέεται με το ΚΤΕΛ με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, έκτακτο δε είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται για εκτέλεση εποχικής ή έκτακτης εργασίας, η διάρκεια της οποίας δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες και συνδέεται με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου.
Με τα άρθρα 5 και 6 του ίδιου ΠΔ/τος ορίζονται τα προσόντα πρόσληψης του τακτικού ή έκτακτου προσωπικού, καθώς και η διαδικασία προσλήψεων του προσωπικού αυτού, οι οποίες (προσλήψεις) διενεργούνται με αποφάσεις του ΔΣ εκάστου ΚΤΕΛ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κανονισμό αυτόν. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έκτακτο προσωπικό των Κ.Τ.Ε.Λ., σε αντίθεση με το τακτικό προσωπικό, προσλαμβάνεται, μετά την τήρηση των ως άνω προϋποθέσεων του άρθρου 3 του Π.Δ/τος 246/2006, για ορισμένο χρόνο, μη δυνάμενο να υπερβεί τους οκτώ (8) μήνες, ότι η τέτοια, για ορισμένο χρόνο, πρόσληψη δύναται να επαναλαμβάνεται εφόσον υπάρχουν έκτακτες και απρόβλεπτες ανάγκες και ότι δεν επιτρέπεται η πρόσληψη του εκτάκτου τούτου προσωπικού για αόριστο χρόνο, αφού από τις υπόλοιπες διατάξεις του Κανονισμού δεν προβλέπεται ούτε κατ' εξαίρεση η πρόσληψη εκτάκτων υπαλλήλων με σύμβαση εργασίας αόριστης διάρκειας (ΑΠ 1632/2023).
Όμως οι διατάξεις αυτές του ΠΔ 229/1994 και του ΠΔ 246/2006 δεν εμποδίζουν τον, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 3 του Νόμου 2112/1920 και άρθρο 5 παρ. 3 του Π.Δ/τος 81/2003, χαρακτηρισμό της σύμβασης, ως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν από την αποδεικτική διαδικασία προκύπτει πράγματι ότι τα μέρη απέβλεψαν, στην ουσία, στην κατάρτιση μιας τέτοιας σύμβασης, ο δε μισθωτός εξυπηρετούσε, στην πραγματικότητα, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη.
Εξάλλου, τα Κοινά Ταμεία, Εισπράξεων Λεωφορείων (Κ.Τ.Ε.Λ.) αποτελούν Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου και ήδη, μετά την ισχύ του Νόμου 2963/2001, ανώνυμες εταιρίες, επί των οποίων έχουν εφαρμογή οι γενικές, περί Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου, διατάξεις και, συνεπώς και αυτές του Π.Δ/τος 81/2003 (ΑΠ 1632/2023, ΑΠ 1470/2018, ΑΠ 524/2016, ΑΠ 883/2014).
Με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του Π.Δ/τος 229/1994, ορίζεται ότι : "Κανείς δεν μπορεί να προσληφθεί ως τακτικός ή έκτακτος υπάλληλος του ΚΤΕΛ, εφόσον δεν έχει τα παρακάτω γενικά και ειδικά, ανάλογα με την περίπτωση, προσόντα", ειδικότερα δε για τους προσλαμβανόμενους οδηγούς και όλο το προσωπικό κίνησης ορίζεται στο αυτό άρθρο (3 παρ. 1 περ.
δ) ότι "Ειδικά για τους οδηγούς αλλά και όλο το Προσωπικό Κινήσεως, πρέπει να είναι κατάλληλοι από άποψη υγείας για την εργασία που προορίζονται να εκτελέσουν. Η σχετική καταλληλότητα, καθ' όλη τη διάρκεια που υφίσταται η σύμβαση εργασίας, πιστοποιείται από ιατρούς που έχουν συμβληθεί με Υπηρεσίες του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών ή από ιατρούς του ΙΚΑ, σύμφωνα με τα ισχύοντα, κατά περίπτωση.
Τα πιστοποιητικά ισχύουν για δώδεκα (12) μήνες από της εκδόσεώς των". Οι διατάξεις του Κανονισμού αυτού ίσχυαν από 20-08-1994 και μέχρι την αντικατάστασή τους από το Π.Δ. 246/2006 και έχουν εφαρμογή και μετά τη μετατροπή των ΚΤΕΛ σε Ανώνυμες Εταιρείες, οι οποίες υποκαθιστούν αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διατύπωση τα ΚΤΕΛ σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους (άρθρα 1, 2, 3 παρ. 1, 6 και 10 του Ν 2963/2001).
Περαιτέρω, στο άρθρο 5 παρ. 2 περίπτωση β (αα) του ΠΔ 246/2006, η ισχύς του οποίου άρχισε την 1-1-2007 και το οποίο εκδόθηκε μετά την ισχύ του ως άνω νόμου 2963/2001, ορίσθηκε ότι το προσωπικό κίνησης (όπως οδηγοί, σταθμάρχες, ελεγκτές, εισπράκτορες) πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις υγείας για τη θέση που προορίζεται, προσκομίζοντας κατά την πρόσληψή του το κατά περίπτωση αναγκαίο ιατρικό πιστοποιητικό, το οποίο θα πρέπει να έχει εκδοθεί το πολύ έξι (6) μήνες πριν από την υποβολή του.
Αργότερα, με το άρθρο 50 του ν. 4199/2013 (ΦΕΚ Α 2016), αντικαταστάθηκε η ως άνω διάταξη και προστέθηκε στην περ. β` (αα), εδάφιο β` στο οποίο ορίζεται ότι "το ιατρικό πιστοποιητικό προσκομίζεται κατά την πρόσληψη ή και μεταγενέστερα κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης, το αργότερο πάντως εντός είκοσι (20) ημερών από τότε που το ΚΤΕΛ ή ΚΤΕΛ ΑΕ ή οι εταιρίες του άρθρου 29 του ν. 588/1977, εγγράφως και με απόδειξη παραλαβής, κάλεσαν τον εργαζόμενο να εκπληρώσει τη σχετική υποχρέωση".
Τέλος, με το άρθρο 38 παρ.1 του ν. 4530/2018 (ΦΕΚ Α 59) προστέθηκε εδάφιο σύμφωνα με το οποίο "η προϋπόθεση της προηγούμενης κλήτευσης του εργαζόμενου από τον εργοδότη για την υποβολή πιστοποιητικού υγείας ισχύει ανεξάρτητα από το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης εργασίας". Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι για την πρόσληψη [μεταξύ άλλων ειδικοτήτων στο προσωπικό κίνησης και εισπράκτορα] σε ΚΤΕΛ απαιτείται, πέραν των λοιπών προϋποθέσεων, αυτός να είναι κατάλληλος από άποψη υγείας για τη θέση που προορίζεται.
Η καταλληλότητα αποδεικνύεται με το να προσκομίσει σχετικό πιστοποιητικό κατά την πρόσληψή του ή και μεταγενέστερα κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας. Όταν δε ο εργαζόμενος, που έχει παραλείψει την υποβολή του πιστοποιητικού υγείας, κληθεί από την εργοδότρια εταιρία εγγράφως και με απόδειξη παραλαβής της πρόσκλησης να το προσκομίσει, τότε υποχρεούται το αργότερο εντός είκοσι ημερών από την κλήτευση να εκπληρώσει την ως άνω υποχρέωση, άσχετα προς το χρόνο κατά τον οποίο είχε καταρτισθεί η σύμβαση.
Με τη ρύθμιση αυτή (άρθρο 50 του ν. 4199/2013) εισάγεται προθεσμία εντός της οποίας, το αργότερο, ο εργαζόμενος οφείλει να εκπληρώσει την υποχρέωσή του όταν κληθεί από την εργοδότρια επιχείρηση, ώστε να τακτοποιηθεί εντός αυτής η εκκρεμότητα από τη μη υποβολή του πιστοποιητικού. Η διάταξη, όμως, δεν έχει την έννοια της σιωπηρής τροποποίησης του Κανονισμού, με απαλλαγή του μισθωτού από την υποχρέωση προσκόμισης του σχετικού πιστοποιητικού, αν δεν κλητευθεί, καθόσον μια τέτοια ερμηνεία θα κατέληγε σε έμμεση κατάργηση της σχετικής υποχρέωσης του προσωπικού κίνησης των ΚΤΕΛ, που έχει θεσπιστεί για λόγους δημοσίου συμφέροντος (ΑΠ 1470/2018, ΑΠ 1452/2018).
Οι διατάξεις αυτές είναι δημόσιας τάξης, με την έννοια ότι η εφαρμογή τους δεν επιτρέπεται να αποκλεισθεί με την ιδιωτική βούληση (ΑΚ 3). Εάν δεν προσκομισθεί τέτοιο πιστοποιητικό κατά την πρόσληψη ή κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης υπαλλήλου ΚΤΕΛ που συγκαταλέγεται στο προσωπικό κίνησης, η σύμβαση εργασίας, ως αντικείμενη στις πιο πάνω διατάξεις, είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε κατά τα άρθρα 3, 174, 180 του ΑΚ. (ΑΠ 1470/2018, ΑΠ 1452/2018, ΑΠ 524/2015).
Όταν η σύμβαση εργασίας είναι άκυρη, ο εργοδότης που δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού δεν περιέρχεται σε υπερημερία και, κατά συνέπεια, ούτε υποχρέωση πραγματικής απασχόλησης αυτού έχει ούτε αποδοχές υπερημερίας οφείλει (ΑΚ 656, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 61 του ν. 4139/2013) [ΑΠ 1336/2018, ΑΠ 1452/2018, ΑΠ 1470/2018].
Οφείλει, όμως, λόγω της ύπαρξης απλής σχέσης εργασίας, επιδόματα εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας, τις προσαυξήσεις για απασχόληση τις Κυριακές και τη νύχτα κλπ, καθώς και την αποζημίωση απόλυσης του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 (ΟλΑΠ 192/1962, ΑΠ 1336/2018, ΑΠ 1452/2018, ΑΠ 1401/2011, ΑΠ 1667/2010). Η υποβολή πιστοποιητικού υγείας κατά την πρόσληψη υπαλλήλου ΚΤΕΛ, που υπέχει τέτοια υποχρέωση ή και μεταγενέστερα, δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής, µε την οποία αυτός προβάλλει αξιώσεις που προϋποθέτουν έγκυρη σύμβαση.
Ο εναγόμενος εργοδότης οφείλει να επικαλεσθεί, κατ` ένσταση, την έλλειψη του πιστοποιητικού υγείας και την εντεύθεν ακυρότητα της σύμβασης (ΑΠ 1368/2021, ΑΠ 1336/2018, ΑΠ 1452/2018, ΑΠ 1470/2018, ΑΠ 439/2010). Τέλος, κατά το άρθρο 183 παρ. 1 του ΑΚ, επικύρωση άκυρης δικαιοπραξίας ισχύει σαν νέα κατάρτισή της, δηλ. αποτελεί νέα δικαιοπραξία, για την οποία απαιτείται η συνδρομή όλων των όρων της εξ υπαρχής κατάρτισής της, ενώ κατά τον ερμηνευτικό κανόνα της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, αν οι συμβαλλόμενοι επικύρωσαν άκυρη σύμβαση, σε περίπτωση αμφιβολίας δημιουργείται αμοιβαία μεταξύ τους υποχρέωση για κάθε παροχή που θα όφειλαν, αν η σύμβαση ήταν έγκυρη από την αρχή, δηλ.
η επικύρωση άκυρης ενοχικής σύμβασης έχει σε περίπτωση αμφιβολίας αναδρομικά αποτελέσματα. Κατά τις διατάξεις αυτές απαιτείται, συνεπώς, για την επικύρωση άκυρης σύμβασης νέα σύμπτωση των δηλώσεων βούλησης των μερών, τα οποία, όπως είναι αυτονόητο εκ της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι ελεύθερα να στέρξουν στην επικύρωση ή να την αποκρούσουν.
Η για την επικύρωση δήλωση βούλησης των μερών μπορεί να είναι είτε ρητή είτε σιωπηρή, στηριζόμενη σε συγκεκριμένα πραγματικά γεγονότα που εμφαίνουν αντίστοιχη βούληση. Τέτοια σιωπηρή επικύρωση της άκυρης σύμβασης εργασίας του μισθωτού εμφαίνει η συνέχιση της αποδοχής, όπως και προηγουμένως, των υπηρεσιών του από τον εργοδότη, τελούντα εν γνώσει της απόκτησης μεταγενεστέρως του απαιτούμενου πιστοποιητικού υγείας (ΑΠ 1368/2021, ΑΠ 1043/2018, ΑΠ 60/2012, ΑΠ 493/2011).
Ο ισχυρισμός περί επικύρωσης της σύμβασης αποτελεί αντένσταση του εργαζομένου στην ένσταση του εργοδότη περί ακυρότητας της σύμβασης εργασίας λόγω έλλειψης του πιστοποιητικού υγείας (ΑΠ 447/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 153/2022, ΑΠ 322/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 573/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του KΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 3-12-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 113475/2987/4-12-2018 αγωγή της, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, είχε εκθέσει ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου το Νοέμβριο του έτους 2004, προκειμένου να παράσχει την εργασία της ως εισπράκτορας επί των λεωφορείων της γραμμής "Αθήνα-Ραφήνα", αντί μηνιαίου μισθού 644,49 ευρώ.
Ότι μετά τη λήξη της σύμβασης αυτής συνέχισε να παρέχει την εργασία της στην εναγόμενη, με την ίδια ως άνω ειδικότητα, δυνάμει αλληλοδιαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου για το χρονικό διάστημα από τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2004 έως 5-9-2018. Ότι εργαζόταν καθημερινά (από Δευτέρα έως Κυριακή) υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης (επί οκτάωρο), άλλοτε στην πρωινή και άλλοτε στην απογευματινή βάρδια.
Ότι αν και οι ανωτέρω συμβάσεις είχαν χαρακτηριστεί ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, στην πραγματικότητα υπέκρυπταν μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, διότι παρείχε την εργασία της, όχι για την κάλυψη εποχικών ή περιοδικών αναγκών, αλλά για την εξυπηρέτηση πάγιων και διαρκών αναγκών της εναγόμενης, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, ενώ, το ορισμένο της διάρκειας των συμβάσεων της δεν δικαιολογείται από το είδος της εργασίας που παρείχε σε σχέση με τις εν γένει λειτουργίες των ΚΤΕΛ.
Ότι παρόλα αυτά η εναγόμενη, μετά τη λήξη της τελευταίας σύμβασης, έπαυσε να δέχεται τις υπηρεσίες της, εάν δε ήθελε κριθεί ότι η ως άνω άρνηση συνιστά σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, ακύρως την απέλυσε, καθόσον δεν έλαβε χώρα έγγραφη καταγγελία, ούτε και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης.
Ότι, επομένως, η άρνηση της εναγόμενης να αποδεχθεί τις υπηρεσίες της την καθιστά υπερήμερη ως εργοδότη και ότι για τον λόγο αυτόν της οφείλει μισθούς υπερημερίας. Ότι άλλως και στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η λύση της σύμβασης εργασίας της έλαβε χώρα εγκύρως, αυτή (ενάγουσα) δικαιούται τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης.
Ότι περαιτέρω η άκυρη απόλυσή της επέφερε σ' αυτήν ηθική και επαγγελματική μείωση καθώς στερήθηκε την εργασία της και των αναγκαίων πόρων διαβίωσής της και ως εκ τούτου προκλήθηκε σ' αυτήν ηθική βλάβη, επαγγελματική αβεβαιότητα και καταδίκη της σε κοινωνική και ηθική απαξία. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε :
α) Να αναγνωριστεί ότι συνδέεται με την εναγόμενη με μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, β) Να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της αορίστου χρόνου για τον ανωτέρω λόγο, γ) Να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της, με την ως άνω ειδικότητά της, δ) Να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλλει τις αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την άκυρη απόλυσή της έως και τον μήνα Μάρτιο 2019 (πιθανός χρόνος άσκησης της αγωγής), που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 4.593,20 ευρώ (ήτοι 6 μήνες X 671,51 ευρώ καθαρές+564,14 ευρώ υπόλοιπο Σεπτεμβρίου), ε) Άλλως και όλως επικουρικώς να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, που ανέρχεται στο ποσό των 9.326,57 ευρώ, στ) Να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης, το ποσό των 2.000,00 ευρώ, ζ) Να κηρυχθεί η απόφασή του προσωρινά εκτελεστή και τέλος η) Να καταδικαστεί η εναγόμενη στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων.
Επί της αγωγής αυτής το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την με αριθμό 1046/2020 οριστική απόφασή του, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία αφού έκρινε ότι η ενάγουσα ναι μεν προβάλλει αναγνωριστικά αιτήματα, ζητεί εντούτοις να της καταβληθούν ποσά σε σύνολο κατώτερα των 20.000 ευρώ, και ότι ως εκ τούτου η καταψηφιστικού χαρακτήρα αγωγή, που παραδεκτά σωρεύεται με την αναγνωριστική, δεν υπάγεται στην υλική αρμοδιότητά του αλλά στην υλική αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου, κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλη και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 1-12-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 90278/7241/15-12-2020 έφεσης από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την οποία παραπονέθηκε για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ως προς την καθ' ύλη αρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ζητώντας να γίνει δεκτή αυτή και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, με σκοπό να γίνει δεκτή στο σύνολό της η ένδικη αγωγή της, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 2126/27-4-2022 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ` ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε και δίκασε την ένδικη αγωγή την οποία απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία.
Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του KΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχθηκε ως προς τον χαρακτήρα και την εγκυρότητα των επικαλουμένων από την ενάγουσα ένδικων διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, τα ακόλουθα: " Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρία (ήδη αναιρεσίβλητη) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας φερόμενη ως ορισμένου χρόνου διάρκειας από 8-11-2004 έως 7-5-2005 προκειμένου να εργασθεί ως εισπράκτορας, αντί μηνιαίου μισθού ύψους 644,69 ευρώ.
Μετά τη λήξη της οι διάδικοι συνήψαν τις ακόλουθες συμβάσεις εργασίας επίσης φερόμενες ως ορισμένου χρόνου, ήτοι: 1) Την από 2.9.2005 έως 28.2.2006, 2) την από 28.9.2007 έως 31.3.2008, 3) την από 16.5.2008 έως 15.12.2008, 4) την από 2.2.2009 έως 1.8.2009, 5) την από 23.9.2009 έως 22.3.2010, 6) την από 24.5.2010 έως 23.11.2010, 7) την από 24.1.2011 έως 23.7.2011, 8) την από 1.10.2011 έως 31.5.2012, 9) την από 8.7.2012 έως 31.12.2012, 10) την από 27.4.2013 έως 30.11.2013, 11) την από 8.2.2014 έως 7.8.2014, 12) την από 8.8.2014 έως 7.10.2014, 13) την από 22.9.2014 έως 21.5.2015, 14) την από 8.9.2015 έως 7.5.2016, 15) την από 13.7.2016 έως 12.1.2017, 16) την από 13.1.2017 έως 12.3.2017, 17) την από 13.3.2017 έως 10.6.2017 και τέλος 18) την από 14.9.2017 έως 5.9.2018.
Τα καθήκοντα της ενάγουσας ήταν να φροντίζει για την κανονική και τακτική είσοδο των επιβατών στο λεωφορείο, και την τήρηση της τάξης μέσα σ' αυτό, να απαγγέλει ανελλιπώς τις στάσεις των λεωφορείων, να δίνει έγκαιρα στον οδηγό τα ανάλογα για την κίνηση σήματα, να εκδίδει και να χορηγεί τα κανονικά εισιτήρια σε όσους δεν έχουν εισιτήρια, κλπ., να ελέγχει τις κάρτες, τα δελτία ελεύθερης κυκλοφορίας ή μειωμένης τιμής κομίστρου, κλπ.
Καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής της η ενάγουσα εργαζόταν καθημερινά από Δευτέρα έως Παρασκευή αλλά και κατά τις ημέρες των Σαββάτων και των Κυριακών επί οκτώ (8) ώρες ημερησίως, άλλοτε στην πρωινή και άλλοτε στην απογευματινή βάρδια, ανάλογα με τις εντολές που ελάμβανε από τα αρμόδια όργανα της εναγόμενης.
Η τελευταία δε σύμβαση εργασίας της ενάγουσας έληξε την 5.9.2018 και την επόμενη ημέρα, ήτοι την 6.9.2018, η εναγόμενη ανήγγειλε στο πληροφοριακό σύστημα ΕΡΓΑΝΗ τη λύση της σύμβασης αυτής. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι λόγω της φύσης της εναγόμενης και του αντικειμένου δραστηριότητάς της, ήτοι την παροχή υπηρεσιών μεταφοράς επιβατών και την εκτέλεση εν γένει συγκοινωνιακού έργου, οι ανάγκες για πρόσληψη έκτακτου προσωπικού αυξομειώνονταν ανάλογα με την κίνηση του επιβατικού κοινού.
Για τον λόγο αυτόν τις περιόδους που υπήρχε αυξημένη κίνηση επιβατών και κατ' επέκταση αύξηση των εκτελούμενων δρομολογίων και βαρδιών, η εναγόμενη προέβαινε στην πρόσληψη έκτακτου προσωπικού, με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ώστε να καλυφθούν οι έκτακτες ανάγκες, να υποβοηθηθεί το τακτικό προσωπικό καθώς και να αναπληρωθεί το προσωπικό στο οποίο χορηγούνταν άδεια.
Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι η ενάγουσα εκτελούσε χρέη εισπράκτορα σε δρομολόγια του οδικού άξονα "Ραφήνα- Νέα Μάκρη-Μαραθώνας". Για την εκτέλεση των εν λόγω δρομολογίων υφίστανται πάντα τακτικοί εισπράκτορες, όπως ενδεικτικά οι Β. Σ., Φ. Κ., Σ. Ι. και Μ. Σ. Με βάση τα παραπάνω και κατ' εφαρμογή των όσων έχουν λεχθεί στη με στοιχείο (II) μείζονα σκέψη της παρούσας, η διαγραφόμενη μεταξύ των διαδίκων σχέση είναι αυτή της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από την κατάθεση του μάρτυρα Σ. Α., που περιέχεται στην ως άνω με αριθμό ....2019 ένορκη βεβαίωση, η οποία κρίνεται πειστική. Και τούτο, διότι ο εν λόγω μάρτυρας ετύγχανε από το έτος 1984 διοικητικός υπάλληλος-προϊστάμενος στο τμήμα μισθοδοσίας και επομένως τα όσα κατέθεσε περί των συνθηκών λειτουργίας της εναγόμενης αλλά και ειδικότερα περί των όρων απασχόλησης του προσωπικού της και επομένως και της ενάγουσας, προέρχονται από ιδίαν αντίληψη.
Η κατάθεση δε αυτή ουδόλως αναιρείται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, διότι αυτή είναι αοριστόλογη, σε κάθε δε περίπτωση, δεν κρίνεται πειστική, καθόσον, τα όσα ο ίδιος κατέθεσε, δεν προέρχονται από ιδίαν αντίληψη, αλλά από πληροφορίες της ίδιας της ενάγουσας.
Πέραν τούτων, οι ένδικες συμβάσεις δεν ήταν διαδοχικές, καθόσον μεσολαβούσε μεταξύ των χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 45 ημερών, σύμφωνα με το άρθρο 5 του ΠΔ 81/2003. Ως εκ τούτου δεν δύναται να τύχει εφαρμογής το τεκμήριο της παρ. 3 του άρθρου 5 του ΠΔ 81/2003 περί κάλυψης πάγιων και διαρκών αναγκών. Επομένως, η σύναψη των επίδικων συμβάσεων ως ορισμένου χρόνου, δικαιολογούνταν από αντικειμενικούς λόγους, ήτοι από τη φύση της παρεχόμενης από την ενάγουσα εργασίας και τον εποχιακό χαρακτήρα αυτής και δεν συνήφθησαν με σκοπό να καταστρατηγηθούν τα δικαιώματα της ενάγουσας που απορρέουν από την εργατική νομοθεσία, ιδίως δε τα σχετικά με την καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως του Νόμου 2112/1920, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη με στοιχείο (III) νομική σκέψη της παρούσας.
Συνακόλουθα, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 του ΑΚ, οι συμβάσεις αυτές ως ορισμένου χρόνου έπαυσαν αυτοδικαίως να ισχύουν με τη λήξη του χρόνου, για τον οποίο συνομολογήθηκαν, χωρίς να χρειάζεται να λάβει χώρα καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης εκ μέρους της εναγόμενης, η δε τελευταία, που δεν αποδέχεται έκτοτε ήτοι μετά τη λήξη της τελευταίας σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου τις υπηρεσίες της ενάγουσας, δεν περιήλθε σε υπερημερία και ως εκ τούτου δεν οφείλει αποδοχές υπερημερίας.
Επιπροσθέτως, ως προς εγκυρότητα των επίδικων ως άνω συμβάσεων εργασίας της ενάγουσας αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα, καθ' όλο το χρονικό διάστημα, που παρείχε την εργασία της στην εναγόμενη, δεν κατείχε το προβλεπόμενο ιατρικό πιστοποιητικό υγείας, το οποίο, κατά τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω με στοιχείο (V) μείζονα σκέψη της παρούσας, αποτελούσε αναγκαίο στοιχείο για την εγκυρότητα των ανωτέρω συμβάσεων.
Επομένως, οι επίδικες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, θεωρείται σύμφωνα με το άρθρο 180 του ΑΚ, ότι δεν καταρτίστηκαν ποτέ.
Συνεπώς, και για τον λόγο αυτόν η εναγόμενη, μη αποδεχόμενη τις υπηρεσίες της ενάγουσας δεν καθίσταται υπερήμερη, και δεν υποχρεούται στην καταβολή αποδοχών υπερημερίας, ούτε στη συνέχιση της σχέσης εργασίας, αφού αυτή ως μη αναγνωριζόμενη από τον νόμο δεν μπορεί να εξακολουθήσει χωρίς τη θέληση του εργοδότη (........). Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι δεν είχε δημιουργηθεί η υποχρέωση αυτή (απόκτησης πιστοποιητικού υγείας), καθώς δεν είχε κληθεί προς τούτο εκ μέρους των αρμοδίων οργάνων της εναγόμενης, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν επίσης στη με στοιχείο (V) μείζονα σκέψη της παρούσας, τυγχάνει μη νόμιμος. Και τούτο, διότι κατά την αληθή έννοια αυτών η πιστοποίηση της καλής υγείας παντός εργαζόμενου στα ΚΤΕΛ, ο οποίος, λόγω του αντικειμένου της εργασίας του, έρχεται σε συγχρωτισμό με το επιβατικό κοινό, αποτελεί αμοιβαία, δημόσιας τάξεως υποχρέωση τόσο του εργοδότη όσο και του εργαζόμενου, η τήρηση της οποίας δεν επιτρέπεται να ματαιωθεί, από την ιδιωτική βούληση χωρίς να επιφέρει ως κύρωση την ακυρότητα της σχετικής σύμβασης.
Εξάλλου, ο αυτοτελής ισχυρισμός (αντένσταση) περί επικύρωσης των ακύρων ως άνω συμβάσεων, που προβάλλει η ενάγουσα, διότι προέβη στην έκδοση τέτοιου πιστοποιητικού, και ότι περαιτέρω η εναγομένη είχε λάβει γνώση της εκ των υστέρων απόκτησης του εν λόγω ιατρικού πιστοποιητικού, είναι μεν νόμιμος, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη με στοιχείο (Vί) μείζονα σκέψη της παρούσας, ωστόσο δεν αποδείχθηκε.
Συνεπώς, κρίνεται ουσία αβάσιμος. Κατόπιν τούτων, και για όλους τους ανωτέρω λόγους πρέπει η ένδικη αγωγή να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 και 672 του ΑΚ, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, ως προς τον ορθό χαρακτηρισμό της συνδέουσας την ενάγουσα-αναιρεσείουσα σύμβασης εργασίας με την εναγομένη-αναιρεσίβλητη. Συγκεκριμένα η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δέχεται ότι α) η ενάγουσα-αναιρεσείουσα είχε προσληφθεί από την εναγομένη-αναιρεσίβλητη για να εργαστεί ως εισπράκτορας των επιβατικών λεωφορείων της στη γραμμή "Ραφήνα-Νέα Μάκρη-Μαραθώνας" με βάση τις επικαλούμενες επί μέρους συμβάσεις εξαρτημένες εργασίας ορισμένου χρόνου και υπό τους σ' αυτές αναφερόμενους όρους κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2004 έως την 5-9-2018 που έληξε η τελευταία εξ αυτών, β) μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβούσε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 45 ημερών και συνεπώς δεν ήταν διαδοχικές και δεν έχει εφαρμογή το τεκμήριο του άρθρου 5 παρ. 3 του ΠΔ 81/2003 περί κάλυψης πάγιων και διαρκών αναγκών της εναγομένης, γ) η σύναψη των επίδικων συμβάσεων ως ορισμένου χρόνου δικαιολογούνταν από αντικειμενικούς λόγους και συγκεκριμένα από τη φύση και το είδος της παρεχόμενης εργασίας ως εποχιακού χαρακτήρα και συνεπώς δεν συνήφθησαν με σκοπό να καταστρατηγηθούν τα δικαιώματα της ενάγουσας που προβλέπονται από την εργατική νομοθεσία, ιδίως σχετικά με την καταγγελία της αορίστου χρόνου σύμβασης του ν. 2112/1920, με αποτέλεσμα να μην θεωρείται ότι καταρτίστηκε μια ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, δ) οι συμβάσεις αυτές ως ορισμένου χρόνου έπαυσαν αυτοδικαίως να ισχύουν με τη λήξη του χρόνου για τον οποίο συνομολογήθηκαν και συνεπώς δεν ήταν απαραίτητο να λάβει χώρα καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, με αποτέλεσμα η εναγομένη που δεν αποδέχεται από την 6-9-2018 τις υπηρεσίες της ενάγουσας, δεν περιήλθε σε υπερημερία και δεν οφείλει αποδοχές υπερημερίας, ε) οι συμβάσεις αυτές είναι άκυρες, καθόσον η ενάγουσα καθ' όλο το χρονικό διάστημα παροχής της εργασίας της δεν κατείχε το προβλεπόμενο και απαραίτητο για την εγκυρότητά τους, ιατρικό πιστοποιητικό υγείας, δεν διευκρινίζει, ως προς την παραδοχή αυτής ότι με τις επικαλούμενες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, [πλην των δυο πρώτων εξ αυτών, που διήρκεσαν αντιστοίχως από 8-11-2004 έως 7-5-2005 και από 2-9-2005 έως 28-2-2006, καθότι από τη λήξη της τελευταίας σύμβασης στις 28-2-2006 μέχρι την έναρξη της επομένης- τρίτης- στις 28-9-2007 μεσολάβησε διάστημα δεκαεννέα μηνών με συνέπεια να διακόπτεται η ενότητα και συνοχή με τις επόμενες συμβάσεις εργασίας], η ενάγουσα κατά την παροχή της εργασίας της κάλυπτε έκτακτες και εποχιακού χαρακτήρα ανάγκες της εναγομένης, και όχι πάγιες και διαρκείς, σε τι συνίστανται οι διαφορετικές έκτακτες και εποχιακές ανάγκες της εναγομένης σε συνάρτηση με τα επί μέρους χρονικά διαστήματα που η ενάγουσα είχε απασχοληθεί.
Η ανεπάρκεια δε αυτή καθίσταται εντονότερη ενόψει του ότι μετά την 28-9-2007 τα μεσολαβούντα κενά διαστήματα μεταξύ των πιο πάνω συμβάσεων ορισμένης διάρκειας ήταν μικρά, τα δε χρονικά διαστήματα απασχόλησης της ενάγουσας, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, εκτείνονταν καθ' όλη σχεδόν τη διάρκεια του κάθε αναφερόμενου έτους και σε διαφορετικές κάθε φορά εποχές αυτού.
Σε σχέση δε με τα ανωτέρω, δεν διευκρινίζεται επίσης, ενόψει της προβλεπόμενης, από τον διέποντα την εναγομένη Κανονισμό Προσωπικού, μέγιστης διάρκειας 8 μηνών των συναπτόμενων με το προσωπικό της συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, ο λόγος της σύναψης των αναφερομένων επί μέρους συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες, ειδικότερα κατά τη διάρκεια των περιόδων από 8-2-2014 έως 21-5-2015, από 13-7-2016 έως 10-6-2017 και από 14-9-2017 έως 5-9-2018 αθροιζόμενες κατά το προβλεπόμενο με αυτές χρονικό διάστημα, κάλυπταν πράγματι, χωρίς κενά μεταξύ τους, ολόκληρο το διανυόμενο έτος στο οποίο αφορούσαν.
Λόγω των ως άνω ανεπαρκών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του ορθού χαρακτηρισμού των επιδίκων διαδοχικών συμβάσεων-πλην των δύο πρώτων συμβάσεων ορισμένου χρόνου διάρκειας από 8-11-2004 έως 7-5-2005 και από 2-9-2005 έως 28-2-2006 αντιστοίχως-, και συγκεκριμένα (ενόψει του ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ΠΔ 81/2003), ως προς το εάν η ενάγουσα-αναιρεσείουσα κατά την απασχόλησή της ως εισπράκτορας επί των επιβατικών λεωφορείων της εναγομένης-αναιρεσίβλητης κάλυπτε έκτακτες και εποχιακού χαρακτήρα ή αντιθέτως πάγιες και διαρκείς λειτουργικές ανάγκες αυτής, με συνέπεια οι επίδικες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, σε περίπτωση ακυρότητας αυτών εξαιτίας της έλλειψης του πιστοποιητικού υγείας, να συνιστούν, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 174, 180, 648 και 672 του ΑΚ, μια ενιαία απλή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, οπότε η ενάγουσα-αναιρεσείουσα να δικαιούται στην επίδικη περίπτωση της από το ν. 3198/1955 προβλεπόμενης αποζημίωσης απόλυσης.
Επομένως ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πράγματι όμως, κατά την νοηματική του απόδοση, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων των άρθρων 183 του ΑΚ και 4 και 5 του ΠΔ 246/2006 με αποτέλεσμα να καταλήξει στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι η σύμβαση εργασίας της ήταν εξ αρχής άκυρη λόγω μη προσκόμισης του ιατρικού πιστοποιητικού και ότι δεν επικυρώθηκε σιωπηρά στη συνέχεια, αν και η ίδια κατείχε καθ' όλο το χρονικό διάστημα της εργασιακής της σύμβασης ενήμερο ιατρικό πιστοποιητικό υγείας και δεν το προσκόμισε καθώς αυτό ουδέποτε ζητήθηκε από την εργοδότριά της, η οποία επίσης ουδέποτε εναντιώθηκε στην παροχή της εργασίας της επί 14 συναπτά έτη, αποδεχόμενη τις υπηρεσίες της και έτσι επήλθε σιωπηρή επικύρωση της αρχικά άκυρης σύμβασης εργασίας της.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές, ως προς το ερευνώμενο ζήτημα της εγκυρότητας των επιδίκων συμβάσεων της ενάγουσας-αναιρεσείουσας, δέχθηκε με την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του ότι: α) η ενάγουσα καθ' όλο το χρονικό διάστημα, που παρείχε την εργασία της στην εναγομένη, δεν κατείχε το προβλεπόμενο ιατρικό πιστοποιητικό υγείας, β) δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα προέβη εκ των υστέρων στην έκδοση ιατρικού πιστοποιητικού και η εναγομένη είχε λάβει γνώση της εκ των υστέρων απόκτησης του εν λόγω πιστοποιητικού.
Απέρριψε δε ως μη νόμιμο και τον ισχυρισμό αυτής, ότι δεν είχε δημιουργηθεί η υποχρέωση απόκτησης πιστοποιητικού υγείας, καθώς δεν είχε κληθεί προς τούτο εκ μέρους των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης, δεχόμενο ότι κατά την αληθή έννοια των δημόσιας τάξης διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1 στοιχ, α του ΠΔ 229/1994 και 5 στοιχ. 2 περ.
β (αα) του ΠΔ 246/2006 (οι οποίες εκτίθενται στη μείζονα σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης) η πιστοποίηση της καλής υγείας παντός εργαζομένου στα ΚΤΕΛ, ο οποίος, λόγω του αντικειμένου της εργασίας του, έρχεται σε συγχρωτισμό με το επιβατικό κοινό, αποτελεί αμοιβαία, δημόσιας τάξης υποχρέωση τόσο του εργοδότη όσο και του εργαζομένου, η τήρηση της οποίας δεν επιτρέπεται να ματαιωθεί από την ιδιωτική βούληση χωρίς να επιφέρει ως κύρωση την ακυρότητα της σχετικής σύμβασης.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δηλαδή, 1) ότι η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας ήταν εξ αρχής άκυρη, στηριζόμενη στην υπό στοιχείο α) παραδοχή και 2) ότι η άκυρη αυτή σύμβαση δεν επικυρώθηκε στη συνέχεια, στηριζόμενη στην υπό στοιχείο β) παραδοχή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 174, 180 και 183 ΑΚ, καθώς και αυτές των άρθρων 3 παρ. 1 στοιχ.
α του ΠΔ 229/1994, 5 στοιχ. 2 περ. β (αα) του ΠΔ 246/2006, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρη και σαφή αιτιολογία, ως προς το ερευνώμενο ως άνω ζήτημα. Δεν ήταν δε υποχρεωμένο να αιτιολογήσει περαιτέρω την κρίση του για την έλλειψη του πιστοποιητικού υγείας καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης της αναιρεσείουσας και συνακόλουθα για τη μη επικύρωση των άκυρων ως άνω συμβάσεων εργασίας από τη συνέχιση της εργασίας της αναιρεσείουσας στην αναιρεσίβλητη μετά τη μεταγενέστερη κτήση του σχετικού πιστοποιητικού περί της οποίας η αναιρεσίβλητη είχε γνώση, καθότι το σχετικό πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται στην αναιρεσιβαλλόμενη με σαφήνεια και πληρότητα.
Συνεπώς οι περί του αντιθέτου προβαλλόμενες με το λόγο αυτό αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμες.
Περαιτέρω το Εφετείο απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι δεν είχε δημιουργηθεί η υποχρέωση απόκτησης πιστοποιητικού υγείας, καθώς δεν είχε κληθεί προς τούτο εκ μέρους των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης, ως μη νόμιμο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 50 του ν. 4199/2013, η δε περί του αντιθέτου αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμη, καθόσον, σύμφωνα και με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ο μισθωτός δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση προσκόμισης του σχετικού πιστοποιητικού, αν δεν κλητευθεί προς τούτο από τον εργοδότη, καθόσον, η αντίθετη περίπτωση, που επικαλείται η αναιρεσείουσα, συνιστά σιωπηρή τροποποίηση του Κανονισμού των ΚΤΕΛ και καταλήγει σε έμμεση κατάργηση της σχετικής υποχρέωσης του προσωπικού κίνησης των ΚΤΕΛ, που όμως έχει θεσπιστεί για λόγους δημοσίου συμφέροντος από τις ως άνω δημόσιας τάξης διατάξεις των ΠΔ 229/1994 και 246/2006, η εφαρμογή των οποίων δεν επιτρέπεται να αποκλειστεί με την ιδιωτική βούληση. Επομένως ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό του είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση γ` του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια ή μη των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών (ΟλΑΠ. 23/2008).
Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι, από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ. 8/2016, ΟλΑΠ. 42/2002, ΑΠ 7/2022).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, εάν προκύπτει από την απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση (ΑΠ 246/2022, ΑΠ 1493/2021).
Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, εάν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει τούτο, εφόσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του KΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 98/2020, ΑΠ 109/2019, Α.Π. 188/2017). Για να ιδρυθεί δηλαδή, ο ανωτέρω λόγος, αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι μάρτυρες και τα έγγραφα), να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ. 2/2008). Ειδικότερα, πρέπει το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (έγγραφο), να αφορά, ως εκ του περιεχομένου του, ισχυρισμό που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, κατά συνέπεια, μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός, μπορεί, κατά την έννοια του άρθρου 335 του KΠολΔ, να καταστεί αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ. 42/2002, ΑΠ 322/2025, ΑΠ 308/2020, Α.Π. 237/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το πρώτο σκέλος του τετάρτου λόγου της αίτηση αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα υπ' αυτής προσκομισθέντα και επικληθέντα έγγραφα και συγκεκριμένα α) τα έντυπα αναγγελίας πρόσληψης της αντιδίκου της προς τον ΟΑΕΔ, β) τις από 12-9-2018 και 18-9-2018 υπεύθυνες δηλώσεις της αντιδίκου του προς τον ΕΦΚΑ για επιδότηση ασθένειάς της κατά το χρονικό διάστημα από 5-9-2018 έως 24-9-2018, γ) την εκτύπωση από την ιστοσελίδα της αντιδίκου του, όπου αναφέρεται ότι απασχολεί 36 μόνιμους εισπράκτορες και 126 έκτακτους και δ) το από 7-8-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό κατάρτισης σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, από τα οποία αποδεικνύεται 1) ο συνεχόμενος χρόνος απασχόλησής της και ότι κατά την παροχή της εργασίας της κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της αναιρεσίβλητης, 2) ότι, αν το Εφετείο είχε λάβει υπόψη το τελευταίο από 7-8-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό κατάρτισης σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, θα είχε καταλήξει στο συμπέρασμα, ως προς την προσκόμιση του πιστοποιητικού υγείας, ότι τα σχετικά έγγραφα που ήταν απαραίτητα για την πρόσληψή της προσκομίστηκαν ευθύς αμέσως με την υπογραφή της σύμβασης, άλλως και σε κάθε περίπτωση ότι προσκομίστηκαν εντός 10 ημερών, καθώς σε αντίθετη περίπτωση δεν θα μπορούσε να μισθοδοτηθεί.
Όμως, ως προς την πρώτη περίπτωση, παρέλκει η έρευνα του λόγου αυτού της αναίρεσης, διότι καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του δευτέρου λόγου της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος, κατά τα ως άνω προεκτεθέντα, έγινε δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσία, οπότε το κατά παραπομπή Δικαστήριο της ουσίας, στα πλαίσια των άρθρων 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 και 581 παρ. 2 του ΚΠολΔ, συνεκτιμώντας μετά των άλλων αποδεικτικών μέσων και τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, θα ερευνήσει τον χαρακτήρα των επικαλουμένων συμβάσεων εργασίας, αν δηλαδή, ενόψει και της ακυρότητας αυτών λόγω μη ύπαρξης του σχετικού πιστοποιητικού υγείας της αναιρεσείουσας, τόσο κατά την πρόσληψή της όσο και στη συνέχεια κατά την παροχή της εργασίας της, πρόκειται για απλή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου.
Ως προς τη δεύτερη περίπτωση, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθότι, από την ρητή διαβεβαίωση του Δικαστηρίου, που περιέχεται στην 24η σελίδα, της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την προσβαλλομένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και από την με αριθμό ...-2019 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Σ.
Α., ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών Μαρίας Κούρτη, που ελήφθη με επιμέλεια της εναγομένης, μετά από εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση της ενάγουσας (βλ. τη με αριθμό ...-2019 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Χ. Δ.), σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς ανεπάρκειες αιτιολογικό της και δη από το όλο περιεχόμενό της, σε σχέση με το ζήτημα, στο οποίο αφορά το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη έγγραφο (το από 7-8-2017 ιδιωτικό συμφωνητικό κατάρτισης σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου), δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μετά των λοιπών αποδείξεων και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό έγγραφο χωρίς να είναι υποχρεωμένο να καθορίσει τη βαρύτητα του αποδεικτικού αυτού μέσου ή την επιρροή του στο αποδεικτέο θέμα και ειδικότερα ως προς τις χωρίς ανεπάρκειες παραδοχές του, ότι η ενάγουσα καθ' όλο το χρονικό διάστημα, που παρείχε την εργασία της στην εναγομένη, δεν κατείχε το προβλεπόμενο ιατρικό πιστοποιητικό υγείας και ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα προέβη εκ των υστέρων στην έκδοση ιατρικού πιστοποιητικού και η εναγομένη είχε λάβει γνώση της εκ των υστέρων απόκτησης του εν λόγω πιστοποιητικού.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από το εν λόγω έγγραφο συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας του μέσου αυτού. Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ. 25/2003, ΟλΑΠ. 3/1997).
Ο, εκ του άνω άρθρου, λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ. 25/2003, ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Α.Π. 14/2022, Α.Π. 667/2018, Α.Π. 76/2016), έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ. 11/1996, ΑΠ 330/2022, ΑΠ 1108/2020, Α.Π. 771/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο σκέλος του τετάρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Μονομελές Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον αγωγικό της ισχυρισμό ότι η επίδικη σύμβαση εργασίας της εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της επιχείρησης της εναγομένης.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπ' όψη του τον εν λόγω ισχυρισμό και τον απέρριψε, αφού δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα κατά την απασχόλησή της στην επιχείρηση της εναγομένης κάλυπτε έκτακτες και εποχιακές ανάγκες της και όχι πάγιες και διαρκείς, όπως αντίθετα ισχυρίστηκε η αναιρεσείουσα με την αγωγή της.
Κατά το άρθρο 559 αριθμός 9 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" που αφέθηκε αδίκαστη νοείται όχι οποιαδήποτε αίτηση, υποβληθείσα από τους διαδίκους, κατά τη διαδρομή της δίκης, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΑΠ 987/2022, ΑΠ 1137/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 17/2017, ΑΠ 1088/2014).
Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση (ΑΠ 28/2024, ΑΠ 200/2023, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 1294/2018, ΑΠ 54/2017). Η παράλειψη του εφετείου να ερευνήσει βάση της αγωγής, συνιστά την από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια (ΑΠ 200/2023, ΑΠ 427/2020).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το φερόμενο ως αδίκαστο αίτημα (κύριο ή επικουρικό) ήταν δικονομικά απαράδεκτο ή αλυσιτελές ή μη νόμιμο (ΑΠ 344/2020, ΑΠ 615/2019, ΑΠ 467/2019, ΑΠ 670/2016, ΑΠ 850/2009), περίπτωση η οποία επίσης συντρέχει και όταν το φερόμενο ως αδίκαστο επικουρικό αίτημα, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί της κύριας βάσης της αγωγής, παύει πλέον να ευρίσκει έρεισμα στο νόμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 9 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, αν και απέρριψε το κύριο αίτημα της αγωγής της περί επιδίκασης μισθών υπερημερίας, δεν ερεύνησε το επικουρικά σωρευόμενο αίτημά της περί επιδίκασης αποζημίωσης απόλυσης σε περίπτωση απόρριψης του κυρίου αιτήματος.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις ως άνω εκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, απέρριψε την ένδικη αγωγή της ενάγουσας-αναιρεσείουσας ως αβάσιμη κατ' ουσία, δεχόμενο ότι οι υπ' αυτής επικαλούμενες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ήταν ορισμένου χρόνου και έπαυσαν αυτοδικαίως να ισχύουν με τη λήξη του χρόνου για τον οποίο συνομολογήθηκαν, χωρίς να απαιτείται καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης απόλυσης εκ μέρους της εναγομένης-αναιρεσίβλητης.
Επομένως το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να ερευνήσει την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής. Κατ' ακολουθία το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν ερεύνησε την ανωτέρω επικουρική βάση της αγωγής, δεν άφησε αδίκαστη αίτηση και, συνεπώς, ο περί του αντιθέτου πέμπτος, από τον αριθμό 9 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
Τελείως διάφορο είναι το ζήτημα της έρευνας, μέσα στα όρια που διαγράφονται με την παρούσα (άρθ. 581 παρ.2 του ΚΠολΔ), από το δικαστήριο της παραπομπής, της ασκουμένης επικουρικά με την αγωγή αξίωσης της αναιρεσείουσας για τη λήψη αποζημίωσης απόλυσης για την περίπτωση που ήθελε κριθεί από το εν λόγω δικαστήριο της ουσίας με βάση τις αποδείξεις ότι η αναιρεσείουσα συνδεόταν με την αναιρεσίβλητη με απλή σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 2126/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος της που αφορά τον γενόμενο δεκτό ως βάσιμο δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 2126/27-4-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρεθέν μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα για τη δικαστική της δαπάνη το ποσό των δυο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και των δύο αρχαιότερων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων, η αμέσως αρχαιότερη Αρεοπαγίτης της σύνθεσης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ