1986/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1986/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ'άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 568 § 4 και 576 § 1-3 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται, ότι επί ερημοδικίας στην αναιρετική δίκη, ερευνάται αυτεπάγγελτα, αν ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε αρνητική περίπτωση, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση. Με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, ο οποίος, κατά το άρθρο 104 αυτού, ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή, από την 20η Μαρτίου 2013 (βλ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1986 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1986/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Κ., κατοίκου…, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σπυρίδωνα Μπακρώζη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε." νυν "EUROBANK", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή, 2) Ν. Κ., 3) Δ. Τ. ή Τ., κατοίκων…, 4) Ι. (Γ.) συζύγου Μ. Κ., το γένος Κ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/6/1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2493/2001 μη οριστική και 36/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 652/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά με την από 10/9/2012 αίτησή του ο αναιρεσείων.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 2/10/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε: 1) να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως. Άλλως, αν δηλαδή είναι παραδεκτός να γίνει δεκτή, κατά τις διακρίσεις στο σκεπτικό, 2) Να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως και 3) Να απορριφθεί ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγεται αίτηση για αναίρεση απόφασης δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε υπόθεση αδικοπραξίας, την οποία φέρεται να τέλεσαν σε βάρος του ήδη αναιρεσείοντος, οι προστηθέντες από την πρώτη αναιρεσίβλητη, δεύτερος και τρίτος τούτων, που συνεργάστηκαν με την τέταρτη εξ αυτών, σύζυγο του αναιρεσείοντος.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 573 Κ.Πολ.Δ. στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση .έχουν εφαρμογή, πλην άλλων και οι διατάξεις των άρθρων 286 έως 308 Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 299 Κ.Πολ.Δ., οι διατάξεις των άρθρων 294 έως 298 Κ.Πολ.Δ. εφαρμόζονται και στην ανταγωγή, την κύρια και πρόσθετη παρέμβαση, την προσεπίκληση, την ανακοίνωση, τα ένδικα μέσα, την ανακοπή κατά εξώδικων και δικαστικών πράξεων, την τριτανακοπή και σε οποιαδήποτε άλλη διαδικαστική πράξη. 'Ετσι, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 294 και 297 Κ.Πολ.Δ.
η παραίτηση, μετά την άσκηση του ένδικου μέσου, από το δικόγραφο του τελευταίου, γίνεται μόνο με δήλωση, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά ή το δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτούμενου, όχι δε και σιωπηρά (ΑΠ 1268/2009, ΑΠ 1233/2008). Άρα, δήλωση παραίτησης από ασκηθέν ένδικο μέσο, η οποία γίνεται με τις προτάσεις, δεν είναι νόμιμη και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα (ΑΠ 1038/2007, ΑΠ 1109/2005, ΑΠ 191/2001, ΑΠ 1189/1999).
Εξ'άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 568 § 4 και 576 § 1-3 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται, ότι επί ερημοδικίας στην αναιρετική δίκη, ερευνάται αυτεπάγγελτα, αν ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε αρνητική περίπτωση, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση. Με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, ο οποίος, κατά το άρθρο 104 αυτού, ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή, από την 20η Μαρτίου 2013 (βλ.
με αρ. 74 ΦΕΚ τ.Α/20.3.2013), προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στο άρθρο 576 § 3 Κ.Πολ.Δ. σύμφωνα με το οποίο, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Η διάταξη αυτή δε, σύμφωνα με το άρθρο 98 του ίδιου νόμου, καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη δικάσιμο που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας, (μετά την έναρξη της ισχύος του προαναφερθέντος νόμου), οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, με δήλωση του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε, με τη σειρά της, από το οικείο πινάκιο. Ο αναιρεσείων, με τις προτάσεις που κατάθεσε στο παρόν δικαστήριο δηλώνει, ότι "η υπο κρίσιν αναίρεσις ... δεν κατέστη δυνατόν να επιδοθεί εις τους δεύτερον, τρίτον και τέταρτον τούτων, γι'αυτό και ως προς αυτούς μόνον παραιτούμαι του δικογράφου ταύτης". 'Όμως, σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα που προπαρατέθηκαν: α) Η παραίτηση με το δικόγραφο των προτάσεων από το δικόγραφο της αναίρεσης δεν είναι νόμιμη και δεν επιφέρει έννομα αποτελέσματα. Β) Εφ'όσον δε δεν προκύπτει κλήτευση των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, πρέπει, ως προς αυτούς, η συζήτηση να κηρυχθεί απαράδεκτη, να χωρισθεί η υπόθεση για την πρώτη αναιρεσίβλητη και να χωρήσει περαιτέρω, ως αυτή, η συζήτηση της υπόθεσης, εφ'όσον πρόκειται απλή και όχι αναγκαστική ομοδικία (ΑΠ 1093/2008, ΑΠ 1392/2008, ΑΠ 1227/2007).
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Περαιτέρω: α) Κατά το άρθρο 340 ΑΚ, ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος, αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή. Η όχληση πρέπει να είναι ακριβής, ορισμένη, σαφής και καθαρή και να περιέχει πρόσκληση (ΑΠ 376/2008, ΑΠ 72/2001).
Δεν αρκεί απλή υπενθύμιση του χρέους. β) Κατά το άρθρο 346 ΑΚ, ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους, αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος. Η διάταξη αυτή, η οποία θεσπίστηκε από λόγους δικαίου και επιείκειας προς τον δανειστή, επιρρίπτει τον κίνδυνο του δικαστικού αγώνα στον οφειλέτη, ο οποίος καθυστερεί την εκπλήρωση, απαιτεί δε την επίδοση σχετικής αγωγής, που πρέπει να γίνει δεκτή στην ουσία της (ολ.
ΑΠ 20/2003). γ) Τα άρθρα 345 ΑΚ και 341 § 2 ΑΚ, ορίζουν ότι, σε περίπτωση χρηματικής οφειλής, ο δανειστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας που ορίζεται από το νόμο ή με δικαιοπραξία, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ζημία. Αν δε, για την εκτέλεση της παροχής, συμφωνηθεί ορισμένη ημέρα, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής.
δ) Στα άρθρα 430 και 431 ΑΚ ορίζεται, πώς η δημόσια κατάθεση γίνεται στην αρμόδια αρχή του τόπου εκπλήρωσης της παροχής. Ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να γνωστοποιήσει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, την κατάθεση στον δανειστή και, αν το παραλείψει, ευθύνεται σε αποζημίωση, εκτός αν η γνωστοποίηση είναι ιδιαίτερα δύσκολη.
Αν η δημόσια κατάθεση είναι χρηματική, γίνεται στον τόπο, όπου ο δανειστής έχει την κατοικία του (ΑΠ 538/2002). Εξ άλλου, η δημόσια κατάθεση επιφέρει απόσβεση της ενοχής σαν να είχε γίνει κατά το χρόνο της κατάθεσης καταβολή από τον οφειλέτη. Πρέπει δε να κατατίθεται από τον οφειλέτη με βάση την ενοχή μεταξύ του οφειλέτη και του δανειστή (ΑΠ 44/2004).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, πλην άλλων, άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, η οποία αφέθηκε αδίκαστη, νοείται μόνο εκείνη, που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΑΠ 1892/2009). Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, αυτή της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, ανακοπής, τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (ΑΠ 1665/2008, ΑΠ 25/2003).
Ο λόγος ιδρύεται, εκτός των άλλων και όταν το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε για το παρεπόμενο αίτημα των τόκων της κύριας αγωγής (ΑΠ 845/2006) ή αν επιδίκασε τόκους δικονομικούς, ενώ είχαν ζητηθεί τόκοι υπερημερίας, χωρίς να εξετάσει το αίτημα (ΑΠ 1665/2008).
Στην υπο κρίση περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (άρθρ. 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.), ο ήδη αναιρεσείων, ως προς την επιδίκαση τόκων, είχε ζητήσει, για τους σ'αυτή αναφερόμενους λόγους, να υποχρεωθούν οι μ'αυτήν εναγόμενοι, να του καταβάλουν "τόκους υπερημερίας από 2.1.1997, άλλως και επικουρικά από 6.1.1997 άλλως και επικουρικότερα από της επιδόσεως της παρούσας μέχρις εξοφλήσεως ...".
Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε και τα ακόλουθα: "... Στις 10.12.1990, ο ενάγων, αγόρασε από την τότε πρώτη εναγόμενη Τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "Τράπεζα Εργασίας ΑΕ", έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου, διάρκειας ενός μηνός (repos), έναντι του τιμήματος των 30.000.000 δραχμών, με τη συμφωνία αυτά να παρέμεναν προς φύλαξη στο υποκατάστημα της ως άνω τράπεζας, μέχρι τη λήξη τους, οπότε θα επαναγοράζονταν από αυτήν, μαζί με τους δεδουλευμένους τόκους τους, στο συνολικό ποσό των 33.352.140 δραχμών, το οποίο στη συνέχεια, επανεπενδύθηκε.
κατά τον ίδιο τρόπο, από τον ενάγοντα. Στις 24-6-1991, με το ποσό των 50.104.951 δραχμών, που προερχόταν από το ποσό των 32.104.951 δραχμών, που ήταν το υπόλοιπό του, αρχικά, επενδυθέντος κεφαλαίου των 33.000.000 δραχμών, στις 10-12-1990, με τις αποδόσεις του (δεδουλευμένους τόκους) και από το ποσό των 17.000.000 δραχμών, που αναλήφθηκε από το, με αριθ. ..., κοινό λογαριασμό του ενάγοντος και της τέταρτης εναγόμενης, συζύγου του, αγοράστηκαν πάλι, έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου, διάρκειας ενός μηνός, τα οποία θα παρέμεναν στο υποκατάστημα της παραπάνω τράπεζας, προς φύλαξη και θα επαναγοράζονταν από αυτήν, κατά τη λήξη τους, με τους δεδουλευμένους τόκους τους, στο ποσό των 50.968.815 δραχμών.
Στις 25-7-1991, με το ποσό των 93.000.000 δραχμών, που προερχόταν από το ως άνω ποσό των 50.968.815 δραχμών και από το ποσό των 42.031.185 δραχμών, που αναλήφθηκε από τον ως άνω, με αριθ. ..., κοινό λογαριασμό του ενάγοντος και της τέταρτης εναγομένης, συζύγου του, αγοράστηκαν πάλι έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου, διάρκειας ενός μηνός, τα οποία θα παρέμεναν στο υποκατάστημα της παραπάνω τράπεζας, προς φύλαξη και θα επαναγοράζονταν από αυτήν, κατά τη λήξη τους με τους δεδουλευμένους τόκους τους, στο ποσό των 94.671.452 δραχμών.
Στη συνέχεια, στις 18-5-1992, ο ενάγων ζήτησε την πρόωρη εξόφληση repos. ποσού 65.000.000 δραχμών. Στις 4-6-1992 εξοφλήθηκαν τα έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου, με το ποσό των 41.722.459 δραχμών, το οποίο μετά από εντολή του ενάγοντος, κατατέθηκε στον παραπάνω, κοινό με τη σύζυγο του, Ι. Κ., με αριθ. ..., λογαριασμό τους, ενώ την ίδια μέτρα, η τελευταία πραγματοποίησε ανάληψη από τον ίδιο λογαριασμό, ποσού 41.776.845 δραχμών και κατέβαλε το ποσό αυτό για την αγορά εντόκων γραμματίων του Δημοσίου, έκδοσης 31-5-1992 και διάρκειας έξι (6) μηνών, με συνδικαιούχους την ίδια και τον ενάγοντα, σύζυγό της, τα οποία θα παρέμεναν στο υποκατάστημα της τράπεζας, προς φύλαξη και θα επαναγοράζονταν από αυτήν, κατά τη λήξη τους με τους δεδουλευμένους τόκους τους, στο ποσό των 45.700.000 δραχμών...
Με το τελευταίο, ως άνω, ποσό των 45.700.000 δραχμών, αγοράστηκαν και πάλι, στο όνομα και των δύο συζύγων, έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου, διάρκειας ενός μήνα, τα οποία εξοφλήθηκαν από την πρώτη εναγόμενη τράπεζα, κατά τη λήξη τους, στο ποσό των 46.655.568 δραχμών. Στις 5-1-1993 η τέταρτη εναγόμενη κατέβαλε για την αγορά εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου το ποσό των 49.923.271 δραχμών ...
τα οποία έντοκα γραμμάτια, ήταν έκδοσης 31-12-1992, ετήσιας διάρκειας, και τα οποία θα παρέμεναν στο υποκατάστημα της παραπάνω τράπεζας, προς φύλαξη και θα εξοφλούνταν, κατά τη λήξη τους, με το ποσό των 61.000.000 δραχμών, ενώ στη συνέχεια σε εκτέλεση σχετικής εντολής, δεν εξοφλήθηκαν κατά τη λήξη τους, αλλά ανανεώθηκαν, αυτόματα, μέχρι τις 2-1-1995.
Στις 3-1-1995 εξοφλήθηκαν τα παραπάνω έντοκα γραμμάτια με το ποσό των 73.352.500 δραχμών και κατόπιν εντολής του ενάγοντος και της συζύγου του, αγοράστηκαν έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου, ετήσιας διάρκειας {οκτώ (8) των 10.000.000 δραχμών το καθένα, έξι (6) των 1.000.000 δρχ. το καθένα και δύο (2) των 100.000 δραχμών, το καθένα}, τα οποία θα εξοφλούντο κατά τη λήξη τους, με το ποσό των 86.200.000 δραχμών.
Την ίδια, ως άνω ημέρα, η τέταρτη εναγόμενη προσήλθε στο κατάστημα της πρώτης εναγόμενης, τράπεζας, και αφού εισέπραξε το ποσό της εξόφλησης των γραμματίων το κατέθεσε για την αγορά νέων, τα οποία θα έληγαν στις 2-1-1996 ... Ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι ήταν τότε σε αντιδικία με τη σύζυγό του και οι σχέσεις τους ήταν τεταμένες και ουσιαστικά τελούσαν σε διάσταση, δεν αναιρεί το γεγονός της συνδιαχείρισης των οικονομικών πόρων τους, που από την κοινής τους δραστηριότητα, στην εταιρεία του ενάγοντος ... .
Επομένως δεν αποδείχθηκε κατά την κρίση του δικαστηρίου αυτού, ότι η αναφορά και υπογραφή της τέταρτης εναγόμενης, συζύγου του ενάγοντος Μ. Κ., στα ένδικα παραπάνω, παραστατικά ενταλμάτων πληρωμής και είσπραξης, έγινε από τους υπαλλήλους της τράπεζας, δεύτερο και τρίτο, εναγόμενους, εν αγνοία του ενάγοντος και χωρίς τη συναίνεσή του, με την προτροπή και την ηθική αυτουργία της συζύγου του, προκειμένου να προσπορίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος σ'αυτήν, όπως αβάσιμα επικαλείται ο ενάγων ...
Εν προκειμένω, πρέπει να λεχθεί ότι μεταξύ της τράπεζας και των συνδικαιούχων των άυλων αυτών τίτλων, υπήρχε μεν ενοχή, σε ολόκληρο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παραγράφου αυτής, και επομένως η τράπεζα όφειλε να τα αποδώσει στον πρώτο συνδικαιούχο, που θα τα ζητούσε, αποδεσμευόμενη της υποχρέωσής της, προς απόδοση, μετά από αυτό και στον άλλο συνδικαιούχο, όμως όπως αποδείχθηκε κανείς από τους συνδικαιούχους δεν προέβη πρώτος σε αναζήτηση της αξίας των ομολόγων αυτών, κατά τη λήξη τους, αλλά η προκειμένη διαφορά προέκυψε πριν τη λήξη αυτών και μετά από την επιστολή της τράπεζας προς τον ενάγοντα, με την οποία τον ενημέρωνε, για λόγους προνοητικούς και ενόψει της αντιδικίας του, με τη- σύζυγο του, που είχε πλέον γίνει γνωστή στα στελέχη της τράπεζας, για την επικείμενη λήξη των εντόκων γραμματίων του Δημοσίου και ζητούσε να προβούν σε συνεννόηση, μεταξύ τους, οι συνδικαιούχοι, για την περαιτέρω τύχη του ποσού της επένδυσης, ύψους 98.440.400 δραχμών και ήδη 288.893,32 Ευρώ.
Έτσι ακόμη κι αν ο ενάγων, μετά από αυτά, ζήτησε την απόδοση, εξ ολοκλήρου, της αξίας των παραπάνω γραμματίων, στον ίδιο, αρνούμενος ότι η σύζυγος του ήταν συνδικαιούχος αυτών, η τράπεζα αδυνατούσε να του τα αποδώσει, αφού πλέον είχε εκδηλωθεί, ταυτόχρονα και η επιθυμία της συνδικαιούχου συζύγου του, προς απόδοση, στην ίδια του μεριδίου της.
Περαιτέρω, όπως ήδη, στην προηγούμενη παράγραφο έχει αναφερθεί, κατά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, ενώπιον του εισηγητή δικαστή του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, στις 7-11-2002, η ενάγουσα, της δεύτερης, προαναφερθείσας, από 6-5-1999, αγωγής και τέταρτη εναγόμενη της αγωγής του εκκαλούντος, σύζυγός του και συνδικαιούχος των ενδίκων ομολόγων, Ι.
Κ., δήλωσε, διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της ... ότι με το, με αριθ. καταθ. ..., δικόγραφο της, που δεν αμφισβητήθηκε, παραιτήθηκε από την αγωγή της και το δικαίωμα που ασκήθηκε με αυτήν, δηλαδή την αξίωσή της επί των ενδίκων εντόκων γραμματίων του Δημοσίου, κατά της εναγόμενης τράπεζας, η οποία, ήδη, έχει απορροφηθεί από την πρώτη εφεσίβλητη τραπεζική εταιρεία, που, όπως προαναφέρθηκε, νομίμως συνεχίζει την παρούσα δίκη.
Η δήλωσή της αυτή, που έγινε χωρίς αντίρρηση της εναγομένης τράπεζας, καταχωρήθηκε στα πρακτικά της διεξαγωγής των αποδείξεων. Επομένως αφού, ως προς την αγωγή εκείνη, καταργήθηκε, νομίμως, η δίκη, κατά το στάδιο των διεξαγωγών αποδείξεων, με δήλωση της ενάγουσας και χωρίς αντίρρηση της εναγομένης, η Ι.
Κ. δεν μπορεί, πλέον, να αξιώσει από την τράπεζα την απόδοση της αξίας των γραμματίων αυτών, κατά το μέρος που της αναλογεί. Μετά την παραίτησή της αυτή, μοναδικός δικαιούχος των άυλων αυτών τίτλων, έναντι της τράπεζας, απομένει, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παραγράφου αυτής, ο ενάγων Μ. Κ., ο οποίος είχε το δικαίωμα να απαιτήσει από την τράπεζα την παράδοση των ενδίκων γραμματίων, σ' αυτόν, ώστε να είναι του λοιπού, αυτός ο νόμιμος κομιστής τους, ενώ η οφειλέτρια τράπεζα είχε την υποχρέωση να προβεί στην παράδοση τους, από την ημέρα της δήλωσης παραίτησης, από την αξίωσή της, ως προς αυτά, της παραπάνω συνδικαιούχου, Ι.
Κ. δηλαδή από 2-11-2002, οπότε και η τράπεζα κατέστη υπερήμερη. Πρέπει επομένως, αφού δεν αποδείχθηκε αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων, να απορριφθεί η αγωγή ως προς τους δεύτερο και τρίτο εναγόμενους και να γίνει δεκτή αυτή, κατά τη βάση της, περί ενδοσυμβατικής ευθύνης της πρώτης εναγόμενης και ήδη της πρώτης εφεσίβλητης, και να υποχρεωθεί η τελευταία να αποδώσει στον ενάγοντα το παραπάνω ποσό, με νόμιμους τόκους υπερημερίας από 3-11-2002 ...".'Ηδη ο αναιρεσείων προβάλλει, πως το Εφετείο παραβίασε τις προεκτεθείσες διατάξεις, διότι:
α) δέχτηκε τοκοφορία, κατά τα προαναφερθέντα, από 2.11.2002, αν και είχε αποστείλει εξώδικη επιστολή αναφορικά με το θέμα στην πρώτη αναιρεσίβλητη στις 6.1.1997 (χρόνος επίδοσης) οπότε οφείλονται τόκοι από την ημερομηνία αυτή β) εξ άλλου, τόκοι οφείλονταν από "τη δήλη ημέρα καταθέσεως της αγωγής μου, ήτοι την 19.6.1998 ..." γ) κακώς δεν έλαβε υπ'όψιν του το Εφετείο "τα άρθρα 430, 431, 434 ΑΚ και δεν ερεύνησε αν ο οφειλέτης πρώτη αναιρεσίβλητη προέβη σε δημόσια κατάθεση την 6-1-1997 ...
της παροχής ...". Όμως: 1) το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, με επάρκεια αιτιολογεί το χρόνο έναρξης της τοκοφορίας και ουδόλως παραβίασε, έτσι, τις ανωτέρω διατάξεις, από μόνο το λόγο, πως παρέλειψε να ορίσει ως ημέρα έναρξης της τοκοφορίας την 6.1.1997, β) κατά το άρθρο 427 ΑΚ, η δημόσια κατάθεση είναι δικαίωμα και όχι υποχρέωση του οφειλέτη, αν αυτός επιθυμεί να αποσβεσθεί η ενοχή ώστε να μην νοείται "υπερημερία", ως προς την άσκησή του (ΑΠ 1398/1999).
Τούτο δε ισχύει και για την περίπτωση του άρθρου 434 § 1 ΑΚ, αν υφίσταται αβεβαιότητα, ως προς το πρόσωπο του δανειστή και ο οφειλέτης αδυνατεί να εκπληρώσει με ασφάλεια την υποχρέωσή του. Άρα δεν υφίσταται, κατά τα ανωτέρω, "δήλη ημέρα", από την οποία προκύπτει τοκοφορία, εφ'όσον δικαίωμα και όχι υποχρέωση είχε η ως άνω Τράπεζα να προβεί στη δημόσια κατάθεση γ) στην ένδικη αγωγή περιλαμβάνεται αίτημα επιδίκασης τόκων από την επίδοσή της.
Όμως, ήδη, γίνεται λόγος για επιδίκαση τόκων από τη "δήλη ημέρα καταθέσεως της αγωγής μου ..." (σελ. 3 της αναίρεσης). Και αν ακόμη θα κρίνονταν, πως τούτο οφείλεται σε παραδρομή, όμως επαναλαμβάνεται με υπογράμμιση και πάλι ("... κατέστη υπερήμερη ή επικουρικά από της καταθέσεως της αγωγής μου 19-6-1998 ...") (σελ. 5 της αναίρεσης).
Τόκοι, όμως, δεν οφείλονται από την κατάθεση της αγωγής, αλλά από την επίδοσή της (άρθρ. 346 ΑΚ).
Συνεπώς, το σχετικό παράπονο είναι αβάσιμο. Για την περίπτωση, όμως, της ύπαρξης παραδρομής, σημειώνεται τα ακόλουθα: για να ιδρυθεί ο προβαλλόμενος εδώ αναιρετικός λόγος, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας να υπάρχει και στο διατακτικό. Άρα, αν σαφώς προκύπτει, από το διατακτικό, ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας, απορρίφθηκε στο σύνολό της, μολονότι, δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία, ως προς όλα τα μερικότερα αιτήματα, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (ΑΠ 528/2009, ΑΠ 1586/2008).
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε σαφώς, συγκεκριμένη ημερομηνία έναρξης τοκοφορίας αποφάνθηκε δε σχετικά και στο διατακτικό της. Άρα, διέλαβε διάταξη για το αίτημα των τόκων και δεν άφησε την αίτηση αδίκαστη, ως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων. Είναι δε πρόδηλο, πώς, αν και δεν διέλαβε συγκεκριμένη αιτιολογία για τις υπόλοιπες προβαλλόμενες ημερομηνίες έναρξης τοκοφορίας, αυτές απορρίφτηκαν. 'Αλλωστε:
α) γίνεται στην απόφαση λόγος για "αδυναμία απόδοσης", από την Τράπεζα των πιο πάνω γραμματίων (σελ. 23) β) σαφώς, οριοθετείται η υπερημερία αυτής, όχι σε προγενέστερο χρονικό σημείο, ως αξιώνει ο ενάγων - αναιρεσείων, αλλά στις 2.11.2002, με επαρκή αιτιολογία (σελ. 25). Άρα, ορθώς το Εφετείο, υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις των άρθρων 340 και 346 ΑΚ και ο παραπάνω από το άρθρο 559 αρ. 1 και όπως εκτιμάται, και από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.
λόγος είναι αβάσιμος. Συνακόλουθα δε, είναι αβάσιμος και ο δεύτερος, από άρθρο 559 αρ. 9 λόγος αναίρεσης.
V. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση την βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε "από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων ... και από όλα, γενικά τα έγγραφα, που προσκομίσθηκαν με επίκληση από τους διαδίκους ... χωρίς να παραλείπεται κανένα για την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το ουσιαστικό δικαστήριο έλαβε υπόψιν και συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και το φερόμενο, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, ως αγνοηθέν έγγραφο, και δη την από 13-10-1999 αίτηση του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη τράπεζα (βλ. σχετική αναφορά στην σελ. 10 των προτάσεών του στο Εφετείο). Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός προβάλλεται αβασίμως. Μετά απ'αυτά, πρέπει ν'απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 12 § 2 Ν. 4055/2012) και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη της παρούσας πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 10.9.2012 αίτησης του Μ. Κ. προς αναίρεση της 652/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων.
Διατάσσει τον χωρισμό της εκδίκασης της υπόθεσης ως προς αυτούς.
Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Δεκεμβρίου 2013.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2014
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ