1986/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1986/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου του Δήμου Πατρέων, ήτοι μετά τη συζήτηση της έφεσης (12-11-2002), μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και πριν την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο αποβιώσας Ψ3 αφήκε ως μόνους πλησιέστερους συγγενείς του και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τα τέκνα του Ψ4 και Ψ5, τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων.
Full text
Απόφαση 1986 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1986/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Ερύσσου, Κεφαλληνίας, εδρεύοντος στην Ένωση, νομίμως εκπροσωπουμένου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μοσχονά, ο οποίος δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 24-6-2003 αίτησης για αναίρεση της 23/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας ως προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, 2. Ψ2, 3. Ψ3, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 4. Ψ4 και 5. Ψ5. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μπουρμπούλη, ο οποίος δήλωσε ότι ο τρίτος αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 13-11-2002 και κληρονομήθηκε από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του 4ο και 5ο αναιρειβλήτους, που συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-10-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σαμαίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 23/2003 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 24-6-2003 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 13-3-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ και 62, 73, 313 παρ.1 περ. δ' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ιδίου Κώδικα, που κατ' άρθρο 573 παρ.1 εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι σε περίπτωση αποβιώσεως κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατός του επήλθε μετά το πέρας της συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το κατά της αποφάσεως αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος ασκούμενο ένδικο μέσο της αναιρέσεως πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναιρέσεώς του είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.
Η κατά του αποβιώσαντος απευθυνόμενη αναίρεση, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1987).
Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη από 24-6-2003 αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε στη 1-7-2003 με σύνταξη της 26/1-7-2003 πράξεως καταθέσεως του οικείου γραμματέα, απευθύνεται και κατά του τρίτου αναιρεσιβλήτου Ψ3, ως αντιδίκου κατά τη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 23/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, ο οποίος όμως αποβίωσε στις 13-11-2002, όπως προκύπτει από την ...
ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου του Δήμου Πατρέων, ήτοι μετά τη συζήτηση της έφεσης (12-11-2002), μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και πριν την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο αποβιώσας Ψ3 αφήκε ως μόνους πλησιέστερους συγγενείς του και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τα τέκνα του Ψ4 και Ψ5, τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων.
Οι ανωτέρω κληρονόμοι του αποβιώσαντος με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Μπουρμπούλη στο ακροατήριο δήλωσαν ότι επιδιώκουν τη συνέχιση της δίκης υπό την ιδιότητα των καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος. Περαιτέρω, από τα στοιχεία της δικογραφίας και τα προβαλλόμενα από τους διαδίκους, ενόψει δε και του ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός των παρισταμένων ήδη ως κληρονόμων του αποβιώσαντος ως άνω τρίτου αναιρεσιβλήτου περί γνωστοποίησης στον αναιρεσείοντα του θανάτου αυτού κατά το πριν την άσκηση της αναιρέσεως χρονικό διάστημα, συνάγεται απόδειξη ότι ο αναιρεσείων δεν είχε λάβει γνώση, με οποιοδήποτε τρόπο, του εν λόγω θανάτου πριν την άσκηση της αναιρέσεως.
Επομένως είναι έγκυρη και ισχυρή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, αν και στρέφεται και κατά προσώπου αποβιώσαντος, και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους εμφανιζόμενους ως άνω και υπερασπιζόμενους στην ουσία την υπόθεση κληρονόμους του αποβιώσαντος, που δηλώνουν ότι συνεχίζουν τη δίκη και την ιδιότητα των οποίων δεν αμφισβητεί ο αναιρεσείων.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού, ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί, κατ' αρχήν, να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος.
Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που ήδη έχει δημιουργηθεί και παγιωθεί, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς επιπτώσεις για τα συμφέροντά του, τότε, στην περίπτωση αυτή, η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή, κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική ( Ολ.
ΑΠ 8/2001). Επίσης, οι πράξεις του υποχρέου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων, είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεστεί προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ.
ΑΠ 62/1990, ΑΠ 65/2005). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, που δίκασε ως Εφετείο σε έφεση κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Σαμαίων, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική αγωγή των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων και την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος του εναγομένου-αναιρεσείοντος Δήμου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο Ζ, που πέθανε άγαμος στα ..., κατά το χρόνο του θανάτου του στις 25-4-1963, ήταν κύριος, νομέας και κάτοχος, μεταξύ άλλων και ενός οικοπέδου, άρτιου και οικοδομήσιμου κατά παρέκκλιση, ευρισκόμενου στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ... Δήμου ..., εκτάσεως, 447,30 τ.μ., που συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησίες ..., ... και ..., ανατολικά με ιδιοκτησία ..., νότια και δυτικά με ανώνυμο δημοτικό δρόμο.
Με την ... δημόσια διαθήκη του, που καταρτίστηκε από τον Συμβολαιογράφο Πατρών Τιμολέοντα Βοίλα και δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα 185/1963 πρακτικά Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, άφησε κληρονόμους του σε ολόκληρη την περιουσία του, τα ξαδέλφια του, ήτοι τον Θ, τον Ξ και τον Φ κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου τον καθένα, εκ των οποίων ο τελευταίος απεβίωσε το έτος 1962 και έτσι προσαυξήθηκε η κληρονομούμενη μερίδα των δύο πρώτων κατά το ποσοστό του αποβιώσαντα και έγιναν συγκληρονόμοι καθένας κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου.
Στις 11-8-1978 αποβίωσε στην ... ο Θ και άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, την ... σύζυγο Ψ3, το γένος ... κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου, την Ψ1 κατά ποσοστό 1/16 εξ αδιαιρέτου, τον Ξ κατά ποσοστό 1/16 εξ αδιαιρέτου και τον Ψ2 κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου. Στις 15-9-1980 στην ... αποβίωσε ο Ξ και άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του την ...
σύζυγο Ψ3, το γένος ... κατά ποσοστό 3/32 εξ αδιαιρέτου, την Ψ1 κατά ποσοστό 12/32 εξ αδιαιρέτου και τον Ψ2 κατά ποσοστό 3/32 εξ αδιαιρέτου, οι οποίοι αποδέχθηκαν την ως άνω κληρονομία κατά τα αναλόγως διαμορφωθέντα ποσοστά τους (δηλαδή κατά ποσοστά 9/32, 14/32 και 9/32 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, ο καθένας) με την 4699/1985 πράξη αποδοχής κληρονομίας του Συμβολαιογράφου Πατρών Νικολάου Παφύλα, σε συνδυασμό με την 4829/1985 τροποποιητική πράξη αποδοχής κληρονομίας του ιδίου Συμβολαιογράφου που νομίμως μεταγράφηκαν στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ερύσσου.
Μετά το θάνατο της ... συζύγου Ψ3 στις 26/1/1989, το γένος ..., οι νόμιμοι κληρονόμοι της, ο τρίτος (σύζυγός της), ο τέταρτος και ο πέμπτος (τέκνα της) των εναγόντων αποδέχθηκαν την κληρονομιά της με την 12735/2000 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Πατρών Νικόλαου Παφύλα που νομίμως μεταγεγράφτηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ερύσσου και έγιναν συγκύριοι του ως άνω ακινήτου κατά ποσοστό 18/256 εξ αδιαιρέτου ο τρίτος και ανά ποσοστό 27/256 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από τους τέταρτο και πέμπτο.
Με την ίδια πράξη αποδοχής κληρονομίας αποδέχθηκαν και η πρώτη και ο δεύτερος των εναγόντων τις κληρονομιές των άνω κληρονομουμένων όσον αφορά το ως άνω περιγραφόμενο ακίνητο κι έτσι οι ενάγοντες έγιναν συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι αυτού κατά τα παρακάτω ποσοστά: 14/32 (112/256) εξ αδιαιρέτου η πρώτη, 9/32 (72/256) εξ αδιαιρέτου ο δεύτερος, 18/256 εξ αδιαιρέτου ο τρίτος, 27/256 εξ αδιαιρέτου ο τέταρτος και 27/256 εξ αδιαιρέτου ο πέμπτος.
Ο Ζ, απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων, οι καθολικοί του διάδοχοι (Φ, Ξ και Θ) και ακολούθως οι ενάγοντες κατείχαν και ενέμοντο το ως άνω /επίδικο ακίνητο από το 1955 μέχρι σήμερα. Ειδικότερα, οι ενάγοντες, ανελλιπώς, σε αραιά αλλά τακτά χρονικά διαστήματα μετέβαιναν στα ..., όπου επισκεπτόντουσαν και επιτηρούσαν το ως άνω ακίνητο, το οποίο λόγω του ότι ήταν πρανές, δεν μπορούσε να καλλιεργηθεί.
Το 1984 η Κοινότητα ..., χωρίς άδεια από τους ενάγοντες, έριξε μπάζα στο επίδικο ακίνητο με αποτέλεσμα να διαμορφωθεί η επιφάνειά του και να φτάσει στο ίδιο ύψος με το επίπεδο του δρόμου. Τότε, ο τρίτος των εναγόντων ενεργώντας για λογαριασμό και όλων των υπολοίπων, διαμαρτυρήθηκε στην Κοινότητα και ζήτησε αρχικά να μεταφέρουν τα μπάζα και πράγματι η Κοινότητα δέχθηκε να προβεί στην απομάκρυνσή τους.
Στη συνέχεια, όμως, ο τρίτος των εναγόντων αντιλήφθηκε ότι η ενέργεια αυτή ήταν προς όφελος του επίδικου ακινήτου και τελικά ζήτησε από την Κοινότητα να παραμείνουν τα μπάζα στο επίδικο. Το 1987 το Κοινοτικό Συμβούλιο ... με την 46/1987 απόφασή του χαρακτήρισε το επίδικο ακίνητο ως κοινοτικό χώρο, της οποίας όμως οι ενάγοντες έλαβαν γνώση το 1999, γεγονός που αποδεικνύεται και από τα προσαγόμενα 803/1999 και 1227/1999 έγγραφα του Δήμου ... (πρώην Κοινότητα ...) και προέβησαν αμέσως στις απαραίτητες νόμιμες ενέργειες (ασφαλιστικά μέτρα ενώπιον της Εισαγγελέως Πρωτοδικών, άσκηση αγωγής), για να διασφαλίσουν τα δικαιώματα τους επί του επιδίκου.
Επομένως, το επίδικο ακίνητο δεν ήταν εγκαταλελειμμένο, ούτε παραδομένο στη κοινή χρήση για αμνημόνευτα χρόνια, ούτε εξυπηρετούσε αόριστο αριθμό ανθρώπων σε χρήση σύμφωνα με τον προορισμό του. Ο ίδιος, άλλωστε, ο εναγόμενος Δήμος ισχυρίζεται στην από 28-1-2002 προσθήκη των προτάσεων του, ότι το επίδικο ακίνητο ήταν πάντα πρανές, ήταν αδύνατο να καλλιεργηθεί και η απόφαση για την επίστρωση και τη σημερινή κατάσταση, στην οποία βρίσκεται σήμερα το επίδικο, ελήφθη για πρώτη φορά από την Κοινότητα το 1987.
Αν λοιπόν επρόκειτο για κοινόχρηστο χώρο που χρησιμοποιείτο από το κοινό, προ αμνημονεύτων χρόνων μέχρι το 1980, ως χώρος εναπόθεσης απορριμμάτων και από το 1980 και μετά, ως χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων , δεν υπήρχε λόγος να ληφθεί η ως άνω απόφαση.
Συνεπώς, συνεχίζει το Εφετείο, οι ενάγοντες με την εκ μέρους τους επίσκεψη, επίβλεψη και επισκόπηση του ως άνω επίδικου ακινήτου τους κατέστησαν συγκύριοι αυτού και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και επιπλέον, κι αν ακόμα είχε δημιουργηθεί στον εναγόμενο Δήμο η εύλογη πεποίθηση ότι το επίδικο ακίνητο είχε εγκαταλειφθεί από τους ενάγοντες και ότι αυτοί δεν θα ασκούσαν τα νόμιμα δικαιώματά τους, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων των εναγόντων θα επιφέρει στον εφεσίβλητο Δήμο τόσο δυσβάστακτες συνέπειες, ώστε για την αποτροπή τους να κρίνεται κατά τους κανόνες της καλής πίστης και των χρηστών ηθών ότι πρέπει να θυσιαστεί το δικαίωμα που ασκείται.
Με βάση τις πιο πάνω πραγματικές παραδοχές το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι ενάγοντες απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά, με τους επικαλούμενους στην αγωγή παράγωγο αλλά και πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, ακολούθως δε, αφού απέρριψε την ένσταση του εναγόμενου-αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και αφού δέχτηκε την έφεση των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε, την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, δέχτηκε ως βάσιμη την ένδικη αγωγή των εναγόντων περί αναγνωρίσεως της συγκυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο.
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων επικαλούμενος αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ., προβάλλει την αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε το άρθρο 281 ΑΚ με το να δεχτεί ότι δεν αποδεικνύεται ότι η άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων των εναγόντων, ήτοι η διεκδίκηση του επίδικου ακινήτου θα επιφέρει σ' αυτόν δυσβάστακτες συνέπειες, αφού αρκούσε να επέλθουν απλώς δυσμενείς για τα συμφέροντά του συνέπειες.
Από το ότι όμως αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι από την άσκηση του επίδικου δικαιώματος δεν επέρχονται δυσβάστακτες συνέπειες, ενώ αρκούσαν και οι απλώς δυσμενείς συνέπειες, δεν ανακύπτει παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, σύμφωνα με τις σκέψεις που προαναφέρθηκαν, δεν αρκούν για τη θεμελίωση της από το άνω άρθρο 281 ΑΚ ενστάσεως του αναιρεσείοντος.
Επομένως, έτσι που έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 3 του ΚΠολΔ "κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων καθώς και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση...
αν το δικαστήριο .... δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δημιουργείται μόνον όταν το προαναφερόμενο σφάλμα αφορά την αρμοδιότητα του ίδιου του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και όχι όταν το ως Εφετείο δικάζον Πολυμελές Πρωτοδικείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως που υπάγεται κατά το άρθρο 18 αριθμ. 2 ΚΠολΔ στην αρμοδιότητά του, κρίνει, εσφαλμένως, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (Ολομ.
ΑΠ 5/2003, Ολομ. ΑΠ 30/1995, ΑΠ 314/2004). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, που δίκασε ως Εφετείο κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Σαμαίων, την αιτίαση, ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι το τελευταίο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση, ενώ έπρεπε να παραπέμψει αυτή προς εκδίκαση στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, διότι η διεκδικητική αγωγή που ασκείται από περισσότερους συγκυρίους και με την οποία ζητείται η παράδοση ορισμένου ακινήτου, που, κατά τον αναιρεσείοντα, είναι παροχή αδιαίρετη, η καθ' ύλην αρμοδιότητα καθορίζεται από την αξία ολοκλήρου του ακινήτου και κατά την ένδικη αγωγή η αξία του όλου επίδικου ακινήτου ανέρχεται σε 4.473.000 δραχμές και έτσι υπερβαίνει το ποσό της ισχύουσας αρμοδιότητας των ειρηνοδικείου ύψους 2.000.000 δραχμών, κατά το χρόνο καταθέσεως της αγωγής στις 10-10-2001.
Η προβαλλόμενη όμως αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναφορικά με τη δική του αρμοδιότητα και επομένως ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων Δήμος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, μειωμένα όμως, σύμφωνα με το άρθρο 307 παρ. 2 ΠΔ 410/1995 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-6-2003 αίτηση του Δήμου Ερυσσού Κεφαλληνίας για αναίρεση της 23/2003 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ