Legislator Case Law & Legislation
1985/2025 AI generated

1985/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1985/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1985/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ότι μετά το πέρας του ενός έτους, συνήφθη η από 3-4-2001 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μεταξύ του ενάγοντας και των νομίμων εκπροσώπων του εναγόμενου, βάσει της οποίας ο ίδιος εξακολούθησε να εργάζεται στο λογιστήριο του εναγόμενου, στα γραφεία του στη ΒΙ.ΠΕ Λαμίας, έναντι μηνιαίων αποδοχών κατά τα τελευταία έτη ύψους 1.909,17 ευρώ.

Keywords

AI generated
staff relocation removal expenses economic migration expatriation and foreign residence allowances commuting expenses transfer of businesses
AI generated
682/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1051/2018
Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
594/2019
Με την από 5-5-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών 28/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, η οποία απέρριψε κατ' ουσία την από 27-4-2015 έφεση και τους από 4-11-2016 και 15-11-2016 πρόσθετους λόγους έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 280/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, το οποίο, αφού συνεκδίκασε τις από 25-10-2011, 21-10-2011 και 17-2-2012 αγωγές, με τις οποίες ζητούσε ο ενάγων:
586/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/4/1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2218/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8790/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/1/2006 αίτησή του.
1048/2008
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1985 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1985 /2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Σ. του Σ., κατοίκου ... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κρίτσανο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Αγροτικού Ελαιουργικού Συνεταιρισμού Στυλίδας Φθιώτιδας, που εδρεύει στη Στυλίδα Φθιώτιδας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχάλη Αστρακά, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-6-2020 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 69/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 63/2023 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-6-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 21-6-2023 με αριθμό κατάθεσης 11/22-6-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών με αριθμό 63/26-4-2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 9-5-2022 με αριθμό κατάθεσης 45/10-5-2022 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 69/11-3-2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία η από 11-6-2020 με αριθμό κατάθεσης 501/Π-ΕΓ/106/20/11-6-2020 αγωγή του. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης την 26-4-2023, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου την 22-6-2023 και δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου επίδοση της απόφασης αυτής (άρθρα 499, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Με την προαναφερθείσα αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων είχε εκθέσει, ότι είχε προσληφθεί από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Αγροτικό Ελαιουργικό Συνεταιρισμό Στυλίδας Φθιώτιδας με την από 3-4-2000 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, για να εργαστεί με την ειδικότητα του υπαλλήλου λογιστηρίου- ταμία για χρονικό διάστημα ενός έτους.

Ότι μετά το πέρας του ενός έτους, συνήφθη η από 3-4-2001 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μεταξύ του ενάγοντας και των νομίμων εκπροσώπων του εναγόμενου, βάσει της οποίας ο ίδιος εξακολούθησε να εργάζεται στο λογιστήριο του εναγόμενου, στα γραφεία του στη ΒΙ.ΠΕ Λαμίας, έναντι μηνιαίων αποδοχών κατά τα τελευταία έτη ύψους 1.909,17 ευρώ.

Ότι λόγω της εναντίωσής του στις παράνομες πρακτικές που υιοθετούνταν από το διευθυντή του εναγόμενου και τον προϊστάμενο του λογιστηρίου, καθ' υπόδειξη του διοικητικού συμβουλίου αυτού και σχετίζονταν με την απόκρυψη μέρους των εσόδων του εναγόμενου μέσω της μη καταγραφής τους στα επίσημα βιβλία και στοιχεία αυτού, καλλιεργήθηκε εχθρικό κλίμα εναντίον του με τους εκπροσώπους του εναγόμενου να εκδηλώνουν προσβλητική συμπεριφορά εναντίον του και να τον τιμωρούν πειθαρχικά, ενώ την 28-1-2020 αποφασίστηκε η μετακίνησή του στο γραφείο του εναγόμενου στη Στυλίδα, όπου λειτουργεί αποθήκη γεωργικών φαρμάκων και το Ο.Σ.Δ.Ε., το οποίο γραφείο, ωστόσο στερείται δομής και οργάνωσης λογιστηρίου και δεν χρήζει επάνδρωσης από λογιστή ή ταμία, καθώς έως τότε οι όποιες ανάγκες ανέκυπταν, καλύπτονταν από έκτακτο προσωπικό, που απασχολούνταν δυνάμει δίμηνων ή τρίμηνων συμβάσεων εργασίας.

Ότι σε κάθε περίπτωση οι ανάγκες του λογιστηρίου στη Στυλίδα θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν με την μετακίνηση ενός εκ των κατονομαζομένων υπαλλήλων που υπηρετούσαν στο λογιστήριο στη ΒΙ.ΠΕ Λαμίας, οι οποίοι υστερούσαν αυτού ως προς την αρχαιότητα. Ότι ο ίδιος αρχικά ενέμεινε στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του στο λογιστήριο στα γραφεία του εναγόμενου στη ΒΙ.ΠΕ.

Λαμίας, σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, αλλά στην συνέχεια, υπό την απειλή της απόλυσής του, αναγκάστηκε να συμμορφωθεί με την απόφαση του εναγόμενου. Ότι τελικά, όπως διαπίστωσε, δεν μπορούσε να ασκήσει τα καθήκοντα λογιστή που είχε έως τότε, αφού δεν είχε πρόσβαση στο λογιστήριο στη Λαμία και από υπάλληλος του λογιστηρίου κατέληξε υπάλληλος χωρίς ουσιαστικά καμία αρμοδιότητα.

Ότι, ακολούθως, η μετακίνησή του στο γραφείο του εναγόμενου στην Στυλίδα, η έλλειψη της δυνατότητας διενέργειας από τον ίδιο λογιστικών εργασιών στη Στυλίδα και ο υποβιβασμός του σε υπάλληλο χωρίς ουσιαστικά αντικείμενο απασχόλησης, συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του και έγινε κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του εναγόμενου, αφού δεν υπαγορεύθηκε από υπηρεσιακές ανάγκες και προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της επιχείρησης, αλλά λόγω του ότι δεν ήταν αρεστός στους εκπροσώπους του εναγόμενου.

Ότι για το λόγο αυτό, ο ίδιος αποφάσισε να επιστρέψει στην παλιά του θέση και ότι, ακολούθως, ο εναγόμενος προέβη σε έγγραφη καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας, την οποία του κοινοποίησε στις 4-5-2020. Ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη, τόσο διότι έγινε από λόγους εκδίκησης, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής, χωρίς μάλιστα να τηρηθεί η αρχή της αναλογικότητας ως έσχατο μέτρο για την απόλυσή του, όσο και διότι δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τα άρθρα 44-47 και 50 της ΚΥΑ με αριθμό 528000/2006 διαδικασία, αλλά και επειδή δεν καταβλήθηκε η πλήρης αποζημίωση, λόγω απόλυσης, που με βάση τις κατά το χρόνο της απόλυσής του αποδοχές, που ανέρχονταν στο ποσό των 1.909,17 ευρώ, έπρεπε να ισούται με το ποσό των 31.183,11 ευρώ, αλλά υπολογίστηκε σκοπίμως εσφαλμένα, στο έλασσον ποσό των 26.728,38 ευρώ.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζήτησε: Α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 4-5-2020 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και Β. α) να αναγνωριστεί ότι η μετακίνησή του στο γραφείο του εναγόμενου στην Στυλίδα συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, με την απειλή χρηματικής ποινής τριακοσίων (300) ευρώ, για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του με την σχετική διάταξη της απόφασης που θα εκδοθεί, γ) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 19.091 (1.909,10 Χ10 μήνες =) ευρώ που αντιστοιχεί στις αποδοχές του από την ημέρα της καταγγελίας μέχρι και τον Μάρτιο του 2021 (μισθοί υπερημερίας), με το νόμιμο τόκο και δ) να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος του οφείλει το ποσό των 5.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη, συνεπεία της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εκπροσώπων του εναγόμενου, η οποία συνιστά προσβολή της προσωπικότητάς του, ύστερα από νομότυπη μετατροπή του σχετικού αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό.

Επικουρικά, για την περίπτωση που κριθεί έγκυρη η από 4-5-2020 καταγγελία της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εργασίας, ο ενάγων ζήτησε να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να του καταβάλει, νομιμοτόκως το ποσό των 31.183,11 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης, άλλως το ποσό των 4.454,73 ευρώ, που αποτελεί τη διαφορά μεταξύ του ανωτέρω πράγματι οφειλόμενου ποσού των 31.183,11 ευρώ και του ποσού των 26.728,38 ευρώ, που εσφαλμένα υπολόγισε ο εναγόμενος, ύστερα από νομότυπη μετατροπή του σχετικού αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό.

Τέλος, ζήτησε να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί και να καταδικαστεί το εναγόμενο στη δικαστική του δαπάνη. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών η με αριθμό 69/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, αντιμωλία των διαδίκων, η οποία απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη.

Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του v.2112/1920 και 1 και 5 του ν.3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.

Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 392/2021, AΠ 359/2020, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 179/2016, ΑΠ 601/2013).

Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδίκησης ή μίσους, λόγω νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως στην περίπτωση που ο μισθωτός αξιώνει από τον εργοδότη την τήρηση των συμφωνημένων όρων εργασίας (ΑΠ 392/2021, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 179/2016, ΑΠ 1249/2014, ΑΠ 1649/2012, ΑΠ 581/2011, ΑΠ 1318/2000).

Όμως δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι` αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 642/2021, ΑΠ 750/2020, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 179/2016). Πολλώ δε μάλλον δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεων του μισθωτού ή την από πλευράς του τελευταίου παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων (ΑΠ 1038/2019, ΑΠ 1672/2018, ΑΠ 1250/2018, ΑΠ 1628/2017, ΑΠ 179/2016, ΑΠ 1694/2012).

Διότι τότε κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης που πρέπει να διέπει τη λειτουργία της σύμβασης εργασίας (ΑΠ 1038/2019, ΑΠ 1250/2018). Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 66 του ν. 4808/2021 (ΦΕΚ Α 101/19-6-2021), που ορίζει ότι "αν ο εργαζόμενος αποδείξει ενώπιον δικαστηρίου πραγματικά περιστατικά ικανά να στηρίξουν την πεποίθηση ότι η απόλυση έγινε για κάποιον από τους λόγους των παρ. 1 και 1α [στους οποίους περιλαμβάνεται και η περίπτωση της απόλυσης ως αντίδραση στην άσκηση νομίμου δικαιώματος του εργαζομένου], εναπόκειται στον εργοδότη να αποδείξει ότι η απόλυση δεν έγινε για τον προβαλλόμενο λόγο", το μεν δεν μετέβαλε τον χαρακτήρα της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως αναιτιώδους δικαιοπραξίας, το δε η παρεχόμενη από αυτήν δικονομική διευκόλυνση εφαρμόζεται σύμφωνα με τα άρθρα 80 παρ. 3 και 165 του ιδίου νόμου σε καταγγελίες που γίνονται μετά την έναρξη της ισχύος αυτού (19-6-2021) και επομένως δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 652 του ΑΚ ο εργοδότης έχει το διευθυντικό δικαίωμα να ρυθμίσει κάθε τι που ανάγεται στην οργάνωση και τη λειτουργία της επιχείρησής του προκειμένου να επιτύχει τους εν γένει σκοπούς της, περιοριζόμενος μόνο από τους όρους της σύμβασης, όπως αυτή ερμηνεύεται κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, και από το νόμο.

Ειδικότερα, ο εργοδότης έχει το δικαίωμα, με σκοπό την οργάνωση της επιχείρησής του κατά τον πλέον πρόσφορο τρόπο, να καθορίζει την έκταση της υποχρέωσης του εργαζόμενου για εργασία, όπως το είδος, τον τόπο, το χρόνο, τον τρόπο και τις συνθήκες παροχής της εργασίας και τα καθήκοντα της ειδικότητάς του, τα οποία πρέπει να εκτελεί ο τελευταίος.

Επομένως, ο εργοδότης, ο οποίος διατηρεί περισσότερα καταστήματα για τις ανάγκες της επιχείρησής του σε διάφορους τόπους, έχει το δικαίωμα, εφόσον δεν εμποδίζεται από όρο της εργασιακής σύμβασης, να μεταθέσει το μισθωτό σε κατάστημα που βρίσκεται σε άλλο τόπο από εκείνο στον οποίο αυτός υπηρετεί, αλλά για τη μετάθεση αυτή πρέπει σύμφωνα με τα άρθρα 288 και 281 του ΑΚ να λαμβάνονται υπόψη και άλλα κριτήρια, όπως είναι οι προσωπικές συνθήκες και ανάγκες του μισθωτού και της οικογένειας αυτού, η μακροχρόνια παραμονή του σε συγκεκριμένο τόπο, [χωρίς όμως η ως άνω μακροχρόνια παραμονή, χωρίς τη συνδρομή και άλλων στοιχείων, να επάγεται το αμετάθετο του μισθωτού στο πλαίσιο κατάρτισης σιωπηράς συμφωνίας (ΑΠ 1248/1993)], η δυνατότητα μετακίνησης νεωτέρων σε ηλικία ή υπηρεσία εργαζομένων, οι οποίοι κατ' αρχήν πρέπει να προτιμώνται στις μεταθέσεις (ΑΠ 939/2015, ΑΠ 127/2007) ή υπαλλήλων με λιγότερα οικογενειακά βάρη, ώστε τελικά να μην επιλέγονται εργαζόμενοι για τους οποίους η εφαρμογή του συγκεκριμένου μέτρου έχει προφανώς επαχθέστερες συνέπειες σε σύγκριση με άλλους εργαζομένους εξίσου κατάλληλους για την ικανοποίηση των συγκεκριμένων αναγκών της επιχείρησης.

Σε διαφορετική περίπτωση, εάν η μετάθεση του μισθωτού έγινε χωρίς να ληφθούν υπόψη τα παραπάνω κριτήρια, λαμβάνει χώρα κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη και επομένως συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του μισθωτού, παρέχοντας στον τελευταίο τα από το άρθρο 7 του ν. 2112/1920 δικαιώματα (ΑΠ 939/2015, ΑΠ 127/2007, ΑΠ 1333/2002).

Σε κάθε περίπτωση όμως ο εργοδότης, ασκώντας νομίμως το διευθυντικό του δικαίωμα (άρθρο 652 του ΑΚ), μπορεί, προκειμένου να αποδεσμευθεί από τους δυσμενείς γι` αυτόν όρους της εργασιακής σύμβασης, να συνδέσει την καταγγελία αυτής με τη μη αποδοχή εκ μέρους του μισθωτού των προτάσεων του για μεταβολή των όρων αυτής, στους οποίους περιλαμβάνονται και ζητήματα σχετικά με τον τόπο εργασίας του μισθωτού και την μετάθεση αυτού σε άλλο τόπο (τροποποιητική καταγγελία).

Η καταγγελία όμως αυτή, που ακολουθεί την άρνηση του μισθωτού να δεχθεί τη μεταβολή, δεν είναι καταχρηστική από μόνο το γεγονός ότι αιτία της ήταν η άρνηση του μισθωτού να συναινέσει στη μεταβολή, αλλά υπόκειται σε κρίση ως προς τους όρους της με βάση το άρθρο 281 του ΑΚ, δηλαδή ελέγχεται με αντικειμενικά κριτήρια εάν το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, επειδή ο μισθωτός δεν συναίνεσε στη μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης, αντίκειται στους όρους της άνω διάταξης (άρθ. 281 του ΑΚ) και κυρίως εάν η αξίωση του για μεταβολή των όρων δικαιολογείται ή όχι από τις συνθήκες και τις ανάγκες της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και ειδικότερα εάν συνέτρεχαν πράγματι οικονομοτεχνικοί προς τούτο λόγοι που δικαιολογούσαν την μετακίνηση του μισθωτού σε άλλο τόπο ή άλλοι λόγοι που σχετίζονται με το πρόσωπο του μισθωτού (ΑΠ 392/2021, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 944/2005, ΑΠ 1199/2002).

Δηλαδή η ανωτέρω πρόταση του εργοδότη για τροποποίηση της σύμβασης εργασίας του μισθωτού με δυσμενέστερους όρους καλύπτεται από το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη (άρθρο 652 του ΑΚ) να προτείνει αυτή στο μισθωτό, ως ηπιότερο της καταγγελίας μέτρο, υλοποιείται δε (αν το μέτρο ενέχει τροποποίηση της σύμβασης) με την αποδοχή της πρότασης από το μισθωτό (ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 1199/2002) και κατά τούτο δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920, αφού για την υλοποίησή της προϋποθέτει την προηγούμενη αποδοχή της πρότασης του εργοδότη από το μισθωτό.

Εάν, αντιθέτως, για την μεταβολή, δεν συντρέχουν οι επικαλούμενοι από τον εργοδότη οικονομοτεχνικοί λόγοι ή οι συνδεόμενοι με το πρόσωπο του μισθωτού άλλοι λόγοι, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του μισθωτού, επειδή ο τελευταίος αρνήθηκε ν` αποδεχθεί την πρόταση του πρώτου για τροποποίηση της ατομικής σύμβασης εργασίας, ελέγχεται στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 281 του ΑΚ, εφόσον ο εργοδότης προέβη σε αυτήν από εμπάθεια ή από λόγους εκδίκησης ή μίσους, διότι ο μισθωτός αξίωνε από τον εργοδότη την τήρηση των όρων της εργασιακής του σύμβασης (ΑΠ 392/2021, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 1303/2018, ΑΠ 1407/2009).

Με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.3 του ν. 3198/1955, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 2556/1997, ορίζεται ότι η καταγγελία της εργασιακής σχέσης θεωρείται έγκυρη, εφ` όσον έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυομένου στα τηρούμενα για το ΙΚΑ μισθολόγια ή έχει ασφαλισθεί ο απολυόμενος.

Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ συνάγεται ότι συντρέχει περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σχετικής υπέρ του εργαζομένου, και στην περίπτωση μη καταβολής ή ελλιπούς καταβολής της οφειλομένης αποζημίωσης, η οποία υπολογίζεται κατά τα άρθρα 3 παρ.2 του ν. 2112/1920 και 5 παρ.1 του ν. 3198/1955 με βάση τις τακτικές αποδοχές του απολυομένου μισθωτού κατά τον τελευταίο πριν την καταγγελία μήνα, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης (ΑΠ 78/2022, ΑΠ 719/2019, ΑΠ 277/2016, ΑΠ 341/2011, ΑΠ 624/2008).

Ως οφειλόμενη αποζημίωση κατά την έννοια των προαναφερθεισών διατάξεων θεωρείται όχι μόνον η νόμιμη αποζημίωση, όπως αυτή ορίζεται κατά ποσό από το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 2112/1920, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ. 12 αριθ. 2 και 3 του ν. 4093/2012, αλλά και η συμβατική, με συνέπεια εάν μεταξύ των μερών έχει συμφωνηθεί η καταβολή μεγαλυτέρου ποσού ως αποζημίωση απόλυσης, απαιτείται, προκειμένου να είναι έγκυρη η καταγγελία, να καταβληθεί το συμφωνηθέν μεγαλύτερο ποσόν, έστω και εάν συντρέχει άλλος σπουδαίος λόγος καταγγελίας της σύμβασης (ΟλΑΠ 1144/1983, ΑΠ 355/2020, ΑΠ 1245/2019, ΑΠ 833/2015, ΑΠ 341/2011, ΑΠ 527/2004).

Εξάλλου με τη διάταξη της υποπαραγράφου ΙΑ. 12, που φέρει τον τίτλο "Αποζημίωση απόλυσης ιδιωτικών υπαλλήλων με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου" της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016.- Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" (ΦΕΚ Α 222/12-11-2012), όπως οι αριθμοί 1 και 3 αυτής διορθώθηκαν με τις παραγράφους 9 και 10 του άρθρου 10 της από 19-11-2012 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου "Ρυθμίσεις κατεπειγόντων θεμάτων του ν. 4046/2012 και 4093/2012" (ΦΕΚ Α 229/19-11-2012), η οποία κυρώθηκε (εμπρόθεσμα, μέσα σε τρεις μήνες, κατά το άρθρο 44 παρ. 1 εδ.

τελ. του Συντάγματος) με το άρθρο 34 παρ. 9 και 10 του ν.4111/2013 (ΦΕΚ Α 18/25-1-2013), που επανέλαβε τις σχετικές ρυθμίσεις της πιο πάνω Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, ορίζονται τα εξής: "1. Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου η διάταξη του άρθρου 1 του ν. 2112/1920 (Α` 67), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει και το εδάφιο β` της παραγράφου 2 του άρθρου 74 του ν. 3863/2010 (Α` 115), όπως αυτό τροποποιήθηκε από το εδάφιο β` της παρ. 5 του άρθρου 17 του ν. 3899/2010 (Α` 212) αντικαθίστανται ως εξής: 1.

Η καταγγελία σύμβασης εργασίας ιδιωτικού υπαλλήλου με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, διάρκειας πέραν των δώδεκα (12) μηνών, δεν δύναται να πραγματοποιηθεί χωρίς προηγούμενη έγγραφη προειδοποίηση του εργοδότη, και η οποία θα ισχύει από την επομένη της γνωστοποίησης της προς τον εργαζόμενο με τους εξής όρους α)..., β)..., γ)..., δ) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από δέκα (10) έτη συμπληρωμένα και άνω απαιτείται προειδοποίηση τεσσάρων (4) μηνών πριν την απόλυση.

Εργοδότης που προειδοποιεί εγγράφως τον εργαζόμενο ιδιωτικό υπάλληλο κατά τα ανωτέρω, καταβάλει στον απολυόμενο το ήμισυ της αποζημίωσης απόλυσης για καταγγελία χωρίς προειδοποίηση. 2. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος η παράγραφος 1 του άρθρου 3 του ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: 3.1.

Εργοδότης που παραμελεί την υποχρέωση προειδοποίησης για καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού υπαλλήλου οφείλει να καταβάλει στον απολυόμενο υπάλληλο αποζημίωση απόλυσης ως κατωτέρω, εκτός αν οφείλεται μεγαλύτερη αποζημίωση βάσει σύμβασης ή εθίμου ως εξής: Χρόνος υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη [...] 16 έτη συμπληρωμένα και άνω, ποσό αποζημίωσης 12 μηνών.

Ο υπολογισμός της ως άνω αποζημίωσης γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 3198/1955 (Α` 98) εξακολουθεί να ισχύει. 3. Για ιδιωτικούς υπαλλήλους με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου που ήδη απασχολούνται και έχουν συμπληρώσει στον ίδιο εργοδότη προϋπηρεσία άνω των 17 ετών, καταβάλλεται αποζημίωση απόλυσης επί πλέον της προβλεπομένης στην προηγούμενη περίπτωση αποζημίωσης, οποτεδήποτε και αν απολυθούν, κατά την εξής αναλογία [....].

Για 28 έτη προϋπηρεσίας και άνω, 12 μηνών αποζημίωση. Για τον ανωτέρω υπολογισμό λαμβάνονται υπόψη: α) ο χρόνος προϋπηρεσίας που είχε συμπληρώσει ο υπάλληλος κατά τη δημοσίευση του παρόντος ανεξάρτητα από το χρόνο απόλυσης του και β) οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης που δεν υπερβαίνουν το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ....".

Με τις διατάξεις αυτές αποσυνδέθηκε το ύψος της καταβαλλομένης από τον εργοδότη αποζημίωσης στις περιπτώσεις καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του μισθωτού από το χρονικό διάστημα της έγγραφης προειδοποίησης (προμήνυσης) του μισθωτού για την απόλυσή του, που προέβλεπαν οι αρχικές ρυθμίσεις των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920 και καταργήθηκαν οι ρυθμίσεις του προηγουμένου νομοθετικού καθεστώτος που προέβλεπαν μεγαλύτερη αποζημίωση για τους έχοντες προϋπηρεσία πλέον των 16 ετών συμπληρωμένων στον ίδιο εργοδότη κατά τον χρόνο καταγγελίας και αναλόγως των ως άνω ετών προϋπηρεσίας (μέχρι και 28 ετών), της οποίας το ύψος περιορίσθηκε το πολύ σε δώδεκα μηνιαίους μισθούς για τους έχοντες 16 και άνω συμπληρωμένα έτη προϋπηρεσίας (αντί της μεγαλύτερης αποζημίωσης και μέχρι 24 μηνιαίων μισθών το πολύ για τους έχοντες 28 και άνω συμπληρωμένα έτη προϋπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη).

Επιπρόσθετα όμως ο νομοθέτης, με στόχο τη μερική διασφάλιση των δικαιωμάτων των ήδη εργαζομένων με αυξημένη άνω των 16 ετών προϋπηρεσία, οι οποίοι απασχολούνταν στον ίδιο εργοδότη, περιέλαβε, ως μεταβατική διάταξη, τον ως άνω αριθμό 3 της υποπαραγράφου ΙΑ.12 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 10 του άρθρου 34 του Ν. 4111/2013, ο οποίος προβλέπει ότι οι εργαζόμενοι που κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού (12 Νοεμβρίου 2012) έχουν συμπληρώσει υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη 17 έτη και άνω δικαιούνται πρόσθετης επιπλέον αποζημίωσης, με βάση τα συμπληρωμένα έτη υπηρεσίας τους κατά την ημερομηνία αυτή (12-11-2012) και με μέγιστο όριο τους δώδεκα επί πλέον μισθούς για τους έχοντες συμπληρώσει κατά την εν λόγω ημερομηνία άνω των 28 ετών υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, ανεξαρτήτως του χρόνου που θα λάβει χώρα η καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης.

Επομένως η υπηρεσία που ο μισθωτός θα διανύσει στον ίδιο εργοδότη μετά την 12-11-2012 δεν θα συνεχίσει να προσμετράται για τον υπολογισμό της ως άνω επί πλέον αποζημίωσής του. Δηλαδή, η επιπλέον αυτή αποζημίωση παγιώνεται στον αριθμό των μισθών στον οποίο αυτή είχε ανέλθει την 12-11-2012, οποτεδήποτε και αν απολυθεί, μετά την ημερομηνία αυτή, ο ιδιωτικός υπάλληλος με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που είχε στις 12-11-2012 υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη άνω των 17 ετών, καθώς ο μεταγενέστερος χρόνος υπηρεσίας του δεν θα λαμβάνεται πλέον υπόψη (ΑΠ 1184/2017, ΑΠ 84/2016).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω ναι μεν κατά το άρθρο 3 παρ.1 του ν.2112/1920, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από την προμνησθείσα διάταξη της υποπ. ΙΑ.12 αριθ. 2 της παρ. ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, είναι καθόλα επιτρεπτή η στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθ. 361 του ΑΚ) συμφωνία μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, δυνάμει της οποίας το ύψος της αποζημίωσης απόλυσης συμφωνείται σε μεγαλύτερο ύψος, όπως λ.χ.

η συμφωνία καθορισμού του ύψους αυτής με βάση τις ρυθμίσεις του ευνοϊκότερου για το μισθωτό καθεστώτος του ν. 2112/1920, όπως ίσχυε πριν το ν. 4093/2012, χωρίς δηλαδή τους περιορισμούς της υποπ. ΙΑ 12 αριθ. 3, η μη καταβολή της οποίας έχει κατά τα προεκτεθέντα ως συνέπεια την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και τις εκ της ακυρότητας απορρέουσες έννομες συνέπειες, πλην όμως για την ουσιαστική έρευνα από το δικαστήριο της ουσίας των περί τούτου δικαιωμάτων του εργαζομένου πρέπει η αγωγή αυτού με αντικείμενο την αναγνώριση για το λόγο αυτό της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και την καταβολή αποδοχών υπερημερίας να διαλαμβάνει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο σχετική ιστορική βάση, επί της οποίας θεμελιώνονται τα ανωτέρω δικαιώματα του εργαζομένου.

Διαφορετικά, εάν ελλείπει από την αγωγή αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας η σχετική ιστορική βάση, ο περί τούτου αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατ' άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 218/2020, ΑΠ 279/2019).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3198/1955 η αποζημίωση απόλυσης (ή μέρος αυτής, εφόσον το ύψος της υπερβαίνει τις αποδοχές δύο μηνών - άρθ. 74 παρ.3 του ν. 3863/2010) καταβάλλεται στον απολυόμενο από τον εργοδότη κατά την ημέρα λύσης της σχέσης εργασίας. Αν ο εργαζόμενος αρνηθεί να εισπράξει την προσηκόντως προσφερόμενη αποζημίωση, τότε ο εργοδότης οφείλει σε εύλογο χρόνο από την ατελέσφορη προσφορά να προβεί σε δημόσια κατάθεση αυτής κατά τα άρθρα 427 και 431 του ΑΚ, προκειμένου ν' αποτρέψει την ακυρότητα (ΑΠ 1127/2019, ΑΠ 1388/2014, ΑΠ 1123/2013, ΑΠ 105/2009, ΑΠ 93/2008, ΑΠ 876/2004, ΑΠ 585/1988).

Όμως για το κύρος της καταγγελίας δεν απαιτείται επί πλέον η κοινοποίηση στον απολυόμενο του σχετικού γραμματίου σύστασης παρακαταθήκης, αλλά απλώς η παράλειψη της είναι ενδεχόμενο κατά τη διάταξη του άρθρου 430 του ΑΚ να δημιουργήσει ευθύνη του εργοδότη προς αποζημίωση του μισθωτού για τη ζημία που ο τελευταίος υπέστη από την παράλειψη (ΑΠ 876/2004, ΑΠ 161/1977).

Τέλος με το άρθρο 51 του ν. 4611/2019 (ΦΕΚ Α 73/17-5-2019) προστέθηκε εδάφιο στην παρ. 10 του άρθρου 38 του ν. 4387/2016, με το οποίο ορίσθηκε ότι "Από 1-7-2019 οι αποζημιώσεις απόλυσης των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα και ο αντίστοιχος φόρος της παραγράφου 3 του άρθρου 15 του ν. 4172/2013 (Α` 167) κατατίθενται από τους εργοδότες μέσω λογαριασμού πληρωμών και μεταφέρονται αντιστοίχως και αποδίδονται από τον οικείο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών στους λογαριασμούς των δικαιούχων μισθωτών και του Δημοσίου".

Πάντως η εκ μέρους του εργοδότη παραβίαση της σχετικής υποχρέωσης που απορρέει από την πιο πάνω διάταξη, ως και από την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 1 της υπ' αριθμό 26034/695/18-6-2019 Κοινής Απόφασης των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης - Οικονομικών (ΦΕΚ Β 2362/18-6-2019), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 38 παρ. 10 του ως άνω ν. 4387/2016, επιφέρει σε βάρος αυτού μόνο τις προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 2 της ως άνω Κ.Υ.Α.

διοικητικές κυρώσεις από το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, χωρίς να επηρεάζεται το κύρος της καταγγελίας. Τούτο άλλωστε συνάγεται και από το ότι κατά το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 μόνη η καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της καταγγελίας και όχι ο τρόπος καταβολής αυτής.

Με τα άρθρα 44 έως 47 της υπ' αριθ. 52800/2006 Κοινής Απόφασης των Υφυπουργών Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας - Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΦΕΚ Β 1443/2-10-2006) "Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης του προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιρισμών και της ΠΑΣΕΓΕΣ", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 38 παρ.2 του τότε ισχύοντος ν. 2810/2000 (ΦΕΚ Α 61) "Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις", όπως τροποποιηθέν ίσχυε [πριν την κατάργηση του νόμου αυτού με το άρθρο 50 παρ.1 του ν. 4384/2016 (ΦΕΚ Α 78)] και ως εκ τούτου έχοντος ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 1237/2019, ΑΠ 919/2006), ορίζονται οι λόγοι λύσης της εργασιακής σύμβασης με απόλυση του υπαλλήλου (άρθ. 44), στους οποίους περιλαμβάνεται και η απόλυση λόγω επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης (περ.

α), τα πειθαρχικά παραπτώματα (άρθ. 45), οι πειθαρχικές ποινές (άρθ. 46), στις οποίες περιλαμβάνεται και η πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης (περ. δ), ως και τα πειθαρχικά αδικήματα που τιμωρούνται με οριστική απόλυση (άρθ. 47). Με τη διάταξη του άρθρου 50 παρ. 5 του ιδίου Κανονισμού ορίζεται περαιτέρω ότι οι πειθαρχικές αποφάσεις, που επιβάλλουν την ποινή της προσωρινής ή οριστικής απόλυσης, δεν έχουν ισχύ και δεν εκτελούνται εάν δεν τύχουν προηγουμένως της έγκρισης του Πειθαρχικού Συμβουλίου που λειτουργεί στην ΠΑΣΕΓΕΣ (ΑΠ 1237/2019).

Το Πειθαρχικό Συμβούλιο της ΠΑΣΕΓΕΣ, η συγκρότηση του οποίου προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 51 του ως άνω Κανονισμού, καταργήθηκε όμως με τη διάταξη του άρθρου 61 παρ.14 του ν. 4277/2014 (ΦΕΚ Α 156/1-8-2014) αναδρομικά από 14-2-2012 και κατά συνέπεια η ρύθμιση του άρθρου 50 παρ.5 του ως άνω Κανονισμού, παρά τη μη ρητή κατάργησή της, κατέστη πλέον ανενεργός.

Εξ άλλου, εάν στο πλαίσιο λειτουργίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προβλέπεται πειθαρχικός έλεγχος, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της καταγγελίας την επιβολή πειθαρχικής ποινής, διότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας εξυπηρετεί διαφορετικό σκοπό και είναι ανεξάρτητη από την πειθαρχική διαδικασία, ακόμη και εάν στο πλαίσιο της τελευταίας μπορεί να επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης που εκτελείται με την καταγγελία (ΑΠ 1237/2019, ΑΠ 244/2017, ΑΠ 1173/2017, ΑΠ 769/2016), καθότι με την πρώτη απομακρύνεται της εργασίας ο εργαζόμενος διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί κατά την καλή πίστη να συνεχισθεί για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης (ΟλΑΠ 8/2007, ΟλΑΠ 43/2002, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 380/2019, ΑΠ 1164/2019, ΑΠ 284/2018, ΑΠ 769/2016).

Η προσφυγή όμως του εργοδότη στην καταγγελία, ελέγχεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο, το οποίο επίσης ερευνά, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης και στηρίζεται στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος.

Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη (ΑΠ 630/2020, ΑΠ 390/2019, ΑΠ 1164/2019, ΑΠ 1173/2017, ΑΠ 244/2017, ΑΠ 769/2016, ΑΠ 601/2013).

Δεν παραβιάζεται όμως η αρχή της αναλογικότητας, οσάκις ο εργαζόμενος παρά την επιβολή σε βάρος του πειθαρχικής ποινής για παραβίαση συμβατικής του υποχρέωσης, εξακολουθεί εμμένοντας στις απόψεις του να αρνείται να συμμορφωθεί προς την αντίστοιχη συμβατική του υποχρέωση, με συνέπεια την καταγγελία, καθότι στην περίπτωση αυτή η εργασιακή σχέση δεν μπορεί κατά την καλή πίστη να συνεχισθεί για τον εργοδότη.

Τέλος με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.2 του Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου αριθ. 6/28-2-2012 (ΦΕΚ Α 38/28-2-2012), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012 "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων χρηματοδοτικής διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της Εθνικής Οικονομίας" (ΦΕΚ Α 26/14-2-2012) και εντός της χορηγηθείσας από τη διάταξη αυτή νομοθετικής εξουσιοδότησης (ΟλΑΠ 11/2007, ΟλΣτΕ 2307/2014 σκέψη 37) ορίζεται ότι: "Από την 14-2-2012 διατάξεις νόμων ή κανονιστικών αποφάσεων, καθώς και όροι Συλλογικών Συμβάσεων και Διαιτητικών Αποφάσεων, Κανονισμών Εργασίας, Οργανισμών Προσωπικού και αποφάσεων Διοίκησης επιχειρήσεων, που θεσπίζουν όρους που υποκρύπτουν μονιμότητα ή ρήτρες μονιμότητας παρεκκλίνοντας από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας ή και προβλέπουν την εφαρμογή, αναλογική ή ευθεία, διατάξεων του Κώδικα περί Δημοσίων Υπαλλήλων, καταργούνται.

Οι διατάξεις που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρείες ή οργανισμούς που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του Ν. 1256/82 (Α 65) ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του Ν. 1892/1990 (Α 101)".

Με το άρθρο 6 της ως άνω Π.Υ.Σ. ορίσθηκε ότι η ισχύς της αρχίζει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (28-2-2012), εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις. Από τις προαναφερθείσες ρυθμίσεις σαφώς προκύπτει, ότι με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.2 της παραπάνω Π.Υ.Σ. καταργήθηκαν από τις 14 Φεβρουαρίου 2012 οι λεγόμενες ρήτρες μονιμότητας, δηλαδή, οι κανονιστικοί εκείνοι όροι με τους οποίους ο εργοδότης αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην απολύσει τον εργαζόμενο, παρά μόνο για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά και των οποίων η βασιμότητα κρίνεται συνήθως με ορισμένη διαδικασία.

Οι όροι αυτοί μπορεί να ενυπάρχουν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας τόσο ορισμένου όσο και αορίστου χρόνου. Η μονιμότητα δηλαδή αποτελεί είδος περιορισμού του δικαιώματος του εργοδότη να προβεί στην ελεύθερη καταγγελία της σύμβασης εργασίας των απασχολουμένων από αυτόν μισθωτών.

Ειδικότερα, η έννοια της παρ. 2 του άρθρου 5 της εν λόγω υπ` αριθμό 6/2012 Π.Υ.Σ. είναι ότι καταργούνται, πέραν του ορίου ηλικίας ή της προϋπόθεσης συνταξιοδότησης (περί της οποίας προβλέπει η παρ. 1 του ως άνω άρθρου), οι διαδικαστικοί και ουσιαστικοί περιορισμοί του δικαιώματος καταγγελίας, ανεξαρτήτως εάν αυτοί προβλέπονταν από διατάξεις νόμων ή κανονιστικές αποφάσεις ή συλλογικές ρυθμίσεις ή κανονισμούς εργασίας ή οργανισμούς προσωπικού ή αποφάσεις οργάνων διοίκησης των επιχειρήσεων, καθώς και ό,τι παρεκκλίνει από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας και ό,τι προσομοιάζει στον Υπαλληλικό Κώδικα αναφορικά με τα θέματα απόλυσης, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως ορισμένου (λόγω θέσπισης ορίου ηλικίας ή προϋπόθεσης συνταξιοδότησης ως χρονικού σημείου της λήξης αυτής) ή αορίστου χρόνου.

Καταργούνται δηλαδή οι ρυθμίσεις εκείνες που ειδικά επί συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αποκλείουν την τακτική καταγγελία ή την καθιστούν αιτιώδη, εξαρτώντας αυτήν από σπουδαίο λόγο ή από συγκεκριμένους λόγους. Η δε αναφορά στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 5 περί της μετατροπής των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, που λήγουν με τη συμπλήρωση ορισμένου ορίου ηλικίας του μισθωτού ή των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, για την οποία μετατροπή προβλέπει ειδικά η παράγραφος 1 του άρθρου 5 της εν λόγω Π.Υ.Σ., αφορά την πλέον συνήθη περίπτωση κανονισμών εργασίας ή οργανισμών προσωπικού που τις προβλέπουν και, κατά την αληθή έννοια των παραπάνω ρυθμίσεων, δεν περιορίζει το πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 2 του ιδίου άρθρου μόνο στις περιπτώσεις αυτές.

Κατ` ακολουθία των ανωτέρω και δεδομένου ότι η ανωτέρω υπ` αριθμό 6/2012 Π.Υ.Σ. στόχευε στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας των ιδιωτικών επιχειρήσεων και οργανισμών και στην αποδέσμευσή τους από κανονιστικούς όρους που καθιερώνουν ρήτρες μονιμότητας, οι οποίες εγκλωβίζουν τις εργασιακές σχέσεις σε συγκεκριμένο νομοθετικό καθεστώς εξαιρετικά δυσμενέστερο από το προβλεπόμενο από τις κείμενες εργατικές διατάξεις, στερώντας από τις επιχειρήσεις και οργανισμούς τη δυνατότητα λήψης μέτρων εξυγίανσης μέσω της μείωσης του εργασιακού κόστους, κατήργησε με τη διάταξη του εδαφίου α της παρ. 2 του άρθρου 5 αυτής από 14-2-2012, τις περί του αντιθέτου ρυθμίσεις της έχουσας ισχύ ουσιαστικού νόμου ως άνω με αριθμό 52800/5.9.2006 Κοινής Απόφασης των Υφυπουργών Απασχόλησης-Κοινωνικής Προστασίας και Αγροτικής Ανάπτυξης - Τροφίμων "Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης του Προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων και της ΠΑΣΕΓΕΣ" (ΦΕΚ Β 1443/2.10.2006) και ειδικότερα εκείνες του άρθρου 44 του ως άνω Κανονισμού κατά το μέρος που προβλέπουν περιοριστικά τους λόγους απόλυσης του προσωπικού των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων, στους οποίους περιλαμβάνεται και η επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης (που προβλέπεται από το άρθρο 46 εδ.

δ` του Κανονισμού και επιβάλλεται στον υπάλληλο για τα αναφερόμενα στο άρθρο 47 του Κανονισμού σοβαρά πειθαρχικά παραπτώματα) καθώς και για σπουδαίο λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.

Ειδικότερα ο άνω κανονισμός, κατά το μέρος που προέβλεπε περιοριστικά συγκεκριμένους λόγους για την καταγγελία των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας [αορίστου χρόνου] του προσωπικού των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων (τακτικού και εκτάκτου) καταργήθηκε και κατά συνέπεια η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη πρωτοβάθμια αγροτική συνεταιριστική οργάνωση δεν δεσμεύεται πλέον από όσα ορίζονταν στον κανονισμό αυτό, έχοντας τη δυνατότητα να προβεί στην καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, τηρώντας απλώς τις διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας (έγγραφος τύπος και καταβολή αποζημίωσης) (ΟλΑΠ 11/2017, ΑΠ 1864/2022, ΑΠ 987/2022, ΑΠ 140/2020, ΑΠ 1237/2019).

Με το άρθρο ενδέκατο και υπό τον παράτιτλο "Ακυρότητα καταγγελιών σύμβασης εργασίας" της από 20 Μαρτίου 2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου "Κατεπείγοντα μέτρα αντιμετώπισης συνεπειών κινδύνου διασποράς του κορωνοϊού COVID -19" (ΦΕΚ Α 68), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4683/2020 (ΦΕΚ Α/ 10-4-2020) ορίσθηκε α) στην παρ.1 αυτού με έναρξη ισχύος από 18 Μαρτίου 2020 ότι οι επιχειρήσεις-εργοδότες, που τελούν σε αναστολή της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, κατόπιν εντολής δημόσιας αρχής, και για όσο χρονικό διάστημα διαρκούν τα μέτρα αντιμετώπισης του κορωνοϊού COVID-19, υποχρεούνται να μην προβούν σε μειώσεις προσωπικού με καταγγελία των συμβάσεων εργασίας και ότι περίπτωση πραγματοποίησής τους, οι καταγγελίες αυτές είναι άκυρες και β) στην παρ. 2 Α αυτού ότι επιχειρήσεις-εργοδότες του ιδιωτικού τομέα, που πλήττονται σημαντικά, λόγω των αρνητικών συνεπειών του φαινόμενου του κορωνοϊού-COVID 19, δύνανται να αναστέλλουν τις συμβάσεις εργασίας μέρους ή του συνόλου του προσωπικού τους, προκειμένου να προσαρμοστούν οι λειτουργικές ανάγκες τους στο δυσμενές περιβάλλον που δημιουργείται.

Η αναστολή των συμβάσεων εργασίας μπορεί να εφαρμοστεί μέχρι ένα (1) μήνα από τη δημοσίευση της παρούσας, με δυνατότητα παράτασης με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, λαμβάνοντας υπόψη την πορεία εξέλιξης του φαινομένου (περ. α). Οι επιχειρήσεις-εργοδότες του ιδιωτικού τομέα που κάνουν χρήση της ανωτέρω ρύθμισης απαγορεύεται ρητά να προβούν σε καταγγελία των συμβάσεων εργασίας για το σύνολο του προσωπικού τους και, σε περίπτωση πραγματοποίησής της, αυτή είναι άκυρη (περ.

β). Οι επιχειρήσεις-εργοδότες του ιδιωτικού τομέα που κάνουν χρήση της ανωτέρω ρύθμισης υποχρεούνται μετά τη λήξη του χρόνου της αναστολής των συμβάσεων εργασίας του προσωπικού τους, να διατηρήσουν τον ίδιο αριθμό θέσεων εργασίας για χρονικό διάστημα ίσο με εκείνο της αναστολής (περ. γ) Η διάταξη της ως άνω περίπτωσης (α) εφαρμόζεται μόνο σε επιχειρήσεις-εργοδότες του ιδιωτικού τομέα, που έχουν οριστεί από το Υπουργείο Οικονομικών, βάσει Κ.Α.Δ κύριας δραστηριότητας, ως κλάδοι πληττόμενοι από την εξάπλωση του κορωνοϊού COVID-19 (περ.

δ). Αντίστοιχες ρυθμίσεις περιέλαβε και η εφαρμοστική των πιο πάνω διατάξεων με αριθ. 12998/232/23-3-2020 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών-Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων (ΦΕΚ Β 1078/23-3-2020). Από τις ως άνω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι η απαγόρευση απολύσεων λόγω μείωσης του προσωπικού [και όχι για άλλο λόγο] και για όσο χρονικό διάστημα διαρκούν τα μέτρα αντιμετώπισης του κορωνοϊού δεν αφορά το σύνολο των επιχειρήσεων της χώρας, αλλά μόνο εκείνες τις επιχειρήσεις που είχαν υποχρεωθεί με εντολή της διοίκησης να αναστείλουν την επιχειρηματική τους δραστηριότητα ή είχαν υποχρεωθεί, προκειμένου να προσαρμοστούν στο δυσμενές περιβάλλον, ως κλάδοι πληττόμενοι από την εξάπλωση του κορωνοϊού βάσει Κ.Α.Δ.

κύριας δραστηριότητας, ν' αναστείλουν μέρος ή το σύνολο των συμβάσεων εργασίας του προσωπικού τους για ένα μήνα, χρονικό διάστημα που μπορούσε να παραταθεί με πράξη της Διοίκησης.

Για την επί της ουσίας έρευνα σχετικού ισχυρισμού, η αγωγή του εργαζομένου με αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου λόγω μείωσης του προσωπικού, ως λαβούσας χώρα παρά την ως άνω απαγόρευση και τις από την ακυρότητα αυτή συνέπειες, πρέπει να διαλαμβάνει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο σχετική ιστορική βάση με ειδική μάλιστα μνεία της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εναγόμενου εργοδότη, ως εμπίπτουσας στις ως άνω κατηγορίες, διαφορετικά, εάν δεν υπάρχει τέτοια ιστορική βάση, ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 330/2022, ΑΠ 1123/2022, ΑΠ 319/2017).

Εξάλλου οι εγκύκλιοι της διοίκησης δεν αποτελούν κανόνες ουσιαστικού διακαίου και συνεπώς η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή εγκυκλίου δεν ιδρύει αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1210/2019, ΑΠ 1182/2017, ΑΠ 113/2017, ΑΠ 410/2010).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006).

Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 75/2022, ΑΠ 257/2021, ΑΠ 698/2021, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1122/2019).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1123/2022, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 319/2017).

Εξάλλου, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος, (ΑΠ 57/2023, ΑΠ 485/2019, ΑΠ 1241/2019).

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 857/2024, ΑΠ 1926/2024, ΑΠ 1132/2022, ΑΠ 753/2020, ΑΠ 383/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, επί της ασκηθείσας από τον ενάγοντα-αναιρεσείοντα από 9-5-2022 με αριθμό κατάθεσης 45/10-5-2022 έφεσης, εκδόθηκε η με αριθμό 63/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Με την προσβαλλομένη απόφασή του το Εφετείο, ερευνώντας τους σχετικούς λόγους της έφεσης του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, με την οποία η αγωγή του είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα ακόλουθα: " Ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), απόφοιτος του Οικονομικού Τμήματος της Σχολής Νομικών Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών, βάσει της από 3-4-2000 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προσλήφθηκε από τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) Αγροτικό Ελαιουργικό Συνεταιρισμό Στυλίδας Φθιώτιδας, για να εργαστεί με την ειδικότητα του υπαλλήλου λογιστηρίου - ταμία για χρονικό διάστημα ενός έτους.

Μετά το πέρας του ενός έτους, συνήφθη η από 3-4-2001 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μεταξύ του ενάγοντος και των νομίμων εκπροσώπων του εναγόμενου, βάσει της οποίας αυτός προσλήφθηκε για να εργαστεί με την ίδια ως άνω ειδικότητα και με τους όρους, οι οποίοι αναγράφονται στην σύμβαση. Από την αρχική του πρόσληψη και μέχρι το έτος 2005, ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στα γραφεία του εναγόμενου στη Στυλίδα και από το έτος 2005 και εφεξής, οπότε το λογιστήριο του εναγόμενου μεταφέρθηκε στη ΒΙ.ΠΕ.

Λαμίας, όπου λειτουργούσε υποκατάστημά του, εργαζόταν στις κείμενες στη ΒΙ.ΠΕ. εγκαταστάσεις του. Η τήρηση της μισθοδοσίας των υπαλλήλων του εναγόμενου (έκδοση ηλεκτρονικών αποδείξεων πληρωμής και ηλεκτρονική κατάθεση των χρημάτων στους τηρούμενους λογαριασμούς μισθοδοσίας), έκδοση αξιόγραφων, που υπογράφονταν από τον εκάστοτε Διευθύνοντα Σύμβουλο, η ηλεκτρονική υποβολή δηλώσεων παρακρατούμενων φόρων και φόρων μισθωτών υπηρεσιών, η ηλεκτρονική υποβολή προς το ΙΚΑ ΑΠΔ για τους υπαλλήλους του εναγόμενου, η είσπραξη μετρητών από τις συναλλαγές του εναγόμενου και η έκδοση αντίστοιχων παραστατικών, η κατάθεση αυτών (των μετρητών) στην τράπεζα και η παρακολούθηση των εισπράξεων του εναγόμενου που γίνονταν μέσω ΡΟS, αποτελούσαν τα καθήκοντα του ενάγοντος, τα οποία, ο τελευταίος ασκούσε προσηκόντως, όπως με σαφήνεια αποδεικνύεται από τις ένορκες βεβαιώσεις των συναδέλφων του ενάγοντος και εργαζόμενων στο λογιστήριο του εναγόμενου, Α.

Κ., Α. Χ. και Χ. Σ. Μετέπειτα, επήλθε ρήξη, από το φθινόπωρο του έτους 2019, στις σχέσεις του ενάγοντος κυρίως με τον Διευθυντή του εναγόμενου, Χ. Κ. αλλά και με τον Προϊστάμενο του λογιστηρίου, Χ. Σ. και εξαιτίας αυτού του γεγονότος, έλαβε χώρα περιστατικό, κατά τη διάρκεια του οποίου, ο ενάγων παρεκτράπηκε και μίλησε απρεπώς προς τον ως άνω Διευθυντή, Ο ενάγων, γι' αυτή την συμπεριφορά του, τιμωρήθηκε πειθαρχικώς, με απόφαση του ΔΣ του εναγόμενου, με την ποινή της στέρησης αποδοχών ενός (1) μηνός, αλλά στην συνέχεια, αποφασίστηκε να μην εκτελεστεί η επιβληθείσα πειθαρχική ποινή.

Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αιτία της ρήξης αποτέλεσε το γεγονός ότι ο ίδιος αντέδρασε αφενός μεν στην είσπραξη χρηματικών ποσών, χωρίς την έκδοση παραστατικών, κατά παράβαση των αρχών της λογιστικής και στην περαιτέρω διάθεσή τους προς το Διευθυντή και άλλους εργαζομένους υπό τη μορφή υπερωριών, γεγονός, που προκάλεσε την έντονη δυσφορία του Διευθυντή και αφετέρου στη μη τήρηση της εργατικής νομοθεσίας και στη μη καταβολή σε εργαζομένους, ιδίως εποχικούς, των νομίμων αμοιβών και προσαυξήσεων για την απασχόλησή τους καθ' υπέρβαση των νομίμων χρονικών ορίων της εργασίας τους, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε.

Συγκεκριμένα, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε οποιαδήποτε αντίδραση στην προαναφερόμενη, παράτυπη πρακτική, η οποία λάμβανε χώρα τουλάχιστον από το έτος 2005, αφού με επιμέλειά του τηρούνταν οι προσκομισθείσες από τον εναγόμενο χειρόγραφες καταστάσεις, στις οποίες εμφαίνονται ποσά μετρητών, που εισπράχθηκαν χωρίς παραστατικά και η περαιτέρω διάθεσή τους, όχι μόνο σε μέλη του ΔΣ, αλλά και για άλλες αιτίες, όπως η καταβολή δικηγορικής αμοιβής, οδοιπορικών, υπερωριών για παραλαβή ελιών, η αγορά πουλερικών-γαλοπούλων για τους εργαζομένους του εναγόμενου τα Χριστούγεννα).

Άλλωστε, κατά το παρελθόν ο ενάγων, είχε και ο ίδιος ωφεληθεί, δια της είσπραξης ποσών ως υπερωριών, για την παραλαβή ελιών, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας του εναγόμενου. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι είχαν λάβει χώρα παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας, υπό τη μορφή της μη καταβολής δεδουλευμένων υπερωριών, καθόσον δεν προσκομίστηκαν αντίστοιχα έγγραφα προερχόμενα από μονίμους ή εποχικούς υπαλλήλους, εκ των οποίων να προκύπτει η εκ μέρους τους απαίτηση αντίστοιχων αξιώσεων.

Επίσης, από κανένα αποδεικτικό μέσο, δεν αποδείχθηκε βάσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι λόγω της ως άνω αντίδρασής του, ο Διευθυντής του συμπεριφερόταν σταθερά μειωτικά και απαξιωτικά. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι ο Διευθυντής του εναγόμενου ανέθετε στον ενάγοντα να ψωνίζει για λογαριασμό του από το σούπερ-μάρκετ, ενώ σχετικά με το περιστατικό που έγινε στις 24-9-2019, κατά τη διάρκεια επίσκεψης πελάτη - εκπροσώπου της εταιρίας Chem Tec στα γραφεία του εναγόμενου, όπου ο Διευθυντής ζήτησε από τον ενάγοντα να φτιάξει καφέ και αληθή υποτιθέμενο καθώς, ο εναγόμενος αμφισβητεί την αλήθεια του, μόνη η ανάθεση αυτής της εντολής δεν κρίνεται ότι θίγει την προσωπικότητα του ενάγοντος αλλά ούτε ότι μειώνει αυτόν ως επαγγελματία.

Αντιθέτως, η απάντηση του ενάγοντος προς τον Διευθυντή, σύμφωνα με το περιεχόμενο του από 8-10-2019 απολογητικού του σημειώματος, "οι κυρίες για καφέ, κύριε Διευθυντά" εκδηλώνει απαξίωση προς τις συναδέλφους του, εκ των οποίων η Α. Κ. ήταν και αρχαιότερή του, αλλά και προς τον ίδιο τον Διευθυντή του, καθώς τον άκουσαν οι συνάδελφοί του αλλά και ο πελάτης επιχείρησης.

Περαιτέρω, στις 17-1-2020, το ΔΣ του εναγόμενου αποδείχθηκε ότι συγκλήθηκε και αποφάσισε τη μετακίνηση του ενάγοντος μέχρι τις 3-2-2020, από τη ΒΙ.ΠΕ στις εγκαταστάσεις του στην Στυλίδα, διότι είχε αυξηθεί ο τζίρος στα εκεί γραφεία, ενώ πλέον δεν υφίσταντο εισπράξεις με μετρητά στη ΒΙΠΕ, ο δε ενάγων θα μπορούσε [να] εκτελέσει τα καθήκοντά του, χωρίς πρόβλημα και από τα γραφεία της Στυλίδας, τα οποία με την παρουσία του θα λειτουργούσαν καλύτερα.

Στις 28-1-2020, η ως άνω απόφαση κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα, ο οποίος κλήθηκε να αναλάβει τα καθήκοντα του στην έδρα του εναγόμενου, στην Στυλίδα ως τις 3-2-2020. Στο έγγραφο που του κοινοποιήθηκε γίνεται ρητή αναφορά ότι οι αρμοδιότητες, τα καθήκοντα και οι ευθύνες της θέσης του ενάγοντος δεν επρόκειτο να διαφοροποιηθούν σε τίποτε.

Ο ενάγων απέστειλε την από 31-1-2020 επιστολή του, στον εναγόμενο στην οποία ανέφερε ότι δεν επρόκειτο να αποδεχθεί τη μετακίνηση, εκλαμβάνοντας την ως μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, που έγινε για λόγους εκδίκησης, εξαιτίας των διενέξεων του με τον Διευθυντή και η οποία δεν εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του εναγόμενου, καθόσον στο γραφείο της Στυλίδας δεν είχαν την οργάνωση που απαιτούσε ένα σύγχρονα εξοπλισμένο λογιστήριο.

Ωστόσο, δήλωσε ότι θα μετέβαινε στα γραφεία της Στυλίδας, όποτε θα ήταν απαραίτητο για την επίλυση και διευθέτηση των θεμάτων, που τυχόν θα ανέκυπταν. Ο εναγόμενος κοινοποίησε στον ενάγοντα την από 10-2-2020 επιστολή του, απαντώντας στην ως άνω επιστολή, με την οποία τον ενημέρωνε για τους λόγους της μετακίνησης, επισημαίνοντας την αύξηση του κύκλου εργασιών του γραφείου της Στυλίδας, λόγω της διεύρυνσης των αρμοδιοτήτων του και την αδυναμία του εκεί απασχολούμενου γεωπόνου να ανταποκριθεί σε καθήκοντα, που απαιτούσαν γνώσεις λογιστικής, ενώ επιπροσθέτως δικαιολογούσε και το γεγονός ότι επελέγη ο ίδιος προς μετακίνηση, λόγω του ότι ήταν άγαμος σε σχέση με τις συναδέλφους του, Κ.

και Χ., οι οποίες ήταν έγγαμες και ότι διέμενε στον Αχινό Ν. Φθιώτιδος, που γειτνιάζει με την Στυλίδα, ενώ οι λοιποί εργαζόμενοι στο λογιστήριο διατηρούσαν κατοικίες στη Λαμία, ακολούθως δε επαναλάμβανε τη διαβεβαίωση ότι δεν επρόκειτο να μεταβληθούν τα καθήκοντα, το ωράριο και οι αποδοχές του από τη μετακίνηση, η οποία ουδόλως σχετιζόταν με τη διατάραξη των σχέσεων αυτού με τον Διευθυντή.

Στις 27-2-2020, εξαιτίας της άρνησης του ενάγοντος να συμμορφωθεί στην ως άνω απόφαση της διοίκησης του εναγόμενου, συνήλθε εκ νέου το ΔΣ αυτού και διαπιστώνοντας τη μη εύρυθμη λειτουργία της οργάνωσης του συνεταιρισμού, εξαιτίας της άρνησης του ενάγοντος, αποφάσισε ομοφώνως να επιβάλει σε αυτόν ως πειθαρχική ποινή πρόστιμο ίσο με τις αποδοχές ενός μήνα (βλ.

το με αριθμό ....2020 πρακτικό ΔΣ), σε περίπτωση δε νέας μη συμμόρφωσής του εντός μήνα, αποφάσισε ότι θα έπρεπε να του επιβληθεί η ποινή της οριστικής απόλυσης. Η ως άνω απόφαση κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα στις 28-2-2020, ενώ ακολούθησε η από 16-3-2020 πρόσκληση του εναγόμενου προς τον ενάγοντα να μην προχωρήσει, ως ταμίας, στην καταβολή της μισθοδοσίας του, για το μήνα Μάρτιο του 2020, σε εκτέλεση της ως άνω επιβληθείσας πειθαρχικής ποινής, λόγω της μη συμμόρφωσής του με την απόφαση μετακίνησής του.

Ο ενάγων, στις 9-3-2020, είχε προσφύγει στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, η συνεδρίαση του οποίου ωστόσο, λόγω των μέτρων περιορισμού της διάδοσης του κορωνοϊού, προσδιορίστηκε για τον Ιούνιο 2020.

Περαιτέρω, το ΔΣ του εναγόμενου, συγκροτήθηκε στις 2-4-2020 και κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, ο Πρόεδρος ενημέρωσε τα λοιπά μέλη ότι ο ενάγων δεν ανέλαβε τα καθήκοντά του στο γραφείο της Στυλίδας και ότι ο τελευταίος, αυτοβούλως προέβη σε κατάθεση στο λογαριασμό της μισθοδοσίας του των αποδοχών μηνός Μαρτίου, παρά τη γραπτή, αλλά και προφορική εντολή, που του δόθηκε για την ισχύ και την εκτέλεση της πειθαρχικής ποινής του.

Επίσης, τους γνωστοποίησε το γεγονός ότι ο ενάγων είχε επιτεθεί φραστικά στον Διευθυντή, προκαλώντας ένταση στην οργάνωση για άλλη μια φορά (συναφώς προσκομίζεται το με αριθμό πρωτοκόλλου ....2020 αντίγραφο του βιβλίου αδικημάτων και συμβάντων της 11ης Μαΐου 2020, σύμφωνα με το οποίο στις 11.05.2020 ο Διευθυντής του εναγόμενου, Χ.

Κ. μετέβη στο ΑΤ Λαμίας και υπέβαλε έγκληση κατά του ενάγοντος για τα αδικήματα της απειλής και της εξύβρισης, που έλαβαν χώρα στις 30.03.2020 και ώρα 12.00 μμ). Με το με αριθμό ....2020 πρακτικό, το ΔΣ αποφάσισε να δοθεί στον ενάγοντα για τελευταία φορά πρόσκληση προς συμμόρφωση στην εντολή μετακίνησής του στην Στυλίδα, άλλως αποφάνθηκε ότι θα έπρεπε να υλοποιηθεί η απόφαση, που είχε ληφθεί σε προηγούμενη συνεδρίαση, περί απόλυσής του (πρόκειται για την απόφαση, που περιλαμβάνεται στο πρακτικό με αριθμό 1027/27,02.2020).

Ενόψει των ανωτέρω και μετά προφορική ενημέρωση του ενάγοντος, αυτός πράγματι αποδέχθηκε στις 3-4-2020 ανεπιφύλακτα την προμνησθείσα απόφαση, όπως ο ίδιος ομολογεί και προκύπτει από την από 3-4-2020 σημείωση στο τέλος του προμνησθέντος από 10-2-2020 εγγράφου του εναγόμενου, που φέρει την υπογραφή του, τη γνησιότητα της οποίας ουδόλως αμφισβήτησε.

Πράγματι, ο ενάγων από την επομένη εργάσιμη ημέρα (Δευτέρα 6 Απριλίου 2020), προσερχόταν προς εργασία στο γραφείο της Στυλίδας, όπου παρείχε τις υπηρεσίες του προσήκοντος, καθόσον προέβη στην σύνταξη της μισθοδοσίας μηνός Απριλίου και του επιδόματος Πάσχα για το σύνολο των εργαζομένων, αλλά και όλες τις λοιπές λογιστικές εργασίες, που άπτονταν των καθηκόντων του ως ταμία, όπως προκύπτει από τις ένορκες βεβαιώσεις των Κ., Χ.

και Σ., η αλήθεια των οποίων δεν αναιρείται από το περιεχόμενο της ένορκης κατάθεσης της Ε. Φ., που περιλαμβάνεται στη με αριθμό ....2020 ένορκη βεβαίωση, που προσκομίζεται από τον ενάγοντα, σύμφωνα με την οποία υπήρχαν δυσκολίες στην εκτέλεση των καθηκόντων του αφενός λόγω της παρουσίας αγροτών, που προσέρχονταν και προκαλούσαν οχλήσεις με φωνασκίες, ενώ δυσχέρειες προκαλούσε και η διακοπή του δικτύου σύνδεσης στο διαδίκτυο.

Η ως άνω ένορκη βεβαίωση δεν κρίνεται πειστική διότι λόγω των αυστηρών περιορισμών μετακίνησης, που ίσχυαν κατά το μήνα Απρίλιο 2020, οπωσδήποτε δεν υπήρξε αθρόα προσέλευση αγροτών στο γραφείο της Στυλίδας για την επίλυση των θεμάτων τους, ενώ σύμφωνα με την ένορκη βεβαίωση του Κ. Κ., που προσκομίζει ο εναγόμενος, ο τελευταίος από τις αρχές Φεβρουάριου 2020, είχε λάβει εντολή από τον Διευθυντή του εναγόμενου να οργανώσει μηχανογραφικά το γραφείο της Στυλίδας, ώστε να μπορεί ο ταμίας να εκδίδει από εκεί τη μισθοδοσία των υπαλλήλων και να ενεργεί όλες τις λογιστικές και ταμειακές πράξεις, ο ίδιος δε, δημιούργησε εικονικό ιδιωτικό δίκτυο, ώστε να γίνεται με τη μέγιστη ασφάλεια η σύνδεση με το γραφείο της ΒΙ.ΠΕ., εγκατέστησε εικονικό Η/Υ μέσα στον serve (εννοεί server), που βρισκόταν στο υποκατάστημα της ΒΙ.ΠΕ., καθώς και το πρόγραμμα απομακρυσμένης πρόσβασης και το πρόγραμμα clients, που χρειαζόταν ο ενάγων, ώστε να έχει πρόσβαση σε όλες τις εφαρμογές του συνεταιρισμού, στο ταμείο, στο πρόγραμμα συγκέντρωσης ελιάς και στη μισθοδοσία του προσωπικού και γενικά σε κάθε έγγραφο, όπως και τα προηγούμενα χρόνια.

Επιπροσθέτως, ο Κ. ανέφερε στην ως άνω ένορκη βεβαίωσή του ότι ο ενάγων από τον υπολογιστή του στην Στυλίδα είχε πρόσβαση στον εικονικό Η/Υ του λογιστηρίου της ΒΙΠΕ και στο περιβάλλον αυτού, καθώς και στις διαδικτυακές κρατικές υπηρεσίες (gsis, efka) και στις διαδικτυακές υπηρεσίες των τραπεζών, αλλά και στο σύστημα ωρομέτρησης του προσωπικού, μετέφερε δε τον έλεγχο του ποντικιού και του πληκτρολογίου στο απομακρυσμένο υπολογιστή του γραφείου της Στυλίδας, χωρίς μεταφορά δεδομένων εφαρμογών, με αποτέλεσμα το σύστημα, που είχε δημιουργήσει να έχει πολύ μεγάλη ταχύτητα, ανεξάρτητα από την ταχύτητα του δικτύου σύνδεσης στο διαδίκτυο, τόνισε δε ότι, κατά τη διάρκεια της εργασίας του στην Στυλίδα, ο ενάγων εξέδωσε κανονικά τη μισθοδοσία του προσωπικού, εκτέλεσε τις ηλεκτρονικές πληρωμές και ήταν συνδεδεμένος με την κεντρική μονάδα του λογιστηρίου της ΒΙ.ΠΕ, ενώ ουδέποτε υπέβαλε παράπονα στον ίδιο για ανέφικτη απομακρυσμένη σύνδεση ή για το ότι δεν μπορούσε να ασκήσει τα καθήκοντά του, όπως το έκανε στη ΒΙΠΕ.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εργάστηκε στο γραφείο της Στυλίδας ως τις 20-4-2020 και στις 21-4-2020 ανέλαβε τα προσωπικά του αντικείμενα και επανήλθε στο λογιστήριο του εναγόμενου στη ΒΙΠΕ, με συνέπεια να προκληθεί έντονο επεισόδιο, εκτόξευσε δε απειλές κατά του Προέδρου του εναγόμενου, Γ. Π., για τις οποίες ο τελευταίος υπέβαλε έγκληση, σύμφωνα με το με αριθμό πρωτοκόλλου ....2020 αντίγραφο του βιβλίου αδικημάτων - συμβάντων του ΑΤ Λαμίας της 11ης Μαϊου 2020.

Στις 22-4-2020 συγκροτήθηκε το ΔΣ του εναγόμενου, δυνάμει δε του με αριθμό ....2020 πρακτικού, αποφασίστηκε να γίνει απόλυση του ενάγοντος, για το λόγο ότι, χωρίς ενημέρωση και άδεια, αυτοβούλως επανήλθε στο λογιστήριο και μίλησε υποτιμητικά και υβριστικά κατά του Προέδρου του ΔΣ, αλλά και λόγω της εν γένει συμπεριφοράς του, των αλλεπάλληλων κρουσμάτων αντιπειθαρχικής συμπεριφοράς και απείθειας στις εντολές των προϊσταμένων του και της ένεκα αυτής αδυναμίας του προς συνεργασία με τους συναδέλφους και τη διοίκηση του Συνεταιρισμού (βλ.

το με αριθμό πρωτοκόλλου ...-2020 αντίγραφο, που προσκομίστηκε από τον εναγόμενο, από το βιβλίο αδικημάτων και συμβάντων του ΑΤ Λαμίας, από το οποίο προκύπτει ότι ο προϊστάμενος του λογιστηρίου του εναγόμενου, Χ. Σ., υπέβαλε έγκληση κατά του ενάγοντος για εξύβριση τελεσθείσα την ίδια ημέρα και το αντίγραφο από το βιβλίο αδικημάτων και συμβάντων του ΑΤ Στυλίδας, της 5ης Απριλίου 2020, σύμφωνα με το οποίο η Α.

Κ. εξέφρασε κατά του ενάγοντος παράπονα για εξύβριση και απειλή τελεσθείσες αυθημερόν, ζητώντας να γίνουν σε αυτόν συστάσεις, πράξεις, που ο ενάγων προσελθών αυθημερόν αποδέχθηκε, αιτιολογώντας αυτές ως οφειλόμενες σε "ένταση της στιγμής"). Στις 22-4-2020, ο ενάγων ενημερώθηκε για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του (προκλήθηκε εκ νέου φραστικό επεισόδιο και ο ενάγων εξύβρισε το μέλος του ΔΣ του εναγόμενου Α.

Δ., ο οποίος υπέβαλε σε βάρος του έγκληση), ενώ έγγραφη ενημέρωση απεστάλη και στο Σώμα Επιθεωρητών Εργασίας. Πλην όμως, ο ενάγων, όπως ο ίδιος ομολογεί, αυτός αρνήθηκε να παραλάβει το σχετικό έγγραφο, αλλά και να παραδώσει αν και κλήθηκε, τα κλειδιά του χρηματοκιβωτίου, που κατείχε και εντός του οποίου φυλάσσονταν μετρητά χρήματα, επιταγές και σφραγίδες του εναγόμενου και αξιόγραφα πελατών.

Γι' αυτήν την τελευταία άρνηση του ενάγοντος μετά από σχετική απόφαση του ΔΣ, που αποτυπώνεται στο με αριθμό ....2020 πρακτικό, υποβλήθηκε κατά του ενάγοντος έγκληση για υπεξαίρεση και υπεξαγωγή εγγράφων. Τελικά, σύμφωνα με τη με αριθμό ....2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Λαμίας, Δ.

Ρ., στις 04.05.2020, οπότε έληξε η αναστολή των καθηκόντων των δικαστικών επιμελητών στα πλαίσια των μέτρων πρόληψης για την αποφυγή εξάπλωσης του κορωνοϊού, επιδόθηκε στον ενάγοντα η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, ενώ λόγω της άρνησής του να εισπράξει την πρώτη δόση της αποζημίωσης απόλυσης, επιδόθηκε σε αυτόν και το με αριθμό ....2020 γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης του ΤΠΔ, όπου έγινε δημόσια κατάθεση επ' ονόματί του, του ποσού των 3.818,34 ευρώ.

Για την εξόφληση της αποζημίωσης του ενάγοντος, ακολουθήθηκε η ίδια πρακτική, με τον εναγόμενο να προβαίνει σε δημόσια κατάθεση και των επόμενων έξι (6) δόσεων αυτής επ' ονόματι του ενάγοντος, καθώς πλέον δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν οι εκπρόσωποι του εναγομένου με τον ενάγοντα και γι' αυτό συντάχθηκαν τα με αριθμούς ....2020, ....2020, ....2020, ....2020, ....2021 γραμμάτια σύστασης παρακαταθήκης του ΤΠΔ Λαμίας αξίας έκαστο 3.818,34 ευρώ και το με αριθμό ....2021 γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης του ΤΠΔ Λαμίας αξίας 3.818,40 ευρώ, τα οποία ομοίως, επιδόθηκαν στον ενάγοντα.

Ήτοι, ο εναγόμενος κατέθεσε δημόσια υπέρ του ενάγοντος, το συνολικό ποσό των 26.728,44 ευρώ. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι η μετακίνηση του ενάγοντος από το λογιστήριο του εναγόμενου στη ΒΙΠΕ Λαμίας στο γραφείο της Στυλίδας δεν έγινε για λόγους αντεκδίκησης, αλλά δικαιολογούνταν από οικονομοτεχνικούς λόγους, λόγω της αύξησης του τζίρου του γραφείου, εξαιτίας της διεύρυνσης της δραστηριοποίησης, όπως προκύπτει από το σύνολο των οικονομικών στοιχείων, που προσκομίστηκαν και αφορούν τα έτη 2018-2020, που δεν αναιρούνται από τα προσκομισθέντα από τον ενάγοντα οικονομικά στοιχεία, στα οποία απομονώνεται μόνο η στήλη των εισπράξεων σε μετρητά (αντίστοιχος δε εκμηδενισμός των εισπράξεων σε μετρητά αποδεικνύεται για το λογιστήριο της ΒΙΠΕ).

Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι κατέστη ουσιαστικά απλώς εισπράκτορας μικρών ποσών αποδείχθηκε αβάσιμος στην ουσία του, καθόσον ο εναγόμενος με την ανάθεση στον τεχνικό μηχανοργάνωσης, Κ. Κ., της οργάνωσης πλήρους συστήματος απομακρυσμένης πρόσβασης εξασφάλισε την πλήρη πρόσβαση του ενάγοντος στα αναγκαία για την εκπλήρωση των καθηκόντων του στοιχεία, ενώ προ της μετακίνησης ελήφθη υπόψη και η οικογενειακή κατάσταση των εργαζομένων στο λογιστήριο (ο ενάγων ήταν ο μόνος άγαμος), καθώς και η γειτνίαση του τόπου της μόνιμης κατοικίας του (Αχινός Ν.

Φθιώτιδας) από την Στυλίδα, σε σχέση με την κατοικία των λοιπών εργαζομένων, που βρίσκεται στη Λαμία. Ενόψει των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι εφόσον δεν μεταβλήθηκαν μονομερώς οι λοιποί, πλην του τόπου παροχής της εργασίας, όροι της απασχόλησης του ενάγοντος, ούτε προκλήθηκε, ουσιαστικός ή ηθικός υποβιβασμός του, ο κατά ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εναγόμενου, μονομερής καθορισμός του τόπου παροχής εργασίας του ενάγοντος ούτε συνιστά βλαπτική μεταβολή ούτε ελέγχεται ως καταχρηστικός και παραβιάζων την αρχή της αναλογικότητας.

Επιπροσθέτως, αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος δεν υπέκρυπτε εκδίκηση, λόγω της αντίδρασης αυτού στην πρακτική της διανομής των μη αποδεικνυόμενων με νόμιμα παραστατικά εσόδων και στην εφαρμογή αντεργατικών πολιτικών, αλλά ήταν συνέπεια της επίδειξης εκ μέρους του συμπεριφοράς, που αφενός, θεμελίωνε πειθαρχικό παράπτωμα (άρνηση συμμόρφωσης σε νόμιμες εντολές της διοίκησης - τόσο αναφορικά με τη μετακίνηση, όσο και με τη μη καταβολή μισθού μηνός Μαρτίου 2020, λόγω επιβολής πειθαρχικής ποινής) και αφετέρου στοιχειοθετούσε εξύβριση προϊσταμένων (Διευθυντή και Προϊσταμένου Λογιστηρίου), ενώ παράλληλα συνέβαλε στη δημιουργία κλίματος έντασης μεταξύ των εργαζομένων και δυσχέρεια στη λειτουργία του εναγόμενου.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που, με την εκκαλουμένη απόφασή του, κατέληξε στην ίδια κρίση και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη στην ουσία της, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και δεν έσφαλε και ως εκ τούτου όσα αντίθετα υποστηρίζει ο ενάγων με τους πρώτο, δεύτερο, έκτο, έβδομο, όγδοο και ένατο λόγους της έφεσής του, συνολικά εκτιμώμενους, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν.

Τέλος, σχετικά με το λόγο ακυρότητας της καταγγελίας, εξαιτίας του εσφαλμένου ηθελημένα υπολογισμού του ποσού της αποζημίωσης, αυτός απορρίπτεται ως ουσία αβάσιμος καθώς δεδομένου ότι οι διάδικοι συνομολογούν ότι οι αποδοχές του ενάγοντος, κατά το χρόνο της απόλυσής του ανέρχονταν στο ποσό των 1.909,17 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του πρώτου άρθρου παρ. 1Α του Ν.4093/2012, που τροποποίησαν τις διατάξεις του Ν. 2112/1920 και λόγω του ότι ο ενάγων, κατά την έναρξη ισχύος του δεν είχε συμπληρώσει προϋπηρεσία 17 ετών, ώστε να δικαιούται πρόσθετης αποζημίωσης (παρ. 3 της υποπαραγράφου 12 του ως άνω Νόμου), αυτός δικαιούταν αποζημίωση ίση με το δωδεκαπλάσιο των αποδοχών του τελευταίου, πριν την απόλυση μηνός, πλέον προσαύξησης αυτού κατά 1/6, ήτοι ποσό ανερχόμενο σε 26.728,44 [(1.909,17 X 12) + (1.909,17 X 12): 6] ευρώ.

Επομένως, ορθά υπολογίστηκε από τον εναγόμενο η αποζημίωση απόλυσης, η οποία εξοφλήθηκε ολοσχερώς. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που, με την εκκαλουμένη απόφασή του, κατέληξε στο ίδιο ποσό αποζημίωσης ορθά έκρινε και δεν έσφαλε και ως εκ τούτου όσα αντίθετα υποστηρίζει ο ενάγων με το δέκατο λόγο της έφεσής του, είναι;

αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Επιπροσθέτως, σχετικά με τον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη, διότι δεν τηρήθηκε το άρθρο 50 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης του Προσωπικού ΑΣΟ (52800/2006 κοινή Υπουργική Απόφαση) που έχει ισχύ ουσιαστικού κανόνα δικαίου και δεν εγκρίθηκε η πειθαρχική απόφαση, που επιβάλλει την ποινή της οριστικής απόλυσης προς έγκριση από το Πειθαρχικό Συμβούλιο στην ΠΑΣΕΓΕΣ, πέραν του γεγονότος ότι το Πειθαρχικό Συμβούλιο της ΠΑΣΕΓΕΣ καταργήθηκε ρητά και με το άρθρο 61 παρ. 14 του νόμου 4277/2014, αλυσιτελώς προβάλλεται, στηριζόμενη επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον στην περίπτωση που η καταγγελία χωρεί λόγω συμπεριφοράς του μισθωτού, η οποία συνιστά και πειθαρχικό παράπτωμα, ο εργοδότης δεν υποχρεούται να τηρήσει την πειθαρχική διαδικασία προ της καταγγελίας, διότι σύμφωνα με γενικότερη αρχή του εργασιακού δικαίου, η πειθαρχική διαδικασία είναι ανεξάρτητη από το δικαίωμα καταγγελίας του εργοδότη, ο οποίος και επί διαπράξεως πειθαρχικού κατά τον οικείο Κανονισμό παραπτώματος από το μισθωτό, δεν κωλύεται στις εν γένει εργασιακές σχέσεις και δικαιούται, χωρίς την τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας, να καταγγείλει την εργασιακή σχέση, κατά τις κοινές διατάξεις νόμους (.....).

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που, με την εκκαλουμένη απόφασή του, κατέληξε στο ίδιο ποσό αποζημίωσης ορθά έκρινε και δεν έσφαλε και ως εκ τούτου όσα αντίθετα υποστηρίζει ο ενάγων με τον ενδέκατο λόγο της έφεσής του, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν.[.....]. Αλλά και ο τέταρτος λόγος έφεσης με τον οποίο ο ενάγων παραπονείται ότι έπρεπε να εφαρμοστούν οι ευμενέστερες γι' αυτόν διατάξεις και συγκεκριμένα, έπρεπε να τηρηθούν οι διατάξεις των άρθρων 44-47 και 55 της ΚΥΑ με αριθμό 52800/2006 πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος διότι οι ουσιαστικοί και διαδικαστικοί περιορισμοί στο δικαίωμα καταγγελίας, που έθετε ο Κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού των ΑΣΟ, όπως ο εναγόμενος, έχουν ρητά καταργηθεί δυνάμει των άρθρων 1 παρ. 2 και 6 του ν.4046/2012 και 5 παρ. 2 της Π.Υ.Σ. 6/2012 και 669 παρ. 2 ΑΚ.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορθά το νόμο εφάρμοσε και ερμήνευσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και διέλαβε ορθό διατακτικό, γι' αυτό πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι έφεσης και η τελευταία, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.". Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 200, 281, 288, 361, 648, 651, 652, 662-667, 669 παρ.2 , 349 παρ.2, 427, 430, 431 του ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920, 1 και 5 του ν. 3195/1955, 3 παρ.1 του ν. 2112/1920, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από την υποπαράγραφο ΙΑ 12 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, 44-47 και 50 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης του Προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων και της ΠΑΣΕΓΕΣ (ΚΥΑ 52800/2006), 51 του ν. 4611/2019 και τη με αριθμό 26034/2019 ΚΥΑ, 5 παρ. 2 της ΠΥΣ 6/28-2-2012, 66 παρ. 2 και 3 του ν. 4808/2021, 7 του ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με την καθιερωμένη από το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας και παράλληλα διέλαβε στο σκεπτικό του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιστηρίζουν πλήρως το αποδεικτικό του πόρισμα.

Συνεπώς δεν υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι η από 4-5-2020 καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του αναιρεσείοντος δεν έλαβε χώρα από λόγους εμπάθειας και εκδίκησης λόγω της αντίθεσης αυτού σε παράνομες πρακτικές που είχαν υιοθετήσει ο προϊστάμενος του λογιστηρίου και ο διευθυντής του αναιρεσίβλητου και που αποτέλεσαν την αιτία για τη μετακίνηση του αναιρεσείοντος από τη ΒΙΠΕ Λαμίας στις εγκαταστάσεις του αναιρεσίβλητου στη Στυλίδα, αλλά ήταν συνέπεια της επίδειξης εκ μέρους του αναιρεσείοντος διαδοχικών περιστατικών συμπεριφοράς που θεμελίωνε και πειθαρχικό παράπτωμα, συνιστάμενο στην άρνηση αυτού να συμμορφωθεί σε νόμιμες εντολές της διοίκησης του αναιρεσίβλητου, την εξύβριση των προϊσταμένων του και τη συμβολή στη δημιουργία κλίματος έντασης μεταξύ των εργαζομένων που επαγόταν δυσχέρειες στη λειτουργία του αναιρεσίβλητου.

Δέχθηκε επίσης ότι η μετακίνηση του αναιρεσείοντος στις εγκαταστάσεις του αναιρεσίβλητου στη Στυλίδα δεν έγινε από λόγους αντεκδίκησης, αλλά οφειλόταν σε οικονομοτεχνικούς λόγους συνιστάμενους στην αύξηση του κύκλου εργασιών στη Στυλίδα, ότι μετά την αναβάθμιση του πληροφοριακού συστήματος του γραφείου της Στυλίδας με την οργάνωση πλήρους συστήματος απομακρυσμένης πρόσβασης από τον τεχνικό της μηχανοργάνωσης Κ.

Κ., ο αναιρεσείων μπορούσε απρόσκοπτα να προσφέρει από εκεί τις υπηρεσίες του, στο πλαίσιο των καθηκόντων του ως λογιστή και ότι με τη μετακίνησή του αυτή, δεν μεταβλήθηκαν οι λοιποί, πλην του τόπου παροχής, όροι της απασχόλησης αυτού, ούτε προκλήθηκε ουσιαστικός ή ηθικός υποβιβασμός του, με συνέπεια η μετάθεση αυτή να μη συνιστά μονομερή σε βάρος αυτού βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του.

Δεν παραβίασε δε ευθέως ή εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας σχετικά με το κύρος της πιο πάνω καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του αναιρεσείοντος με το να μη δεχθεί τη δυνατότητα εφαρμογής ηπιότερων μέτρων αντί της καταγγελίας, εφόσον τέτοια μέτρα θα ήταν ουσιαστικά ατελέσφορα, αφού κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, παρά τις επί μέρους προσκλήσεις προς τον αναιρεσείοντα να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του, ο ίδιος ενέμεινε στην άρνησή του να μετακινηθεί από τη ΒΙΠΕ Λαμίας στις εγκαταστάσεις του αναιρεσίβλητου στη Στυλίδα και μάλιστα, αφού αρχικά αναγκάσθηκε να συμμορφωθεί, επέστρεψε αυτοβούλως στην προηγούμενή του θέση στη Λαμία, προσφέροντας εκεί τις υπηρεσίες του ως λογιστής, μετά παραμονή δύο εβδομάδων στη Στυλίδα, παρά το γεγονός ότι ήδη προηγουμένως με το με αριθμό ...-2020 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσίβλητου για προηγούμενη αντίστοιχη άρνησή του είχε επιβληθεί σε βάρος του ποινή προστίμου ίσου με τις αποδοχές ενός μηνός (προς την οποία μάλιστα ο ίδιος αρνήθηκε να συμμορφωθεί στο πλαίσιο των καθηκόντων του ηλεκτρονικής πληρωμής της μισθοδοσίας του προσωπικού) και παρά το ότι είχε ενημερωθεί ότι θα απολυόταν, σε περίπτωση νέας μη συμμόρφωσής του.

Ούτε επίσης παραβίασε την από τις διατάξεις των άρθρων 662-667 του ΑΚ απορρέουσα για τον εργοδότη υποχρέωση πρόνοιας ως προς την επιλογή του αναιρεσείοντος ως εργαζομένου που θα έπρεπε να μετακινηθεί από τη Λαμία στη Στυλίδα, αλλά αντιθέτως ορθά εφάρμοσε τα κοινωνικά κριτήρια καθότι, παρά το γεγονός ότι υπήρχε νεώτερη του αναιρεσείοντος υπάλληλος του λογιστηρίου ονόματι Α.

Χ. [η υπάλληλος ονόματι Α. Κ. ήταν κατά τις ως άνω παραδοχές αρχαιότερη του αναιρεσείοντος] δέχθηκε ότι το αναιρεσίβλητο έλαβε υπόψη του την προσωπική και οικογενειακή κατάσταση των εργαζομένων στο λογιστήριο και ιδία το γεγονός ότι ο αναιρεσείων ήταν ο μόνος άγαμος και ο τόπος κατοικίας του γειτνίαζε με τη Στυλίδα, ενώ οι λοιποί υπάλληλοι του λογιστηρίου ήταν έγγαμοι και κατοικούσαν στη Λαμία και επομένως, κρίνοντας ορθά, δέχθηκε εμμέσως πλην σαφώς ότι η εφαρμογή του συγκεκριμένου μέτρου θα είχε προφανώς επαχθέστερες συνέπειες στους άλλους εργαζομένους του λογιστηρίου που ήταν επίσης κατάλληλοι για την ικανοποίηση των συγκεκριμένων αναγκών του αναιρεσίβλητου σε σχέση με τον αναιρεσείοντα.

Οι διαλαμβανόμενες στον πρώτο αναιρετικό λόγο (υπό στοιχεία Α και Β) λοιπές αιτιάσεις, με τις οποίες πλήττεται για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες η ανωτέρω κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης σχετικά με το κύρος ή μη της από 4-5-2020 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του αναιρεσείοντος ως καταχρηστικής, τη συνδρομή ή μη μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του αναιρεσείοντος με τη μετάθεσή αυτού από τη ΒΙΠΕ Λαμίας στις εγκαταστάσεις του αναιρεσίβλητου στη Στυλίδα και την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, ανάγονται ως εκ του περιεχομένου τους σε επικαλούμενες ελλείψεις σχετικές με την πληρέστερη αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, παρόλο που αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, και σε πραγματικά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς ενίσχυση των αντιθέτων με το αποδεικτικό πόρισμα απόψεών του και ως εκ τούτου δεν ιδρύουν αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, παράλληλα δε συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων και υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας πλήττουν τη μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο ουσιαστική κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.

Σημειώνεται ότι οι αιτιάσεις για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της υπ' αριθμό ...-2012 ερμηνευτικής εγκυκλίου του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και της με αριθμό ...-2021 ερμηνευτικής εγκυκλίου του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων δεν θεμελιώνουν αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι οι εγκύκλιοι της διοίκησης δεν αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου.

Ο αυτός λόγος της αίτησης αναίρεσης, ως προς τις λοιπές αιτιάσεις του, με τις οποίες προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα: α) ως προς την αιτίαση περί εσφαλμένου υπολογισμού της αποζημίωσης απόλυσης του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφενός μεν δεν δέχθηκε ότι οι όροι της ήδη λήξασας από 16-12-2010 ΣΣΕ (πράξη κατάθεσης ...-2010) των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων είχαν αποτελέσει περιεχόμενο της ατομικής του σύμβασης κατά το στάδιο της μετενέργειας, ως προς το ζήτημα του υπολογισμού του ύψους της αποζημίωσης απόλυσης, και συνεπώς ορθά ερμηνεύοντας εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 4093/2012,που τροποποίησαν τις διατάξεις του ν. 2112/1920, και υπολόγισε για την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης το ύψος αυτής στο ανώτατο όριο των δώδεκα (12) μηνιαίων μισθών, που αντιστοιχούν σε χρόνο υπηρεσίας 16 ετών και άνω στον ίδιο εργοδότη, με βάση την προϋπηρεσία των 19 ετών που αυτός είχε κατά τον χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, χωρίς να λάβει υπόψη του τις προγενέστερες του ν. 4093/2012 διατάξεις του ν. 2112/1920 για τον υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης σε μεγαλύτερο ποσό, ούτε τις διατάξεις του ν. 4093/2012 για επί πλέον αποζημίωση, αφού αυτός κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (12-11-2012) δεν είχε συμπληρώσει προϋπηρεσία 17 ετών στον αναιρεσίβλητο, αφετέρου δε, έλαβε ως βάση υπολογισμού της αποζημίωσης απόλυσης του αναιρεσείοντος το ποσό των 1.909,17 ευρώ, που αντιστοιχεί, όπως αναφέρεται και στην ένδικη αγωγή, στον τελευταίο πριν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του μηνιαίο μισθό.

Επισημαίνεται μάλιστα ότι πέραν του ότι δεν εκτίθεται στην ένδικη αγωγή ο τρόπος υπολογισμού της αποζημίωσης απόλυσής του στο ποσό των 31.183,11 ευρώ και όχι σ' αυτό των 26.728,38 ευρώ, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθότι βάση της αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας λόγω ελλιπούς καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης ήταν μόνο ο [ουσιαστικά αβάσιμος] ισχυρισμός περί μη συνυπολογισμού της από 1/6 προσαύξησης των επιδομάτων εορτών και αδείας για την εύρεση της οφειλομένης αποζημίωσης απόλυσης και όχι η κατάρτιση συμφωνίας μεταξύ των μερών ή η ενσωμάτωση σχετικού όρου λήξασας συλλογικής σύμβασης εργασίας ως οιονεί ενοχικού όρου της ατομικής σύμβασης εργασίας κατά το στάδιο της μετενέργειας για την καταβολή μεγαλύτερης της νομίμου αποζημίωσης απόλυσης, β) Ωσαύτως ως προς τις αιτιάσεις, ότι εσφαλμένα επίσης δεν υπολογίστηκε κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης του αναιρεσείοντος, ο χρόνος της στρατιωτικής του θητείας διάρκειας 17 μηνών, όπως προβλέπει το άρθρο 14 της ως άνω ΣΣΕ και ότι η προσφορά της αποζημίωσης απόλυσής του από τον εναγόμενο-αναιρεσίβλητο δεν ήταν η προσήκουσα, καθόσον δεν καταβλήθηκε στο λογαριασμό πληρωμής του, είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον στην ένδικη αγωγή δεν περιέχεται αντίστοιχη βάση, ως λόγος ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του.

Επιπρόσθετα, ως προς τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι η προσφορά της αποζημίωσης απόλυσής του, δεν ήταν η προσήκουσα, αφού δεν κατατέθηκε στον λογαριασμό πληρωμής του αλλά στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων χωρίς να του κοινοποιηθεί νομίμως το γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης και συνεπώς η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη, επισημαίνεται ότι η με αριθμό 26034/695/2019 (ΦΕΚ Β 2362/18-6-2019) ΚΥΑ δεν αποκλείει τη δημόσια κατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων του ποσού της αποζημίωσης απόλυσης στην περίπτωση άρνησης του μισθωτού να την εισπράξει, ενώ η παράλειψη κοινοποίησης του γραμματίου σύστασης παρακαταθήκης στον αναιρεσείοντα δεν πλήττει το κύρος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, αλλά επάγεται δικαίωμα αποζημίωσης του μισθωτού για την τυχόν ζημία που υπέστη από την πιο πάνω παράλειψη.

Σε κάθε περίπτωση η μη καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης στον τραπεζικό λογαριασμό πληρωμής του μισθωτού, δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αλλά μόνο διοικητικές συνέπειες με την επιβολή διοικητικού προστίμου από την Επιθεώρηση Εργασίας. γ) Περαιτέρω, ως προς την αιτίαση, ότι εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον ισχυρισμό του ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη, διότι δεν τηρήθηκε το άρθρο 50 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης του Προσωπικού ΑΣΟ (ΚΥΑ 52800/2006) και δεν εγκρίθηκε η πειθαρχική απόφαση, που επιβάλλει την ποινή της οριστικής απόλυσης, από το Πειθαρχικό Συμβούλιο της ΠΑΣΕΓΕΣ, είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την σχετική με αριθμό 1029/22-4-2020 απόφαση του ΔΣ του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, δεν επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα η πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης, αλλά αποφασίστηκε να καταγγελθεί η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του λόγω της απ' αυτόν επιδειχθείσας αντιπειθαρχικής συμπεριφοράς, και της επίμονης άρνησης αυτού να συμμορφωθεί προς την απόφαση μετάθεσης αυτού στις εγκαταστάσεις του αναιρεσίβλητου στη Στυλίδα με την αυτόβουλη επιστροφή του στη ΒΙΠΕ Λαμίας.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής το μεν διότι με την κατάργηση του Πειθαρχικού Συμβουλίου της ΠΑΣΕΓΕΣ με το άρθρο 61 παρ.14 του ν. 4277/2014 αναδρομικά από 14-2-2012 η σχετική ρύθμιση του άρθρου 50 παρ.5 του ως άνω Κανονισμού, παρά τη μη ρητή κατάργησή της, κατέστη πλέον ανενεργός, το δε διότι με την αναίρεση δεν πλήττεται επιτυχώς κατά τα ήδη προεκτεθέντα η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία στηρίζει και το διατακτικό της σχετικά με την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος και με την οποία το Εφετείο απέρριψε τον ως άνω περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του αναιρεσείοντος, λόγω μη υποβολής προς έγκριση της πειθαρχικής απόφασης στο Πειθαρχικό Συμβούλιο της ΠΑΣΕΓΕΣ, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενο, καθώς στην περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας λόγω συμπεριφοράς του μισθωτού, η οποία συνιστά και πειθαρχικό παράπτωμα, ο εργοδότης δεν υποχρεούται να τηρήσει την πειθαρχική διαδικασία πριν από την καταγγελία, γιατί η πειθαρχική διαδικασία είναι ανεξάρτητη από το δικαίωμα καταγγελίας του εργοδότη, ο οποίος δεν κωλύεται στις εργασιακές σχέσεις και δικαιούται στην περίπτωση αυτή, χωρίς την τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας, να καταγγείλει την εργασιακή σχέση, ενώ επίσης κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, δεν συνέτρεξε περίπτωση παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας με την καταγγελία.

δ) Επίσης ως προς την συναφή αιτίαση ότι πριν την καταγγελία δεν τηρήθηκαν οι όροι των άρθρων 44 - 47 και 55 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης του Προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων και της ΠΑΣΕΓΕΣ (Κ.Υ.Α. 52800/2006), ούτε αυτός κλήθηκε σε απολογία, επικουρικά δε, εάν ήθελε κριθεί ότι ο εν λόγω Κανονισμός καταργήθηκε με τις διατάξεις της Π.Υ.Σ., δεν τηρήθηκαν οι ρυθμίσεις του ν.

δ/τος 3789/1957 (ΦΕΚ Α 210), ο αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, διότι με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.2 της Π.Υ.Σ. 6/2012, η οποία εισάγει αμφιμερώς αναγκαστικό δίκαιο, καταργήθηκαν οι ρήτρες μονιμότητας, ανεξαρτήτως της ρύθμισης που τις προβλέπει, όπως ορθά έκρινε η αναιρεσιβαλλόμενη, και επομένως καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 44 του ως άνω Κανονισμού, κατά το μέρος που προβλέπει συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους ήταν επιτρεπτή η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων, στους οποίους περιλαμβάνεται και η απόλυση λόγω επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης (περ.

α), για τη λήψη της οποίας (πειθαρχικής ποινής) προβλέπεται ειδική διαδικασία.

Επομένως μετά την πιο πάνω κατάργηση είναι πλέον επιτρεπτή η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του εν λόγω προσωπικού με την τήρηση μόνο των διατάξεων της κοινής εργατικής νομοθεσίας (έγγραφη καταγγελία και καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης). Επισημαίνεται ότι η κατάργηση αυτή αφορά μόνο τις προβλεπόμενες από τον ως άνω Κανονισμό ρήτρες μονιμότητας και δεν αφορά τις ως άνω διατάξεις κατά το μέρος που ρυθμίζουν κατά τα λοιπά το πειθαρχικό δίκαιο του εν λόγω προσωπικού, ούτε τις λοιπές διατάξεις του Κανονισμού, οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν, ενώ το ν.δ/μα 3789/1957 (ΦΕΚ Α 210), το οποίο ρυθμίζει τα της υποχρέωσης κατάρτισης Κανονισμών Εργασίας με συμβατική ισχύ σε επιχειρήσεις με προσωπικό άνω των εβδομήντα προσώπων και το οποίο άλλωστε στο άρθρο 1 παρ. 3 αυτού δεν προβλέπει ως πειθαρχική ποινή την οριστική παύση παρά μόνο την προσωρινή παύση μέχρι δέκα ημέρες, δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής στην κρινόμενη υπόθεση, όπου υφίσταται Κανονισμός (ΚΥΑ 52800/2006), εκδοθείς κατά νομοθετική εξουσιοδότηση και ως εκ τούτου έχοντας ισχύ ουσιαστικού νόμου.

ε) Εξάλλου, ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ορθώς από τον αριθμό 13 (και όχι από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ως προς την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, σχετικά με τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ότι δεν απέδειξε αυτός (αναιρεσείων-ενάγων), ότι πράγματι ο εναγόμενος παρέβη την εργατική νομοθεσία και ότι αιτία της απόλυσής του ήταν η εκδικητική συμπεριφορά του εναγομένου, αντιστρέφοντας έτσι το βάρος απόδειξης που είχε ο εναγόμενος, είναι αβάσιμος, καθότι ο σχετικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, διότι δεν στόχευε στην προστασία δικαιολογημένων συμφερόντων του εναγομένου, αλλά στην ικανοποίηση της εμπάθειας και της εκδικητικής του διάθεσης προς αυτόν, επειδή αντιτάχθηκε στα σχέδιά του να αποδεχθεί παρεμβάσεις στα λογιστικά του καθήκοντα και στην μετακίνησή του στα γραφεία της Στυλίδας, αποτελεί βάση της ένδικης αγωγής του με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας ως καταχρηστικής και συνεπώς αυτός είχε και το σχετικό βάρος απόδειξης της βασιμότητας του ισχυρισμού αυτού και όχι ο εναγόμενος, ο οποίος αμυνόμενος κατά της ένδικης αγωγής είχε αρνηθεί, πλην άλλων, και την βάση αυτή της αγωγής.

Η επικαλούμενη διάταξη του άρθρου 66 παρ. 2 του ν. 4808/2021 δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση, ως εκ του χρόνου καταγγελίας (4-5-2020) πριν δηλαδή την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (άρθρο 80 παρ. 3 και 165 του νόμου αυτού). στ) Επίσης, ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ως προς την αιτίαση ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη, γιατί έγινε μεσούσης της πανδημίας του κορωνοϊού, κατά την οποία υπήρχε απαγόρευση απολύσεων από 18-3-2020 και για ένα μήνα, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι στην αγωγή, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) δεν διαλαμβάνεται σχετική ιστορική βάση.

Κατά το άρθρο 559 αριθμός 11 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας α) έλαβε υπ` όψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει ή β) παρά το νόμο, έλαβε υπ` όψη αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν ή γ) παρά το νόμο, δεν έλαβε υπ` όψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Ειδικότερα: Α.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή περιλαμβάνεται σ` αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1526/2021, ΑΠ 686/2021, ΑΠ 1510/2011).

Εξάλλου, στα περιοριστικώς αναφερόμενα στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα συγκαταλέγονται τα έγγραφα, οι μάρτυρες, οι οποίοι είναι τρίτα, εκτός των διαδίκων, πρόσωπα, καθώς και η εξέταση των διαδίκων, η οποία υλοποιείται, κατά τη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, με τήρηση των οριζομένων από τις διατάξεις των άρθρων 415-420 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 παρ. 2, 339, 409 παρ. 1 και 2, 410, 415 έως 420 του KΠολΔ και 61, 65, 67 και 70 του ΑΚ συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι` αυτό να έχει (καταρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, ο αντιπρόσωπος ανικάνου φυσικού προσώπου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου, ή το μέλος της διοίκησης αυτού. Τούτο συνάγεται κυρίως από το ως άνω άρθρο 415 KΠολΔ που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των εκ των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοίκησής τους, η εξέταση, όμως, αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο, καθόσον υπό την αντίθετη εκδοχή θα ήταν δυνατό να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στην συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοίκησης διαδίκου νομικού προσώπου, λύση προδήλως άτοπη.

Κατά συνέπεια η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου νομικού προσώπου ή μέλους της διοίκησης αυτού είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (ΟλΑΠ 1328/1977, ΑΠ 959/2022, ΑΠ 894/2021, ΑΠ 1389/2021, ΑΠ 397/2016, ΑΠ 1080/2015, ΑΠ 2194/2014, ΑΠ 715/2013), το αυτό δε ισχύει για την ταυτότητα του νομικού λόγου και για την ένορκη βεβαίωση ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου (ΑΠ 959/2022, ΑΠ 894/2021, ΑΠ 715/2013).

Σημειώνεται ότι η έννομη αυτή συνέπεια προϋποθέτει την ύπαρξη της ιδιότητας του διαδίκου φυσικού προσώπου ή του εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου κατά τον χρόνο της κατάθεσης ή ένορκης βεβαίωσης, που αποτελεί και τον κρίσιμο χρόνο για τον χαρακτηρισμό της ένορκης κατάθεσης ή μαρτυρίας ως ανυπόστατης (ΑΠ 894/2021, ΑΠ 715/2013).

Επομένως οι υπάλληλοι νομικού προσώπου, εφόσον δεν έχουν την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου αυτού, φέρουν την ιδιότητα του τρίτου και ως εκ τούτου νομίμως εξετάζονται ως μάρτυρες ή δίδουν ένορκες βεβαιώσεις, ανεξαρτήτως της θέσης που κατέχουν στην υπαλληλική ιεραρχία της επιχείρησης ως γενικών διευθυντών, διευθυντών ή προϊσταμένων τμήματος (σχετ.

ΑΠ 2194/2014, ΑΠ 1608/2010) ή του χαρακτηρισμού αυτών ως διευθυνόντων υπαλλήλων κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 2269/1920, με τον οποίο κυρώθηκε η Διεθνής Σύμβαση της Ουάσιγκτον του 1919 για τον περιορισμό των ωρών εργασίας στις βιομηχανικές επιχειρήσεις. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για λήψη υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει (άρθρο 559 αριθμός 11 περ.

α ΚΠολΔ), πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, μεταξύ των λοιπών στοιχείων, το αποδεικτικό αυτό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί (ΑΠ 686/2021, ΑΠ 218/2020, ΑΠ 374/2019, ΑΠ 315/2008). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 340 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του ν. 4335/2015 που εφαρμόζεται τόσο σε πρώτο, όσο και σε δεύτερο βαθμό και στις ειδικές διαδικασίες, όπως εκείνες των περιουσιακών - εργατικών διαφορών κατά τα άρθρα 591 παρ.1 και 614 παρ.3 του ιδίου Κώδικα, η οποία ορίζει στην παρ. 1 αυτής ότι, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία εκτιμά ελεύθερα, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 και στην παρ. 2 εδ.

α αυτής ότι, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόμος, το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα και αποφασίζει κατά συνείδηση αν οι ισχυρισμοί είναι αληθινοί, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας στο πλαίσιο της αρχής της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων που θεσπίζει η ανωτέρω διάταξη, νομίμως λαμβάνει υπόψη του και εκτιμά ελεύθερα και τις εγκλήσεις που προσκομίζει με επίκληση ο διάδικος κατά του αντιδίκου του, χωρίς να παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας του αντιδίκου κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ στην περίπτωση που οι ως άνω εγκλήσεις τέθηκαν στο αρχείο με εισαγγελική διάταξη (σχετ.

ΟλΑΠ 4/2020, ΑΠ 1215/2014). Συνακόλουθα η λήψη υπόψη των ως άνω εγκλήσεων και η συνεκτίμηση αυτών με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία κατά την έρευνα της αστικής διαφοράς από το δικαστήριο της ουσίας δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 11 περ. α του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, πολλώ δε μάλλον εάν τις ως άνω εγκλήσεις έχει επικαλεσθεί στο πλαίσιο της αστικής διαφοράς ως διάδικος ο ίδιος ο εγκαλούμενος.

Β. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περιπτ. γ` του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι, από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ. 8/2016, ΟλΑΠ. 42/2002).

Για να ιδρυθεί δηλαδή ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι μάρτυρες και τα έγγραφα), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ. 2/2008, ΑΠ 343/2022, ΑΠ 306/2021).

Ειδικότερα, πρέπει το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο να αφορά, ως εκ του περιεχομένου του, ισχυρισμό που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, κατά συνέπεια, μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός μπορεί, κατά την έννοια του άρθρου 335 του KΠολΔ, να καταστεί αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ. 42/2002, ΑΠ 308/2020, Α.Π. 237/2019, Α.Π. 1588/2011).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο τη βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1286/2022, ΑΠ 306/2021).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 529 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, στην κατ` έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σε αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.

Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται ο δικονομικός κανόνας, ότι στην κατ` έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων, παρέχεται, όμως, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η εξουσία να αποκρούσει ως απαράδεκτα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίζονται για πρώτη φορά σε αυτό, αν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν τα προσκόμισε στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.

Τα αποδεικτικά αυτά μέσα είναι παραδεκτά στην κατ` έφεση δίκη, αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους, γίνει με τις ενώπιον του εφετείου υποβληθείσες προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 1017/2022, ΑΠ 374/2019, ΑΠ 284/2018, ΑΠ 315/2015). Ως νέα αποδεικτικά μέσα κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται, είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτοδίκως, είτε εκείνα που υποβλήθηκαν μεν πρωτοδίκως, αλλά απαραδέκτως, όπως λχ εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση ή χωρίς νόμιμη σήμανση κλπ, είναι δε αδιάφορο αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο και έλαβε αυτά υπόψη του (ΑΠ 3/2022, ΑΠ 1017/2022, ΑΠ 988/2021, ΑΠ 308/2020).

Η διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 529 παρ. 1 εδάφιο α` ΚΠολΔ είναι γενική και, έτσι, περιλαμβάνει χωρίς διακρίσεις όλα τα αποδεικτικά μέσα που επιτρέπονται από το νόμο, δηλαδή τόσο τα αποδεικτικά, που απόκεινται στην πρωτοβουλία των διαδίκων (όπως έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις) ή παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη (δικαστικά τεκμήρια), όσο και εκείνα, η απόδειξη των οποίων μπορεί να διαταχθεί ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά των διαδίκων (λ.χ. αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη) (ΑΠ 879/2023, ΑΠ 484/2019, ΑΠ 1621/2009, ΑΠ 1107/2008).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 421, 422 και 424 του KΠολΔ, οι οποίες προστέθηκαν με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο του ν. 4335/2015 και ισχύουν από 1-1-2016 κατά τη ρητή μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ίδιου νόμου και πριν την τροποποίηση τους με το ν. 4842/2021, ισχύοντος από 1-1-2022, ορίζονται τα εξής:

Κατά τη διάταξη του άρθρου 421 του ΚΠολΔ "Οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικά ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επομένων άρθρων", και κατά τη διάταξη του άρθρου 422 του ίδιου Κώδικα, "1.

Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. 2.

Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι. 3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 424 του ίδιου Κώδικα, "Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγουμένων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης, για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων".

Οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση (ΑΠ 666/2022, ΑΠ 155/2020, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1016/2020). Το όριο των πέντε ενόρκων βεβαιώσεων ισχύει αθροιστικά και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και για το σύνολο των αντικειμένων της δίκης που κάθε διάδικο μέρος αποσκοπεί να υποστηρίξει ή να αντικρούσει με τις ένορκες βεβαιώσεις (ΑΠ 430/2021), όπως συμβαίνει στην περίπτωση της αντικειμενικής σώρευσης αγωγών (άρθρ. 218 KΠολΔ) ή της ανταγωγής (άρθρ. 268 KΠολΔ), δηλαδή και στις περιπτώσεις αυτές πέντε συνολικά ένορκες βεβαιώσεις επιτρέπεται σε κάθε διάδικο μέρος να επικαλεσθεί και να προσκομίσει (ΑΠ 159/2019).

Αν προσκομιστούν από ένα διάδικο μέρος περισσότερες από πέντε ένορκες βεβαιώσεις, το δικαστήριο υποχρεούται να λάβει υπόψη τις πέντε πρώτες κατά τη σειρά επίκλησής τους, γιατί οι πέραν των πέντε ένορκες βεβαιώσεις δεν λαμβάνονται υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 666/2022, ΑΠ 159/2019). Συνακόλουθα, είναι παραδεκτή η στο δεύτερο βαθμό προσκόμιση νέας ένορκης βεβαίωσης κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔ, μόνο εφόσον ο διάδικος που προσκομίζει με επίκληση αυτή δεν έχει εξαντλήσει τον αριθμό των πέντε ενόρκων βεβαιώσεων που είχε προσκομίσει στον πρώτο βαθμό και επαναπροσκόμισε με επίκληση και στο δεύτερο βαθμό.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης: Α. με το από τον αριθμό 11 περ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος αυτού, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και ειδικότερα: 1.

α) την ένορκη κατάθεση του Χ. Κ., ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και β) την με αριθμό .../2022 ένορκη βεβαίωση του Συμβολαιογράφου Λαμίας Κ. Μ., στην οποία περιέχεται η μαρτυρία του Χ. Σ., την οποία, ναι μεν δεν αναφέρει ότι έλαβε υπόψη, πλην όμως αναφέρει το περιεχόμενο της κατάθεσης του μάρτυρα αυτού, με συνέπεια να μην προκύπτει αδιστάκτως ότι δεν την έλαβε υπόψη του, καθόσον, αμφότερα τα αποδεικτικά αυτά μέσα είναι ανυπόστατα και ως τέτοια δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη, αφού, ο μεν πρώτος ήταν διευθυντής της επιχείρησης, ο δε δεύτερος προϊστάμενος του λογιστηρίου αυτής και συνεπώς ως διευθυντικά στελέχη της και έχοντα την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου δεν μπορούσαν να καταθέσουν ως μάρτυρες, ενώ επί πλέον αυτός δεν είχε κλητευθεί για τη λήψη της πιο πάνω με αριθμό .../2022 ένορκης βεβαίωσης. 2.

Τις εγκλήσεις που υπέβαλαν σε βάρος του, ο Πρόεδρος του εναγομένου Γ. Π., ο Χ. Κ., ο Χ. Σ. και ο Α. Δ., οι οποίες όμως είχαν τεθεί στο αρχείο με εισαγγελική διάταξη και συνεπώς ήταν μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ούτε ως δικαστικό τεκμήριο και 3. τις υπεράριθμες ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισε ο αντίδικός του προς αντίκρουση της αγωγής και της έφεσής του αλλά και προς αντίκρουση των ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων του.

Β. με το από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος αυτού, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα υπ' αυτού παραδεκτώς προσκομισθέντα και επικληθέντα, τόσο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα: 1) την με αριθμό ...-2023 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Στυλίδας Μ.

Β.-Τ. του μάρτυρα Π. Γ., η οποία είχε ληφθεί νόμιμα και είχε επικαλεστεί και προσκομίσει με τις προτάσεις του παραδεκτώς το πρώτον ενώπιον του Εφετείου και από την οποία προκύπτουν οι παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας από τον εναγόμενο-αναιρεσίβλητο, 2) τα με αριθμούς 25, 26 α, β, γ και δ, 27 και 28 σχετικά και ειδικότερα:

α) την κατάσταση εξόδων εξαγωγών του άρθρου 31 παρ. 2 ν. 2238/1994 για τους μήνες Μάρτιο 2016, Ιανουάριο και Δεκέμβριο 2019 και Ιανουάριο 2020, από την οποία προκύπτουν τα ποσά τα οποία εξοφλούνταν χωρίς παραστατικά από τα χρήματα που υπήρχαν στο χρηματοκιβώτιο και αφορούσαν υπερωρίες που δεν εμφανίζονταν στα επίσημα βιβλία του συνεταιρισμού, β) το δελτίο παρουσίας εργαζομένου του Διευθυντή της επιχείρησης Χ.

Κ., από το οποίο προκύπτει η υπερωριακή απασχόληση αυτού, η απασχόληση κατά τα Σάββατα και Κυριακές, υπερωρίες που πληρώνονταν από το χρηματοκιβώτιο χωρίς να εμφανίζονται στις επίσημες καταστάσεις στην επιθεώρηση εργασίας αλλά και να καταβάλλονται οι αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές, γ) τις καταστάσεις υπερωριακής απασχόλησης του εργαζόμενου Χ.

Χ. κατά το Δεκέμβριο 2018, Νοέμβριο 2018 και το Δεκέμβριο 2019, από τις οποίες προκύπτει ότι πράγματι στον εναγόμενο πραγματοποιούνταν μέχρι τον χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, υπερωριακή απασχόληση κατά τα Σάββατα και Κυριακές, που δεν εμφανίζονται επίσημα, δ) την κατάσταση υπερωριακής απασχόλησης κατά Σάββατα και Κυριακές του εργαζόμενου Δ.

Κ., χωρίς να εμφανίζονται επίσημα οι πληρωμές στις οικονομικές καταστάσεις του συνεταιρισμού, τα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι δεν συνιστούν παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας, ε) το σχετικό με αριθμό ... που αφορά τον κοινό λογαριασμό ... που τηρούνταν στην ΑΤΕ BANK A.E. και στον οποίο ο ίδιος ήταν συνδικαιούχος με το Διευθυντή Κ.

και ο οποίος άνοιξε την 28-6-2006 και έκλεισε την 2-5-2014 με την ανάληψη όλων των χρημάτων, διότι ο ίδιος δεν δεχόταν από τότε να γίνεται χρήση ενός τέτοιου λογαριασμού και αποδεικνύει την αντίθεσή του στις πρακτικές του αντιδίκου του, στ) την με αριθμό 120/1-7-2022 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λαμίας, με την οποία τέθηκε στο αρχείο η από 24-4-2020 έγκληση που είχε υποβάλλει σε βάρος του ο Γ.

Π. του Κ., ως νόμιμος εκπρόσωπος και για λογαριασμό του ΑΕΣ Στυλίδας, από την οποία δεν προκύπτει οποιαδήποτε από μέρους του παράνομη αξιόποινη συμπεριφορά και 3) την ένορκη κατάθεση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου του μάρτυρα απόδειξης Κ. Β., Προέδρου του Σωματείου Εργαζομένων, από την οποία αποδεικνύονται οι επικαλούμενοι αγωγικοί ισχυρισμοί του ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ήταν άκυρη, και την οποία δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη.

Υπό το ως άνω περιεχόμενο ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, 1) ως προς την επικαλούμενη από τον αριθμό 11 περ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, α) κατά την με αρίθμηση 1α αιτίαση, είναι αβάσιμος, καθόσον, κατ' αρχήν, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την με αριθμό .../2022 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Χ.

Σ., την οποία όχι μόνο δεν αναφέρει μεταξύ των υπ' αυτού ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, αλλά ούτε και από το όλο περιεχόμενο αυτής καταλείπεται αμφιβολία ότι δεν έλαβε υπόψη του το περιεχόμενο αυτής. Ο αντίθετος ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι έλαβε υπόψη την προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση του Χ.

Σ., αβασίμως προβάλλεται, προφανώς από παρανόηση, ενόψει του ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την παραδεκτώς ενώπιον του προσκομισθείσα με επίκληση με αριθμό ...-2021 ένορκη βεβαίωση του ιδίου μάρτυρα ενώπιον της συμβολαιογράφου Λαμίας Κ. Τ.-Γ., με ταυτόσημο με την .../2022 ένορκη βεβαίωση περιεχόμενο, γεγονός το οποίο όμως είναι νομικά αδιάφορο.

Περαιτέρω, και ως προς την επικαλούμενη στη συνέχεια αιτίαση, ότι η ένορκη κατάθεση του Χ. Κ., ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και η με αριθμό ...-2021 ένορκη βεβαίωση του Χ. Σ., ενώπιον της προναφερόμενης συμβολαιογράφου Λαμίας, είναι ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, λόγω της ιδιότητας αυτών ως διευθυντικών υπαλλήλων του αναιρεσιβλήτου, τον οποίο το Εφετείο σιγή απέρριψε, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον οι ως άνω αναφερθέντες μάρτυρες κατά τον χρόνο της ένορκης κατάθεσης και της λήψης της ένορκης βεβαίωσης, αντιστοίχως, δεν είχαν την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου ή των μελών διοίκησης του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, όπως αντιθέτως και ορθώς δέχτηκε το Εφετείο για τις ένορκες βεβαιώσεις των Α.

Δ., Γ. Π. και Δ. Λ., τις οποίες και απέκρουσε και δεν έλαβε υπόψη, ως ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, λόγω του ότι ο δεύτερος ήταν Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και οι λοιποί ήταν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσιβλήτου. Η ένορκη κατάθεση του Χ. Κ. και η ένορκη βεβαίωση του Χ. Σ., υπό την ιδιότητα του Διευθυντή και Προϊσταμένου του λογιστηρίου αντιστοίχως και αν ακόμη αυτοί θεωρηθούν διευθύνοντες υπάλληλοι του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 περ.

α της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας που καταρτίστηκε στην Ουάσιγκτον των ΗΠΑ την 29-10-2019 και κυρώθηκε στην Ελλάδα με το άρθρο πρώτο του ν. 2269/1920, δεν είναι ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, καθώς αυτοί είναι τρίτοι, σύμφωνα δε με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο είναι μόνο η μαρτυρία του νομίμου εκπροσώπου ή του μέλους της διοίκησης νομικού προσώπου, ιδιότητα την οποία δεν είχαν οι προαναφερθέντες μάρτυρες, ούτε και ο αναιρεσείων επικαλέστηκε ενώπιον του Εφετείο ούτε και τώρα επικαλείται, ότι είχαν κατά τον επίδικο χρόνο, κατά τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 11 και 16 παρ. 3 και 11 του ν. 4384/2016 (ΦΕΚ Α 78/26-4-2016) "Αγροτικοί Συνεταιρισμοί, μορφές συλλογικότητας, οργάνωση του αγροτικού χώρου και άλλες διατάξεις", που ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, και τις σχετικές διατάξεις του ισχύοντος καταστατικού του αναιρεσιβλήτου, περιοριζόμενος στην ανάλυση της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 2 περ.

α της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας, ως προς την έννοια του όρου "διευθύνων υπάλληλος" και την παράθεση σχετικής νομολογίας, β) κατά την με αρίθμηση 2 αιτίαση είναι αβάσιμος, καθόσον, το γεγονός ότι οι επικαλούμενες εγκλήσεις, (τις οποίες μάλιστα επικαλέσθηκε στην αγωγή του ο αναιρεσείων), τέθηκαν στο αρχείο με την επικαλούμενη διάταξη του Εισαγγελέα Λαμίας, δεν εμποδίζει, κατά νόμο, τη λήψη αυτών ως εγγράφων και την ελεύθερη εκτίμησή τους από το δικαστήριο της ουσίας, γ) κατά την με αρίθμηση 3 αιτίαση, είναι απαράδεκτος ως αόριστος, γιατί δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ποιες από τις ληφθείσες υπόψη από το Εφετείο ένορκες βεβαιώσεις, που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος ενώπιον του Εφετείου (οι οποίες και δεν προσκομίζονται), είναι υπεράριθμες και συνεπώς μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα. 2) ως προς την επικαλούμενη από τον αριθμό 11 περ.

γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, α) κατά την με αρίθμηση 1 αιτίαση είναι αβάσιμος, καθότι, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη τις ενώπιόν του με επίκληση προσκομισθείσες από τον ενάγοντα-αναιρεσείοντα με αριθμούς ...-2020, ...-2020 και ...-2020 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ε.

Φ., Π. Δ. και Γ. Μ. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Φαλάρων Μ. Β.-Τ. και τις ...-2021 και ...-2021 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Α. Β. και Ε. Τ. ενώπιον της αυτής ως άνω Συμβολαιογράφου, καθώς και την με επίκληση προσκομισθείσα με την προσθήκη των προτάσεών του με αριθμό ...-2021 ένορκη βεβαίωση του Μ. Τ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Σερρών, όλες ληφθείσες μετά από νομότυπη κλήτευση του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, όπως αναφέρεται, δηλαδή το Εφετείο έλαβε υπόψη του σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 422 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, πέντε ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισε ο ενάγων-αναιρεσείων για την απόδειξη της ιστορικής βάσης της αγωγής του και μια για την αντίκρουση των ισχυρισμών του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, τις οποίες αυτός είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει και στον πρώτο βαθμό.

Συνεπώς η επικαλούμενη ως μη ληφθείσα υπόψη από το Εφετείο με αριθμό ...-2023 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Π. Γ., το πρώτον ενώπιόν του προσκομισθείσα με επίκληση από τον ενάγοντα-εκκαλούντα-αναιρεσείοντα, προς απόδειξη της αγωγής του, ήταν πέραν του αθροιστικά και για τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας προβλεπομένου από το νόμο ορίου των πέντε ενόρκων βεβαιώσεων και επομένως απαράδεκτη και δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Επομένως ορθά, αν και χωρίς αιτιολογία, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε αυτή υπόψη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, 2) κατά τις με αρίθμηση 2 και 3 αιτιάσεις είναι αβάσιμος, διότι, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του (πέμπτο φύλλο αυτής), ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που δόθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την πρωτοβάθμια απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από όλα, ανεξαιρέτως, τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζονται από τους διαδίκους, τα οποία λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων τις προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα με αριθμούς ...-2020, ...-2021 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ε.

Φ., Π. Δ., Γ. Μ., Α. Β. και Ε. Τ. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Φαλάρων Μ. Β.-Τ. και ...-2021 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Μ. Τ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Σερρών, τις προσκομιζόμενες από τον εναγόμενο με αριθμούς ...-2021 και ...-2021 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Α. Κ., Α. Χ., Κ. Κ., Δ. Κ. και Χ. Σ. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Λαμίας Κ.

Τ.-Γ., καθώς και τις ομολογίες των διαδίκων, όπου ειδικά και περιοριστικά μνημονεύονται και από τα διδάγματα της λογικής και της κοινής πείρας, σε συνδυασμό με τις χωρίς κενά, αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις παραδοχές της απόφασης, που αφορούν τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος προς απόδειξη των οποίων αυτός επικαλέστηκε και τα προαναφερόμενα στον αναιρετικό λόγο αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα.

Κατά το μέρος δε που με τις λοιπές αιτιάσεις πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, οι διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό της αίτησης αναίρεσης αιτιάσεις είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β` ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 14/2022). Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 81/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008).

Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του Δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 14/2004, ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 14/2022, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 261/2016, ΑΠ 87/2013). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 12/1991) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/1989, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 1437/2017, ΑΠ 1143/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και προτάθηκαν παραδεκτώς τόσο πρωτοδίκως όσο και στο Εφετείο και οι οποίοι στηρίζουν κατά το νόμο την αγωγή του και την έφεσή του και αποδείκνυαν α) τον εσφαλμένο υπολογισμό του ύψους της δικαιούμενης αποζημίωσης απόλυσης που έγινε με βάση το ν. 4093/2012 και όχι με βάση την ισχύουσα ατομική σύμβασή τους, β) την μη καταβολή της αποζημίωσης απόλυσής του στο λογαριασμό πληρωμής του, γ) ότι παραβιάσθηκε η αρχή της αναλογικότητας, και δ) ότι η απόλυσή του δεν οφειλόταν σε οικονομοτεχνικούς όρους και στη δήθεν αντιπειθαρχική συμπεριφορά του αλλά μόνο σε λόγους εκδίκησης του εναγομένου.

Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά τις υπό στοιχεία α, γ, και δ αιτιάσεις είναι αβάσιμος, δοθέντος ότι, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας, αυτό έλαβε υπόψη τους προαναφερόμενους αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και τους απέρριψε, ως αβάσιμους κατ' ουσία, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τους συγκροτούν, κατά δε την υπό στοιχείο β αιτίαση είναι απαράδεκτος, καθότι ο σχετικός ισχυρισμός ήταν μη νόμιμος, κατά τα ήδη προαναφερθέντα.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το βάσιμο αίτημά του, που υπέβαλε με τις προτάσεις του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-6-2023 με αριθμό κατάθεσης 11/22-6-2023 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 63/26-4-2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο για τη δικαστική του δαπάνη το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2024.

Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και των δύο αρχαιότερων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων, η αμέσως αρχαιότερη Αρεοπαγίτης της σύνθεσης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ