Legislator Case Law & Legislation
1985/2018 AI generated

1985/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1985/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1985 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

1985/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1985 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1985 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1985/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ'αριθμ. 231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Αλεξάνδρα Σιούτη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Σ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Φλεβάρη, 2. Ι. Π. του Β. και 3. Τ. Π. του Σ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Κουτσούκο, για αναίρεση της υπ'αριθ. 239/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον "ΕΦΚΑ-ΙΚΑ", που εκπροσωπείται νόμιμα και που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Σαλάκου.

Το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 6-7-2018 αίτηση αναίρεσης του πληρεξούσιου δικηγόρου του πρώτου αναιρεσείοντος και στην από 12-7-2018, κοινή αίτηση αναιρέσεως, του πληρεξούσιου δικηγόρου του δεύτερου και τρίτου αναιρεσείοντος, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 936/2018.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και να κηρυχθούν αθώοι οι αναιρεσείοντες.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οι με αριθμούς 14/6-7-2018 και 16/12-7-2018 νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσες ενώπιον της Γραμματέα του Εφετείου Δωδεκανήσου, αιτήσεις αναιρέσεως των Σ. Μ. του Ε., κατοίκου ... η πρώτη και Ι. Π. κατοίκου ... και Τ. Π., κατοίκου ... η δεύτερη, για αναίρεση της υπ'αριθμ.239/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δωδεκανήσου, και πρέπει να εξεταστούν στην ουσία.

Το άρθρο 259 Π Κ ορίζει ότι "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος είναι α] η υπαλληλική ιδιότητα του δράστη, β] η παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων και γ] η προσφορότητα [δηλαδή η αντικειμενική δυνατότητα] της παραβάσεως καθήκοντος να προσπορίσει στον δράστη ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να προκαλέσει βλάβη στο Κράτος ή σε άλλον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η παράβαση καθήκοντος είναι ιδιαίτερο έγκλημα με αυτουργό υπάλληλο υπό την έννοια του άρθρου 13α ΠΚ, κατά το οποίο "υπάλληλος είναι εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου". Η ιδιότητα του υπαλλήλου ενσωματώνει ειδικά καθήκοντα και υποχρεώσεις, δεδομένου ότι δι'αυτού εκφράζεται η βούληση της κρατικής εξουσίας ή του νομίμως συνεστημένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, από την ορθή δε άσκηση της εξουσίας εξαρτάται η απρόσκοπτη και εποικοδομητική λειτουργία των κρατικών οργάνων, των οποίων οι αποφάσεις επιλύουν ανακύπτοντα προβλήματα και διευθετούν ιδιωτικές διαφορές. Το υπαλληλικό καθήκον διαφοροποιείται εκάστοτε και η ειδικότερη μορφή εξαρτάται από το είδος και τη φύση. Ως πηγή του καθήκοντος θεωρείται διάταξη νόμου, διατάγματος ή ιδιαίτερες οδηγίες εντός των πλαισίων των νόμων. Ενίοτε το καθήκον ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας και εμμέσως προσδιορίζεται κατά περιεχόμενο, το οποίο δεσμεύει τον υπάλληλο με συναφή υποχρέωση ενέργειας, εντός των προδιαγεγραμμένων ορίων ή παραλείψεως , οσάκις απαγορεύεται πάσα περαιτέρω ενέργεια, η υλοποίηση της οποίας αντιστρατεύεται τα σαφώς προσδιορισμένα καθήκοντα. Ως καθήκον, η παράβαση του οποίου καθιστά αξιόποινη τη συμπεριφορά του υπαλλήλου, δεν νοείται οποιοδήποτε υπαλληλικό καθήκον, το οποίο προκύπτει από το νόμο ή από διοικητική πράξη κανονιστικού χαρακτήρα ή από ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή από τη φύση της υπηρεσίας και αναφέρεται στη γενική συμπεριφορά κάποιου ως υπαλλήλου, αλλά μόνο το καθήκον εκείνο που συνδέεται με την άσκηση συγκεκριμένης υπηρεσιακής δραστηριότητας στο πλαίσιο της καθ'ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητας του υπαλλήλου, εκείνο δηλαδή που ανάγεται στην εκτέλεση του ανατεθειμένου σ'αυτόν υπηρεσιακού έργου. Ως εκ τούτου, αξιόποινο χαρακτήρα, κατά το άρθρο 259 ΠΚ, ενέχουν μόνο οι παραβάσεις υπηρεσιακών καθηκόντων κατά την άσκηση υπηρεσιακής δραστηριότητας. Έτσι, αξιόποινη είναι η ελεγχόμενη πράξη [ενέργεια ή παράλειψη] του υπαλλήλου μόνο αν συνιστά έκφραση πολιτειακής βουλήσεως και άσκηση κρατικής εξουσίας μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων. Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει την προστασία του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της υπηρεσίας, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, ενεργητικό υποκείμενο του οποίου μπορεί να είναι μόνο υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ.α' και 263α του ίδιου Κώδικα, απαιτούνται α] παράβαση όχι απλού υπαλληλικού καθήκοντος, αλλά καθήκοντος της υπηρεσίας του υπαλλήλου, το οποίο καθορίζεται και επιβάλλεται στον υπάλληλο από το νόμο ή από διοικητική πράξη ή απορρέει από τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στην ίδια τη φύση της υπηρεσίας και αναφέρεται στην έκφραση από αυτόν της θελήσεως της πολιτείας, μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και ενεργειών στις σχέσεις της απέναντι στους τρίτους , β] δόλος του δράστη, που περιέχει τη γνώση και τη θέληση είτε τη γνώση και αποδοχή της παραβάσεως των υπηρεσιακών του καθηκόντων [άμεσος ή ενδεχόμενος δόλος] και γ] σκοπός του δράστη, ως πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, συνιστάμενος στην επιδίωξη του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, χωρίς να είναι αναγκαίο να επιτευχθεί η επιδιωχθείσα ωφέλεια ή βλάβη, η οποία μπορεί να είναι είτε υλική είτε ηθική. Για να συντρέχει δε ο σκοπός αυτός πρέπει όχι μόνο η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται, να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξή του, αφού ο σκοπός να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον προϋποθέτει ότι η πράξη, όπως επιχειρείται από το δράστη, δύναται να οδηγήσει στην απόκτηση παράνομου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτου[ΑΠ 68/2016, ΑΠ 1099/2014]. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 περ.α του ΠΚ "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 46,47 και 48 του Π Κ και ιδίως από τη διάταξη 48 του εν λόγω Κώδικα, με την οποία καθιερώνεται το ανεξάρτητο του αξιοποίνου του ηθικού αυτουργού και των λοιπών συνεργών από το αξιόποινο του εκτελέσαντος την πράξη , προκύπτει, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας πρέπει να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, δηλαδή πράξεως, για την οποία δεν συντρέχει κάποιος λόγος, που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα αυτής, ενώ, μη υφισταμένου αντικειμενικώς του εγκλήματος , δεν μπορεί να γίνει λόγος για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή, λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της ηθικής αυτουργίας [ΑΠ 290/2018, ΑΠ 300/2017].

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως [που κατά το άρθρο 511 του ίδιου κώδικα εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως], αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως .Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.239/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, οι αναιρεσείοντες με την απόφαση αυτή κηρύχθηκαν ένοχοι παραβάσεως καθήκοντος ο πρώτος και ηθικής αυτουργίας από κοινού στην πράξη αυτή οι λοιποί και καταδικάστηκαν σε ποινή φυλακίσεως 18 μηνών ο καθένας, ανασταλείσα επί τριετία. Κατά το διατακτικό της αποφάσεως, οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν ως υπαίτιοι και δη ο πρώτος κατηγορούμενος Σ. Μ. του ότι: Στον ..., την 29-07-2010, και ενώ ήταν υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 263° περ.α' του Ποινικού Κώδικα υπηρετώντας με οποιαδήποτε ιδιότητα σε οργανισμό που ανήκει στο Κράτος, με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, με σκοπό να βλάψει κάποιον άλλο, και ειδικότερα: Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, και ενώ υπηρετούσε στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων -Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών, με την ιδιότητα του υπαλλήλου του Παραρτήματος Ι.Κ.Α. ..., με πρόθεση παρέβη καθήκον της υπηρεσίας του και συγκεκριμένα, αν και γνώριζε ότι υπεύθυνη και αρμόδια για τη σύνταξη και έκδοση βεβαίωσης ασφαλιστικής ενημερότητας ήταν η Διευθύντρια της προαναφερόμενης δημόσιας υπηρεσίας Μ. Κ. και αναπληρώτρια της η Α. Λ. και ότι η χορήγηση ασφαλιστικής ενημερότητας δίδεται μόνο μετά από διενέργεια ελέγχου δηλωθέντων καταβληθέντων στην επιχείρηση που την αιτείται και ότι η χορήγηση της σε επιχείρηση που οφείλει και δεν έχει υπαχθεί σε ρύθμιση οφειλών προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου (Ν. 3762/2009), με πρόθεση παρέβη καθήκον της υπηρεσίας του και συγκεκριμένα σκόπιμα προέβη στη σύνταξη και έκδοση της με αρ. πρωτ. …5/29-7-2010 βεβαίωσης ασφαλιστικής ενημερότητας υπογράφοντας ως διευθυντής, αν και ήταν αναρμόδιος γι' αυτό, αγνοώντας το γεγονός ότι η επιχείρηση "...." είχε απωλέσει τη ρύθμιση της οφειλής της ύψους 257.445,82 ευρώ βάσει του Ν. 3762/2009 και δεν είχε υπαχθεί σε νέα και χωρίς να έχει προηγουμένως διενεργηθεί έλεγχος δηλωθέντων καταβληθέντων στην επιχείρηση "...." που εδρεύει στο ..., της οποίας Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο δεύτερος κατηγορούμενος, και λογιστής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ο τρίτος κατηγορούμενος προκειμένου οι συγκατηγορούμενοι του να κάνουν χρήση αυτής και να επιτύχουν την ένταξή τους σε πρόγραμμα νέας χρηματοδότησης της ξενοδοχειακής επιχείρησής τους. Ενήργησε δε κατ' αυτό τον τρόπο ο πρώτος κατηγορούμενος, έχοντας πρόθεση να περιποιήσει στην ανωτέρω ανώνυμη εταιρεία "....", παράνομο όφελος ώστε εκείνη να ενταχθεί στο πρόγραμμα και να εισπράξει το ποσό της χρηματοδότησης που θα της αναλογούσε.

Οι δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων (Ι. Π. και Τ. Π. του ότι: ο μεν Ι. Π., ως διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας "..." που εδρεύει στο ..., ο δε Τ. Π. ως λογιστής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας της ανωτέρω εταιρίας, ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασης με πρόθεση προκάλεσαν σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε και συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και κατά τον ανωτέρω χρόνο, στα πλαίσια της λεκτικής τους επικοινωνίας με το πρώτο των κατηγορουμένων, με πειθώ, προτροπές και παραινέσεις, έπεισαν αυτόν να προβεί στην παράνομη πράξη της παράβασης καθήκοντος όπως αυτή περιγράφεται ανωτέρω, προκειμένου οι συγκατηγορούμενοι του να κάνουν χρήση αυτής και να επιτύχουν την ένταξή τους σε πρόγραμμα νέας χρηματοδότησης της ξενοδοχειακής επιχείρησής τους.

Όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος δεν στοιχειοθετείται στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον η ενέργεια, στη οποία προέβη ο πρώτος αναιρεσείων Σ. Μ., βρισκόταν [σύμφωνα με όσα ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε] εκτός του κύκλου των αρμοδιοτήτων που του είχε αναθέσει η προϊσταμένη του αρχή και δεν συνδεόταν με την άσκηση της συγκεκριμένης υπηρεσιακής αρμοδιότητάς του. Το Τριμελές, λοιπόν, Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 259 του Π Κ και καταδίκασε τους αναρεσείοντες για παράβαση καθήκοντος και ηθική αυτουργία σ'αυτήν αφού σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, αξιόποινο χαρακτήρα, κατά το άρθρο 259 ΠΚ, ενέχουν μόνο οι παραβάσεις συγκεκριμένων υπηρεσιακών καθηκόντων κατά την άσκηση υπηρεσιακής δραστηριότητας, αξιόποινη δε είναι η ελεγχομένη πράξη [ενέργεια ή παράλειψη] του υπαλλήλου μόνον αν συνιστά [θετικά ή αποθετικά] έκφραση πολιτειακής βουλήσεως και άσκηση κρατικής εξουσίας μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων, προϋπόθεση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, δεδομένου ότι μόνος αρμόδιος για την έκδοση της εκδοθείσας βεβαίωσης ασφαλιστικής ενημερότητας, ήταν ο Διευθυντής του Υποκαταστήματος του ΙΚΑ ..., η υπογραφή του οποίου αρκούσε για την έκδοσή της [πόρισμα ΙΚΑ σελ.24]. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠΔ, σχετικός κοινός λόγος αμφοτέρων των κρινομένων αιτήσεων αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται ρητά από τους αναιρεσείοντες η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλκουσας της έρευνας μετά ταύτα των λοιπών λόγων αναιρέσεως.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 518 παρ.1 εδ.α του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 του ν.3160/2003, "αν ασκηθεί αναίρεση επειδή έχει γίνει εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ο Άρειος Πάγος δεν παραπέμπει την υπόθεση αλλά εφαρμόζει τη σωστή ποινική διάταξη και, αν δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη, κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο".Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε, το Τριμελές Εφετείο προέβη σε καταδικαστική για τους αναιρεσείοντες κρίση για παράβαση καθήκοντος και ηθική αυτουργία σ' αυτή η οποία ωστόσο δεν στοιχειοθετείται, κάνοντας εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Πρέπει, επομένως, οι αναιρεσείοντες να κηρυχθούν αθώοι για την πράξη που τους αποδίδεται.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ'αριθμ.239/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου .

Κηρύσσει τους αναιρεσείοντες -κατηγορουμένους αθώους, τον πρώτο Σ. Μ. του ότι: Στον ..., την 29-07-2010, και ενώ ήταν υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 263° περ.α' του Ποινικού Κώδικα υπηρετώντας με οποιαδήποτε ιδιότητα σε οργανισμό που ανήκει στο Κράτος με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, με σκοπό να βλάψει κάποιον άλλο, και ειδικότερα: Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, και ενώ υπηρετούσε στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων -Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών, με την ιδιότητα του υπαλλήλου του Παραρτήματος Ι.Κ.Α. ..., με πρόθεση παρέβη καθήκον της υπηρεσίας του και συγκεκριμένα, αν και γνώριζε ότι υπεύθυνη και αρμόδια για τη σύνταξη και έκδοση βεβαίωσης ασφαλιστικής ενημερότητας ήταν η Διευθύντρια της προαναφερόμενης δημόσιας υπηρεσίας Μ. Κ. και αναπληρώτρια της η Α. Λ. και ότι η χορήγηση ασφαλιστικής ενημερότητας δίδεται μόνο μετά από διενέργεια ελέγχου δηλωθέντων καταβληθέντων στην επιχείρηση που την αιτείται και ότι η χορήγηση της σε επιχείρηση που οφείλει και δεν έχει υπαχθεί σε ρύθμιση οφειλών προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου (Ν. 3762/2009), με πρόθεση παρέβη καθήκον της υπηρεσίας του και συγκεκριμένα σκόπιμα προέβη στη σύνταξη και έκδοση της με αρ. πρωτ. ….5/29-7-2010 βεβαίωσης ασφαλιστικής ενημερότητας υπογράφοντας ως διευθυντής αν και ήταν αναρμόδιος γι' αυτό, αγνοώντας το γεγονός ότι η επιχείρηση "...." είχε απωλέσει τη ρύθμιση της οφειλής της ύψους 257.445,82 ευρώ βάσει του Ν. 3762/2009 και δεν είχε υπαχθεί σε νέα και χωρίς να έχει προηγουμένως διενεργηθεί έλεγχος δηλωθέντων καταβληθέντων στην επιχείρηση "...." που εδρεύει στο ..., της οποίας Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο δεύτερος κατηγορούμενος και λογιστής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ο τρίτος κατηγορούμενος προκειμένου οι συγκατηγορούμενοι του να κάνουν χρήση αυτής και να επιτύχουν την ένταξή τους σε πρόγραμμα νέας χρηματοδότησης της ξενοδοχειακής επιχείρησης τους. Ενήργησε δε κατ' αυτό τον τρόπο ο πρώτος κατηγορούμενος έχοντας πρόθεση να περιποιήσει στην ανωτέρω ανώνυμη εταιρεία "....", παράνομο όφελος ώστε εκείνη να ενταχθεί στο πρόγραμμα και να εισπράξει το ποσό της χρηματοδότησης που θα της αναλογούσε, τους δε δεύτερο και τρίτο των κατηγορουμένων (Ι. Π. και Τ. Π.) του ότι: ο μεν Ι. Π., ως διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας "..." που εδρεύει στο ..., ο δε Τ. Π. ως λογιστής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας της ανωτέρω εταιρίας, ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασης με πρόθεση προκάλεσαν σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε και συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και κατά τον ανωτέρω χρόνο, στα πλαίσια της λεκτικής τους επικοινωνίας με το πρώτο των κατηγορουμένων, με πειθώ, προτροπές και παραινέσεις έπεισαν αυτόν να προβεί στην παράνομη πράξη της παράβασης καθήκοντος όπως αυτή περιγράφεται ανωτέρω, προκειμένου οι συγκατηγορούμενοι του να κάνουν χρήση αυτής και να επιτύχουν την ένταξή τους σε πρόγραμμα νέας χρηματοδότησης της ξενοδοχειακής επιχείρησής τους.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ