1985/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1985 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1985/2017
Legislator headnote
AI generated1985/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1985 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1985/2017
Full text
Απόφαση 1985 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1985/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Σ. του Ε., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ρήγου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ό.- Σ. Ν. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Ελευθερίου Παπαδημητρίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 765/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής, η 38/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-7-2016 και με αριθμό κατάθεσης 25/18-7-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.
Η από 15-7-2016 και με αριθμό κατάθεσης 25/18-7-2016 αίτηση αναίρεσης κατά της 38/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από την ενάγουσα έφεσης κατά της 765/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 14-11-2012 (με αριθμό κατάθεσης 417/15-11-2012) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
2.
Από το άρθρο 14 παρ.1 της κανονιστικής απόφασης Αιβ/8577/ 1983 του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Α.Ν. 2520/1940 και αντικαταστάθηκε με την υπ' αριθμό 8405/29-10-1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (καταργηθείσα ήδη από 24-10-2012 με το άρθρο 19 παρ.1 της Υ.Α. Υ1γ/ΓΠ/οικ.96967/2012 -ΦΕΚ Β' 2718/2012), προκύπτει ότι με βιβλιάρια υγείας πρέπει να εφοδιάζονται όχι όλοι όσοι ασκούν εργασία χειριστή τροφίμων ή ποτών ή απασχολούνται σε επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος, αλλά εκείνοι από αυτούς που ασχολούνται με την παρασκευή, συσκευασία και προετοιμασία των τροφίμων ή ποτών για τη διάθεσή τους στην κατανάλωση ή παρέχουν υπηρεσίες προς το κοινό, οι οποίες προϋποθέτουν ή συνεπάγονται άμεση επαφή με τον καταναλωτή των τροφίμων ή των ποτών ή με το χρήστη των υπηρεσιών, αφού τότε μόνο υπάρχει κίνδυνος να μεταδοθούν στον τελευταίο τα νοσήματα από τα οποία πάσχουν ή τα μικρόβια, οι ιοί και τα παράσιτα των οποίων είναι φορείς. Από τις διατάξεις του ανωτέρω άρθρου, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 3, 174 και 180 του ΑΚ, συνάγεται ότι η έλλειψη θεωρημένου βιβλιαρίου υγείας κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας επιφέρει την ακυρότητα αυτής. Αν, όμως, μετά την απόκτηση του βιβλιαρίου ή τη θεώρησή του εξακολουθεί η παροχή της σχετικής εργασίας, θεωρείται ότι η άκυρη σύμβαση επικυρώνεται και παράγει τα αποτελέσματά της σαν να ήταν από την αρχή έγκυρη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στην έννοια του οποίου περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 1 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλαδή δεν προκύπτει από την απόφαση, ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο, ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. Αντιθέτως, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης (με βάση το οποίο κρίνεται η συνδρομή έλλειψης νόμιμης βάσης) προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το πραγματικό του οποίου πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 15/2016, ΑΠ 862/2015). Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη (ΑΠ 130/2016).
3.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Κέρκυρας, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, μετά από έρευνα όλων των αποδεικτικών στοιχείων που είχαν επικαλεσθεί νομίμως οι διάδικοι, δέχτηκε ανελέγκτως ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, ο οποίος διατηρεί και εκμεταλλεύεται ατομική επιχείρηση αρτοποιείου στην…, προσέλαβε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη την 26-5-2000, ως υπάλληλο - πωλήτρια ειδών αρτοποιείου. Ότι, κατόπιν, η ενάγουσα απασχολήθηκε στην επιχείρηση αυτή μέχρι την 19-3-2012, οπότε η σύμβαση εργασίας καταγγέλθηκε από τον εναγόμενο. Ότι παρείχε την εργασία της επί έξι ημέρες την εβδομάδα, εργαζόμενη και την ημέρα του Σαββάτου επί οκτάωρο ημερησίως μέχρι και το Σεπτέμβριο 2011. Ότι, στη συνέχεια και μέχρι την απόλυσή της, εργαζόταν επί πενθήμερο εβδομαδιαίως. Ότι ως μισθός συμφωνήθηκε ο προβλεπόμενος από τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ για τους εργαζομένους στα εμπορικά καταστήματα και επιχειρήσεις. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές (και όσες άλλες αναφέρονται διεξοδικά στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά δεν ενδιαφέρουν ενταύθα) το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή, ως στηριζόμενη σε έγκυρη σύμβαση εργασίας. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δεν παραβίασε την προαναφερόμενη διάταξη της Αιβ/8577/1983 υπουργικής απόφασης, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή της, ούτε αυτές των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ, διότι από αυτήν την τελευταία παραδοχή καθίσταται σαφές ότι έλαβε υπόψη το ατομικό βιβλιάριο υγείας της ενάγουσας, η οποία με την αγωγή της είχε επικαλεσθεί ότι διαθέτει βιβλιάριο υγείας νόμιμα θεωρημένο, που είχε εκδοθεί την 20-12-2007 και ίσχυε μέχρι την 19-12-2012, ως καθ' υποφορά άρνηση της ένστασης του εναγομένου εργοδότη περί ακυρότητας της σύμβασης εργασίας. Επομένως, ο πρώτος κατά το πρώτο μέρος από τον αριθμό 1 (και όχι τον αριθμό 14) του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, και ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον το Εφετείο δεν εξέτασε εάν η ενάγουσα διέθετε βιβλιάριο υγείας νόμιμα θεωρημένο, ώστε η σύμβαση εργασίας της να είναι έγκυρη, είναι αβάσιμοι.
4.
Από τις διατάξεις του άρθρου 6 της από 26-2-1975 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που δημοσιεύθηκε με την υπ' αριθμό 11400/1710/4-3-1975 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 133/1975 (ΦΕΚ Α' 180) και του άρθρου 2 της από 29-12-1980 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΠΝΠ), που κυρώθηκε με το Ν. 1157/1981, περί της δυνατότητας καθιέρωσης της εβδομάδας των πέντε ημερών σε κλάδους του ιδιωτικού τομέα, δυνάμει σχετικών συλλογικών ρυθμίσεων ή κατόπιν έκδοσης ειδικών διατάξεων νόμων, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 904 επ. του ΑΚ, προκύπτει ότι η μέχρι οκτώ (8) ώρες εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας (συνήθως τα Σάββατα) σε επιχειρήσεις, όπου εφαρμόζεται υποχρεωτικά το σύστημα παροχής εργασίας πέντε ημερών την εβδομάδα, ήτοι σε ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης, λόγω εξάντλησης του πενθημέρου, το μεν δεν συναριθμείται με τις ώρες των εργασίμων ημερών της ίδιας εβδομάδας (ΑΠ 1409/2014, ΑΠ 1223/2013), το δε είναι άκυρη, ως απαγορευμένη από κανόνες δημόσιας τάξης. Κατά συνέπεια, η παροχή τέτοιας εργασίας γεννά σε βάρος του εργοδότη απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Η ωφέλεια συνίσταται στις αποδοχές που ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό έχοντα τις ίδιες ικανότητες με τον απασχοληθέντα, τον οποίο θα απασχολούσε εγκύρως στη θέση τού παρανόμως απασχοληθέντος την έκτη ημέρα μισθωτού, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές ιδιότητες του τελευταίου (λόγω γάμου, τέκνων ή προϋπηρεσίας) και τα συναφή με αυτές επιδόματα, καθόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν κατ' ανάγκη στο πρόσωπο του δυναμένου να απασχοληθεί με έγκυρη σύμβαση (ΑΠ 506/2017, ΑΠ 191/2011, ΑΠ 1576/2012). Τα ανωτέρω, ως προς τον τρόπο αμοιβής των απασχολουμένων κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας σε επιχειρήσεις όπου εφαρμόζεται το πενθήμερο, βάσει των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων, ίσχυαν κατά το χρονικό διάστημα πριν την έναρξη εφαρμογής του Ν. 3846/11-5-2010, με τον οποίο ρυθμίσθηκε το πρώτον νομοθετικά ο τρόπος αμοιβής του μισθωτού για απασχόλησή του την έκτη ημέρα της εβδομάδας σε επιχειρήσεις που εφαρμόζεται το σύστημα της πενθήμερης εργασίας. Ειδικότερα, με το άρθρο 8 αυτού ορίζεται ότι "Η εργασία που παρέχεται την έκτη ημέρα της εβδομάδος, κατά παράβαση του συστήματος πενθήμερης εργασίας, ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις, αμείβεται με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30%". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, χωρεί αναίρεση και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι ως απαράδεκτο νοείται εκείνο που είναι συνέπεια παραβίασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (ΟλΑΠ 963/1985). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σε αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ως προς ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 370/2015).
5.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο μέρος αυτού από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι επιδίκασε στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη αξιώσεις για παροχή μη επιτρεπόμενης εργασίας κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας (Σάββατο) σε επιχείρηση που εφαρμόζεται το σύστημα της παροχής πενθήμερης εργασίας, δεχθείσα πράγματα που δεν προτάθηκαν, καθόσον η αγωγή δεν περιείχε βάση αδικαιολογήτου πλουτισμού σε σχέση με το κονδύλιο αμοιβής για παροχή αμοιβής την έκτη ημέρα και ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο το συγκεκριμένο αίτημα για έλλειψη νόμιμης βάσης, το οποίο με την πρωτόδικη 765/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, είχε απορριφθεί ως μη νόμιμο. Όπως, όμως, προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής (η εκτίμηση του περιεχομένου της οποίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), η ενάγουσα, επικαλούμενη έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αξίωσε, εκτός των άλλων, αμοιβή - αποζημίωση για απασχόλησή της την έκτη ημέρα της εβδομάδος, εντός του χρονικού διαστήματος από το έτος 2007 έως και το Σεπτέμβριο του 2011, για τη θεμελίωση του οποίου επικαλέστηκε ότι απασχολήθηκε τα Σάββατα, ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, ήτοι ακύρως σε ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης, ότι δικαιούται να αξιώσει κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού την απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή της εργασίας αυτής και ότι υπό την ισχύ του άρθρου 8 του Ν. 3846/2010 η εργασία αυτή της έκτης ημέρας της εβδομάδας αμείβεται με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30%. Η πρωτόδικη απόφαση (765/2014 Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας) απέρριψε την αγωγή κατά το ανωτέρω κεφάλαιο ως μη νόμιμη, το δε Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ορισμένο και νόμιμο το εν λόγω κονδύλιο. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν αναφέρονταν στην αγωγή και ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, ως προς το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος. Στη συνέχεια το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι η ενάγουσα, κατά τη χρονική περίοδο από το έτος 2007 έως τον Σεπτέμβριο του 2011, απασχολήθηκε τέσσερα Σάββατα το μήνα και επιδίκασε μέχρι και τον Απρίλιο του 2010, δηλαδή πριν την ισχύ του άρθρου 8 του Ν. 3846/11-5-2010, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά ανά έτος, για δε την απόδοση της ωφέλειας από την παροχή της άκυρης οκτάωρης εργασίας κατά τα Σάββατα υπολόγισε το ημερομίσθιο, που συνιστούσε την αποδοτέα ωφέλεια, με βάση το νόμιμο πάγιο μισθό, τον προβλεπόμενο από την οικεία ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις και καταστήματα όλης της χώρας, συν το επίδομα ταμειακών λαθών, χωρίς να λάβει υπόψη τις προσωπικές ιδιότητες της ενάγουσας. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δηλαδή υπολογίζοντας το ημερομίσθιο που συνιστούσε την αποδοτέα ωφέλεια μόνο επί του παγίου νομίμου μισθού και του επιδόματος ταμειακών λαθών, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 904 ΑΚ. Επομένως, ο εξεταζόμενος δεύτερος λόγος αναίρεσης, ως προς το δεύτερο μέρος του εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η προσβαλλομένη απόφαση για τον προσδιορισμό της αμοιβής για την παροχή εργασίας την έκτη ημέρα της εβδομάδας (Σάββατο) συνυπολόγισε στο βασικό μισθό προσωποπαγή επιδόματα, όπως το επίδομα γάμου και προϋπηρεσίας, χωρίς να αιτιολογεί για πιο λόγο συνυπολογίζει στις βασικές αποδοχές τα ως άνω επιδόματα, είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως.
6.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ.1, 3 παρ. 1, 4 παρ.1 και 5 παρ.1 του Α.Ν. 539/1945, όπως η παρ.1 του άρθρου 4 συμπληρώθηκε µε την προσθήκη εδαφίου δια του άρθρου 3 παρ.15 του Ν. 4504/1966 και η παρ.1 του άρθρου 5 συμπληρώθηκε με την προσθήκη εδαφίου δια του άρθρου 3 του Ν.Δ. 3755/1957, συνάγονται τα ακόλουθα: Σε όλους τους μισθωτούς (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων για τις οποίες δεν πρόκειται ενταύθα), οι οποίοι παρέχουν εξαρτημένη εργασία, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα, είτε με έγκυρη σύμβαση είτε με απλή σχέση εργασίας, πρέπει να χορηγείται μέσα σε κάθε ημερολογιακό έτος άδεια αναψυχής με τις συνήθεις αποδοχές. Η άδεια αυτή, που αποκαλείται "κανονική άδεια" για να ξεχωρίζει από άλλες μορφές αδείας, αποβλέπει αφενός στη διατήρηση της σωματικής και ψυχικής ευεξίας των εργαζομένων και αφετέρου στη δυνατότητα συμμετοχής ενός εκάστου στα αγαθά του ελευθέρου χρόνου. Το δικαίωμα στην άδεια αναψυχής, που απορρέει ευθέως από το νόμο και δεν εξαρτάται από την ουσιώδη ή μη ανάλωση των παραγωγικών δυνάμεων του εργαζόμενου, υφίσταται ανεξάρτητα προς το αν ο τελευταίος ζήτησε ή όχι τη χορήγηση της άδειας από τον εργοδότη. Ο εργοδότης πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να χορηγήσει την άδεια μέσα στο ημερολογιακό έτος για το οποίο πρόκειται. Η αίτηση, την οποία ενδεχομένως θα υποβάλει ο μισθωτός, έχει σημασία μόνο για τον προσδιορισμό της χρονικής περιόδου κατά την οποία αυτός επιθυμεί να λάβει την άδεια. Εάν για οποιοδήποτε λόγο δεν καταστεί εφικτή η χορήγηση της άδειας αυτουσίως μέσα στο ημερολογιακό έτος, στο οποίο αυτή αντιστοιχεί, η αξίωση για την άδεια μετατρέπεται σε χρηματική. Τότε, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αποδοχές, τις οποίες θα κατέβαλε εάν ο τελευταίος είχε λάβει την άδεια αυτουσίως (αποδοχές αδείας). Εάν, πέραν τούτου, η μη χορήγηση της άδειας μπορεί να αποδοθεί σε πταίσμα του εργοδότη (ακόμη και σε βαθμό ελαφριάς αμέλειας), αυτός οφείλει, ως αστική ποινή, προσαύξηση 100% επί των αποδοχών αδείας. Το πταίσμα του εργοδότη τεκμαίρεται, όταν αποδειχθεί ότι ο εργαζόμενος ζήτησε να του χορηγηθεί η άδεια αυτουσίως, αλλά ο εργοδότης απέφυγε να τον ικανοποιήσει (ΑΠ 902/2017, ΑΠ 1420/2015).
7.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118 αρ.4 και 216 παρ.1α' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, καθιστά την αγωγή αόριστη. Η αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του, σχετικά με τη νομική θεμελίωση αυτής, αξίωσε περισσότερα από εκείνα που απαιτεί ο νόμος ή αν, αντιθέτως, αρκέσθηκε σε λιγότερα. Αν τυχόν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της αγωγής, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονται στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Αν όμως το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα, τότε ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1409/2014). Περαιτέρω, για να είναι ορισμένη η αγωγή με την οποία διώκεται η ικανοποίηση αξιώσεων για προσαύξηση 100% των αποδοχών άδειας παρελθόντων ετών, πρέπει να αναφέρεται σε αυτή, εκτός των άλλων, ότι ο εργαζόμενος ζήτησε την άδειά του για τα συγκεκριμένα έτη και ο εργοδότης αρνήθηκε να τη χορηγήσει, εξαναγκάζοντάς τον στην παροχή εργασίας κατά το χρόνο κατά τον οποίο έπρεπε να λάβει την άδεια.
8.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής για τον έλεγχο της βασιμότητας του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι αυτή περιέχει επαρκή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για την, κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, πληρότητα του δικογράφου της ως προς το κεφάλαιο της προσαύξησης 100% επί των αποδοχών της άδειας, λόγω μη χορήγησης αυτής, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα των ετών 2007 έως και 2011, αφού στην αγωγή γίνεται αναφορά ότι ο εναγόμενος εργοδότης αρνήθηκε να χορηγήσει στην ενάγουσα τη νόμιμη άδεια που δικαιούταν κατ' έτος, διότι, όπως ισχυριζόταν, δεν μπορούσε να σταματήσει κανένα μήνα του χρόνου ούτε να ελαττώσει το προσωπικό, καθώς έπρεπε να καλύπτει με άρτο τις ανάγκες των επιχειρήσεων, με τις οποίες είχε συμβληθεί. Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ορισμένη την αγωγή ως προς το ανωτέρω κονδύλιο, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης της ενάγουσας και την εξέτασε περαιτέρω κατ' ουσία, επιδικάζοντας αποδοχές αδείας, προσαυξημένες κατά 100%, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 (και όχι από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. 9.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-7-2016 και με αριθμό κατάθεσης 25/18-7-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμό 38/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24η Οκτωβρίου 2017. Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Δεκεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ