1985/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1985/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094, 1871, 1878 και 1882 ΑΚ προκύπτει ότι, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διατάξεως του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ, μπορούν να σωρευθούν στο ίδιο δικόγραφο η διεκδικητική και η περί κλήρου αγωγή, αρκεί να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτό τα απαραίτητα για τη θεμελίωση εκάστης των ανωτέρω αγωγών περιστατικά.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1985 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1985/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Μεταξά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2004 αγωγή τhw ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 165/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 258/2006 του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική Έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-3-2007 αίτησή τoυς. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 24-3-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ, εάν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Στην προκείμενη περίπτωση από τις εκθέσεις επίδοσης 11069, 11070 και 11071/17-4-2008 της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας ..., τις οποίες προσκομίζει η αναιρεσίβλητος που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση από 22-3-2007 αίτησης αναίρεσης κατά της 258/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, με κλήση προς τους αναιρεσείοντες, για να παραστούν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σε όλους τους αναιρεσείοντες.
Όμως οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίστηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.
α' και γ' ίδιου Κώδικα). Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από τον νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος. Για το ορισμένο της αντίστοιχης αγωγής το δικόγραφό της, εκτός από το αίτημα και τα λοιπά στοιχεία κάθε δικογράφου (άρθρ.118 ΚΠολΔ) πρέπει να περιέχει κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, και τα εξής:
α) Τον τρόπο, με τον οποίο απέκτησε την κυριότητα ο ενάγων και ειδικότερα, αν μεν απέκτησε την κυριότητα ακινήτου με κληρονομική διαδοχή να μνημονεύει την ιδιότητά του ως κληρονόμου και τη μεταγραφή της δηλώσεως αποδοχής ή του κληρονομητηρίου, αν δε την απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία, αυτός ή ο δικαιοπάροχός του να μνημονεύει ότι νεμήθηκαν το ακίνητο με διάνοια κυρίων επί μία συνεχή εικοσαετία, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της αγωγής, γ) την αφαίρεση ή κατακράτηση της νομής του επιδίκου από τον εναγόμενο, δ) την αξία του επιδίκου και ε) το σχετικό αίτημα (αναγνωρίσεως της κυριότητας και αποδόσεως του πράγματος).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 1871 του ΑΚ προκύπτει, ότι τα στοιχεία της βάσης της αγωγής περί κλήρου, η οποία αποσκοπεί στην προστασία του καθολικού κληρονομικού δικαιώματος και την οποία μπορεί να εγείρει ο κληρονόμος και κατά συγκληρονόμου του (ΑΠ 1500/1999), είναι τα εξής: α) ο θάνατος του διαθέτη, β) το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος, γ) ότι ο κληρονομούμενος είχε στη νομή ή κατοχή του τα κληρονομιαία πράγματα και δ) ότι ο εναγόμενος κατακρατεί τα κληρονομιαία αντικείμενα ως κληρονόμος, αντιποιούμενος το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος ( ΑΠ 788/2005, ΑΠ 1374/2000).
Έτσι, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094, 1871, 1878 και 1882 ΑΚ προκύπτει ότι, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διατάξεως του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ, μπορούν να σωρευθούν στο ίδιο δικόγραφο η διεκδικητική και η περί κλήρου αγωγή, αρκεί να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτό τα απαραίτητα για τη θεμελίωση εκάστης των ανωτέρω αγωγών περιστατικά.
Στην προκείμενη περίπτωση, από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι σ' αυτό περιλαμβάνονται τα στοιχεία και των δύο πιο πάνω αγωγών, καθώς και το αντίστοιχο για καθεμιά από τις αγωγές αυτές αίτημα. Ειδικότερα, στο κρινόμενο δικόγραφο αναφέρονται αφενός τα συγκροτούντα τη βάση της περί κλήρου αγωγής περιστατικά, ήτοι:
α) ο κατά την 18-4-1963 και 20-3-1980 θάνατος, αντίστοιχα, των κληρονομουμένων Ζ και Θ, β) η συγγενική σχέση της ενάγουσας (και του πρώτου εναγόμενου), με τους ανωτέρω κληρονομούμενους, δεδομένου ότι πρόκειται περί εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, γ) η ιδιότητα των ζητουμένων με την αγωγή ακινήτων ως κληρονομιαίων (ανηκόντων στη νομή Των κληρονομουμένων) και δ) η κατακράτηση του επιδίκου 1/2 εξ αδιαιρέτου των ακινήτων αυτών από τους εναγομένους του μεν πρώτου ως κληρονόμου των ανωτέρω κληρονομουμένων, των δε δεύτερης και τρίτης, ως αποκτησασών την ψιλή κυριότητα των επιδίκων από τον πρώτο (νομέα της κληρονομίας) και αφετέρου αναφέρονται στο δικόγραφο τα θεμελιούντα τη βάση της διεκδικητικής αγωγής στοιχεία, ορισμένα, από τα οποία, δεν είναι απαραίτητα για τη θεμελίωση της περί κλήρου αγωγής και δη:
α) η ακριβής περιγραφή των διεκδικουμένων ακινήτων (ιδανικού μεριδίου), β) ο νόμιμος τρόπος κτήσεως της κυριότητας της ενάγουσας, και των δικαιοπαρόχων των κληρονομούμενων στα επίδικα, γ) η προσβολή της κυριότητας από τους εναγόμενους στα επίδικα, δ) η κατοχή των επιδίκων από τους εναγόμενους και ε) η αξία των επιδίκων, ταυτοχρόνως δε ζητούνται, με την αγωγή, αφενός η αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος της ενάγουσας και η απόδοση των επιδίκων ως αντικείμενα της κληρονομίας (αίτημα της περί κλήρου αγωγής) και αφετέρου η αναγνώριση και της κυριότητας της ενάγουσας στο ιδανικό μερίδιο των επιδίκων και η απόδοσή τους σ' αυτή (αίτημα που αρμόζει στη διεκδικητική αγωγή).
Συνακόλουθα, στο υπό κρίση δικόγραφο σωρεύονται, παραδεκτώς, κατά τα προαναφερόμενα, οι δύο πιο πάνω αγωγές, περί κλήρου και διεκδικητική (ΑΠ 764/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία.
Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε. Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 980, 981, 982, 983, 994, 1041, 1045 και 1846 ΑΚ, προκύπτει ότι, αν ο συγκληρονόμος κατέχει ολόκληρο το κληρονομιαίο ακίνητο, θεωρείται ότι κατέχει αυτό στο όνομα και των άλλων συγκληρονόμων και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή, πριν να καταστήσει γνωστό σ' αυτούς ότι νέμεται περισσότερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο τούτο, αποκλειστικά σαν κύριος, γενικότερα δε η απώλεια της νομής δεν επέρχεται για τον νομέα, πριν πληροφορηθεί τη μεταστροφή της βουλήσεως του αντιπροσώπου του. (Ολ.
ΑΠ 485/1982, Α.Π. 1468/2006). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Ο δε από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη αναδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, σχετικά με την ένδικη αγωγή, στην οποία κατά τα προαναφερθέντα σωρεύεται αγωγή περί κλήρου και διεκδικητική ακινήτων αγωγή, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Στη κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ... ευρίσκονται δέκα ακίνητα, όπως αυτά λεπτομερώς περιγράφονται κατά ακριβή θέση, έκταση και όρια, τα οποία, πλην ενός αγρού στη θέση ... εμβαδού 10.000 τ.μ. περίπου, που ανήκε κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, ανήκαν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στον Ζ, ο οποίος αποβίωσε στις 18-4-1963 χωρίς να αφήσει διαθήκη και έτσι κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη νόμιμη σύζυγό του Θ και τα δύο τέκνα του, ήτοι την ενάγουσα Ψ και τον πρώτο εναγόμενο Χ1, κατά ποσοστό 2/8, 3/8 και 3/8 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, από τον καθένα σε όλη την κληρονομιαία περιουσία του.
Μετά το θάνατό του οι ανωτέρω ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του υπεισήλθαν στην ως άνω κληρονομία του πατέρα και συζύγου τους κατά τα ανωτέρω ποσοστά συγκυριότητας ο καθένας, συνέχισαν δε να ασκούν επί των κληρονομιαίων ακινήτων τους τις προσιδιάζουσες σ' αυτές διακατοχικές πράξεις και συγκεκριμένα επόπτευαν, φύλατταν και προέβαιναν σε καλλιέργεια των επιδεικτικών αυτής εδαφών και στη φύτευση ελαιοδένδρων, καθώς επίσης στη συλλογή ελαιοκάρπων για την παραγωγή ελαιολάδου, ενώ κάποια από αυτά τα εκμίσθωναν σε τρίτους, προκειμένου να τα καλλιεργούν με σιτάρι ή να προβαίνουν σε άλλες ετήσιες καλλιέργειες.
Ειδικότερα η ενάγουσα, η οποία από το γάμο της είχε εγκατασταθεί στον ..., κάθε φορά που μετάβαινε στην ... επισκεπτόταν τα κληρονομιαία, ενώ κατά τους χειμερινούς μήνες φρόντιζε η ίδια αυτοπροσώπως για τη συλλογή του ελαιοκάρπου, όμως εξ αιτίας της απουσίας της και του γεγονότος ότι πολύ σύντομα διεζεύχθη, είχε αναθέσει στον πρώτο εναγόμενο αδελφό της να ασκεί τις πιο πάνω διακατοχικές πράξεις για λογαριασμό της.
Συνεχίζει δε το Εφετείο ότι, όταν κατά το έτος 1969 επρόκειτο να πωλήσουν στο ζεύγος ... και ... ένα κληρονομιαίο ακίνητο, όλοι οι ανωτέρω κληρονόμοι του Ζ προέβησαν σε δήλωση αποδοχής κληρονομίας του ακινήτου εκείνου με την 727/18-10-1969 συμβολαιογραφική πράξη του συμβολαιογράφου Ταμυνέων Νικολάου Τσάκα, που μεταγράφηκε νόμιμα, και ακολούθως στην πώληση τούτου με το νομίμως μεταγραφέν 728/18-10-1969 πωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου.
Περαιτέρω, δέχτηκε το Εφετείο,αποδείχτηκε ότι στην ίδια κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ... ευρίσκονται δεκαέξι ακίνητα, όπως λεπτομερώς περιγράφονται, τα οποία ανήκαν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στην ανωτέρω Θ, η οποία αποβίωσε στις 20-3-1980 χωρίς να αφήσει διαθήκη και έτσι κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα ανωτέρω τέκνα της, ήτοι την ενάγουσα και τον πρώτο εναγόμενο, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα σε όλη την κληρονομιαία περιουσία της, στην οποία περιλαμβάνονταν τα ως άνω δεκαέξι ακίνητα περιουσιακά στοιχεία, καθώς επίσης το κληρονομικό της μερίδιο 2/8 εξ αδιαιρέτου επί της προαναφερθείσας κληρονομίας του προαποβιώσαντος συζύγου της Ζ.
Στην αποβιώσασα τα ακίνητα αυτά είχαν περιέλθει με άτυπες παραχωρήσεις από τους γονείς της από σαράντα και πλέον έτη, έκτοτε δε αυτή και μέχρι τον επισυμβάντα κατά τον ως άνω χρόνο θάνατο της νέμονταν αυτά ασκώντας συνεχώς και αδιαλείπτως ως κυρία τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό τους, ήτοι τα επέβλεπε και τα καλλιεργούσε, χρησιμοποιούσε, δε κάποια από αυτά για τη βοσκή ζώων και έτσι κατέστη κυρία τούτων με έκτακτη χρησικτησία.
Ακολούθως, μετά το θάνατό της τα ανωτέρω τέκνα της ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της υπεισήλθαν στην ως άνω κληρονομία της κατά τα ανωτέρω ποσοστά συγκυριότητας, συνέχισαν δε να ασκούν επί των πιο πάνω κληρονομιαίων ακινήτων τους τις προσιδιάζουσες σ'αυτά διακατοχικές πράξεις και συγκεκριμένα επόπτευαν, εφύλατταν και προέβαιναν στην καλλιέργεια των επιδεκτικών αυτής εδαφών, καθώς επίσης στη φύτευση ελαιοδένδρων και στη συλλογή του ελαιοκάρπου για την παραγωγή ελαιόλαδου, ενώ κάποια από αυτά τα εκμίσθωναν σε τρίτους προκειμένου να τα καλλιεργούν με σιτάρι ή να προβαίνουν σε άλλες ετήσιες καλλιέργειες.
Ειδικότερα, η ενάγουσα επισκεπτόταν τα εν λόγω κληρονομιαία ακίνητα και φρόντιζε για την συγκομιδή του ελαιοκάρπου, όμως εξαιτίας της απουσίας της είχε αναθέσει στον εναγόμενο αδελφό της, με τον οποίο διατηρούσε ιδιαίτερα καλές σχέσεις να ασκήσει τις πιο πάνω διακατοχικές πράξεις για λογαριασμό της, ενώ εξάλλου με τα 2667, 2668/25-6-1997 συμβόλαια αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Ταμυνέων Σταυρούλας Κηρύκου, που νόμιμα μετέγραψε, αποδέχθηκε την επαχθείσα σ'αυτήν κληρονομιά, τόσο του πατέρα της όσο και της μητέρας της, για τις οποίες υπέβαλε και τις σχετικές δηλώσεις φόρου κληρονομιάς στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
Περαιτέρω, το Εφετείο, σχετικά με τον ισχυρισμό των εναγόμενων ότι με προφορική άτυπη διανομή οι γονείς του πρώτου εξ αυτών και της ενάγουσας από το έτος 1955 είχαν παραχωρήσει στην μεν ενάγουσα τα αναφερόμενα τρία από τα ως άνω ακίνητα και άλλα στη θέση ..., καθώς επίσης ενόψει του επικείμενου γάμου της με τον ...
της έδωσαν ως προίκα 350 χρυσές λίρες Αγγλίας, στον πρώτο δε εξ αυτών όλα τα υπόλοιπα και ότι έκτοτε αυτός νεμόταν αυτά για δικό του λογαριασμό ως αποκλειστικός κύριος μέχρι και το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής, εν γνώσει της ενάγουσας αδελφής του, η οποία αναγνώριζε και είχε αποδεχθεί την ως άνω άτυπη διανομή, καταστάς κύριος τούτων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δέχτηκε ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός τους δεν επιβεβαιώνεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
Ειδικότερα, δέχτηκε το Εφετείο, οι εναγόμενοι δεν εκθέτουν ούτε αποδεικνύουν, εάν η ενάγουσα αξιοποίησε το πιο πάνω ποσό λιρών, εν όψει του γάμου της και της εγκαταστάσεώς της στον ..., το οποίο για τα δεδομένα εκείνης της εποχής ήταν ιδιαίτερα σημαντικό, ούτε κατέθεσε κάτι σχετικό ο εξετασθείς με επιμέλειά τους στο ακροατήριο μάρτυρας ....
Εξάλλου, υπέρ της ενάγουσας και του πρώτου εναγομένου είχε εκδοθεί στις 29-12-1986 κοινός λογαριασμός καταθέσεως Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου στο κατάστημα Αλιβέριου με ποσό αρχικής κατάθεσης 74.000 δραχμών, ο οποίος κινήθηκε επί μια δεκαετία και μηδενίστηκε στις 18-7-1997, τον οποίο οι διάδικοι πίστωναν με διάφορα χρηματικά ποσά αναγκαία για τις δαπάνες συντήρησης και καλλιέργειας των κοινών ακινήτων τους.
Σε κάθε όμως περίπτωση οι εναγόμενοι δεν δίδουν κάποια εξήγηση για ποιο λόγο ο πατέρας και παππούς τους Ζ, ο οποίος σημειωτέον απεβίωσε σε ηλικία 62 ετών, επτά έτη πριν από το θάνατο του, ήτοι σε ηλικία 55 ετών, αλλά και η μητέρα και γιαγιά τους Θ, 25 έτη πριν από το θάνατό της, αποφασίζουν να παραχωρήσουν ολόκληρη την περιουσία τους στα τέκνα τους, από τα οποία η μεν ενάγουσα ήταν ηλικίας 26 ετών, ο δε πρώτος εναγόμενος μόλις 24 ετών, δίδοντας στην μεν ενάγουσα κτήματα συνολικής εκτάσεως 15 στρεμμάτων, στο δε πρώτο εναγόμενο 50 και πλέον στρέμματα.
Το γεγονός ότι κατά τον αναδασμό του 1983 η ενάγουσα έλαβε σε αντικατάσταση των ακινήτων τους στη θέση ... αγρό 7914 στρεμμάτων στην Κοινότητα ... με το 3773/1984 παραχωρητήριο της Διεύθυνσης Γεωργίας Ν. Ευβοίας δεν δύναται να οδηγήσει το Δικαστήριο σε αντίθετη κρίση καθόσον τούτο μόνο δεν αποτελεί απόδειξη του ότι οι γονείς των διαδίκων ατύπως είχαν διανείμει ολόκληρη την περιουσίας τους στα τέκνα τους.
Ωσαύτως, την ως άνω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρεί, έστω και αν αληθεύει, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η ενάγουσα μάζευε ελιές μόνο από το κτήμα το ευρισκόμενο στη θέση ..., καθόσον τούτο έπραττε σε συνεννόηση με τον αδελφό της εναγόμενο και σε καμιά περίπτωση η ενέργειά του να συλλέγει τον ελαιόκαρπο από τα άλλα κτήματα δεν αποτελούσε εκδήλωση της βούλησής του προς την ενάγουσα αδελφή του ότι νέμεται αυτά ως αποκλειστικός κύριος, γεγονός που η τελευταία αποδεχόταν όλα αυτά τα έτη.
Ακόμη, ούτε με την εκμίσθωση από τον πρώτο εναγόμενο κάποιων από τα ως άνω επίδικα ακίνητα, αυτός εξέφρασε προς την αδελφή του τη βούλησή του ότι νέμεται αυτά ως αποκλειστικός κύριος καθόσον στην εκμίσθωση τούτων προέβαινε και για λογαριασμό της αδελφής του. στα πλαίσια της εντολής που αυτή του είχε δώσει να διαχειρίζεται την κληρονομική της μερίδα στα ακίνητα αυτά, κρίση του Δικαστηρίου που ενισχύεται και από το μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενο από τους εναγομένους από 20-10-1996 μισθωτήριο συμβόλαιο, στο οποίο ο εναγόμενος φέρεται να εκμισθώνει τέσσερα από τα επίδικα ακίνητα ως νομέας τούτων και όχι ως κύριος αυτών, ενώ μετά την αντιδικία του με την ενάγουσα που άρχισε από το έτος 1997, όταν εκμισθώνει κάποια από τα επίδικα ακίνητα δυνάμει των 10529/1999 και 20137/2001 συμβολαιογραφικών μισθωτηρίων εμφανίζει εαυτόν ως έχων την αποκλειστική κυριότητα τούτων.
Συνεχίζει δε το Εφετείο ότι με τα ως άνω δεδομένα η ένσταση των εναγομένων ότι ο πρώτος από αυτούς κατέστη αποκλειστικά κύριος των επιδίκων ακινήτων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον από το έτος 1955 νεμόταν αυτά με διάνοια αποκλειστικού κυρίου, καθιστώντας τούτο γνωστό στη συγκυρία αδελφή του, αποδεικνύεται αβάσιμος κατ'ουσίαν και συνακόλουθα η σχετική περί ίδιας κυριότητας ένσταση του είναι κατ'ουσίαν αβάσιμη και απορριπτέα.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχτηκε ότι η ενάγουσα κατ' έτος 1997, επειδή επιθυμούσε να μεταβιβάσει κάποια ακίνητα στα τέκνα της, ζήτησε από τον πρώτο εναγόμενο αδελφό της να προβούν στην αυτούσια διανομή των κοινών ακινήτων, πρόταση την οποία ο τελευταίος απέκρουσε αμφισβητώντας για πρώτη φορά το κληρονομικό της δικαίωμα στα επίδικα ακίνητα καθώς και τη συγκυριότητά της σ' αυτά κατά το ποσοστό του κληρονομικού της μεριδίου, ισχυριζόμενος ότι αυτός είναι αποκλειστικά κύριος και κληρονόμος τούτων, προέβη δε δυνάμει των ..., ...
συμβολαίων γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ταμυνέων Αναστασίας Μήτσικα Παπασταματίου, που νόμιμα μεταγράφηκαν, στη μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας στις λοιπές εναγόμενες θυγατέρες του, παρακρατώντας την επικαρπία, των οκτώ με στοιχεία 1,4,6,13,16,22,23,24 επίδικων ακινήτων στη δεύτερη από αυτές και των επτά με στοιχείων 2,3,11,14,17,18,20 επίδικων ακινήτων στην τρίτη από αυτές, έκτοτε δε όλοι οι εναγόμενοι κατακρατούν αυτά και κατά το άνω ποσοστό του κληρονομικού της μεριδίου παρεμποδίζοντας την ενάγουσα να εισέρχεται εντός αυτών.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι ο πρώτος εναγόμενος και κατ' επέκταση οι συνεναγόμενες θυγατέρες του δεν απέκτησαν την κυριότητα των ως άνω ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία κατά το ανήκον στην ενάγουσα ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, κατά το οποίο η τελευταία είναι συγκυρία ως συγκληρονόμος και ότι οι εναγόμενοι κατακρατούν τα ακίνητα αυτά και κατά το άνω ποσοστό της συγκυριότητάς της εκ του κληρονομικού της μεριδίου, παρεμποδίζοντας έτσι την ενάγουσα να εισέρχεται εντός αυτών.
Κατόπιν τούτου, αφού απέρριψε τις ενστάσεις των εναγόμενων περί παραγραφής της αξιώσεως της ενάγουσας και περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, δέχτηκε την αγωγή, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που έκρινε όμοια, και απέρριψε την έφεση των εναγόμενων και ήδη αναιρεσειόντων. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, αφενός δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 1094, 1045, 1051, 1846, 1871 και 1882 ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφετέρου δε δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι ο πρώτος εναγόμενος, αδελφός της ενάγουσας και συγκληρονόμος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου των επίδικων ακινήτων, ασκούσε σ' αυτά πράξεις νομής και δη καλλιεργητικές πράξεις και για λογαριασμό της συννομέως ενάγουσας, ότι αυτός ή τρίτος νεμόμενος για λογαριασμό του δεν είχε καταστήσει γνωστό στην ενάγουσα κατά οποιοδήποτε τρόπο ότι νέμεται τα ακίνητα αποκλειστικά για τον εαυτό του, ότι τόσον αυτός όσον και οι συνεναγόμενες θυγατέρες του κατακρατούν τα επίδικα ακίνητα και κατά το κληρονομικό μερίδιο της ενάγουσας (ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου), δεχθέν έτσι εκ του πράγματος ότι η δεύτερη και η τρίτη των εναγομένων αμφισβητούν τη συγκυριότητα της ενάγουσας επί των επιδίκων κατά το προαναφερόμενο ποσοστό, που αποτελεί στοιχείο της βάσης της διεκδικητικής αγωγής, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που εφάρμοσε.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, και κατά τα δύο μέρη αυτού, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Πράγματα, επίσης, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.
ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες και δη οι πρώτη και δεύτερη των αναιρεσειόντων με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος αυτού, λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο αφενός έλαβε υπόψη ανύπαρκτη βάση της αγωγής, ήτοι αυτή της διεκδικητικής αγωγής, καθό μέρος στρέφεται κατά των δεύτερης και τρίτης των εναγομένων, αφετέρου δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα ουσιώδη ισχυρισμό τους περί ιδίας αυτών κυριότητας επί των επίδικων ακινήτων.
Όμως, όπως ήδη έχει εκτεθεί στην πρώτη σκέψη της παρούσας, στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής σωρεύεται και αυτή της διεκδικητικής, ενώ από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον προβληθέντα ως άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε με το να δεχτεί ότι ο δικαιοπάροχος αυτών και πρώτος εναγόμενος πατέρας τους, πριν μεταβιβάσει στις συνεναγόμενες θυγατέρες του τα επίδικα ως άνω ακίνητα με γονική παροχή, δεν είχε καταστεί αποκλειστικά κύριος αυτών και συνακόλουθα ούτε και οι ίδιες απέκτησαν την κυριότητα τούτων, με βάση τις συμβάσεις γονικής παροχής.
Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία και όχι αίτηση για παραδοχή ενστάσεων, προτάσεων, πραγματικών ισχυρισμών ή αποδεικτικών μέσων. Εξάλλου, για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει το δικαστήριο να άφησε αδίκαστη αίτηση του αναιρεσείοντος και όχι του αναιρεσιβλήτου, διότι αν άφησε αδίκαστη αίτηση του αναιρεσιβλήτου, ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον για προβολή της. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες-εναγόμενοι με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη αίτησή τους και δη την ένστασή τους περί ιδίας κυριότητας επί των επίδικων ακινήτων, ενώ δεν ερεύνησε τη σωρευθείσα βάση της διεκδικητικής αγωγής της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης. Σύμφωνα, όμως, με τα εκτεθέντα ανωτέρω, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, ήτοι αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (Ολ.
ΑΠ 42/2002). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν η παράλειψη του δικαστηρίου αφορά στη μη αξιολόγηση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη, σε συνδυασμό με τα άλλα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα ή αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα έγγραφο, το οποίο νόμιμα είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους ότι ο πρώτος εξ αυτών είχε αποκτήσει τα επίδικα ακίνητα ύστερα από άτυπη διανομή, ήτοι τον 3881/1984 τίτλο κυριότητας της Διεύθυνσης Γεωργίας της Νομαρχίας Ευβοίας.
Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη <και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα με επίκληση προσκομίζουν>, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το ανωτέρω έγγραφο.
Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-3-2007 αίτηση των 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3 για αναίρεση της 258/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική Έδρα Χαλκίδας).
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ