1985/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1985 / 2006 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated1985/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1985 / 2006 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 1985 / 2006 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1985/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Ρένα Ασημακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ... , τον οποίο εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος Φωτεινή Τσιρβούλα-Παυλάκη, η οποία ανακάλεσε την από 27-10-2006 δήλωση της κατ΄αρθ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Του αναιρεσίβλητου: Χ1 , που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστάθιο Παπαναγιώτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-4-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3850/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 3477/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-10-2005 αίτησή του και τους 25-9-2006 προσθέτους λόγους του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 18-10-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αίτησης αναίρεσης καθώς και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψη τους καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε σφάλμα διαγνωστικό, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πραγματικά έχει και στη συνέχεια μορφώνει την κρίση του στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κυρίως στο κατ' αυτό τον τρόπο παραμορφωθέν περιεχόμενο του εγγράφου. Επομένως δεν ιδρύεται ο άνω λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ διαγιγνώσκει ορθώς το περιεχόμενο του εγγράφου εκτιμά στη συνέχεια αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο επικαλούμενος το έγγραφο θεωρεί ορθό, ούτε ακόμη όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη γενομένη παραμόρφωση, περιορίσθηκε στο να εκτιμήσει το παραμορφωθέν έγγραφο με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να αποδώσει ιδιαίτερη βαρύτερη σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσεως του. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως και τον τέταρτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, που δέχθηκε, μετά εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, αγωγή του αναιρεσιβλήτου για καταβολή του οφειλόμενου από σύμβαση άτοκου δανείου χρηματικού ποσού, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δικ., διότι, με το να δεχθεί ότι "μέρος του δανείου συνολικού ύψους 25.000.000 ο αναιρεσίβλητος είχε δανεισθεί από τρίτους και συγκεκριμένα 4.000.000 δρχ. από τον Ψ2 , 2.730.000 δρχ. από τον Ψ4 και 4.700.000 δρχ. από την αδελφή του Ζ1 και ότι τα τελευταία αυτά ποσά, συνολικού ύψους 11.430.000 δραχ. (4.000.000 + 2.730.000 + 4.700.000) ο αναιρεσείων επέστρεψε στον αναιρεσίβλητο, αφού ήδη από της 18-10-1999 είχε αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή του αυτή και συμφωνήθηκε να καταβάλει το υπόλοιπο, οφειλόμενο από μέρους του ποσό, στον ενάγοντα μέχρι 30-4-2000 σύμφωνα με το από 18-10-1999 έγγραφο της υπογραφής του", παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εν λόγω (από 18-10-1999) εγγράφου, από το οποίο προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ανεγνώρισε και υποσχέθηκε την εξόφληση μόνο του ποσού των 6.730.000 δραχμών (4.000.000 δραχ. προς τον Ψ2 και 2.730.000 δραχ. προς τον Ψ4 , ως μέρος της οφειλής του προς τον αναιρεσίβλητο) και όχι και του ποσού των 4.700.000 δραχμών και ότι το υπόλοιπο της οφειλής του αναιρεσείοντα δεν προσδιορίζεται επακριβώς στο έγγραφο αυτό. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο την κρίση του σχετικά με το συνολικό ποσό που εδάνεισε ο αναιρεσίβλητος στον αναιρεσείοντα, ότι δηλαδή τούτο ανέρχεται στο ποσό των 25.000.000 δραχμών, ότι μέρος του ποσού αυτού ο αναιρεσίβλητος (ενάγων) είχε δανεισθεί από τρίτους και συγκεκριμένα 4.000.000 δραχμές από τον Ψ3 , 2.730.000 δρχ. από τον Ψ4 και 4.700.000 δραχ. από την αδελφή του Ζ1, και ότι τα ποσά αυτά επέστρεψε ο αναιρεσείων στον αναιρεσίβλητο, με την συμφωνία να του καταβάλει το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό μέχρι 30-4-2000, σχημάτισε ύστερα από συνεκτίμηση όλων των αποδείξεων που προσκομίσθηκαν και δη της καταθέσεως του μάρτυρος που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, της υπ' αριθμ. 516/2005 ένορκης ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών βεβαίωσης και των εγγράφων που με επίκληση προσκομίσθηκαν, μεταξύ των οποίων και το παραπάνω έγγραφο, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, με το οποίο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του, ο αναιρεσείων υποσχέθηκε την καταβολή όχι μόνο των ποσών των 4.000.000 και 2.730.000 δραχμών, αλλά και του υπολοίπου της οφειλής του προς τον αναιρεσίβλητο μέχρι την 30-4-2000 και το οποίο (έγγραφο) δεν εξαίρεται ως αποδεικτικό μέσο επί του οποίου να βασίσθηκε αποκλειστικά ή έστω κατά κύριο λόγο η κρίση του δικαστηρίου αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε. Κατά συνέπεια οι ανωτέρω λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Από τη διάταξη του άρθρου 340 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων αυτοί καταθέτουν εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφαση του και τους λόγους για τους οποίους δίδει μεγαλύτερη πίστη στην κατάθεση του ενός ή του άλλου μάρτυρα. Εξ άλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.10 Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δέχθηκε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ως αληθινούς χωρίς να έχει προσκομισθεί γι' αυτούς οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη. Επομένως ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, επειδή έλαβε σοβαρά υπόψη και έδωσε πίστη στην κατάθεση του μάρτυρος του αναιρεσιβλήτου που εξετάσθηκε στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Συνεπώς δεν είναι πράγματα υπό την άνω έννοια ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984). Επίσης ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως και τον τρίτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ότι α) το δάνειο ανερχόταν στο ποσό των 10.000.000 δραχμών και ότι ο αναιρεσίβλητος δάνειζε και τρίτους με τοκογλυφικό τόκο και β) ότι έχει εξοφλήσει την οφειλή του αυτή και συγκεκριμένα ότι έχει εξοφλήσει πλήρως το κεφάλαιο ποσού 10.000.000 δραχ. και για τόκους ποσού 2.808453 δραχ. έχει καταβάλει 2.160.000 δραχμές, υπολοιπομένου του ποσού των 191.547 δραχμών. Οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι και δη ως προς το πρώτο μέρος τους γιατί οι ισχυρισμοί τους οποίους φέρεται ότι δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο δεν είναι αυτοτελείς, αλλά αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και ως το δεύτερο μέρος τους, γιατί όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο ερεύνησε τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε κατ' ουσίαν.
Επειδή με το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. ορίζεται ότι "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β)για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ)για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη". Η ως άνω διάταξη καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες εξαιρέσεις. Πρέπει δηλαδή καταρχήν να αναγράφονται στο αναιρετήριο τα στοιχεία εκείνα, από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και ότι συνεπώς εσφαλμένως δεν εξετάσθηκε από αυτό. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως περί λήψεως υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικού μέσου που ο νόμος δεν επιτρέπει 9 άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α Κ.Πολ.Δικ.) πρέπει να προσδιορίζεται με το αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη, και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί , να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερθείσες τρείς περιπτώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 562 παρ. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο που δίκασε κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα "από την κατάθεση του μάρτυρος, που εξετάσθηκε νόμιμα στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα, με την εκκαλουμένη απόφαση, πρακτικά συνεδρίασης αυτού, εκείνη που περιέχεται στην υπ' αριθμ. 516/2005 ένορκη, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, βεβαίωση, που έχει ληφθεί νόμιμα, τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα, από τους διαδίκους, έγγραφα πλην.....". Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθ. 11 και 19 Κ.Πολ.Δικ. αιτιάσεις ότι α) το Εφετείο για να καταλήξει στην κρίση του ότι το ύψος της επίδικης σύμβασης δανείου ανέρχεται στο αναφερόμενο στην αγωγή ποσό των 25.000.000 δραχμών έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει ήτοι μαρτυρική κατάθεση προς απόδειξη συμβάσεως υποκείμενης στο ν περιορισμό του άρθρου 393 Κ.Πολ.Δικ., και β) η προσβαλλομένη απόφαση του στερείται νόμιμης βάσης και αιτιολογίας ως προς την εφαρμογή ή μη της διάταξης του άρθρου 394 Κ.Πολ.Δικ. και ειδικότερα ως προς την συνδρομή κάποιας από τις αναφερόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρετικές περιπτώσεις που επιτρέπουν τη χρήση μαρτύρων. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος α) κατά την πρώτη του αιτίαση γιατί ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στο αναιρετήριο όπως έπρεπε, ούτε προκύπτει από την επισκόπηση της έφεσης του ότι τον παραπάνω ισχυρισμό του (πως δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη μαρτυρική κατάθεση), που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. προέτεινε, όπως όφειλε, στο δικαστήριο της ουσίας με λόγο περιεχόμενο στο δικόγραφο της εφέσεώς του και β) κατά τη δεύτερη αιτίαση του, γιατί ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται επί παραβάσεως κανόνων δικονομικού δικαίου, όπως είναι οι διατάξεις του ανωτέρω άρθρου 394 Κ.Πολ.Δικ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 340, 346 ΑΚ, 106, 216 παρ.1 περ.γ' και 224 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι το αίτημα που υποβάλλεται με την αγωγή περί επιδικάσεως τόκων υπερημερίας με χρονική αφετηρία προγενέστερη της αγωγής λόγω προηγηθείσης δικαστικής ή εξώδικης οχλήσεως του εναγομένου, εμπεριέχει και αίτημα περί επιδικάσεως τόκων από μεταγενέστερο χρονικό σημείο, διότι στο μείζον προσδιοριζόμενο χρονικό διάστημα περιλαμβάνεται και το ελάσσον. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, ο αναιρεσίβλητος εζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να του καταβάλει υπόλοιπο δανείου εκ δραχμών 13.570.000 με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επόμενη της 31-12-1998, ημέρα κατά την οποία είχε συμφωνηθεί η απόδοση του δανείου, άλλως από την επίδοση της αγωγής, η οποία (επίδοση) όπως προκύπτει από την σχετική επ' αυτής επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας ... έγινε την 10-5-2002. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η καταβολή του οφειλομένου ως άνω ποσού είχε συμφωνηθεί να γίνει μέχρι την 30-4-2000 και γι΄αυτό επεδίκασε τούτο στον αναιρεσίβλητο με τον νόμιμο τόκο από την επομένη (1-5-2000), ήτοι από χρονικό σημείο που εμπίπτει στο προσδιοριζόμενο με την αγωγή μείζον χρονικό διάστημα. Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν επιδίκασε τόκους υπερημερίας που δεν ζητήθηκαν και γιαυτό ο από το άρθρο 559 αριθ.9 του ΚΠολΔικ δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ' ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικώς αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τελευταίο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔικ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον του ο αναιρεσείων ήτοι α) την από 10-1-2000 απόδειξη β) το με αριθμό .... παραστατικό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος από το οποίο προκύπτει (κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα) ότι την 13-1-2000 αυτός κατέθεσε στον κοινό λογαριασμό των Χ1 και Ζ1 4.700.000 δραχμές εις εξόφληση της οφειλής του προς τον πρώτο εξ αυτών. γ) την από 15-3-1999 επιταγή της Τράπεζας Εργασίας ποσού 378453 εις διαταγήν του Ψ4 , την οποία ο αναιρεσείων προεξόφλησε (κατά τους ισχυρισμούς του) στον αναιρεσίβλητο και δεν εισέπραξε μέχρι σήμερα δ) το από 15-12-1998 συμφωνητικό παραγγελίας αυτοκινήτου από την σύζυγο του αναιρεσείοντος .... στην εταιρεία "Αφοί ΚΟΡΦΙΑΤΗ-ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ ΑΒΕΕ" και την από 2-1-1998 άδεια κυκλοφορίας αυτού. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση διαβεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη "η κατάθεση του μάρτυρος, που εξετάσθηκε νόμιμα στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση, πρακτικά συνεδρίασης αυτού, εκείνη που περιέχεται στην υπ' αριθμ.516/2005 ένορκη, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, βεβαίωση, που έχει ληφθεί νόμιμα, ως και τα επικαλούμενα και νομίμως, προσκομιζόμενα, από τους διαδίκους έγγραφα" σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής δεν μένει αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, χωρίς να έχει υποχρέωση να κάμει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση για καθένα απ' αυτά.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-10-2005 αίτηση και τους από 25-9-2006 προσθέτους λόγους για αναίρεσης της υπ' αριθμ. 3477/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170)ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ