Legislator Case Law & Legislation
1984/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on employer's failure to accept workers due to audit delays, ruling it not force majeure.

Case Number 1984/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding labor disputes. The employer argued that delays in the Auditor General's payment orders prevented them from accepting workers, claiming this constituted force majeure. The court held that payment delays do not excuse the employer's duty to accept employment, thus the employer's delay in hiring was not excused.

Legislator headnote

AI generated

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 559 παρ. 1; Η αδυναμία καταβολής αποδοχών λόγω καθυστερήσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν συνιστά ανώτερη βία που να αίρει την υπερημερία του εργοδότη στην αποδοχή εργαζομένων.

Keywords

AI generated
force majeure labor employer delay acceptance Auditor General payment force majeure excusal labor dispute appeal

Cited Legislation

AI generated
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 559 παρ. 1
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 179
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1984 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1984/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, με την επωνυμία "Δήμος Κρωπίας", όπως εκπροσωπήθηκε νόμιμα, που εδρεύει στο Κορωπί Αττικής, και παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Ευφροσύνης Βερώνη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ά. Α. του Γ., 2) Δ. Α. του Σ., 3) Σ. Α. του Β., 4) Β. Γ. του Ι., 5) Σ. Γ. του Λ., 6) Π. Δ. του Ν., 7) Δ. Ζ. του Π., 8) Δ. Ζ. του Α., 9) Λ. Θ. του Ε., 10) Β. Κ. του Κ., 11) Ι. Κ. του Α., 12) Π. Κ. του Γ., 13) Κ. Κ. του Γ., 14) Σ. Κ. του Γ., 15) Γ. Κ. του Ε., 16) Π. Κ. Α., 17) Γ. Λ. του Β., 18) Ι. Μ. του Γ., 19) Σ. Μ. του Δ., 20) Δ. Μ. του Π., 21) Α. Μ. του Χ., 22) Δ. Ν. του Χ., 23) Ν. Ο. του Κ., 24) Α. Π. του Γ., 25) Χ. Π. του Σ., 26) Ν. Σ. του Β., 27) Κ. Σ. του Ν., 28) Σ. Σ. του Σ., 29) Β. Τ. του Π., 30) Ε. Τ. του Χ., 31) Ζ. Χ. του Χ., απάντων κατοίκων ... και παραστάθηκαν οι μεν υπό στοιχείο 3, 6, 8 και 20 μετά, άπαντες δε οι λοιποί δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Δημητρίου Βασιλείου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 5-10-2007 και 20-11-2008 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1978/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6420/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-7-2014 αίτηση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης, Αντιγόνη Καραΐσκου-Παλόγου, ανέγνωσε την από 19-2-2016 έκθεση του κωλυόμενου αρεοπαγίτη, Χαράλαμπου Μαχαίρα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (ΚΠολΔ 561 παρ.2), οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με τις ένδικες, με αριθμούς καταθέσεως 4277/5-10-2007 και 5349/20-11-2008 αγωγές ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκαν ότι με την 1718/2006 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, είχε αναγνωρισθεί αμετάκλητα ότι αυτοί συνδέονται με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Ότι με την ίδια απόφαση ο εναγόμενος είχε υποχρεωθεί να αποδέχεται πραγματικά τις υπηρεσίες τους και να καταβάλλει στον καθένα τις νόμιμες αποδοχές. Ότι ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης εκείνης είχε απαγγελθεί σε βάρος του εναγομένου και υπέρ εκάστου των εναγόντων χρηματική ποινή 100 ευρώ για κάθε ημέρα που αυτός θα αρνείται την αποδοχή των υπηρεσιών τους.

Ότι αν και οι ενάγοντες, την 25-6-2007, κοινοποίησαν στον εναγόμενο αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της ως άνω αποφάσεως, με επιταγή προς εκτέλεση, αυτός δεν συμμορφώθηκε προς την επιβληθείσα υποχρέωση. Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες με την πρώτη αγωγή ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος ΟΤΑ να καταβάλει στον καθένα τους το ποσό των 7.400 ευρώ ως καταπεσούσα χρηματική ποινή.

Με τη δεύτερη αγωγή, όπως περιόρισαν το αρχικό αίτημά τους, ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον καθένα από αυτούς, για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 25-6-2007 έως την άσκηση της αγωγής, το ποσό των 12.000 ευρώ ως μέρος της συνολικής απαίτησης του καθενός, καθώς και να αναγνωριστεί ότι ο ίδιος οφείλει το υπόλοιπο μέρος της απαίτησης ενός εκάστου, για την ίδια αιτία.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεκδίκασε τις δύο αγωγές και με την 1978/2009 απόφασή του τις έκανε δεκτές. Κατά της οριστικής αυτής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο εναγόμενος άσκησε την από 22-2-2009 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη 6420/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με αυτήν, έγινε δεκτή η έφεση, απορρίφθηκε η πρώτη από τις ως άνω συνεκδικασθείσες αγωγές, έγινε εν μέρει δεκτή η δεύτερη και επιδικάσθηκαν στους ενάγοντες ως μισθοί υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 16-6-2008 έως 25-11-2008 τα ποσά που εκεί αναφέρονται.

2. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα.

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των αυτοτελών ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 656 ΑΚ, όπως εφαρμόζεται εν προκειμένω, αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία του σε άλλο χρόνο.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 349 και 350 ΑΚ, συνάγεται ότι ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία, όταν ο μισθωτός προσφέρει πραγματικά, με τον προσήκοντα τρόπο, την εργασία του και αυτός δεν τη δέχεται ή δηλώνει ότι δεν τη δέχεται, με συνέπεια να εξακολουθεί να υποχρεούται στην καταβολή του μισθού.

Υποχρέωση, εξάλλου, του εργοδότη, να καταβάλει το μισθό υπάρχει και σε περίπτωση δικής του αδυναμίας να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, όταν η αδυναμία αυτή ανάγεται όχι μόνο σε δικό του πταίσμα, αλλά και σε ανυπαίτια περιστατικά, που συνδέονται είτε με περιστάσεις, που ο ίδιος οφείλει και μπορεί να ελέγχει είτε με κινδύνους από τη λειτουργία της επιχειρήσεως που ασκεί.

Ο εργοδότης απαλλάσσεται μόνον αν η αδυναμία του ως προς την αποδοχή της εργασίας οφείλεται σε ανώτερη βία. Ανώτερη βία υπάρχει, όταν η ενέργεια του υποχρέου εμποδίζεται από τυχαίο και απρόβλεπτο γεγονός. Τέτοιο θεωρείται το γεγονός, το οποίο δεν οφείλεται σε πταίσμα του υποχρέου, δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί, αλλά και δεν μπορούσε να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης του εργοδότη (ΟλΑΠ 1738/1980, ΑΠ 171/2013).

3. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο, κατά την ουσιαστική έρευνα του ισχυρισμού του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΟΤΑ περί του ότι η μη πραγματική απασχόληση των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων οφειλόταν σε ανώτερη βία, συνιστάμενη στο ότι τα εντάλματα πληρωμής των αποδοχών τους δεν επρόκειτο να θεωρηθούν από τον αρμόδιο επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατά την άσκηση του νομίμου προληπτικού ελέγχου, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής ουσιώδη:

Ότι οι εναγόντες, στο παρελθόν, είχαν προσφέρει εξαρτημένη εργασία την υπηρεσία του εναγομένου με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών αυτού. Ότι όταν, με τη λήξη του ορισμένου χρόνου των συμβάσεων, ο εναγόμενος έπαυσε να αποδέχεται την εργασία τους, διότι ο αρμόδιος επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου έπαυσε να θεωρεί τα εντάλματα πληρωμής των αποδοχών τους, οι ενάγοντες προσέφυγαν στο αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο.

Ότι τότε, με την 1718/2006, ήδη αμετάκλητη, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αναγνωρίσθηκε ότι αυτοί συνδέονται με τον εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Ότι με την ίδια απόφαση ο εναγόμενος υποχρεώθηκε να αποδέχεται πραγματικά τις υπηρεσίες τους και να καταβάλλει στον καθένα τις νόμιμες αποδοχές.

Ότι ο εναγόμενος δεν συμμορφώθηκε προς την απόφαση αυτή, για να μην αντιμετωπίσει εκ νέου τη μη θεώρηση των ενταλμάτων πληρωμής των αποδοχών τους. Ότι, κατόπιν, οι ενάγοντες ακολούθησαν τη διαδικασία του άρθρου 2 του ν. 3068/2002 και επέτυχαν την έκδοση του 2/2008 πρακτικού του συμβουλίου του Αρείου Πάγου, με το οποίο κλήθηκε ο εναγόμενος ΟΤΑ να συμμορφωθεί προς την ως άνω 1718/2006 απόφαση, εντός προθεσμίας δύο μηνών από την επίδοση του πρακτικού.

Ότι το πρακτικό συμμόρφωσης επιδόθηκε στον εναγόμενο την 16-4-2008 και έκτοτε αυτός κατέστη υπερήμερος, ως εργοδότης, κατά το χρονικό διάστημα από 16-6-2008 έως 25-11-2008. Ότι ύστερα από προσφυγή του ίδιου του εναγομένου κατά της αρνήσεως του αρμοδίου επιτρόπου να θεωρήσει προηγούμενο ένταλμα πληρωμής των εναγόντων, το Ελεγκτικό Συνέδριο έκρινε κατά την από 17-11-2009 συνεδρίαση της Ολομέλειάς του ότι οι αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που εκδίδονται κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών πρέπει να εκτελούνται και ότι οι επίτροποί του οφείλουν να θεωρούν τα εντάλματα πληρωμής των υπαλλήλων, υπέρ των οποίων αποφαίνονται οι αποφάσεις αυτές.

Ότι μετά την εν λόγω ευνοϊκή για τους ενάγοντες εξέλιξη, ο εναγόμενος, με την 104/14-4-2010 απόφασή του, προσέλαβε εκ νέου τους εναγόντες, οι οποίοι ορκίστηκαν και ανέλαβαν υπηρεσία την 1-6-2010. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το εφετείο έκρινε ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η άρνηση του εναγομένου να αποδεχθεί πραγματικά την εργασία των εναγόντων μετά την προς αυτόν επίδοση της 1718/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του 2/2008 πρακτικού του συμβουλίου συμμόρφωσης του Αρείου Πάγου, δεν οφείλεται σε ανώτερη βία, με συνέπεια αυτοί να δικαιούνται τις αιτούμενες αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 16-6-2008 έως 25-11-2008.

Κατόπιν αυτού και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, το εφετείο απέρριψε την πρώτη αγωγή, έκανε εν μέρει δεκτή τη δεύτερη και επιδίκασε τις αποδοχές του ως άνω χρονικού διαστήματος. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο Αθηνών εφάρμοσε σωστά τις διατάξεις που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας ως προς την υπερημερία του εργοδότη και τις προϋποθέσεις άρσεως αυτής και υπήγαγε προσηκόντως σ' αυτές τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδεδειγμένα και με πληρότητα παρέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Πράγματι, μετά την επιβολή στον εναγόμενο της υποχρέωσης για πραγματική απασχόληση των εναγόντων, αυτός όφειλε να αποδεχθεί την εργασία τους. Το εάν τα σχετικά εντάλματα πληρωμής των νομίμων αποδοχών επρόκειτο να θεωρηθούν ή να μη θεωρηθούν από τον αρμόδιο επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου ήταν ζήτημα που δεν επηρέαζε, πραγματικά, τη δυνατότητα του εναγομένου να απασχολήσει τους εναγόντες.

Μπορούσε να επηρεάσει μόνο την ευχέρεια καταβολής των νομίμων αποδοχών. Η αδυναμία καταβολής των αποδοχών, όμως, συνιστά περίσταση που ενδέχεται να προκύψει για ποικίλους λόγους, χωρίς να παρακωλύει την αποδοχή της εργασίας καθ' εαυτή και χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί ως ανώτερη βία περί την αποδοχή της.

Γι' αυτό και δεν αίρει την υπερημερία του εργοδότη. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

4. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση. Η δικαστική δαπάνη της αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων, λόγω των ερμηνευτικών δυσχερειών οι οποίες ανέκυψαν ως προς το ζήτημα που επιλύεται στην προηγούμενη σκέψη (ΚΠολΔ 179).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-7-2014 αίτηση περί αναιρέσεως της 6420/ 2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Νοεμβρίου 2017. -Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Δεκεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ