Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to failure to justify late filing under Greek Criminal Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appellant's appeal inadmissible because it was filed after the statutory twenty-day deadline without justification. The appellant, represented by counsel, filed the appeal on July 12, 2010, while the judgment was officially recorded on June 15, 2010, well past the expiration date. The court ruled that since the appellant failed to cite any force majeure or insurmountable obstacle in their declaration, the appeal must be rejected and they ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 473, 474, 476 of the Code of Criminal Procedure; An appeal filed after the statutory period is inadmissible unless the appellant explicitly cites and proves a force majeure or insurmountable obstacle.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1984 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1984/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 19η Νοεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Κ. του Ε., κατοίκου Πειραιά, ο οποίος δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 3043/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1123/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη με αριθμό 310/28-9-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: - Εισάγοντας, ενώπιόν Σας, κατά τα άρθρα 513 § 1 εδ. α' και 476 § 1 του ΚΠΔ, την αίτηση αναιρέσεως του Ν.
Κ. του Ε., κατά της υπ' αριθμ. 3043/28-4-2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, δικάσαντος κατ' έφεση, εκθέτουμε τ' ακόλουθα: - Επειδή, από τον συνδυασμό των άρθρων 462, 473 παρ 1 και 3 και 507 παρ. 1α ΚΠΔ προκύπτει ότι, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αίτησης αναίρεσης εναντίον τελεσίδικης απόφασης αρχίζει από τότε, που αυτή θα καταχωρισθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, το οποίο τηρείται από την γραμματεία του εκδόσαντος αυτήν ποινικού δικαστηρίου και είναι δέκα (10) ημέρες από την δημοσίευσή της.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 473 Κ.Π.Δ., η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως, μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επομένου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1.
Εξάλλου, κατά γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν υποχρεώνεται στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η άσκηση αίτησης αναίρεσης εκπροθέσμως, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος. Στην περίπτωση, όμως, αυτή, όπως συνάγεται από το άρθρο 474 παρ. 2 του ΚΠΔ, εκείνος που ασκεί το ένδικο αυτό μέσο οφείλει να διαλάβει στη δήλωση για την άσκησή του τα περιστατικά που συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προκύπτουν αυτά.
Αν ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κανένα τέτοιο λόγο ή αν ο επικαλούμενος λόγος είναι αβάσιμος, η εκπρόθεσμη αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση όπως διαπιστώ-νεται από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για τον έλεγχο του παραδεκτού ή όχι της ασκηθείσας αίτησης αναίρεσης, με την προσβαλλόμενη 3043/ 28-4-2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πει-ραιά που δίκασε δια πληρεξουσίου τον αναιρεσείοντα, αυτός καταδικάσθηκε για παράβαση του νόμου περί επιταγών.
Η ανωτέρω και πληττόμενη απόφαση καταχωρίσθηκε καθαρο-γραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρ 9 Ν 969/79 στις 15-6-2010, οπότε και άρχισε η προθεσμία προς άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ενώ η υπό κρίση αίτηση ασκήθηκε στις 12-7-2010, δια δηλώσεως της πληρεξουσίου δικηγόρου του, που επιδόθηκε νομοτύπως μεν στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, πλην όμως εκπροθέσμως, ήτοι μετά την πάροδο της νόμιμης εικοσαήμερης προθεσμίας χωρίς ο αναιρεσείων να επικαλεσθεί οποιονδήποτε λόγο, για να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της αναίρεσης. (ΑΠ 1188/2007 ΑΠ1406/2006) - Επομένως, θα πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 476 §. 1 ΚΠΔ, να απορριφθεί αυτή, ως απαράδεκτη, και να επιβληθούν τα εκ διακοσίων είκοσι (220) € δικαστικά έξοδα σε βάρος του (άρθρα 476 § 1και αρθ. 583 § 1 Κ.Π.Δ, σε συνδ.
με το αρθρ. 3 §3 του Ν. 773/1977 και την 58553/28-6-2006 Απόφ. Υπουργ. Οικονομικών & Δικαιοσύνης)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνουμε: 1) να απορριφθεί ως απαράδεκτη την αίτηση αναιρέσεως του Ν. Κ. του Ε., κατά της υπ' αριθμ. 3034/28-4-2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά 2) να επιβληθούν τα εκ διακοσίων είκοσι (220) € δικαστικά έξοδα, σε βάρος του ως άνω αναιρεσείοντος. Αθήνα, 28-9-2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης
Αφού άκουσε
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση της Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 507 παρ. 1 α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 473 παρ. 2 και 3 ΚΠΔ προκύπτει ότι, αν ο κατηγορούμενος άσκησε αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως με δήλωση επιδιδόμενη στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, (είτε αυτοπροσώπως είτε δια αντιπροσώπου, κατά το άρθρο 96 ΚΠΔ), ενώ ήταν παρών κατά την απαγγελία αυτής (παρών δε θεωρείται και ο εκπροσωπηθείς από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατηγορούμενος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 340 παρ. 2 και 502 παρ. 1 α' ΚΠΔ), η προθεσμία ασκήσεως της αναιρέσεως είναι εικοσαήμερη, και αρχίζει από την επομένη της καταχωρήσεως της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται από τη Γραμματεία του Ποινικού Δικαστηρίου.
Εξάλλου, από τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν υποχρεώνεται στα αδύνατα, προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή η άσκηση ενδίκου μέσου και μετά την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεώς του, αν συνέτρεξε λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, αλλά στην περίπτωση αυτή, όπως συνάγεται από το άρθρο 474 παρ. 2 ΚΠΔ, ο ασκών το ένδικο μέσο πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς του να αναφέρει το λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τον επικαλούμενο αυτό λόγο.
Αν δεν το πράξει, το ένδικο μέσο κηρύσσεται απαράδεκτο ως εκπρόθεσμο. Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη 3043/28-4-2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, εκδόθηκε στις 28-4-2010 με την παρουσία κατηγορουμένου - εκπροσωπηθέντος νομοτύπως από τη συνήγορό του - Ουρανία Βαλεντή, - και καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ ειδικό βιβλίο στις 15-6-2010, όπως προκύπτει από την από 28-7-2010 βεβαίωση του οικείου Γραμματέα.
Όμως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα, με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 12-7-2010, όπως προκύπτει από την επισημείωση του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή Κ. Δ. στο σώμα της δηλώσεως, δηλαδή μετά την παρέλευση της κατά νόμο προβλεπόμενης 20ήμερης προθεσμίας, η οποία έληξε στις 5-7-2010.
Στη δήλωση αναιρέσεως ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κανένα λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Κατ' ακολουθία, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, εφόσον ειδοποιήθηκε η πληρεξούσια δικηγόρος του αναιρεσείοντος να προσέλθει στο Συμβούλιο και να εκθέσει τις απόψεις του (βλ.
την κατ' άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ σχετική ειδοποίηση της αρμοδίας Γραμματέως), πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη (αρθρ. 476 ΚΠΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την από 7 Ιουλίου 2010 αίτηση αναιρέσεως του Ν. Κ. του Ε., κατά της υπ' αριθμ. 3043/28-4-2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις
15 Δεκεμβρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις
16 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ