Supreme Court remands case to plenary session regarding annual vs 20-year limitation period for securities transaction claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court remanded the first appeal ground to the Plenary Session for a definitive ruling on the applicable limitation period. The lower court applied an annual limitation period based on specific securities legislation, while the appellant argued for the general twenty-year rule under the Civil Code. The Court determined the issue required plenary examination to establish the correct legal rule for securities transaction claims.
Legislator headnote
AI generatedArticles 15(1), 15(6) of Law 3632/1928; Article 20(1)(c) of Law 1806/1988; Article 249 of the Civil Code: The Supreme Court must refer to the Plenary Session when the applicability of the annual limitation period for securities transactions versus the general twenty-year period is contested.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1984 / 2006 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1984/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Ρένα Ασημακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία PRAXIS INTERNATIONAL Χρηματιστηριακή Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος της Μελπομένη Δασκαλάκη.
Του αναιρεσίβλητου: .... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παντελίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3530/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2002/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 17-10-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Παπανικολάου, ανέγνωσε την από 16-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 3632/1928 "περί Χρηματιστηρίου Αξιών" (που δεν καταργήθηκε με τον ΕισΝ ΑΚ, ούτε εθίγη από το ν. 1806/1988) χρηματιστηριακές συναλλαγές, κατά την έννοια του νόμου αυτού, είναι οι δικαιοπραξίες που συνάπτονται χρηματιστηριακώς και έχουν αντικείμενα χρηματιστηριακά πράγματα. Στο άρθρο 16 του ιδίου νόμου καθορίζονται οι χρηματιστηριακές συναλλαγές, μεταξύ των οποίων αναφέρονται, στην περίπτωση ε', και όλες οι παρεπόμενες δικαιοπραξίες που σχετίζονται με τις κύριες χρηματιστηριακές συμβάσεις. Με το άρθρο 20 παρ. 1 περ. γ' του ν. 1806/1988 ορίστηκε ότι χρηματιστηριακή συναλλαγή θεωρείται και κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και την εκτέλεση των κύριων χρηματιστηριακών συμβάσεων (αγοραπωλησία χρηματιστηριακών πραγμάτων). Εξάλλου, κατά το άρθρο 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928 "πάσα αξίωσις πηγάζουσα εκ χρηματιστηριακής συναλλαγής παραγράφεται μετά πάροδον έτους από της λήξεως του έτους καθ' ο συνήφθη η συναλλαγή", ενώ κατά το άρθρο 249 ΑΚ, "εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια".
Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα εξής: Η ενάγουσα, εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα, ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρεία, στις 30.9.1999 κατάρτισε εγγράφως στην Αθήνα με τον εναγόμενο, εκκαλούντα και ήδη αναιρεσίβλητο, σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, δυνάμει της οποίας συμφωνήθηκε η παροχή υπηρεσίας εκτέλεσης χρηματιστηριακών συναλλαγών από την πρώτη στο δεύτερο, με τους ειδικότερους όρους και τις προϋποθέσεις που αναγράφονται σ' αυτή (σύμβαση) και τους εκεί περιλαμβανόμενους Γενικούς Όρους Συναλλαγών, όπως τα ειδικότερα συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων εκτίθενται στην αναιρεσιβαλλομένη.
Κατά το χρονικό διάστημα από 19.10.1999 έως 12.3.2001 η αναιρεσείουσα εκτέλεσε τις αναφερόμενες στην προσβαλλομένη αγορές και πωλήσεις μετοχών, κατόπιν αντίστοιχων εντολών του αναιρεσιβλήτου, για τις οποίες εκδόθηκαν τα αντίστοιχα πινακίδια και έγιναν οι αντίστοιχες εγγραφές χρέωσης και πίστωσης στον τηρούμενο από την αναιρεσείουσα απλό χρεοπιστωτικό (δοσοληπτικό) λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου με τον κωδικό 2493, ενώ η κίνηση της "καρτέλας" του αναιρεσιβλήτου, κατά το πιο πάνω διάστημα, έχει, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην ίδια αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, συμπίπτουσα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή.
Μετά την τελευταία χρηματιστηριακή συναλλαγή, στην οποία προέβη η αναιρεσείουσα κατ' εντολή του αναιρεσιβλήτου στις 12.3.2001 και την καταβολή σ' αυτή από μέρους του αναιρεσιβλήτου των ποσών των 26.323,73 και 5.963,78 ευρώ στις 29.6.2001 και 30.8.2001 αντίστοιχα, το σε βάρος του αναιρεσίβλητου χρεωστικό υπόλοιπο ανήλθε στο αιτούμενο με την αγωγή ποσό των 24.574,58 ευρώ.
Οι επίδικες αξιώσεις της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου προέρχονται από συμβάσεις χρηματιστηριακής παραγγελίας για την εκτέλεση χρηματιστηριακών αγοραπωλησιών χρηματιστηριακών πραγμάτων, οι οποίες, ως σχετιζόμενες με την ενέργεια κύριων χρηματιστηριακών πράξεων, αποτελούν χρηματιστηριακές συναλλαγές και γι' αυτές εφαρμόζεται η ειδική ετήσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928, που εφαρμόζεται για κάθε αξίωση, που πηγάζει από χρηματιστηριακή συναλλαγή.
Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε, ότι από το αιτούμενο, επομένως, με την αγωγή ποσό των 24.574,58 ευρώ, που είναι και το ποσό της τελικής οφειλής του αναιρεσιβλήτου, πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 52.727,93 ευρώ, που όφειλε αυτός μέχρι της 31.12.1999 και συγκεκριμένα στις 23.12.1999 ως υπόλοιπο των μέχρι τότε χρεοπιστώσεων, αφού μέχρι την επίδοση της ένδικης αγωγής (27.12.2001) συμπληρώθηκε ο χρόνος της ετήσιας παραγραφής για τις μέχρι της λήξεως του έτους 1999 γενόμενες αυτοτελείς χρηματιστηριακές συναλλαγές.
Έτσι, μετά την αφαίρεση των 52.727,93 ευρώ, που όφειλε ο αναιρεσίβλητος στην αναιρεσείουσα δεν απομένει, προς πληρωμή από τον πρώτο στη δεύτερη κανένα ποσό. Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο δέχθηκε την ένσταση της ενιαύσιας παραγραφής που πρόβαλεν ο εναγόμενος πρωτοδίκως και επανέφερε ενώπιόν του με λόγο έφεσης (γιατί είχε απορριφθεί με την εκκαλουμένη) και απέρριψε την αγωγή, λόγω παραγραφής της δι' αυτής αξιούμενης απαίτησης της αναιρεσείουσας (ενάγουσας).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 (όχι και 19) ΚΠολΔ προβάλλονται αιτιάσεις κατά της προαναφερθείσας κρίσης του Εφετείου, συνιστάμενες στο ότι το τελευταίο παραβίασε ευθέως με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 3632/1928, η οποία δεν ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέα σύμφωνα με τις άνω παραδοχές του, ενώ παρά το νόμο παρέλειψε να εφαρμόσει την ΑΚ 249, που ήταν εφαρμοστέα, σύμφωνα πάντοτε με τις αυτές παραδοχές του Εφετείου και να απορρίψει ως μη νόμιμη την εν λόγω ένσταση παραγραφής.
Με το λόγο αυτό αναίρεσης, όπως εκτιμάται, τίθεται το ζήτημα αν η ετήσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928, ισχύει, σε συνδυασμό με το άρθρο 20 παρ. 1 περ. γ' του Ν. 1806/1988 και για τις αξιώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής (εντολή για αγοραπωλησία χρηματιστηριακών πραγμάτων) ή αν για τις αξιώσεις αυτές έχει εφαρμογή η γενική περί εικοσαετούς παραγραφής διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ.
Το ζήτημα τούτο είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, γενικότερου ενδιαφέροντος, και για το λόγο τούτο πρέπει, κατά τη διάταξη του άρθρου 563 παρ. 2 εδ. β' του ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως (πρώτος) στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (άρθρο 23 παρ. 2 ν. 1756/1988 Κώδικος Οργανισμού Δικαστηρίου κλπ όπως ισχύει σήμερα), επιφυλασσομένου του Τμήματος να αποφανθεί επί των λοιπών λόγων της αιτήσεως για την περίπτωση της τυχόν απορρίψεως του παραπεμπόμενου λόγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον πρώτο λόγο της από 17.10.2005 αίτησης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "PRAXIS INTERNATIONAL Χρηματιστηριακή Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών", για αναίρεση της 2002/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ