Legislator Case Law & Legislation
1983/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appealable error grounds, upholding lower court's assessment of evidence in property dispute.

Case Number 1983/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by four widows against the First Instance Court of Kerkira regarding a property ownership dispute. The appellants argued that the lower court failed to properly evaluate evidence, but the Court found no grounds for this claim. The Court ruled that the lower court's assessment of evidence is not subject to appellate review under Article 561 of the Code of Civil Procedure, leading to the rejection of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 561 of the Code of Civil Procedure: The appellate court cannot review the lower court's assessment and evaluation of evidence, and appeals based on such grounds are inadmissible.

Keywords

AI generated
appellate review limitation assessment of evidence property ownership dispute inadmissible appeal Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 3 of the Ottoman Law on Lands of 7th Ramazan 1274 (1856)
Article 22 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1983 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1983/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 16η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) … και 5) …, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ρούσση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 89/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7/2018 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 16-1-2019 αίτησή τους, η οποία αρχικά προσδιορίστηκε προς συζήτηση στη δικάσιμο 12-5-2021. Με την υπ' αριθμό 174/2021 Πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η υπόθεση εισάγεται εκ νέου προς συζήτηση στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα, κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ, επαναλαμβάνεται η συζήτηση της παρούσας υπόθεσης, δυνάμει της 174/2021 πράξης του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, μετά την αδυναμία έκδοσης αποφάσεως επ' αυτής, συζητηθείσας ενώπιον του παραπάνω Πολιτικού Τμήματος κατά τη δικάσιμο της 12.5.2021, λόγω παραιτήσεως της προεδρεύουσας του Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αναστασίας Περιστεράκη.

Με την κρινόμενη από 16-1-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 7/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, που δέχθηκε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, εξαφάνισε την 89/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας και στη συνέχεια απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή των εναγόντων-αναιρεσειόντων για αναγνώριση της κυριότητας ακινήτων και διόρθωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής αυτών στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Φιλιατών. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ).

Κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου "περί Γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856)", του οποίου οι διατάξεις ρυθμίζουν τα επ' αυτών των γαιών δικαιώματα ιδιωτικής χρήσεως, διατηρήθηκαν δε σε ισχύ στις Νέες Χώρες μετά την απελευθέρωσή τους, κατ' άρθρο 2 παρ.4 του Ν.147/1914, η κυριότητα των αγρών, που είναι δημόσιες γαίες, ανήκει στο Δημόσιο, η παραχώρηση δε τούτων στους ιδιώτες γίνεται με χορήγηση τίτλου (ταπίου), με το οποίο παρέχεται σ' αυτούς δικαίωμα όχι κυριότητας, αλλά διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), κατά δε το άρθρο 78 του ίδιου Νόμου περί Γαιών, εάν κάποιος εξουσιάζει και καλλιεργήσει επί 10 έτη άνευ αμφισβητήσεως δημόσιες γαίες και αφιερωμένες γαίες, αποκτά δικαίωμα μόνιμης εγκαταστάσεως και είτε κατέχει είτε στερείται εγγράφου τίτλου, οι εν λόγω γαίες δεν θεωρούνται σχολάζουσες, αλλά πρέπει να του δοθεί δωρεάν εκ νέου (ταπίο).

Αυτός ο τελευταίος τίτλος είναι αποδεικτικός και όχι συστατικός του δικαιώματος. Από τη διάταξη αυτή, αλλά και από το σύνολο των διατάξεων του εν λόγω Νόμου και ιδίως εκείνων των άρθρων 9, 24, 30, 68 και 71, καθίσταται φανερό ότι η ως άνω διάταξη του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργησίμων γαιών και όχι επί δασών και γενικότερα μη καλλιεργησίμων γαιών.

Περαιτέρω από της ισχύος της διατάξεως του άρθρου 2 του Δ/τος 2468/1917 της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με το Ν.1072/1917, δηλαδή από τις 20.5.2017, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Δημόσιο, ενώ ο ν.2052/1920 επαναλαμβάνει στα άρθρα 49 επ τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917.

Στη συνέχεια, με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν.4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του νόμου 1540/1938, παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσης, έγιναν καθ' ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών.

Με τη συνδρομή των άνω προϋποθέσεων το παραπάνω ακίνητο είναι περαιτέρω δεκτικό χρησικτησίας, αφού οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν.δ. της 29.4/6.5.1926 με το οποίο απαγορεύθηκε εφεξής κάθε παραγραφή των επί κτημάτων του Δημοσίου δικαιωμάτων του, άρα και η επ' αυτών χρησικτησία τρίτων, απαγόρευση, η οποία ισχύει από 11.9.1915 βάσει των ισχυσάντων έκτοτε δυνάμει του Ν.ΔΞΘ/1912 δικαιοστασίων, δεν έχουν εφαρμογή επ' αυτού, αφού κατά νόμο έπαψε να έχει τον χαρακτήρα δημοσίου κτήματος και κατέστη ιδιωτικό.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 1248 και 1614 του Οθωμανικού ΑΚ, δεν αναγνωρίζεται ο θεσμός της χρησικτησίας ως τρόπος κτήσεως κυριότητας, τόσο ως προς τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), στα οποία υπάγονται τα οικόπεδα, τα σπίτια και γενικά τα οικοδομήματα, εργαστήρια και αμπελώνες, που βρίσκονται μέσα σε χωριά, κωμοπόλεις και πόλεις, όσο και ως προς τις δημόσιες γαίες (δηλαδή αγρούς, λιβάδια, χειμερινές και θερινές βοσκές, δάση).

Τούτο έχει ως συνέπεια να μη συνυπολογίζεται ο χρόνος που διέδραμε υπό το κράτος της οθωμανικής νομοθεσίας για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία από το 1914 και εφεξής που ίσχυσε η ελληνική νομοθεσία στις Νέες Χώρες (άρθρα 1 και 2 του Ν.147/1914). Τα ακίνητα στις Νέες Χώρες, με εξαίρεση εκείνα για τα οποία προβλέπει ο Ν.2074/1920 "περί των εν νέαις χώραις κοινοτικών γαιών", εφόσον δεν ανήκουν ή δεν περιήλθαν σε φυσικά πρόσωπα (μούλκια - τεσσαρούφ), ανήκουν οπωσδήποτε στο Ελληνικό Δημόσιο.

Στο τελευταίο περιήλθε η κυριότητά τους, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 60 παρ.1 της Συνθήκης της Λωζάνης, που κυρώθηκε με το από 25.8.1923 ΝΔ.

Συνεπώς στα κτήματα αυτά ως δημόσια, δεν μπορεί να γίνει λόγος για απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ήτοι με άσκηση νομής επ' αυτών με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με δυνατότητα συνυπολογισμού και του χρόνου χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου, αφού η 30ετής αυτή νομή θα έπρεπε να έχει συμπληρωθεί στις 11.9.1915, ήτοι σε χρόνο απέχοντα ένα μόλις έτος από της ισχύος στις Νέες Χώρες του Ελληνικού δικαίου (1914) (ΑΠ 854/2021, ΑΠ 141/2018, ΑΠ 455/2015).

Περαιτέρω, με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 4/2018 και Ολ.

ΑΠ 6/2017). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1132/2020, ΑΠ 1081/2020).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή που εντοπίζεται ακριβώς η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου.

Αν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 532/2017, ΑΠ 275/2017). Περαιτέρω, η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 57/1990).

Επίσης, με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 57/1990, ΑΠ 42/2020, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 532/2017). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εάν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά.

Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 559/2018, ΑΠ 950/2017).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 1099/2020, 563/2020, 1133/2018).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 69/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την ένδικη υπόθεση, τα εξής: δύο επίδικα ακίνητα βρίσκονται στην θέση "..." της κτηματικής περιφερείας ... του Δήμου .... Το ένα έχει έκταση 743.250 τετραγωνικών μέτρων, αποτυπώνεται, με στοιχεία ... ... - ... ... ..., στο, από 12 Απριλίου 2010, τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Τ.Ε.

Δ. Σ. και συνορεύει βορείως με λωρίδα Δημοσίου, πλάτους 30 μέτρων και πέραν αυτής με όρμο ... με δρόμο διανομής, πλάτους 20 μέτρων και πέραν αυτού με χερσολίβαδο ... και με ιδιοκτησία κληρονόμων Ν., νοτίως με έλος και με λωρίδα Δημοσίου, πλάτους 30 μέτρων και πέραν αυτής με Ιόνιο Πέλαγος, ανατολικώς με δρόμο διανομής, πλάτους 20 μέτρων και πέραν αυτού με χερσολίβαδο ...

και έλος και δυτικώς με λωρίδα Δημοσίου, πλάτους 30 μέτρων και πέραν αυτής με Ιόνιο Πέλαγος. Το δεύτερο έχει έκταση 12.270 τετραγωνικών μέτρων, αποτυπώνεται στο ίδιο, ως άνω, τοπογραφικό διάγραμμα, με στοιχεία ... και συνορεύει με λωρίδα Δημοσίου και πέραν αυτής, βορείως και ανατολικώς, με όρμο ... και νοτίως και δυτικώς με Ιόνιο Πέλαγος.

Με αυτά τα χαρακτηριστικά, αποδεικνύεται ότι τα επίδικα ακίνητα, κείμενα στην περιοχή της Θεσπρωτίας, ανήκουν στις λεγόμενες Νέες Χώρες, ως πρώην εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τους προαναφερθέντες περιορισμούς, όσον αφορά την τύχη τους μετά την ενσωμάτωση της Θεσπρωτίας, ως τμήμα της Ηπείρου, μεταξύ άλλων περιοχών, στον εθνικό κορμό.

Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι αυτά, κατά ένα μέρος τους, ήτοι έκταση 364,207 στρεμμάτων, αποτελούν δάσος και κατά ένα μέρος τους, ήτοι έκταση 391,313 στρεμμάτων, έχουν δασική μορφή, όπως προκύπτει από την σχετική υπ' αριθμ. 2363/20-8-2001 Πράξη χαρακτηρισμού του Διευθυντή Δασών του Νομού Θεσπρωτίας. Οι ενάγοντες προσέφυγαν κατά της ανωτέρω Πράξεως ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων του Νομού Θεσπρωτίας, η οποία, με το υπ' αριθμ. 3/2003 Πρακτικό - Απόφασή της, απέρριψε τους ισχυρισμούς των εναγόντων, δεχόμενη ότι ορθώς εκδόθηκε η παραπάνω Πράξη, με το σκεπτικό και το διατακτικό της οποίας συμφώνησε.

Ακολούθως, οι τελευταίοι προσέφυγαν ενώπιον της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων του Νομού Θεσπρωτίας, η οποία, με το υπ' αριθμ. 127/2004 Πρακτικό - Απόφασή της, δέχθηκε τα ίδια. Κατά του τελευταίου αυτού Πρακτικού και της συναφούς υπ' αριθμ. 127/2004 Αποφάσεως της ανωτέρω Δευτεροβάθμιας Επιτροπής οι πρώτη, δεύτερη και τέταρτη των εναγόντων, με την από 19 Απριλίου 2005 (υπ' αριθμ.

εκθ. καταθ. 2.890/2005) αίτησή τους, προσέφυγαν ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία ζήτησαν την ακύρωσή της. Η αίτησή τους αυτή απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 5.333/2012 του ως άνω Δικαστηρίου. Όλα τα ανωτέρω κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο, αποδεικνύονται πλήρως και από την σαφή και πειστική κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως Β.

Σ., δασοφύλακα, ο οποίος έχει πλήρη γνώση χαρακτήρα των επιδίκων ακινήτων και ο οποίος επιβεβαίωσε τον χαρακτήρα τους αυτόν, ότι χρησιμοποιούνταν για βοσκή ζώων, χωρίς να καλλιεργούνται, λόγω του ασβεστοειδούς εδάφους τους και ότι δεν έχουν εντοπισθεί εντός αυτών ίχνη κατοικίας. Η κατάθεση του, άλλωστε, αυτή ενισχύεται, εκτός από τα προαναφερθέντα έγγραφα και τις προσαγόμενες αεροφωτογραφίες και από την από 14 Αυγούστου 2001 έκθεση του δασολόγου Ι.

Λ., ο οποίος πιστοποιεί τα ίδια, ως άνω. Επίσης, από το υπ' αριθμ. πρωτ. 4.460/26-3-2013 έγγραφο της Διευθύνσεως Δασών Θεσπρωτίας, στο οποίο αναφέρεται ότι από τις αεροφωτογραφίες του έτους 1945, τους πρόσφατους ορθοφωτοχάρτες και την προαναφερθείσα έκθεση τα επίδικα ακίνητα εμφανίζονταν, το έτος 1945 και εξακολουθούν να εμφανίζονται, με δασική μορφή.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το παραπάνω έγγραφο, το ακίνητο με Κ.Α.Ε.Κ. 180 810 602 002/0/0 αντιστοιχεί στο υπ' αριθμ. 12 τεμάχιο διανομής των λιβαδιών λωρίδας ... και, ανέκαθεν, εμφανίζονταν με δασική μορφή, ενώ το ακίνητο με Κ.Α.Ε.Κ. 180 810 603 001/0/0 αντιστοιχεί στο υπ' αριθμ. 11 τεμάχιο της ως άνω διανομής, από τις αεροφωτογραφίες του έτους 1945 εμφανίζονταν με δασική μορφή και με την υπ' αριθμ. 2.973/28-9-1992 απόφαση του τότε Νομάρχη Θεσπρωτίας κηρύχθηκε αναδασωτέο, λόγω πυρκαγιάς, που το είχε αποτεφρώσει.

Περαιτέρω, ο προταθείς από τους ενάγοντες και εξετασθείς μάρτυρας αποδείξεως Λ. Π. κατέθεσε, ως μισθωτής των επιδίκων για χρονικό διάστημα επτά (7) ετών και, συνεπώς, με ελάχιστη γνώση περί του καθεστώτος τους και της ιδιότητάς τους, ότι αυτά χρησιμοποιούνταν για βοσκή, είναι καλυμμένα με δασική βλάστηση, χωρίς να επιβεβαιώσει τους αγωγικούς ισχυρισμούς περί καλλιέργειάς τους και ότι επ' αυτών είχε εγκατασταθεί και διέμενε, εντός ανεγερθέντος κτίσματος, οικογενειακώς, ο πατέρας των εναγόντων.

Πλέον αυτών, κατέθεσε ότι τα επίδικα συνορεύουν, αποκλειστικώς, με δημόσια έκταση. Από τα προαναφερθέντα στοιχεία αποδεικνύεται ότι τα επίδικα ακίνητα ήταν ανέκαθεν, κατά ένα μέρος τους, δάσος και, κατά ένα μέρος τους, δασική έκταση, οπότε ανήκαν, κατά κυριότητα, στο Τουρκικό Δημόσιο και, συνακολούθως, στην συνέχεια, μετά την απελευθέρωση των Νέων Χωρών, μεταξύ των οποίων και η Θεσπρωτία, περιήλθαν στην κυριότητα του εναγομένου "δικαιώματι πολέμου", ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου.

Συνεπώς, οι ενάγοντες, οι οποίοι, λόγω του υφισταμένου τεκμηρίου κυριότητος του εναγομένου, βαρύνονται με την απόδειξη του ισχυρισμού του τελευταίου, περί του ότι τα επίδικα φέρουν τον χαρακτήρα δάσους ή δασικής εκτάσεως, δεν απέδειξαν τον αγωγικό τους ισχυρισμό ότι τα επίδικα ακίνητα, ως εξαιρούμενα των, προαναφερθέντων στην νομική σκέψη, περιορισμών, ανήκουν σε εκείνα, τα οποία μπορούσαν να μεταβιβασθούν σε ιδιώτες ή αυτοί να καταστούν κύριοι με έκτακτη χρησικτησία ή ότι υπήρχαν οι προαναφερθέντες νόμιμοι τίτλοι (ταπί κ.λπ.), ώστε να αποδείξουν το δικαίωμά τους επ' αυτών.

Οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν με την αγωγή τους ότι οι δικαιοπάροχοι του πατέρα τους κατέστησαν συγκύριοι των επιδίκων με χρησικτησία, ασκώντας επ' αυτών τις αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις νομής, διανοία κυρίου, πράξεις τις οποίες εξακολούθησε να ασκεί και ο πατέρας τους από το έτος 1936, οπότε τα επίδικα μεταβιβάσθηκαν σ' αυτόν με τα αναφερόμενα συμβόλαια και, εν συνεχεία, οι ίδιοι, μετά τον επισυμβάντα θάνατο του πατέρα τους.

Ο ισχυρισμός τους, όμως, αυτός είναι απορριπτέος, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι οι δικαιοπάροχοι του πατέρα τους είχαν καταστεί νομίμως, με οποιονδήποτε τρόπο, κύριοι των επιδίκων, δεδομένου ότι αποδείχθηκε ότι αυτά ήταν εν μέρει δάσος και εν μέρει δασική έκταση, ανήκαν στο Τουρκικό Δημόσιο, ως δημόσιες γαίες και μεταβιβάσθηκαν, ως άνω, στο εναγόμενο.

Εξάλλου και αν ακόμη τα επίδικα ακίνητα είχαν διαφορετικό χαρακτήρα, πλην της δασικής εκτάσεως, όπως αγροτικό κ.λπ.., αφού αυτά περιήλθαν στο εναγόμενο ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου, οι ενάγοντες δεν απέδειξαν, ως όφειλαν, δικαίωμά τους διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) επ' αυτών, με την ύπαρξη σχετικού ταπίου κατά τον χρόνο της οθωμανικής κυριαρχίας, ούτε απέδειξαν ότι οι απώτατοι δικαιοπάροχοι τους εξουσίαζαν αυτά επί μία συνεχή δεκαετία προ του έτους 1917, ήτοι από το έτος 1906.

Τούτων δοθέντων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, δέχθηκε την από 12 Σεπτεμβρίου 2011 αγωγή των εφεσιβλήτων ως βάσιμη κατ' ουσίαν, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις ενώπιόν του προσαχθείσες αποδείξεις...". Στη συνέχεια δε το Εφετείο, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κάνει δεκτή την αγωγή των αναιρεσειουσών, την οποία και απέρριψε ως ουσία αβάσιμη.

Με τον πρώτο, από τους αριθ. 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ότι, ενώ οι ενάγοντες είχαν επικαλεστεί τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι απέκτησαν την κυριότητα των επιδίκων ακινήτων (εκτός από τον πρωτότυπο) και με παράγωγο τρόπο με την μεταβίβασή τους από τους αληθείς κυρίους, ήτοι με τα ειδικότερα αναφερόμενα νόμιμα μεταγεγραμμένα συμβόλαια του έτους 1936, με τα οποία ο δικαιοπάροχός τους (πατέρας τους), Π.

Π., είχε αγοράσει μερίδια στο Λιβάδι Λωρίδας ... και ακολούθως με το από 9-8-1977 πρακτικό εξωδίκου διανομής της Νομαρχίας Θεσπρωτίας, που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο διαχωρίστηκαν υπέρ των κληρονόμων του προαναφερομένου δικαιοπαρόχου τους τα επίδικα ακίνητα, το Εφετείο στην πραγματικότητα εξέτασε μόνο αν τα πιο πάνω ακίνητα ήταν δάσος ή δασική έκταση, ώστε αυτά να ανήκαν στο Τουρκικό Δημόσιο και στη συνέχεια να μεταβιβάστουν στο Ελληνικό Δημόσιο και ουδόλως εξέτασε τον ισχυρισμό τους ότι απέκτησαν την κυριότητά τους με μεταγραμμένο τίτλο, παραβιάζοντας ευθέως τις διατάξεις περί κτήσης της κυριότητας ακινήτων με παράγωγο τρόπο, ενώ δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες ως προς τη μη συνδρομή στο πρόσωπο των εναγόντων των προϋποθέσεων απόκτησης της κυριότητας των ακινήτων με παράγωγο τρόπο.

Περαιτέρω δε, οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν δέχθηκε ότι σε κάθε περίπτωση οι ενάγοντες απέκτησαν τα επίδικα ακίνητα με πρωτότυπο τρόπο, αφού οι δικαιοπάροχοι του πατέρα τους είχαν καταστεί κύριοι αυτών με έκτακτη χρησικτησία, νεμηθέντες αυτά με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί μία δεκαετία πριν από το έτος 1917, ήτοι από το έτος 1906, μετά δε την αγορά απ' αυτούς των ακινήτων από τον πατέρα τους, αυτός χρησιμοποιούσε τα ένδικα ακίνητα για την βόσκηση και σταυλισμό των ζώων του, επίσης συνέλλεγε τους καρπούς των δέντρων (μουριών, αχλαδιών, ελιών), που ο ίδιος είχε φυτεύσει στα ακίνητα, ενώ εγκατέστησε άμεσα την οικογένειά του στην κατοικία που ανήγειρε σ' αυτά και ότι μετά τον θάνατο του πατέρα τους, μέχρι το έτος 1959 τις ως άνω πράξεις νομής ασκούσε μόνη η μητέρα των εναγόντων, στη συνέχεια δε και οι ενάγοντες μέχρι το έτος 1980, οπότε εκμίσθωσαν τα επίδικα ακίνητα σε τρίτους.

Τέλος δε ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι οι επίδικες εκτάσεις είναι δασικές, ενώ αυτές χαρακτηρίζονται ως χερσολίβαδα. Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος με το οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες των αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφ' ενός μεν λόγω αοριστίας, επειδή δεν αναφέρονται σ' αυτόν οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν ευθέως και εκ πλαγίου και όσον αφορά την παράβαση του αριθ. 1 ποιο το συγκεκριμένο νομικό - υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, αφ' ετέρου δε διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις παραπάνω διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον πιο πάνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε με την αντίθετη παραδοχή ότι οι ενάγοντες δεν κατέστησαν κύριοι των επιδίκων ακινήτων, όπως ισχυρίζονταν, αφού απέκτησαν αυτά παρά μη κυρίων και ειδικότερα δεχόμενο ότι οι δικαιοπάροχοι του πατέρα των εναγόντων δεν αποδείχθηκε ότι είχαν καταστεί, νομίμως, με οποιονδήποτε τρόπο, κύριοι των επιδίκων, δεδομένου ότι αποδείχθηκε ότι αυτά ήταν εν μέρει δάσος και εν μέρει δασική έκταση και ανήκαν στο τουρκικό Δημόσιο, ως δημόσιες γαίες και ως εκ τούτου μεταβιβάστηκαν στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και σε κάθε περίπτωση, και αν ακόμη είχαν διαφορετικό χαρακτήρα (όπως αγροτικό κ.λπ.), οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι οι απώτατοι δικαιοπάροχοί τους εξουσίαζαν αυτά επί μία συνεχή δεκαετία προ του έτους 1917.

Κατά τα λοιπά δε ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι, τα ως άνω επικαλούμενα περιστατικά που, κατά τον ως άνω λόγο , δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άνω άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αλλά συμπεράσματα των ίδιων από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.

Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη κλπ.), από δε την ειδική αναφορά της αποφάσεως σε κάποιο από αυτά, δεν συνάγεται ότι τα λοιπά δεν λήφθηκαν υπόψη.

Μόνον αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 407/2020, ΑΠ 112/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο, κατά τον σχηματισμό του δικαστικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη: 1) τα πρακτικά της δίκης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στα οποία περιλαμβάνεται η κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων, 2) τα υπ' αριθ..../21-3-1936 και .../21-3-1936 συμβόλαια αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Φιλιατών Ευστρατίου Αθανασάκου, 3) τις υπ' αριθ. 41/1973, 60/1973 και 1/1975 αποφάσεις Ε.Α.Θ., 4) την από 19-1-1979 απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής του άρθρου 2 του Α.Ν 1366/38 Ν.

Θεσπρωτίας και την σχετική από 27-12-1978 αίτηση των εναγόντων, 5) το νομίμως μεταγεγραμμένο από 9-8-1977 πρακτικό εξωδίκου διανομής της Νομαρχίας Θεσπρωτίας και την σχετική από 19-9-1975 αίτηση των εναγόντων, 6) τα κτηματολογικά στοιχεία διανομής του συγκροτήματος λιβαδιών Λωρίδας Σαγιάδος έτους 1976-1977, 7) τις συμβολαιογραφικές πράξεις αποδοχής των εναγόντων της κληρονομίας της μητέρας τους (25% εξ αδιαιρέτου) επί της συνολικής έκτασης των 755.520 τ.μ, 8) τα ιδιωτικά συμφωνητικά εκμίσθωσης των επιδίκων ακινήτων και τις αποδείξεις είσπραξης των μισθωμάτων των μισθωτικών περιόδων 1977-1982, 1985-1986, 1995-1997, 2005-2007, και 2007-2011, 9) την υπ' αριθ.

πρωτ. 12090/5-1-1999 απόφαση του Νομάρχη Θεσπρωτίας και την σχετική δημοσίευσή της στον τύπο. 10) το από 3-12-1999 έγγραφο της ΔΕΗ για αποζημίωση και 11) τα αποσπάσματα του προσωρινού κτηματολογικού πίνακα και του προσωρινού κτηματολογικού διαγράμματος αναφορικά με τα επίδικα ακίνητα, τόσο της Α' όσο και της Β' ανάρτησης.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον όπως προκύπτει από το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και, ιδιαίτερα, από την περιεχόμενη σ' αυτήν διαβεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη τόσο οι καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως που εξετάστηκαν, επιμελεία των διαδίκων, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που περιέχονται στα πρακτικά συνεδριάσεως του ανωτέρω δικαστηρίου, όσο και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το περιεχόμενό της, όπου γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων Λάζαρου Προκοπίου (φύλλο 5ο), δεν γεννιέται καμία απολύτως αμφιβολία αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος.

Οι αιτιάσεις του ερευνώμενου λόγου, σύμφωνα με τις οποίες από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα, είναι απαράδεκτες, καθόσον αυτές πλήττουν την, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, ως προς την αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Επομένως και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, μειωμένα, όμως, σύμφωνα με άρθρο 22 ν. 3693/1957, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-1-2019 αίτηση των Α. χήρας Π. Ν., Ι χήρας Κ. Π., Μ. χήρας Π. Χ., Ε. χήρας Μ. Α. και Α. χήρας Β. Π., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ