1983/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.
Legislator headnote
AI generated1983/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1840/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5581/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Full text
Απόφαση 1983 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1983/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Αρετή Παπαδιά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 2 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος" εδρεύουσας στην … η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μερσίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Π. του Χ., 2) Γ. Π. του Χ., 3) Ά. Π. του Χ., κατοίκων ..., ως καθολικών διαδόχων της αρχικής ενάγουσας Ε. Π., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παρασκευή Πολιτάκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2008 αγωγή της αρχικώς ενάγουσας Ε. συζ. Χ. Π. και ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1840/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5581/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 17-5-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά.
Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη (πρβλ. ΚΠολΔ 575). Διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια, που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ, να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του ως άνω σκοπού.
Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρός νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου και εκκρεμεί.
2. Με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν.4335/2015 αντικαταστάθηκαν διατάξεις του τρίτου βιβλίου (ένδικα μέσα και ανακοπές-άρθρα 495 έως 590) του ΚΠολΔ και παρατέθηκαν οι νέες διατάξεις ,στις οποίες περιλαμβάνεται η νέα διάταξη της παρ.3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ ,κατά την οποία, εάν η απόφαση δεν επιδόθηκε ,η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης είναι δύο έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη.
Με τη ρύθμιση αυτή μειώθηκε σε διετή η καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τριετή που προέβλεπε η ως. άνω διάταξη πριν την τροποποίηση της. Εξάλλου, με το άρθρο 1 άρθρο ένατο του Ν.4335/2015 και υπό τον παράτιτλο μεταβατικές διατάξεις ορίσθηκε στην παρ. 2 αυτού ότι οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές και στην παρ. 4 αυτού ότι κατά τα λοιπά ,εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις ,η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1.1.2016.
Περαιτέρω, με τις 519 /2017 και 520/2017 αποφάσεις του Β2 τμήματος του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι η νέα διάταξη με την οποία εισάγεται διετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης έχει εφαρμογή επί αιτήσεων αναίρεσης που ασκούνται μετά την 1.1.2016 κατ’ αποφάσεων που δημοσιεύθηκαν πριν την χρονολογία αυτή υπό την έννοια ότι δεν είναι επιτρεπτή, ως εκπρόθεσμη, η άσκηση αυγής μετά την 1.1.2018, οπότε συμπληρώνεται η διετής καταχρηστική προθεσμία που προβλέπει η νέα διάταξη.
Ότι σε περίπτωση που εντός της διετίας 1.1.2016 - 1.1.2018 λήγει η τριετής καταχρηστική προθεσμία ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της απόφασης πριν την 1.12016, η ανωτέρω προθεσμία λήγει κατά την χρονολογία αυτή κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 564 παρ 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 24 παρ.2 ΕισΝΚΠολΔ και 18 παρ.2 εδ β ΕισΝΑΚ.
Με τις 1035/2017 και 1176/2017 αποφάσεις του Β1 τμήματος του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι η καταχρηστική προθεσμία αίτησης αναίρεσης η οποία ασκήθηκε μετά την 1.1.2016 κατ’ απόφασης με χρόνο δημοσίευσης πριν την ημερομηνία αυτή είναι διετής από τη δημοσίευσή της. Τέλος, λόγω της ως άνω διαφωνίας, με την 1855/2017 απόφαση του Α2 τμήματος του Αρείου Πάγου, έχει παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου το ζήτημα αν η καταχρηστική προθεσμία για άσκηση αναίρεσης για αιτήσεις οι οποίες ασκήθηκαν μετά την 1.1.2016 και στρέφονται κατ’ αποφάσεων που δημοσιεύθηκαν πριν την ημερομηνία αυτή καταλαμβάνεται από τη προγενέστερη ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 564 παρ.3ΚΠολΔ, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας.
Στη προκειμένη περίπτωση με την από 17-5-2015 με αριθμό κατάθεσης ...-05-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ’ αριθμό 5581/25.06.2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβή εργασίας. Προκύπτει, όμως, ότι το παραδεκτό της ένδικης αίτησης, το οποίο κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 1 ΚΠολΔ πρώτα συζητεί το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, εξαρτάται από την κρίση για το ως άνω ζήτημα. 3.
Με τις σκέψεις αυτές, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει, ευλόγως, περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 249 ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτού, πρέπει να αναβληθεί(ανασταλεί) η έκδοση απόφασης επί της ένδικης αίτησης μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως για το ως άνω ζήτημα από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναβάλλει τη συζήτηση επί της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, εωσότου εκδοθεί απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ’ αυτήν με την 1855/2017 απόφαση του Α2’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ