Legislator Case Law & Legislation
1983/2009 AI generated

1983/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1983/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1983/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τις διατάξεις της §6 του άρθρου 35 του ν. 1473/1984 "Μεταρρυθμίσεις στην άμεση και έμμεση φορολογία και άλλες διατάξεις" ορίζονται τα ακόλουθα: "Αστικά ακίνητα αρμοδιότητας του Υπουργείου Οικονομικών, που βρίσκονται στην περιοχή του δήμου Καβάλας παραχωρούνται στους αυθαίρετους κατόχους τους δωρεάν, εφόσον οι ίδιοι ή οι δικαιοπάροχοί τους, την 1.1.1940 κατείχαν αυτά τα ακίνητα και η κατοχή συνεχίζεται μέχρι τη· δημοσίευση αυτού του νόμου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1983 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1983/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Καβάλας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Κωνσταντίνο Λαϊνά, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ..., 2. ... και 3. ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Τσαβδαρίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-6-2005 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1621/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 442/2006 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-6-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 23-3-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 144§1, 564§1 Κ.Πολ.Δ., και 10 του Κ.Δ. της 26 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1944" Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου" προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από το Ελληνικό Δημόσιο είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επόμενη ημέρα μετά τη νόμιμη επίδοση της απόφασης.

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των §§1 και 2 του άρθρου 5 του ίδιου πιο πάνω Κ.Δ. "1) Μόνο αι προς τον Υπουργό των Οικονομικών κατά τις διατάξεις του από 24/28 Μαρτίου 1867 .... νόμου γενόμεναι κοινοποιήσεις οποιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Δημοσίου παράγουσι νομίμους συνεπείας. 2) Η διάταξις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζεται και όταν το Δημόσιον εκπροσωπείται δικαστικώς εκ μέρους άλλου, πλην του επί των Οικονομικών Υπουργού....της από τον Υπουργό Οικονομικών επιδόσεως απαιτουμένης και τότε ως προσθέτου τοιαύτης επί συνέπεια ακυρότητας αυτεπαγγέλτως εξεταζομένης" (Ολ.

ΑΠ 34/1988). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων που επισπεύδουν τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της εκκαλούμενης, 442/2006, απόφασης του Εφετείου Θράκης επιδόθηκε νόμιμα στον Υπουργό των Οικονομικών, ως εκπρόσωπο του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με βάση την 11.625 Δ'/ 11-5-2007 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., η υπό κρίση δε από 8-6-2007, αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της παραπάνω απόφασης κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Θράκης στις 8-6-2007, δηλαδή μέσα στη νόμιμη τριακονθήμερη προθεσμία.

Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με τις εμπρόθεσμες, από 31-3-2009, προτάσεις των αναιρεσιβλήτων περί απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της, ενόψει του ότι με την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη απ' αυτές 781/7-11-2006 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Καβάλας ...

επιδόθηκε, ύστερα από έγγραφη παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, η προσβαλλόμενη απόφαση στον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας του νομού Καβάλας, ως νόμιμο εκπρόσωπο του αναιρεσείοντος, μέχρι δε την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στις 8-6-2007 παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα ημερών, είναι απορριτπέα ως αβάσιμα.

Παραδεκτά, καταρχήν, φέρεται για συζήτηση ο μοναδικός λόγος της από 8.6.2007 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 442/2006 απόφασης του Εφετείου Θράκης μετά την έκδοση και κατάθεση στη γραμματεία του τελευταίου αντιγράφου της θετικής γνωμοδότησης του αρμόδιου (Β') Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου αυτού (άρθρο 12 παράγραφοι 1, 2 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά μεν με το άρθρο 28 του ν. 2579/1998 και στη συνέχεια με το άρθρο 42 του 2721/1999).

Με τις διατάξεις της §6 του άρθρου 35 του ν. 1473/1984 "Μεταρρυθμίσεις στην άμεση και έμμεση φορολογία και άλλες διατάξεις" ορίζονται τα ακόλουθα: "Αστικά ακίνητα αρμοδιότητας του Υπουργείου Οικονομικών, που βρίσκονται στην περιοχή του δήμου Καβάλας παραχωρούνται στους αυθαίρετους κατόχους τους δωρεάν, εφόσον οι ίδιοι ή οι δικαιοπάροχοί τους, την 1.1.1940 κατείχαν αυτά τα ακίνητα και η κατοχή συνεχίζεται μέχρι τη· δημοσίευση αυτού του νόμου.

Κάθε παραχώρηση αφορά έκταση μέχρι 350 τ.μ. Για έκταση μεγαλύτερη από 350 τ.μ., και συνολικά μέχρι 700 τ.μ., καταβάλλεται τίμημα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του Α.Ν. 263/1968, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν. 719/1977. Οι παραχωρήσεις γίνονται με απόφαση του Νομάρχη μετά από σχετική αίτηση των ενδιαφερομένων και εισήγηση του οικονομικού εφόρου.

Οι αιτήσεις υποβάλλονται μέσα σε 6 μήνες από τη δημοσίευση αυτού του νόμου. Η απόφαση του Νομάρχη αποτελεί τίτλο κυριότητας που μεταγράφεται. Σε περίπτωση που η αίτηση απορρίπτεται, διότι δεν διαπιστώνεται κατοχή κατά τον κρίσιμο χρόνο, η διαφορά παραπέμπεται στο Μονομελές Πρωτοδικείο, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 7 του Α.Ν. 263/1968, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν. 719/1977".

Με τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις ρυθμίζεται, κατά την εισηγητική έκθεση της σχετικής τροπολογίας του Υπουργού των Οικονομικών "η εκκρεμότητα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος αστικών ακινήτων του Δημοσίου της περιοχής του Δήμου Καβάλας, στα οποία στεγάστηκαν πριν από το έτος 1940 αστέγαστοι, κυρίως πρόσφυγες".

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4§§ 3 και 5 του α.ν 263/1968 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων περί δημοσίων κτημάτων", όπως το άρθρο αυτό συμπληρώθηκε αρχικά με την §1 του άρθρου 2 του ν.δ 1154/1972 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων περί διοικήσεως και διαχειρίσεως των δημοσίων κτημάτων", ακολούθως δε, αντικαταστάθηκε με το ν. 719/1977 "περί αντικαταστάσεως, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεων τινών της περί δημοσίων κτημάτων νομοθεσίας και άλλων τινών διατάξεων", καθώς και με τη διάταξη του άρθρου 34§3 του ν. 1473/1984 "η εξαγορά ούσα δυνητική δια το Δημόσιον, ενεργείται επί τη καταβολή εκ μέρους του αγοραστού τιμήματος ίσου:

α) Προς τα 2/10 της κατά τον χρόνο της εξαγοράς αγοραίας αξίας, προκειμένου περί των αστικών κτημάτων, αν η κατοχή του αιτούντος ή των δικαιοπαρόχων του ήρξατο προ της 1ης Ιανουαρίου 1920 και συνεχίζεται έκτοτε άνευ διακοπής, β) Προς τα 5/10 δια τα αστικά ακίνητα και τα 2/10 για τα αγροτικά κτήματα της ως άνω αξίας των, αν η κατοχή του αιτούντος ή των δικαιοπάρόχων του, άρχισε κατά το χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 1920 μέχρι της 28ης Οκτωβρίου 1940 και συνεχίζεται έκτοτε άνευ διακοπής, γ.) Προς τα 7/10 δια τα αστικά ακίνητα και τα 5/10 δια τα αγροτικά κτήματα της ως άνω αξίας των, αν η κατοχή του αιτούντος ή των δικαιοπαρόχων του ήρξατο κατά το χρονικό διάστημα από 29ης Οκτωβρίου 1940 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1966 και συνεχίζεται έκτοτε άνευ διακοπής (§3)".

Το μειωμένο τίμημα, που προβλέπεται από τις παραγράφους 3 και 4 του παρόντος άρθρου, υπολογίζεται για αξία του εκποιούμενου ακινήτου μέχρι τρία εκατομμύρια (3.000.000) δραχμές. Η αξία του ακινήτου πέρα από τα τρία εκατομμύρια (3.000.000) δραχμές καταβάλλεται από τον αγοραστή ολόκληρη. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται στα ακίνητα για τα οποία, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού δεν έχει εκδοθεί απόφαση του Νομάρχη για την εκποίησή τους (§5)".

Σύμφωνα επίσης με τη διάταξη της §7 του άρθρου 4 του αν 263/1968, στην οποία παραπέμπει, όπως ήδη εκτέθηκε, η §6 του άρθρου 35 του ν. 1973/1984, η οποία όμως (§7), μετά την αντικατάσταση αρχικά μεν του άρθρου 4 του ν. 263/1968 με το άρθρο 1 του ν. 719/1977, στη συνέχεια δε, μετά την αντικατάσταση των §§6, 7 και 8 του ίδιου άρθρου (4) με το άρθρο 34§ 4 του ν. 1933/1984, αποτελεί ήδη την §8 του άρθρου 4 του α.ν 268/1968, "Αν ο δικαιούχος αμφισβητεί το χρόνο έναρξης κατοχής του ακινήτου καθώς και τον καθορισμό του τμήματος, που προσδιορίσθηκε με την απόφαση του Νομάρχη, αποφασίζει το μονομελές πρωτοδικείο της περιοχής του ακινήτου, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 682 και επόμενα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου που ασκείται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός μηνός από την κοινοποίηση σε αυτόν της απόφασης του Νομάρχη.

Η αίτηση στο μονομελές πρωτοδικείο στρέφεται κατά του δημοσίου και επιδίδεται στον αρμόδιο Οικονομικό Έφορο, που το εκπροσωπεί στη δίκη". Η από την προμνημονευόμενη διάταξη προκύπτουσα διαφορά δεν αποτελεί ασφαλιστικό μέτρο, με την έννοια του άρθρου 682 ΚΠολΔ, όπως είναι τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 704-738, ούτε ρυθμιστικά κατάστασης, εξομοιούμενα με αυτά, όπως είναι τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 632 παρ. 2, 644 παρ. 2, 912 παρ. 2, 918 παρ. 5, 929 παρ. 3, 938 παρ.3, 994 και 1019 παρ.1 ΚΠολΔ.

Απλά, στις διαφορές αυτές του άρθρου 4 παρ. 8 του 263/1968, το Μονομελές Πρωτοδικείο δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και, χωρίς να διατάσσει με την απόφασή του τέτοια μέτρα, τέμνει οριστικά τη διαφορά αυτή. Κατά συνέπεια, η παραπομπή για την εκδίκαση των διαφορών αυτών στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δεν νοείται και σε εκείνες τις διατάξεις που προσιδιάζουν αποκλειστικώς στα πιο πάνω ασφαλιστικά μέτρα, όπως είναι και η διάταξη του άρθρου 699 ΚΠολΔ, η οποία δεν αφορά τη διαδικασία, δηλαδή της πορείας της δίκης μέχρι την έκδοση της απόφασης, αλλά τα κατά της τελευταίας ένδικα μέσα.

Το μη επιτρεπτό των ένδικων μέσων που καθιερώνεται με την τελευταία αυτή διάταξη καταλαμβάνει μόνο τις αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις για ασφαλιστικά μέτρα ή αιτήσεις για ανάκληση ή μεταρρύθμιση αποφάσεων περί αυτών, δηλαδή τις περιπτώσεις που η απόφαση έχει πράγματι χαρακτήρα προσωρινού, εξασφαλιστικού ή ρυθμιστικού μέτρου με προσωρινή ισχύ και δεν επηρεάζει την κύρια υπόθεση (άρθρο 695 ΚΠολΔ), όπότε μπορεί να ανακληθεί ή να μεταρρυθμιστεί κατά τα άρθρα 696 και 697 ΚΠολΔ.

Δεν καταλαμβάνει όμως η απαγόρευση αυτή και τις αποφάσεις, οι οποίες εκδίδονται μεν κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, χάριν του παραπάνω σκοπού, εφόσον με αυτές τέμνεται οριστικά η διαφορά. Έτσι, για τις αποφάσεις που εκδίδονται επί αιτήσεων του άρθρου 4 παρ.8 του α.ν 263/1968 δεν ισχύει η απαγόρευση από το άρθρο 699 ΚΠολΔ της άσκησης ένδικων μέσων, αλλά υπόκεινται αυτές στα προβλεπόμενα από τον Κ.Πολ.Δ.

ένδικα μέσα της έφεσης (άρθρο 511 ΚΠολΔ) και της αναίρεσης (άρθρο 552 ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 21/2002).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος "στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως ο νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1) ". "Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2)".

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 95 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει, ότι διοικητικές διαφορές ουσίας είναι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον ο νόμος, στην περίπτωση αυτή, οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημά του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 του ν. 702/1977 "περί υπαγωγής υποθέσεων εις τα διοικητικά δικαστήρια, αντικαταστάσεως, τροποποιήσεως και καταργήσεως διατάξεων του Ν. Δ 170/1973 "περί Συμβουλίου της Επικρατείας", "Εις την αρμοδιότητα του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου, υπάγονται αι διοικητικαί διαφοραί ουσίας, αι αναφυόμεναι εκ της αναγνωρίσεως, παραχωρήσεως ή απονομής δικαιώματος ή ευεργετήματος ή οιασδήποτε άλλης παροχής, της αρνήσεως ικανοποιήσεως, εν όλω ή εν μέρει, τοιούτου αιτήματος, ως και της μεταβολής δημιουργηθείσης δια διοικητικής πράξεως καταστάσεως κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας, περί:

α.)... γ) περί λαϊκής στέγης, εργατικής κατοικίας και ανταλλαξίμων ακινήτων, δ) περί αποκαταστάσεως γεωργών και κτηνοτρόφων". Με τα δεδομένα αυτά, η κατά τη διάταξη του άρθρου 35 παρ. 6 του Ν. 1473/1984, σε συνδυασμό με εκείνη των άρθρων 4 του α.ν 263/1968 και 94§§ 1 και 2 του Συντάγματος, δωρεάν παραχώρηση τμήματος ακινήτου έκτασης έως 350 τ.μ και η εκποίησή έκτασης αυτού από 351 τ.μ έως 700 τ.μ με μειωμένο τίμημα, που κλιμακώνεται ανάλογα με την παλαιότητα της κατοχής του παραχωρησιούχου και αγοραστή, έχουν αποκαταστατικό χαρακτήρα, ενόψει και του ότι, όπως, ειδικότερα, αναφέρεται και στην εισηγητική έκθεση του πιο πάνω νόμου, λόγω της ιδιότητας των κατόχων ως άστεγων και προσφύγων, δεν καταβάλλεται ή πάντως καταβάλλεται μειωμένο τίμημα (ΣτΕ 3563/2004).

Ακολούθως, η ανακύπτουσα από την άρνηση της Διοίκησης για την παραχώρηση και εκποίηση ακινήτου, με βάση τη διάταξη αυτή διαφορά, αποτελεί διοικητική διαφορά ουσίας, υπαγομένη στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Πρωτοδικείου (ΟλΑΠ 20/2008, ΣτΕ 3563/2004). Η διάταξη, επομένως, της § 6 εδάφιο τελευταίο του άρθρου 35 του ν. 1473/1984, σύμφωνα με την οποία "Σε περίπτωση που η αίτηση απορρίπτεται, διότι δεν διαπιστώνεται κατοχή κατά τον κρίσιμο χρόνο, η διαφορά παραπέμπεται στο Μονομελές Πρωτοδικείο", το οποίο αποφασίζει, σύμφωνα με το άρθρο 4§7 του α.ν 263/1968 (και ήδη §8 του ίδιου), κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, είναι αντίθετη προς εκείνη του άρθρου 94§1 του Συντάγματος, αφού η παραπεμπόμενη διαφορά αποτελεί διοικητική διαφορά ουσίας.

Τέλος, ο από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αν, δηλαδή, αποφάνθηκε αυτό επί υπόθεσης μη υπαγομένης κατά νόμο στη δικαιοδοσία του, όπως στην περίπτωση που αποφάνθηκε επί υπόθεσης υπαγομένης στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων (ΟλΑΠ 5/1995, μειοψ.).

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης παραδεκτά προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, αφού αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρο 562§ 2 εδάφ. γ' ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 20/2008). Αναιρουμένης δε της προσβαλλόμενης απόφασης για υπέρβαση εξουσίας, αναιρετέα είναι, σύμφωνα με το άρθρο 580 §1 ν εδάφιο β' ΚΠολΔ και η πρωτόδικη απόφαση, που επικυρώθηκε με την απόφαση που αναιρέθηκε, εφόσον και αυτή ενέχει υπέρβαση εξουσίας, απορρίπτεται δε από τον Άρειο Πάγο η αγωγή ή άλλο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αιτούσες και ήδη αναιρεσίβλητες υπέβαλαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας την ένδικη, από 23.6.2005 αίτησή τους κατά του καθ' ού και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία, όπως το δικόγραφο της παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561§ 2 ΚΠολΔ), ισχυριζόμενες ότι η θανούσα στις 17.2.2000, χωρίς διαθήκη, μητέρα τους, Ζ, της οποίας μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι είναι αυτές, υπέβαλε προς την Οικονομική Εφορία Καβάλας τη με αριθμό Πρωτ. 255933/1.4.1985 αίτησή της, με την οποία ζήτησε τη δωρεάν παραχώρηση σ' αυτή του με αριθμό ΒΚ 2673 δημόσιου κτήματος, ήδη εμβαδού, μετά τη ρυμοτόμησή του, 195,68 τετρ.

μέτρων, που βρίσκεται στη συνοικία του ... της ... και επί της οδού ..., επί του οποίου έχει ήδη ανεγερθεί πετρόκτιστη ισόγεια με υπόγεια οικία με δαπάνες της ίδιας και του προαποβιώσαντα συζύγου της Θ, που το κατέλαβε αυθαίρετα το έτος 1938 και ότι στην εν λόγω αίτηση εκδόθηκε η με αριθμό Πρωτ. 5800/31.5.2005 απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας -Θράκης, που την απέρριψε, για το λόγο, ότι το αστικό αυτό ακίνητο δεν είχαν στην κατοχή τους η αιτούσα και ο θανών σύζυγός της πριν από το έτος 1940, ζήτησαν, με βάση τη διάταξη του άρθρου 35§6 του ν. 1473/1984, να αναγνωριστεί ως χρόνος έναρξης της αυθαίρετης κατοχής του επίδικου ακινήτου από τον άμεσο δικαιοπάροχο, πατέρα τους, Θ, το έτος 1938, να αναγνωριστεί, επίσης, ότι ο εν λόγω πατέρας τους κατείχε το εν λόγω ακίνητο από τον παραπάνω χρόνο και μέχρι τον κατά το έτος 1961 επισυμβάντα θάνατό του, ότι έκτοτε το κατείχε η μητέρα τους Ζ και μέχρι την κατά το έτος 2000 επισυμβάντα θάνατό της, εφεξής δε και μέχρι το χρόνο υποβολής της αίτησης οι ίδιες και, τέλος, να αναγνωριστεί ότι δικαιούνται αυτές της δωρεάν εκποίησης του πιο πάνω ακινήτου σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου για την καθεμιά απ' αυτές, αντίστοιχα.

Σύμφωνα, όμως, με όσα έχουν ήδη ειπωθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, η ένδικη διαφορά συνιστά διοικητική διαφορά ουσίας, αφού ανέκυψε από την άρνηση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης να ικανοποιήσει το αίτημα της άμεσης δικαιοπαρόχου των αιτουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων Ζ για τη δωρεάν σ' αυτή παραχώρηση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 35§ 6 του ν. 1473/1984, του επίδικου δημόσιου κτήματος.

Έτσι, η εν λόγω διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και, ειδικότερα, στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Πρωτοδικείου Καβάλας. Το Εφετείο, επομένως, με το να κρίνει, ότι έχει δικαιοδοσία για την εκδίκαση της ένδικης αίτησης, την οποία, στη συνέχεια, τη δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση, υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Με τα δεδομένα αυτά, ο μοναδικός, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντες Ελληνικού Δημοσίου περί έλλειψης δικαιοδοσίας των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562§ 2 εδάφ.

γ' ΚΠολΔ, ως αφορών τη δημόσια τάξη, είναι βάσιμος και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580§ 1 εδάφιο β' ΚΠολΔ, να αναιρεθεί και η πρωτόδικη απόφαση, που επικυρώθηκε με την εν λόγω απόφαση, εφόσον και αυτή ενέχει υπέρβαση εξουσίας και να απορριφθεί η ένδικη αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 8-6-2007 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της442/2006 απόφασης του Εφετείου Θράκης.

Αναιρεί την αμέσως πιο πάνω απόφαση, καθώς και τη 1621/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας.

Απορρίπτει την από 23-6-2005 αίτηση των αναιρεσιβλήτων. Και,

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία (μειωμένα) ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ