1982/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1982/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, οι αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α' και Η' του ΚΠΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα και υπέρβαση εξουσίας, λόγω λήψης υπόψη του ως άνω αποδεικτικού μέσου καθώς και της σχετικής με αυτό κατάθεσης του αστυνομικού Α. Μ., είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1982 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1982/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλο, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Μ. Κ. του Θ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημήτραινα, για αναίρεση της υπ' αριθ. 739/2017 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Mε προσθέτως παρεμβαίνουσα την εταιρεία "... Ε.Ε.", με έδρα τη …, η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία δεν παρέστη.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. ...14.5.2018 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2018.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η από 14.5.2018 αίτηση - δήλωση (αρ. πρ. ...2018) του Μ. Κ. του Θ. για αναίρεση της καταδικαστικής απόφασης 739/2017 του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα.
Συνεπώς είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, μετά και την νομότυπη κλήτευση της προσθέτως παρεμβαίνουσας εταιρείας, με την επωνυμία "... ΣΙΑ Ε.Ε." (βλ. το από 8.6.2018 αποδεικτικό επίδοσης, του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης Β. Τ.).
ΙΙ. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 404 παρ. 2 εδ. α και β, 1 και 3 του ΠΚ, τοκογλυφία διαπράττει όποιος κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου, συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή γ/ια τρίτο περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου και όποιος επιδιώκει την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων που πηγάζουν από αυτή την απαίτηση, τιμωρούμενος, αν επιχειρεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, μετά την τροποποίηση τους με το άρθρο 14 παρ. 8 του Ν. 2721/1999, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, απαιτείται η εκ μέρους του δράστη (δανειστή) συνομολόγηση ή λήψη για τον εαυτό του ή για τρίτο περιουσιακών ωφελημάτων που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου, κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου.
Στην περίπτωση αυτή, η τοκογλυφία προϋποθέτει τη σύναψη συμβάσεως δανείου (άρθρο 806 επ. ΑΚ) και όχι δικαιοπραξία άλλης μορφής. Βασικός όρος του αξιοποίνου της συγκεκριμένης συμπεριφοράς είναι τα περιουσιακά ωφελήματα που συνομολογεί ή λαμβάνει ο δράστης να υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου.
Το έγκλημα αυτό μπορεί να τελεστεί με δύο τρόπους, οι οποίοι είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητοι μεταξύ τους, τελούν δε σε αληθινή πραγματική συρροή, και ειδικότερα, αφενός μεν με τη συνομολόγηση και λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων, αφετέρου δε με την επιδίωξη εκπλήρωσης των τοκογλυφικών ωφελημάτων που έχουν συνομολογηθεί. "Συνομολόγηση" είναι η αποτύπωση της συμφωνίας μεταξύ λήπτη και δανειστή για παροχή από τον πρώτο τοκογλυφικών ωφελημάτων στο πλαίσιο της σύμβασης δανείου.
Ως "λήψη" τοκογλυφικών ωφελημάτων θεωρείται όχι μόνο η είσπραξη χρημάτων, αλλά και η παραλαβή αξιόγραφων, τα οποία ενσωματώνουν τόκους μη νόμιμους, χωρίς να απαιτείται και η είσπραξη ή επιδίωξη εισπράξεως. Η συγκεκριμένη μορφή του εγκλήματος της τοκογλυφίας θεωρείται τετελεσμένη και μόνο με τη "συνομολόγηση" της τοκογλυφικής συμβάσεως και μάλιστα τόσο κατά την αρχική σύναψη, όσο και κατά τη μεταγενέστερη παράταση ή και την ανανέωση, έστω και αν στο οφειλόμενο κεφάλαιο συμπεριλαμβάνονται και οι μέχρι τότε παράνομοι τόκοι και εμφανίζονται ως ενιαίο σύνολο στο οριστικό κεφάλαιο.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Για τον χαρακτηρισμό της κατ' επάγγελμα τελέσεως, αντικειμενικά μεν απαιτείται η επανειλημμένη τέλεση και δεν είναι αναγκαία η προηγουμένη καταδίκη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του.
Το στοιχείο της επανειλημμένης τελέσεως ενυπάρχει (και) επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, το οποίο αποτελείται από περισσότερες αυτοτελείς μερικότερες πράξεις, ενώ εάν δεν υπάρχει επανειλημμένη τέλεση, αρκεί για το κατ' επάγγελμα να διαπιστώνεται ότι η αξιόποινη πράξη τελείται μεν για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος.
Είναι, πάντως, δυνατή η ταυτόχρονη συνδρομή και των δύο περιπτώσεων της κατ' επάγγελμα τελέσεως ενός εγκλήματος, όταν αυτό έχει τελεσθεί επανειλημμένα, αλλά ο δράστης έχει συγχρόνως διαμορφώσει και υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως. Κατά συνήθεια δε τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς την διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 385 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου, τιμωρείται:
α) σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 380, παρ. 1 και 2, αν η πράξη τελέστηκε με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, β) αν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του λειτουργήματός του, ή άλλης δραστηριότητος που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτον, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.
Αν τις παραπάνω πράξεις τέλεσε πρόσωπο που διαπράττει τέτοιες πράξεις, κατά συνήθεια ή κατ' επάγγελμα, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, γ) σε κάθε άλλη περίπτωση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της εκβίασης, το οποίο τιμωρείται ως κακούργημα όταν εμπίπτει στις περιπτώσεις των εδαφίων α' και β", απαιτούνται α) εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία αυτού που εξαναγκάζεται, β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής που είναι ικανές να αποκλείσουν το αυτοπροαίρετο της αποφάσεως του εξαναγκαζομένου, ήτοι ο εξαναγκασμός έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής δια της οποίας περιάγεται ο άλλος σε τρόμο ή ανησυχία, στρέφεται δε η βία ή απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διαθέσεως, με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζομένου και να οδηγηθεί αυτός σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή μετ' επηρεασμόν και εξουδετερουμένης της ελευθέρας βουλήσεως του, ουσιαστικώς πειθαναγκαζόμενος να υποκύψει και να αποδεχθεί ακουσίως τις προτάσεις, ενώ η επαπειλουμένη εις βάρος του ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη.
Και τούτο διότι εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθ' εαυτή η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή ασκήσεως τους προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 385 ΠΚ. Η απειλή μπορεί να είναι ρητή και άμεση, να έχει διατυπωθεί προφορικώς ή εγγράφως, ή και εμμέσως, να έχει μεταβιβαστεί και με άλλον, μπορεί δε να συνίσταται και στην παράλειψη εκπλήρωσης συμβατικής υποχρέωσης, αρκεί να είναι ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της απόφασης του εξαναγκαζομένου.
Είναι αδιάφορο αν αυτός που διατύπωσε την απειλή ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι, αρκεί ότι δια της απειλής εξαναγκάστηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή εκείνος κατά του οποίου στράφηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση η απειλή. Η απειλή μπορεί να στρέφεται κατά οποιουδήποτε εννόμου αγαθού του παθόντος, όπως της προσωπικής ελευθερίας, της περιουσίας, της τιμής και υπολήψεως, της πίστεως και φήμης της επιχειρήσεως, για την εφαρμογή 6ε της περ.
β' ή απειλή πρέπει να στρέφεται ειδικώς σε βλάβη της επιχειρήσεως, ως τοιαύτης νοούμενης του συνόλου πραγμάτων, δικαιωμάτων, άθλων αγαθών και καταστάσεων, ως φήμη και πελατεία που οργανώθηκαν σε επιχειρηματική ενότητα για την επίτευξη κερδοσκοπίας. Εξάλλου, ως βλάβη της επιχειρήσεως νοείται, πέρα από την υλική (χρηματική), και η ηθική ζημία (λ.χ.
στην καλή της φήμη), η οποία μακροπρόθεσμα δύναται να εξελιχθεί σε περιουσιακή ζημία, αυτό ωστόσο δεν είναι αποτιμητό μέγεθος κατά τον χρόνο της προσβολής. Η βλάβη μπορεί να συνίσταται και στην απορρύθμιση της λειτουργίας μιας επιχειρήσεως, οπότε έχει την τεχνική έννοια του όρου. Για τη συγκρότηση δε της υποκειμενικής υποστάσεως, απαιτείται σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος.
Τέτοιος σκοπός υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νομίμου απαιτήσεως, δηλαδή ότι δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωση αυτού κατά του παθόντος ή όταν η πράξη ή παράλειψη αυτού που εξαναγκάζεται δεν αποτελεί έκφραση του παρεχομένου από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος και 361 του ΑΚ στο πρόσωπο δικαιώματος της βουλήσεώς του και της ελευθερίας σης συναλλαγές.
Το έγκλημα είναι τετελεσμένο με την επέλευση της περιουσιακής ζημίας στον παθόντα, ο οποίος μπορεί να είναι πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που εξαναγκάσθηκε να προβεί στην επιζήμια διαγωγή, αλλιώς, αν δηλαδή δεν επέλθει η ζημία και εφόσον συντρέχουν και λοιποί όροι, το έγκλημα είναι σε απόπειρα. Τέλος, η εκβίαση τελείται κατ' εξακολούθηση κατ* άρθρο 98 παρ. 1 ΠΚ, όταν πραγματώνεται με περισσότερες μερικότερες πράξεις του δράστου, εκ των οποίων εκάστη συνιστά το έγκλημα αυτό και για πς οποίες υπάρχει ενότητα δόλου (η κρίση αν οι περισσότερες πράξεις μπορούν να θεωρηθούν ως κατ' εξακολούθηση έγκλημα ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων και συνεπώς δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο).
Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ, 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ, 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενό τα πραγματικά περιστατικό, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, γ!0 το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ, Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικό εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 739/2017 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις πράξεις της διακεκριμένης τοκογλυφίας και εκβίασης και του επέβαλε συνολική ποινή κάθειρξης 10 ετών και χρηματική ποινή 15.000€. Στο σκεπτικό της απόφασης αυτής, το δικαστήριο μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Α) Σης αρχές του έτους 2000 ο κατηγορούμενος συμφώνησε με τον Α. Κ., συνιδιοκτήτη δύο ξενοδοχείων στη Χαλκιδική και του δάνεισε το ποσό των 20.000.000 δραχμών με χρόνο πίστωσης έξι μηνών, αντί συνολικού τόκου 5.000.000 δραχμών, που αντίστοιχα σε επιτόκιο 4,15% το μήνα, το οποίο υπερέβαινε το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του δικαιοπρακτικού τόκου και το νόμιμο τόκο υπερημερίας, που ίσχυαν κατά την περίοδο εκείνη και αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας απόφασης. Μετά την πάροδο της εξάμηνης προθεσμίας εξόφλησης του εν λόγω δανείου, επειδή ο Α. Κ. δε μπόρεσε να το εξοφλήσει, ο κατηγορούμενος συμφώνησε μαζί του να παραταθεί η αποπληρωμή του για άλλους 18 μήνες με επιβάρυνση νέων τόκων ύψους 10.000.000 δραχμών, οφείλοντας να καταβάλει πλέον ο δανειζόμενος το Δεκέμβριο του 2002 το συνολικό ποσό των 35.000.000 δραχμών, για την εξασφάλιση του οποίου ο Α. Κ. εξέδωσε και παρέδωσε στον κατηγορούμενο πέντε τραπεζικές επιταγές. Ωστόσο, ο Α. Κ. και πάλι δεν κατόρθωσε να καταβάλει το προαναφερόμενο συνολικό ποσό και έτσι συμφωνήθηκε νέα παράταση εξόφλησης των παραπάνω δανείων. Στη συνέχεια, όμως, η βάση της σχέσης των μερών διαφοροποιήθηκε και από δάνειο μετατράπηκε σε νέου είδους χρηματοδότηση, διότι ο κατηγορούμενος Μ. Κ. απέβλεπε να συνεργαστεί μαζί του επαγγελματικά, ως αφανής εταίρος στην εκμετάλλευση των ξενοδοχείων του Α. Κ. στη Χαλκιδική.
Β) Κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2004 μέχρι και την 17.1.2012 ο κατηγορούμενος δάνειζε στο Ν. Μ. διάφορα χρηματικά ποσά και συνολικά 200.000 ευρώ με επιτόκιο 10% το μήνα, το οποίο υπερέβαινε το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του δικαιοπρακτικού τόκου και το νόμιμο τόκο υπερημερίας, που ίσχυαν κατά την περίοδο εκείνη και αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.
Τα χρήματα ελάμβανε ο παραπάνω δανειζόμενος, όχι απευθείας από τον κατηγορούμενο, αλλά μέσω άλλων ατόμων (Δ. Λ. και Α. Α. κ.α.), που τον πληροφορούσαν όμως για την πραγματική προέλευση τους και για το ότι, εάν δεν ήταν συνεπής στην αποπληρωμή των δανείων, ο κατηγορούμενος θα εξέδιδε σε βάρος του διαταγές πληρωμής.
Αυτά τα ανέφερε ο Ν. Μ. στην από 20.7.2012 ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του Ανακριτή, όμως στο παρόν Δικαστήριο κατέθεσε ότι καμία οικονομική συναλλαγή δεν είχε με τον κατηγορούμενο και ότι ουδέποτε έλαβε χρήματα από αυτόν, το όνομα δε του κατηγορουμένου το προέβαλλαν οι δανειστές του ως φόβητρο προκειμένου να πληρώνει τα δάνεια που ελάμβανε.
Η νέα και διαφοροποιημένη αυτή κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα δεν κρίνεται ειλικρινής και δε μπορεί να γίνει πιστευτή, κυρίως διότι δεν εξήγησε γιατί το όνομα κάποιου άσχετου με τα δάνεια και άγνωστου στον ίδιο ανθρώπου, που χρησιμοποιούσαν άλλα άτομα, θα μπορούσε δήθεν να το φοβίσει. Αν και για μία, τουλάχιστον, επιταγή που του είχε δώσει ο Α.
Α. παραδέχθηκε ότι επισκέφθηκε το γραφείο του κατηγορουμένου.
Γ) Από τα τέλη του 2005 έως τις αρχές του 2009 ο Ξ. Κ., αντιπρόσωπος της εταιρίας "..." στα Βαλκάνια και μέτοχος της εταιρίας που κατασκεύασε το Καζίνο "..." στη ..., δανείστηκε τμηματικά από τον κατηγορούμενο το ποσό των 348.000 ευρώ με επιτόκιο 10% το μήνα, συμφωνώντας στην καταβολή ποσού 262.000 ευρώ ως τόκους για την παραπάνω τριετία, δηλαδή καθ' υπέρβαση του κατά νόμο θεμιτού ποσοστού του δικαιοπρακτικού τόκου και του νόμιμου τόκου υπερημερίας, που ίσχυαν κατά την περίοδο εκείνη και αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.
Προς εξασφάλιση της απαίτησής του ο κατηγορούμενος έλαβε από το Ξ. Κ. επιταγές πελατών του, ενώ παράλληλα ζήτησε και πέτυχε, παρά την προς αυτόν καταβολή 210.000 ευρώ, την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης για ποσό 400.000 ευρώ σε ένα ακίνητο των παιδιών του Σ. και Σ. Κ., που βρίσκεται στην ..., στην οδό ..., εμβαδού 307,40 τ.μ.
Επίσης, ο Ξ. Κ. αποδέχθηκε, κατ' απαίτηση του κατηγορουμένου, συναλλαγματικές συνολικής αξίας 391.000 ευρώ, την πληρωμή των οποίων τριτεγγυήθηκαν τα προαναφερόμενα παιδιά του. Τα παραπάνω στην από 10.11.2011 κατάθεση του Ξ. Κ. στο στάδιο της προανάκρισης, όμως κατά την ανάκριση, καθώς και ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του παρόντος Δικαστηρίου διαφοροποίησε τη θέση του αποδίδοντας πλέον τη λήψη από τον κατηγορούμενο των παραπάνω χρηματικών ποσών σε άτοκο δανεισμό και σε πρόθεσή του (κατηγορουμένου) να συμμετάσχει στις επιχειρηματικές του δραστηριότητες (εξαγωγή τσιμέντων στα Βαλκάνια), καθώς και στην επαγγελματική αποκατάσταση του παιδιού του.
Η νεώτερη και διαφοροποιημένη αυτή κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα δεν κρίνεται ειλικρινής και δε μπορεί να γίνει πιστευτή, κυρίως διότι από κανένα έγγραφο (συμβόλαιο κλπ) δεν αποδεικνύεται κάποια σχέση εμπορικής συνεργασίας μεταξύ του Ξ. Κ. και του κατηγορουμένου, αντίθετα, ο τελευταίος, σύμφωνα με την απομαγνητοφώνηση των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, πίεζε έντονα τον οφειλέτη του, προκειμένου να ικανοποιήσει τις τοκογλυφικές του αξιώσεις και συγκεκριμένα:
Την 9.6.2011 έστειλε SMS στον Ξ. Κ. με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Ξ. σε πήρα 10 τηλέφωνα και έχω στείλει άλλα τόσα μηνύματα. Δεν αντέχω άλλο, κάνε μου ένα τηλέφωνο, πρέπει να προχωρήσουμε στην αγορά του σπιτιού, δεν με ενημερώνεις". Την ίδια δε ημέρα στην υπ' ... τηλεφωνική συνομιλία, που είχε με το γιο του Σ. Κ., του λέει: "Πρέπει να τελειώσουμε, διότι 27 Ιουλίου είναι ο τελευταίος δεν αλλάζει άλλη φορά, τον άλλαξα Σεπτέμβριο, Ιανουάριο, Μάρτιο, Μάιο, έχω πληρώσει ως τώρα 30.000 δικαστικά έξοδα, δεν αντέχω άλλο, πρέπει να τελειώνουμε με αυτήν την ιστορία".
Επίσης, την 18.6.2011, στην υπ' αριθμ. ... τηλεφωνική συνομιλία ο Ξ. Κ. λέει στον κατηγορούμενο: "Δεν πειράζει, χίλια, χίλια, αλλά ξέρεις ότι θα τα πάρεις από τον Κ., δεν θα τα χάσεις", ενώ ο κατηγορούμενος του απαντά: "Αυτή την υπομονή που έκανα εγώ με έξι φορές αναβολή πλειστηριασμού δεν έχει κάνει άνθρωπος". Είναι φανερό ότι το παραπάνω περιεχόμενο τηλεφωνικών συνδιαλέξεων δεν υποδηλώνει απαιτήσεις του κατηγορουμένου έναντι του Ξ.
Κ. από οικονομικές διαφορές κάποιας μεταξύ τους εμπορικής συνεργασίας, για τις οποίες, ας σημειωθεί, καμία μνεία δε γίνεται, ώστε τα όψιμα κατατεθιμένα από το μάρτυρα περί τέτοιας συνεργασίας προδήλως υποκρύπτουν μεταγενέστερη συμφωνία του κατηγορουμένου με αυτόν.
Δ) Το Νοέμβριο του 2007 ο κατηγορούμενος δάνεισε στο Γ. Κ., ο οποίος είχε πάθος με τα τυχερά παιχνίδια, δανείστηκε από τον κατηγορούμενο 170.000 ευρώ, ποσό που έπρεπε να απόδωσα μετά από τέσσερις μήνες με συνολικό τόκο 130.000 ευρώ, δηλαδή με επιτόκιο περίπου 15% το μήνα, που υπερέβαινε το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του δικαιοπρακτικού τόκου και του νόμιμου τόκου υπερημερίας που ίσχυαν κατά την περίοδο εκείνη και αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.
Το συνολικό ποσό των 300.000 ευρώ (κεφάλαιο + τόκοι) συμφωνήθηκε να καταβληθώ ως εξής: Τον πρώτο μήνα 1.000 ευρών την ημέρα, το δεύτερο μήνα 2.000 ευρώ την ημέρα, τον τρίτο μήνα 3.000 ευρώ την ημέρα και τον τέταρτο μήνα 4.000 ευρώ την ημέρα. Ο Γ. Κ., ο οποίος προς εξασφάλιση της αποπληρωμής του δανείου που έλαβε αποδέχθηκε μια συναλλαγματική των 300.000 ευρώ, επέστρεψε στον κατηγορούμενο μέχρι το Μάιο του 2008 το ποσό των 220.000 ευρώ, λόγω δε της αδυναμίας του να του επιστρέψει και το υπόλοιπο των 80.000 ευρώ έλαβε από αυτόν ένα επιπλέον δάνειο, ποσού 100.000 ευρώ με την ειδικότερη συμφωνία να του επιστρέψει το τελικά οφειλόμενο ποσό, δηλαδή τα 100.000 ευρώ του δεύτερου δανείου και τα 80.000 ευρώ, που αντιστοιχούσαν στους τοκογλυφικούς τόκους του πρώτου δανείου, προσαυξημένο με τόκους, μέχρι την 30.4.2010, έτσι ώστε τελικά αποδοτέο να είναι το ποσό των 320.000 ευρώ.
Προς εξασφάλιση της αποπληρωμής του ποσού αυτού ο Γ. Κ. με το υπ' αριθμ. .../23.12.2008 συμβόλαιο πώλησης μεταβίβασε στον κατηγορούμενο με τον όρο της εξώνησης την πατρική του οικία, που βρίσκεται στην ... και επί των οδών .... Τα παραπάνω προκύπτουν από την από 2.3.2012 κατάθεση του Γ. Κ. στο στάδιο της προανάκρισης, στην οποία μάλιστα αναφέρεται επιπλέον ότι ο κατηγορούμενος τον πίεζε να εξοφλήσει το δάνειο με την απειλή ότι θα προχωρούσε σε έξωση της ηλικιωμένης μητέρας του από την οικία που του μεταβίβασε.
Παρά ταύτα, ενώπιον του πρωτοβάθμιου αλλά και του παρόντος Δικαστηρίου ο Γ. Κ. διαφοροποίησε τη θέση του, αποδίδοντας πλέον τη λήψη από τον κατηγορούμενο των παραπάνω χρηματικών ποσών σε άτοκο δανεισμό, χάριν της φιλίας που τους συνέδεε. Η νεώτερη και διαφοροποιημένη αυτή κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα δεν κρίνεται ειλικρινής και δε μπορεί να γίνει πιστευτή με βάση την κοινή συναλλακτική λογική και εμπειρία, καθώς, σε αντίθεση με τα περί άτοκων δανείων τεράστιων χρηματικών ποσών "λόγω φιλικής σχέσης", τα διαλαμβανόμενα στην αρχική του κατάθεση έχουν νοηματική και λογική αλληλουχία, ενόψει μάλιστα του ότι στην κατάθεση αυτή ρητά δηλώνεται η επιθυμία του (Γ.
Κ.) να διωχθεί ποινικά ο κατηγορούμενος για τη σε βάρος του τοκογλυφική δραστηριότητα. Κρίνεται, κατόπιν τούτων, ότι τα όσα όψιμα κατέθεσε ο μάρτυρας ενώπιον τόσο του πρωτοβάθμιου όσο και του παρόντος Δικαστηρίου, υποκρύπτουν μεταγενέστερη συμφωνία του κατηγορουμένου με αυτόν.
Ε) Την 25.10.2011 προσήλθε στο Τμήμα Δίωξης Εκβιαστών της Ασφάλειας Θεσσαλονίκης ο Μ. Μ. και με παρόντα τον Αρχιφύλακα Λ. Κ. και άλλων τριών συναδέλφων του ανέφερε προφορικά ότι στο παρελθόν είχε δανειστεί από τον κατηγορούμενο διάφορα χρηματικά ποσά με επιτόκιο 10% το μήνα, δηλαδή καθ' υπέρβαση του κατά νόμο θεμιτού ποσοστού του δικαιοπρακτικού τόκου και του νόμιμου τόκου υπερημερίας, που ίσχυαν κατά την περίοδο εκείνη και αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας απόφασης και ότι για 40.000 ευρώ περίπου, που δανείστηκε τμηματικά την τελευταία διετία, του επέστρεψε 80.000 ευρώ, ενώ του οφείλει ακόμη 80.000 ευρώ.
Επίσης ανέφερε ότι για το παραπάνω ποσό έδινε στον κατηγορούμενο τραπεζικές επιταγές ως εγγύηση για την αποπληρωμή του δανείου με βάση τις οποίες εκδόθηκαν σε βάρος του διαταγές πληρωμής και ότι το 2010 άσκησε ανακοπή κατά μιας από αυτές τις διαταγές πληρωμής κοινοποιημένη και στη Διεύθυνση Ασφαλείας Θεσσαλονίκης, με τον ισχυρισμό ότι η οφειλή του προερχόταν από τοκογλυφικό δάνειο.
Ωστόσο, η κοινοποίηση στην αστυνομική αρχή δεν έγινε τελικά, διότι ο Μ. Μ. παραιτήθηκε από την ανακοπή για τον εξής λόγο, πάντα κατά τα προφορικώς λεγόμενα από τον ίδιο: Όταν η κατατεθείσα στο Δικαστήριο ανακοπή κοινοποιήθηκε στον κατηγορούμενο, τον κάλεσε αυτός στο γραφείο του προκειμένου, όπως του είπε, "να βρουν μια συμβιβαστική λύση" στο ζήτημα που είχε ανακύψει.
Πράγματι, αυτός (Μ. Μ.) μετέβη στο γραφείο του κατηγορουμένου, όπου με παρόντες και άλλους (Δ. Λ. και Ε. Κ.) ο κατηγορούμενος, αφού πρώτα τον εξύβρισε, του έβαλε στη συνέχεια ένα πιστόλι στο κεφάλι, απειλώντας τον ότι, αν δεν υπογράψει υπεύθυνη δήλωση περί αναίρεσης του ισχυρισμού του περί τοκογλυφίας, θα το σκότωνε.
Υπό αυτή την απειλή κινδύνου της ζωής του ο Μ. Μ. υπέγραψε την υπεύθυνη δήλωση που του ζητούσε ο κατηγορούμενος, ότι δηλαδή ουδέποτε υπήρξε θύμα τοκογλυφίας και ότι στις ενέργειες αυτές προέβη για να κερδίσει χρόνο στην αποπληρωμή του νόμιμου χρέους που είχε έναντι αυτού (κατηγορουμένου). Όλα τα παραπάνω τα ανέφερε προφορικά την 25.10.2011, όπως προαναφέρθηκε, στους αστυνομικούς, αρνούμενος να τα επιβεβαιώσει και εγγράφως λόγω του φόβου που το διακατείχε, πλην όμως μετά από λίγες ημέρες και συγκεκριμένα την 31.10.2011 προσήλθε για δεύτερη φορά στην ίδια πιο πάνω αστυνομική υπηρεσία και παρέδωσε σε φωτοαντίγραφο την από 26.8.2010 ανακοπή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά του κατηγορουμένου, καθώς και την υπ' αριθμ. ....8.2010 δήλωση και έκθεση παραίτησης από το δικόγραφο της ανακοπής αυτής, αρνούμενος όμως και πάλι να υπογράψει τη σχετική έκθεση για την παράδοση των εγγράφων αυτών, διότι, όπως ανέφερε, φοβόταν για τη ζωή του.
Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά (τοκογλυφικό δάνειο, άσκηση ανακοπής, απειλή με πιστόλι για την υπογραφή της υπεύθυνης δήλωσης και για παραίτηση από το δικόγραφο της ανακοπής) κατατέθηκαν από τον ήδη αποβιώσαντα αστυνομικό Λ. Κ., τόσο κατά την προδικασία, όσο και ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κρίνονται δε ότι όλα έλαβαν πράγματι χώρα, άλλωστε μερικά από αυτά αποδεικνύονται πλήρως και από τα σχετικά έγγραφα, καθόσον ο εν λόγω μάρτυρας - αστυνομικός δεν είναι δυνατό να τα γνώριζε αν δεν του τα αποκάλυπτε ο Μ.
Μ. και δεν είχε κάποιο προσωπικό λόγο να τα επινοήσει ο ίδιος. Παρά ταύτα, ο Μ. Μ. εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον τόσο του πρωτοβάθμιου όσο και του παρόντος Δικαστηρίου αρνήθηκε ότι έλαβε ποτέ δάνειο από τον κατηγορούμενο και ισχυρίστηκε ότι η οφειλή του προερχόταν από μεταξύ τους ανταλλαγή ισόποσων τραπεζικών επιταγών διευκόλυνσης, από τις οποίες δε μπόρεσε να εξοφλήσει τις δικές του.
Όμως, η κατάθεσή του αυτή δεν κρίνεται ειλικρινής και δε μπορεί να γίνει πιστευτή διότι: α) Ενώ παραδέχεται ότι συζήτησε με αστυνομικούς ("ακαδημαϊκή κουβέντα" τη χαρακτήρισε), δήλωσε αδυναμία να εξηγήσει το λόγο που τον κάλεσε η αστυνομία για να καταθέσει, ούτε με ποιο τρόπο βρέθηκαν στην αστυνομία η ανακοπή του και το έγγραφο παραίτησής του από αυτήν, β) Ενώ ισχυρίζεται ότι δε γνώριζε το περιεχόμενο - λόγο της ανακοπής ταυτόχρονα καταθέτει ότι αυτό "Ήταν μια αντίδραση για να φοβηθεί ο Κ.
για να μη μου κατάσχουν το σπίτι." γ) ενώ απέδωσε την παραίτηση από την ανακοπή στο γεγονός ότι "τα βρήκανε και τακτοποιήσανε τους λογαριασμούς τους", δεν εξειδίκευσε τον τρόπο με τον οποίο συμβιβάστηκαν. Και δ) οι διαλαμβανόμενα; στην κατάθεσή του φράσεις "Δεν θυμάμαι να ειπώθηκε κάτι για πιστόλι", "Ποτέ δεν βγήκε πιστόλι", "τσαντίστηκα και μπορεί να είπα και καμία κουβέντα, όταν είδα τη διαταγή πληρωμής", "Δεν πιέστηκα ψυχολογικά για να παραιτηθώ της καταγγελίας για ανακοπή" και "Την υπεύθυνη δήλωση εγώ την έγραψα.
Πήγα στην Αστυνομία γιατί ήθελα να τελειώνει το θέμα" (ας σημειωθεί ότι αρχικά ισχυρίστηκε ότι η αστυνομία τον κάλεσε για να καταθέσει), προδήλως στερούνται λογικής μεταξύ τους αλληλουχίας. Κρίνεται, κατόπιν τούτων, ότι τα όσα κατέθεσε ο μάρτυρας ενώπιον τόσο του πρωτοβάθμιου όσο και του παρόντος Δικαστηρίου, υποκρύπτουν μεταγενέστερη συμφωνία του κατηγορουμένου με αυτόν.
ΣΤ) Την 31.10.2011 προσήλθε στο Τμήμα Δίωξης Εκβιαστών της Ασφάλειας Θεσσαλονίκης ο Θ. Κ. και με παρόντα τον Αρχιφύλακα Λ. Κ. και άλλων τριών συναδέλφων του ανέφερε ότι, το Μάιο του 2011, δανείστηκε από τον κατηγορούμενο 100.000 ευρώ και σε διάστημα ενός μήνα του επέστρεψε 115.000 ευρώ. Δηλαδή, δανείστηκε αντί επιτοκίου 15% το μήνα, καθ' υπέρβαση του κατά νόμο θεμιτού ποσοστού του δικαιοπρακτικού τόκου και του νόμιμου τόκου υπερημερίας, που ίσχυαν κατά την περίοδο εκείνη και αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.
Παράλληλα, την 16.7.2011 συμφωνήθηκε παράταση μέχρι την 10.8.2011 για την αποπληρωμή μέρους του ίδιου δανείου, για τη διασφάλιση απόδοσης του οποίου την 6.5.2011 είχε παραλειφθεί επιταγή ποσού 30.000 ευρώ με ημερομηνία έκδοσης 16.7.2011 και έναντι αυτού την ημέρα εκείνη (16.7.2011) καταβλήθηκε από τον Θ. Κ. ποσό 15.000 ευρώ, περιορίζοντας την οφειλή στο ποσό των 15.000 ευρώ.
Έτσι, συμφωνήθηκε τόκος που υπερβαίνει το θεμιτό ποσοστό, αφού συμφωνήθηκε για την παράταση επιπλέον τόκος 3.500 ευρώ. Οι καταθέσεις του εξ ακοής μάρτυρα αστυνομικού Λ. Κ., τόσο στην προδικασία όσο και ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κρίνονται πειστικές διότι, εκτός από την επιβεβαίωση τους και από άλλα στοιχεία (κατασχεθέντα έγγραφα), περιγράφουν με πληρότητα και σαφήνεια την τοκογλυφική συμπεριφορά του κατηγορουμένου.
Άλλωστε, δε μπορεί να θεωρηθεί ότι ο μάρτυρας αυτός επινόησε όλα αυτά τα περιστατικά, αφού κανένα κίνητρο δεν προέκυψε που να δικαιολογεί μία τέτοια ενέργεια, ενώ καμία σχέση ή γνωριμία δεν είχε προηγουμένως με τους δύο εμπλεκόμενους (κατηγορουμένου και Κ.). Ωστόσο, ο Θ. Κ.ς εξεταζόμενος στο ακροατήριο, τόσο του πρωτοβάθμιου όσο και του παρόντος Δικαστηρίου, αρνήθηκε ότι υπήρξε τοκογλυφικό δάνειο ισχυριζόμενος ότι η σχέση του με τον κατηγορούμενο αφορούσε σε μεταξύ τους ανταλλαγές επιταγών ευκολίας.
Όμως, οι καταθέσεις του αυτές δεν πρέπει να θεωρηθούν ειλικρινείς, αλλά ότι έγιναν με σκοπό τη βελτίωση της θέσης του κατηγορουμένου.
Ζ) Κατά το έτος 2010, ο Η. Β., επιχειρηματίας στο χώρο της διασκέδασης, επειδή βρέθηκε σε δυσχερή οικονομική κατάσταση απευθύνθηκε στον κατηγορούμενο και δανείστηκε από αυτόν ποσό 350.000 ευρώ με επιτόκιο 5% το μήνα και εβδομαδιαία δόση αποπληρωμής 5.000 ευρώ. Ο Η. Β. κατέβαλε στον κατηγορούμενο, από το Μάρτιο του 2011 έως την 17.1.2012, το χρηματικό ποσό των 180.000 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε σε τοκογλυφικά ωφελήματα. Πολλές καταβολές καταγράφονται σε τηλεφωνικές συνομιλίες τους, όπως αυτές με αριθμούς ....5.2011, .../2011, .../18.6.2011 και .../20.6.2011.
Η) Το Μάιο του 2011 ο κατηγορούμενος συμφώνησε με το δικηγόρο Θεσσαλονίκης Ε. Χ., ο οποίος δραστηριοποιείτο επιχειρηματικά στην Αθήνα στο χώρο της ηλικιακής ενέργειας και του δάνεισε συνολικά 100.000 ευρώ με επιτόκιο 5% το μήνα, αποδοτέο σε δόσεις των 5.000 ευρώ το μήνα. Επομένως, ο κατηγορούμενος συνομολόγησε ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, που ίσχυε κατά την περίοδο εκείνη και αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.
Για την εξασφάλιση της αποπληρωμής του κεφαλαίου εκδόθηκε από τον Ε. Χ. η υπ' αριθμ. ... επιταγή της Eurobank, ποσού 100.000 ευρώ πληρωτέα σε διαταγή του Γ. Φ. με ημερομηνία έκδοσης 15.4.2012, φωτοτυπία της οποία κατασχέθηκε μέσα σε διάφανο φάκελο με θέμα: "Χ (ενν. Χ.): Έναρξη 6.9.2011". Αρχικά οι μηνιαίες δόσεις των 5.000 ευρώ κατατίθεντο σε τραπεζικό λογαριασμό του Ι.
Χ. και ακολούθως κατέληγαν στον κατηγορούμενο, στη συνέχεια δε ανέλαβε να τις εισπράττει προσωπικά ο Γ. Φ. και να μεταφέρει τα ποσά, επίσης, στον κατηγορούμενο, που του απέδιδε ένα μικρό μέρος ως "δώρο", όπως προκύπτει από ημερολόγιο που ετηρείτο σχετικώς και κατασχέθηκε στα χέρια της Ε. Μ. Τα προαναφερόμενα ενισχύονται και απομαγνητοφωνηθείσες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις.
Ειδικότερα, από την υπ' αριθμ. ... τηλεφωνική συνδιάλεξη μεταξύ κατηγορουμένου και Γ. Φ. προκύπτει ότι ο δεύτερος εισπράττει χρήματα από τον Ε. Χ. για λογαριασμό του πρώτου και άτι ζητείται από τον κατηγορούμενο νέο δάνειο, ύψους 50.000 ευρώ και να καταβληθεί ως δόση το ποσό των 7.500 ευρώ, έναντι του ποσού της δόσης των 5.000 ευρώ για το μέχρι τότε ληφθέν δάνειο.
Επίσης στην υπ' αριθμ. ...23.8.2011 τηλεφωνική συνδιάλεξη ο κατηγορούμενος συνομιλεί με τον Ε. Χ. και του υποδεικνύει να καταθέσει τη δόση σε λογαριασμό του Γ. Φ.. Συγκεκριμένα, ο Ε. Χ.ς αναφέρει: "Τα λεφτά θα στα βάλω την Πέμπτη, γιατί γυρνάω αύριο" και ο κατηγορούμενος απαντά: "Στο Γ., Γ. μη στεναχωριέσαι, ότι κάνεις με το Γιώργο κανόνισε τα".
Μετά ο Χ. του λέει: "Μου έστειλε ο Γ. μήνυμα και μου λέει βάλτα σε μένα" και ο κατηγορούμενος: "Ναι και μόνιμα εκεί θα τα βάζεις για άλλους λόγους". Ο Ε. Χ. καταθέτοντας ενώπιον του πρωτοβάθμιου και παρόντος Δικαστηρίου ανασκεύασε τις βασικές παραδοχές της ανακριτικής του κατάθεσης ισχυριζόμενος ότι ο κατηγορούμενος του χορήγησε το δάνειο των 100.000 ευρώ χωρίς τόκο, αποβλέποντας στην ευδοκίμηση μια μεταξύ τους συνεργασίας στον τομέα της ενέργαας.
Ωστόσο, γι' αυτό ουδέποτε καταρτίστηκε σχετική σύμβαση, όπως συνήθως συμβαίνει με τη σύνταξη ιδιωτικού συμφωνητικού κατά τη συναλλακτική πρακτική, ώστε οι εκ των υστέρων μαρτυρικά; καταθέσεις του Ε. Χ. δεν κρίνονται παστικές Επίσης δεν είναι πειστικές εξηγήσεις για την αιτία που η αποπληρωμή του δανείου δε γινόταν απευθείας στον κατηγορούμενο, αλλά μέσω άλλων ατόμων (ο κατηγορούμενος είχε προβλήματα με τις τράπεζες), ούτε για το λόγο έκδοσης της επιταγής της Eurobank, ποσού 100.000 ευρώ (ανταμοιβή για παρεμβάσεις στη Νομαρχία Λακωνίας με σκοπό την ευδοκίμηση μιας επένδυσής του).
Θ) Στις αρχές του έτους 2010 ο κατηγορούμενος δάνεισε στον Ι. Δ., έμπορο υφασμάτων επιπλώσεων, ποσό 30.000 ευρώ με μηνιαίο επιτόκιο 5%, το οποίο υπερέβαινε τον κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του δικαιοπρακτικού τόκου και το νόμιμο τόκο υπερημερίας, που ίσχυαν κατά την περίοδο εκείνη και αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας απόφασης, προκειμένου να εξοφλήσει τοκογλυφικά δάνεια που όφειλε σε άλλους. Ο Ι. Δ. έδινε στον κατηγορούμενο ως εγγύηση επιταγές πελατών του και με τον τρόπο αυτό, σε χρονικό διάστημα τεσσάρων (4) μηνών του κατέβαλε 40.000 ευρώ. Τα παραπάνω περιστατικά, από τα οποία αποδεικνύεται η σε βάρος του Ι. Δ. τοκογλυφία εκ μέρους του κατηγορουμένου, διαλαμβάνονται με σαφήνεια στις από 23.5.2011 και 2.5.2012 προανακριτική και ανακριτική, αντίστοιχα, καταθέσεις του.
I) Το έτος 2011 ο κατηγορούμενος συμφώνησε με το Ν. Δ. και του δάνεισε διάφορα ποσά και συνολικά 26.000 ευρώ με επιτόκιο 5% το μήνα, το οποίο υπερέβαινε το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του δικαιοπρακτικού τόκου και το νόμιμο τόκο υπερημερίας που ίσχυαν κατά την περίοδο εκείνη και αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας απόφασης. Για το δάνειο αυτό οι μερικότερες συμφωνίες ήταν οι εξής: Την 22.12.2011 του δάνεισε 3.500 ευρώ και παράλληλα παρέτεινε την προθεσμία αποπληρωμής δύο συναλλαγματικών (της μιας λήξης 5.11.2011 και ποσού 400 ευρώ και της άλλης λήξης 18.11.2011 και ποσού 500 ευρώ) με ημερομηνία αποπληρωμής όλων την 30.3.2012, λαμβάνοντας έτσι συνολικά 722 ευρώ μέσα σε χρονική περίοδο εκατό (100) ημερών, δηλαδή 16,4% του συνολικού κεφαλαίου των 4.400 ευρώ (ή 5% το μήνα). Για τη διασφάλιση δε ότι θα αποδοθεί στον κατηγορούμενο το συνολικό ποσό των 5.122 ευρώ, ο Ν. Δ. του παρέδωσε τέσσερις (4) επιταγές ενώ για άλλο προηγούμενο δάνειο με το ίδιο επιτόκιο του παρέδωσε επιταγές και συναλλαγματική, εννέα (9) στον αριθμό, οι οποίες διαλαμβάνονται, επίσης στο διατακτικό.
Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι οι παραπάνω δέκα (10) πράξεις τοκογλυφίας τελέστηκαν από τον κατηγορούμενο κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατά την έννοια του άρθρου 13 στ' του ΠΚ, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής σε βάρος περισσότερων προσώπων, αλλά και την υποδομή που είχε διαμορφώσει με τη συμμετοχική δράση και άλλων προσώπων και με τη χρήση σχετικών αξιογράφων, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης της τοκογλυφίας προκύπτει σκοπό αυτού (κατηγορουμένου) για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείου τη προσωπικότητάς του).
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο κήρυξε, στη συνέχεια, ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "1. Στη Θεσσαλονίκη, κατά τους κατωτέρω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές. Ειδικότερα: "Στη Θεσσαλονίκη και στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, εντός του χρονικού διαστήματος από το έτος 2000 μέχρι και την 17-1-2012, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατά την παροχή και την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση και την προεξόφληση δανείου με πρόθεση συνομολόγησε και έλαβε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου, ης τοκογλυφικές δε αυτές πράξεις του τέλεσε κατ1 επάγγελμα και κατά συνήθεια.
Συγκεκριμένα: Α.-Στις αρχές του έτους 2000 συμφώνησε με τον Α. Κ. (συνιδιοκτήτη δύο ξενοδοχείων στη Χαλκιδική) και του δάνεισε συνολικά 20.000.000 δρχ με χρόνο πίστωσης έξι μηνών αντί τόκων συνολικά 5.000.000 δρχ. Επομένως το δάνειο συνήφθη με μηνιαίο επιτόκιο 4,15%. δηλαδή καθ' υπέρβαση του κατά νόμο θεμιτού ποσοστού του δικαιοπρακτικού τόκου και του τόκου υπερημερίας, όπως ίσχυε κατά την επίμαχη χρονική περίοδο.
Από δε την 17-1-2000 έως την 26-1-2000, από την 27-1-2000 έως την 8-3-2000, από την 9-3-2000 έως την 19-4-2000, από την 20-4-2000 έως την 28-6-2000, από την 29-6-2000 έως την 5-9-2000, από την 6-9- 2000 έως την 14-11-2000, από την 15-11-2000 έως την 28-11-2000, από την 29-11-2000 έως την 12-12-2000, από την 13-12-2000 έως την 26-12-2000, από την 27-12- 2000 έως την 10-5-2001, από την 11-5-2001 έως την 30-8-2001, από την 31-8-2001 έως την 17-9-2001, από την 18-9-2001 έως την 8-11-2001, από την 9-11-2001 έως την 5-12-2002, ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν ετησίως 16,5%, 16%, 15,25%, 14,5%, 14%, 13,25%, 12,75%, 12,25%, 11,5%, 10,75%, 10,5%, 10,25%, 9,75% και 9,25% αντίστοιχα και ο τόκος υπερημερίας ήταν ετησίως 18,5%, 18%, 17,25%, 16,5%, 16%, 15,25%, 14,75%, 14,25%, 13,5%, 12,75%, 12,5%, 12,25%, 11,75% και 11,25% αντίστοιχα.
Όταν συμπληρώθηκε το εξάμηνο της πιστώσεως ο Α. Κ. δεν μπόρεσε να καταβάλει το συνολικό ποσό του κεφαλαίου και των τόκων (25.000.000 δρχ.) και ο κατηγορούμενος Μ. Κ. συμφώνησε μαζί του να παραταθεί η αποπληρωμή του δανείου για άλλους 18 μήνες με επιβάρυνση νέων τόκων 10.000.000 δρχ, οφείλοντας να καταβάλλει ο δανειζόμενος το Φεβρουάριο 2002 συνολικά 35.000.000 δρχ.
Μάλιστα, προς εξασφάλιση του δανείου εκδόθηκαν από τον Α. Κ. πέντε τραπεζικές επιταγές, συνολικού ποσού 35.000.000 δραχμών, όσο δηλαδή και το οφειλόμενο ποσό. Ωστόσο, ο Α. Κ. και πάλι δεν κατόρθωσε να καταβάλει το προαναφερόμενο συνολικό ποσό και έτσι συμφωνήθηκε νέα παράταση εξόφλησης των παραπάνω δανείων.
Στη συνέχεια, όμως, η βάση της σχέσεως των μερών διαφοροποιήθηκε και από δάνειο μετατράπηκε σε νέου είδους χρηματοδότηση, διότι ο κατηγορούμενος Μ. Κ. απέβλεπε να συνεργαστεί μαζί του επαγγελματικά ως αφανής εταίρος στην εκμετάλλευση των ξενοδοχείων του Α. Κ. στη Χαλκιδική.
Β.- Από το έτος 2004 μέχρι και τις 17-1-2012 δάνειζε έντοκα μέσω του Α. Α. στον ασφαλιστικό σύμβουλο Ν. Μ. του Χ. επανειλημμένα διάφορα χρηματικά ποσά, κυμαινόμενα από 5.000 έως 10.000 ευρώ την κάθε φορά, με συνολικό ποσό δανεισμού 200.000 ευρώ με επιτόκιο 10% το μήνα, για κάθε ποσό που του δάνειζε καθ' υπέρβαση επομένως του κατά νόμο θεμιτού ποσοστού του δικαιοπρακτικού τόκου και του τόκου υπερημερίας όπως ίσχυε κατά την επίμαχη χρονική περίοδο.
Ο δε δικαιοπρακτικός τόκος το έτος 2011 ήταν από την 9-11-2011 έως την 13-12-2011 7% ετησίως από την 13-7-2011 έως την 8-11-2011, 7,25% ετησίως από την 13-4-2011 έως την 12-7-2011 7% ετησίως και από την 13-5-2009 έως την 12-4-2011 6,75% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας από την 9-11-2011 έως την 13-12-2011 9% ετησίως από την 13-7-2011 έως την 8-11-2011 7,25% ετησίως από την 13-4-2011 έως την 12-7-2011 7% ετησίως και από την 13-5-2009 έως την 12-4-2011 8,75% ετησίως από την 14-12-2011 έως την 10- 7-2012, ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 6,75% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 8,75% ετησίως από την 8-4-2009 έως την 12-5-2009, ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 7,25% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 7,25%, από την 11-3-2009 έως την 7-4- 2009, ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 7,50% και ο τόκος υπερημερίας 9,50%, από την 10-12-2008 έως την 10-3-2009 ο δικαιοπρακτικός τόκος 8% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 10% ετησίως από 12-11-2008 έως την 9-12-2008, ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 8,75% ετησίως και ο τόκος υπερημερία; 10,75% ετησίως από την 9-10- 2008 έως την 11-11-2008 ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 9,25% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 11,25% ετησίως την 8-10-2008 ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 9,75% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 11,75% ετησίως από την 9-7-2008 έως την 7-10- 2008 ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 10,25% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 12,25% ετησίως από την 13-6-2007 έως την 8-7-2008 ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 10% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 12% ετησίως από την 14-3-2007 έως την 12- 6-2007 ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 9,75% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 11,75% ετησίως από την 13-12-2006 έως την 13-3-2007 ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 9,50% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 11,50% ετησίως, από την 11-10-2006 έως την 12-12-2006 ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 9,25% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 11,25% ετησίως, από την 9-8-2006 έως την 10-10-2006 ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 9% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 11% ετησίως, από την 15-6-2006 έως την 8-8-2006 ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 8,75% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 10,75% ετησίως, από την 8-3-2006 έως την 14-6-2006 ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 8,5% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 10,5% ετησίως από την 6-12-2005 έως την 7-3-2006 ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 8,25% ετησίως και ο τόκα;
υπερημερίας 10,25% ετησίως και από την 7-6-2003 έως την 5-12-2005, ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 8% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 10% ετησίως.
Γ.- Από τα τέλη 2005 έως τις αρχές 2009 δάνεισε τμηματικά στον επιχειρηματία Ξ. Κ. (αντιπρόσωπο της ... στα Βαλκάνια και μέτοχο της εταιρείας που κατασκεύασε το Καζίνο "..." στη ...) το συνολικό ποσό των 348.000 ευρώ, με επιτόκιο 10% το μήνα επί του χορηγηθέντος δανειακού ποσού, συμφωνώντας να λάβα συνολικά στην τριετία αυτή, το χρηματικό ποσό των 262.000 ευρώ ως τόκους, με το συνολικό ποσό της οφειλής (κεφαλαίου και τόκων) να ανέρχεται στις 610.000 ευρώ, δηλαδή καθ' υπέρβαση του κατά νόμο θεμιτού ποσοστού του δικαιοπρακτικού τόκου και του τόκου υπερημερίας όπως ίσχυε κατά την επίμαχη χρονική περίοδο.
Από την 7-6-2003 έως την 5-12-2005 ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 8% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 10% ετησίως από την 6-12-2005 έως την 7-3-2006 ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 8,25% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 10,25% ετησίως από την 8-3-2006 έως την 14-6-2006 ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 8,5% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 10,5% ετησίως από την 15-6-2006 έως την 8-8-2006 ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 8,75% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 10,75% ετησίως από την 9-8-2006 έως την 10-10-2006 ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 9% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 11% ετησίως από την 11-10-2006 έως την 12-12-2006 ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 9,25% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 11,25% ετησίως από την 13-12-2006 έως την 13-3-2007 ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 9,5% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 11,5% ετησίως, από την 14-3-2007 έως την 12-6-2007 ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 9,75% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 11,75% ετησία";, από την 13-6-2007 έως την 8-7-2008 ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 10% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 12% ετησίως, από την 9-7-2008 έως την 8-10-2008 ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 10,25% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 12,25% ετησίως και από την 9-10-2008 και μετά ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 9,25% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 11,25% ετησίως από την 10-12-2008 έως την 10-3-2009 ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 8% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 10% ετησίως από την 11-3-2009 έως την 7-4-2009 ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 7,50% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 9,50% ετησίως από την 8-4-2009 έως την 12-5-2009 ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 7,25% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 9,25% και από την 13-5-2009 και μετά ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 6,75% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 8,75% ετησίως.
Προς εξασφάλιση της απαιτήσεώς του, ο Μ. Κ. έλαβε από τον Ξ. Κ. επιταγές πελατών του, ενώ παράλληλα ζήτησε και πέτυχε να του παραχωρήσουν τα δύο παιδιά του Ξ. Κ., Σ. και Σ. Κ., παρά την καταβολή προς τον Μ. Κ. ποσού 210.000 ευρώ, προσημείωση υποθήκης για ποσό 400.000 ευρώ σε ένα ακίνητο τους στην ... στην οδό ..., εμβαδού 307,40 τ.μ..
Επίσης, ο Ξ. Κ. αποδέχθηκε, όπως του ζητήθηκε από το Μ. Κ., συναλλαγματικές 391.000 ευρώ, τις οποίες μάλιστα τριτεγγυήθηκαν τα προαναφερόμενα παιδιά του.
Δ.- Το Νοέμβριο 2007 δάνεισε στο Γ. Κ. (τότε διευθύνοντα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε."), 170.000 ευρώ, ποσό αποδοτέο μετά 4 μήνες με συνολικό τόκο 130.000 ευρώ (επιτόκιο 15% το μήνα περίπου), δηλαδή καθ' υπέρβαση του κατά νόμο θεμιτού ποσοστού του δικαιοπρακτικού τόκου και του τόκου υπερημερίας, όπως ίσχυε κατά την επίμαχη χρονική περίοδο.
Ο δικαιοπρακτικός τόκος το Νοέμβριο του 2007 ήταν 10% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 12% ετησίως. Κατά τα συμφωνηθέντα, έπρεπε να του αποδώσει συνολικά 300.000 ευρώ ως εξής: Τον πρώτο μήνα 1.000 ευρώ την ημέρα, το δεύτερο μήνα 2.000 ευρώ την ημέρα, τον τρίτο μήνα 3.000 ευρώ την ημέρα και τον τέταρτο μήνα ποσό 4.000 ευρώ την ημέρα.
Προς εξασφάλιση δε της αποπληρωμής του δανείου αποδέχτηκε μια συναλλαγματική 300.000 ευρώ. Ο Γ. Κ. επέστρεψε στο Μ. Κ. μέχρι τα μέσα Μαΐου του 2008 ποσό 220.000 ευρώ και, λόγω της αδυναμίας του να επιστρέψει το υπόλοιπο, συμφώνησε να λάβει απ' αυτόν ένα επιπλέον δάνειο ποσού 100.000 ευρώ, με την ειδικότερη συμφωνία να του επιστρέψει το τελικά οφειλόμενο ποσό, δηλαδή τα 100.000 ευρώ του δευτέρου δανείου και τα 80.000 ευρώ που αντιστοιχούν στους τοκογλυφικούς τόκους του πρώτου δανείου, προσαυξημένο με τόκους μέχρι τις 30-4-2010 έτσι ώστε τελικά αποδοτέο να είναι το ποσό των 320.000 ευρώ.
Προς εξασφάλιση της υποχρεώσεώς του ο Γ. Κ. μεταβίβασε στο Μ. Κ., με το υπ' αριθ. .../23-12-2008 συμβόλαιο πώλησης της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Π., την πατρική του οικία, που βρίσκεται στην ... επί των οδών ..., με τον όρο της εξώνησης.
Ε.- Σε μη επακριβώς εξακριβωμένη ημερομηνία, στα τέλη πάντως του έτους 2009, συμφώνησε με το Μ. Μ. του Γ., νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε." με; έδρα στη ΒΙ.ΠΕ...., δραστηριοποιούμενη στον τομέα της κατασκευής πυροσβεστικών και εν γένει υδραυλικών συστημάτων, ο οποίος βρισκόταν σε δυσχερή οικονομική κατάσταση και του δάνεισε τμηματικά το συνολικό ποσό των 40,000 ευρώ, συνομολογώντας και εισπράττοντας ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, δηλαδή συμφώνησε και έλαβε ωφελήματα σε ποσοστό που υπέρβαινα το 10% μηνιαίως επί του ποσού του δανείου που χορήγησε. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και εντός του παραπάνω χρονικού διαστήματος, συμφώνησε με το Μ. Μ. να λάβει για χρονικό διάστημα 2 ετών το ποσό των 120.000 ευρώ ως τόκους και συνολικά συμφώνησε να λάβει μαζί με το κεφάλαιο που του δάνεισε το ποσό των 160.000 ευρώ, ενώ προς εξασφάλιση της πληρωμής του δανείου αυτού έλαβε από το Μ. Μ. επιταγές συνολικού ποσού 160.000 ευρώ και μέχρι την 17-1-2012 έλαβε από αυτόν το συνολικό ποσό των 80.000 ευρώ, απαιτώντας από αυτόν ακόμη την καταβολή επιπλέον ποσού 80.000 ευρώ. Ο δε τόκος υπερημερίας από την 13-5-2009 έως την 12-4-2011 ήταν 8,75% ετησίως και ο δικαιοπρακτικός τόκος 6,75% ετησίως.
ΣΤ.- Στη Θεσσαλονίκη, το Μάιο του 2011 συμφώνησε με το Θ. Κ. του Λ., νόμιμο εκπρόσωπο της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε." που διατηρεί επιχείρηση επεξεργασίας ξύλου στην ..., ο οποίος βρισκόταν σε δυσχερή οικονομική κατάσταση, και του δάνεισε το συνολικό ποσό των 100.000 ευρώ, συνομολογώντας και εισπράττοντας ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, δηλαδή συμφώνησε και έλαβε ωφελήματα σε ποσοστό 15% μηνιαίως επί του ποσού του δανείου που χορήγησε και συγκεκριμένα συμφώνησε μαζί του να λάβει για χρονικό διάστημα ενός (1) μηνός το ποσό των 15.000 ευρώ ως τόκους και συνολικά συμφώνησε να λάβει μαζί με το κεφάλαιο που του δάνεισε το συνολικό ποσό των 115.000,00 ευρώ, ενώ προς εξασφάλιση της πληρωμής του δανείου αυτού έλαβε ο Μ.
Κ. του Θ. απ' αυτόν μία επιταγή ποσού 115.000 ευρώ. Παράλληλα, στον αυτό τόπο στις 16-7-2011 συμφώνησε με το Θ. Κ. να δοθεί παράταση μέχρι τις 10-8-2011 για την αποπληρωμή μέρος του ίδιου δανείου για τη διασφάλιση απόδοσης του οποίου είχε παραληφθεί στις 6-5-2011 επιταγή με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 16-7-2011 ποσού 30.000,00 ευρώ και έναντι του οποίου την ημέρα εκείνη (16-7-2011) καταβλήθηκε από το Θ.
Κ. ποσό 15.000,00 ευρώ, περιορίζοντας την οφειλή αυτή στο ποσό των 15.000,00 ευρώ, συμφωνώντας τόκο που υπερβαίνει το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, δηλαδή συμφώνησε να λάβει το επιπλέον ποσό των 3.500,00 ευρώ για την παράταση πληρωμής κατά 2 μήνες μιας δόσης του ως άνω δανείου ποσού 15.000,00 ευρώ, δηλαδή να εισπραχθεί από αυτούς συνολικά το ποσό των 18.500,00 ευρώ, ενώ προς εξασφάλιση της πληρωμής της παράτασης αυτής έλαβε ο Μ.
Κ. από το Θ. Κ. μία επιταγή αξίας 18.500,00 ευρώ. Ο δε δικαιοπρακτικός τόκος από την 13-7-2011 έως την 8-11-2011 ήταν 7,25% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 9,25% ετησίως, από δε την 13-4-2011 έως την 12-7-2011 ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 7% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 9% ετησίως.
Ζ.- Στη Θεσσαλονίκη, σε μη επακριβώς εξακριβωμένη ημερομηνία, εντός πάντως του έτους 2010, συμφώνησε με τον Η. Β. του Β., επιχειρηματία εκμεταλλευόμενο καφέ μπαρ και κέντρα διασκέδασης, ο οποίος βρισκόταν τότε σε δυσχερή οικονομική κατάσταση και του δάνεισε το ποσό των 350^000,00 ευρώ, συνομολογώντας και εισπράττοντας ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, δηλαδή συμφώνησε και έλαβε ωφελήματα σε ποσοστό 5% μηνιαίως επί του ποσού του χορηγηθέντος δανείου και με εβδομαδιαία δόση 5.000,00 ευρώ (μέρος αποδοτέου κεφαλαίου + τόκοι), συμφωνώντας με τον Η.
Β. να λαμβάνει εβδομαδιαία δόση 5.000,00 ευρώ (μέρος αποδοτέου κεφαλαίου + τόκοι), ο δε δικαιοπρακτικός τόκος για το έτος 2010 ήταν 6,75% και ο τόκος υπερημερίας 8,75%. Η.- Στη Θεσσαλονίκη, το Μάιο του 2011 συμφώνησε με τον Ε. Χ. του Γ., Δικηγόρο εγγεγραμμένο στο Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης αλλά διαμένοντα στην Αθήνα, και του δάνεισε το συνολικό ποσό των 100.000,00 ευρώ, έχοντας δανείσει αρχικά σε αυτόν το ποσό των 50.000,00 ευρώ και, κατόπιν μεσολάβησης του συγκατηγορουμένου του Γ.
Φ., άλλες 50.000,00 ευρώ, συνομολογώντας και εισπράττοντας ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, δηλαδή συμφώνησε και έλαβε ωφελήματα σε ποσοστό 5% μηνιαίως επί του ποσού του δανείου που χορήγησε και δη μηνιαία το ποσό των 5.000,00 ευρώ μόνο για τόκους ενώ για την εξασφάλιση αποπληρωμής του κεφαλαίου εκδόθηκε από τον παθόντα η ...
επιταγή της ... ποσού 100.000,00 ευρώ σε διαταγή Γ. Φ., με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 15-4-2012, ενώ ο δικαιοπρακτικός τόκος το έτος 2011 ήταν από την 9-11- 2011 έως την 13-12-2011 7% ετησίως, από την 13-7-2011 έως την 8-11-2011, 7,25% ετησίως, από την 13-4-2011 έως την 12-7-2011 7% ετησίως και από την 13- 5-2009 έως την 12-4-2011 6,75% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας από την 9-11- 2011 έως την 13-12-2011 9% ετησίως από την 13-7-2011 έως την 8-11-20117,25% ετησίως από την 13-4-2011 έως την 12-7-2011 7% ετησίως και από την 13-5-2009 έως την 12-4-2011 8,75% ετησίως Θ.- Στη Θεσσαλονίκη, σε μη επακριβώς εξακριβωμένη ημερομηνία, στις αρχές πάντως του έτους 2010, δάνεισε στον Ι.
Δ. του Σ., δραστηριοποιούμενο στον τομέα των υφασμάτων επιπλώσεων, που βρισκόταν σε οικονομική δυσπραγία, το ποσό των 30.000 ευρώ αντί μηνιαίου επιτοκίου 5%, λαμβάνοντας επίσης ως εγγύηση για την πληρωμή της οφειλής επιταγές πελατών του Ι. Δ. σε αντάλλαγμα των ποσών που χορήγησε, για την εξόφληση τόσο του κεφαλαίου, όσο και του τόκου, λαμβάνοντας σε χρονικό διάστημα τριών μηνών το ποσό των 40.000,00 ευρώ, δηλαδή περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου, ενώ από την 9-10-2008 και μετά ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 9,25% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 11,25% ετησίως από την 10-12-2008 έως την 10-3-2009 ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 8% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 10% ετησίως από την 11-3-2009 έως την 7-4-2009 ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 7,50% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 9,50% ετησίως από την 8-4-2009 έως την 12-5-2009 ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 7,25% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 9,25% και από την 13-5-2009 και μετά ο δικαιοπρακτικός τόκος ήταν 6,75% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας 8,75% ετησίως.
Ι.- Στη Θεσσαλονίκη εντός του έτους 2011 συμφώνησε με το Ν. Δ. του Ι. και του δάνεισε συνολικό ποσό περίπου 26.000,00 ευρώ, με προθεσμία αποπληρωμής 3-4 μηνών την κάθε φορά, συνομολογώντας και εισπράττοντας ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, δηλαδή συμφώνησε και έλαβε ωφελήματα σε ποσοστό 5% μηνιαίως (ήτοι 15% σε τριμηνιαία βάση), και ειδικότερα, στις 22-12-2011 δάνεισε στο Ν.
Δ. το ποσό των 3.500,00 ευρώ, και παράλληλα παρέτεινε την προθεσμία αποπληρωμής δύο (2) συναλλαγματικών, η μία λήξης 5-11-2011#και ποσού 400,00 ευρώ και η άλλη λήξης 18-11-2011 και ποσού 500,00 ευρώ, με καταληκτική ημερομηνία αποπληρωμής απάντων τις 30.3.2012, ζητώντας να λάβα συνολικά ως τόκους το ποσό των 722,44 ευρώ εντός της άνω χρονικής περιόδου 100 ημερών (ήτοι 16,4% του συνολικού κεφαλαίου των 4.400,00 ευρώ), όπως και αποδέχθηκε λόγω της οικονομικής του "ανάγκης ο Ν.
Δ., παραδίδοντας παράλληλα σε αυτόν προς διασφάλιση απόδοσης του άνω συνολικού ποσού των 5.122,46 ευρώ τέσσερις (4) επιταγές, και ειδικότερα μία επιταγή με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 15-2-2012 ποσού 1.060,00 ευρώ, μία επιταγή με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 29-2-2012 ποσού 1.616,73 ευρώ, μία επιταγή με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 15-3-2012 ποσού 1.445,73 ευρώ και μία επιταγή με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 30-3-2012 ποσού 1.000,00 ευρώ, ενώ προηγουμένως και εντός του ίδιου έτους 2011 από κοινού με τον προαναφερόμενο συγκατηγορούμενό του είχε παραλάβει από το Ν.
Δ., ομοίως για εξασφάλιση απόδοσης δανείου που αυτός (Μ. Κ.) του είχε χορηγήσει με τους άνω όρους επιτοκίου προ 3 - 4 μηνών την κάθε φορά: i) επιταγή με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 20/9/2011, ποσού 4.528,00 ευρώ το ποσό της οποίας καταβλήθηκε από το Ν. Δ. στις 20-9-2011, εκ του οποίου ποσό 3.900 ευρώ ήταν το κεφάλαιο και το λοιπό ποσό των 628,00 ευρώ ήταν οι τόκοι με το τοκογλυφικό επιτόκιο, ii) επιταγή με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 30/9/2011, ποσού 6.000,00 ευρώ το ποσό της οποίας καταβλήθηκε από το Ν.
Δ. στις 30-9-2011, εκ του οποίου ποσό 5.150,00 ευρώ ήταν το κεφάλαιο και το λοιπό ποσό των 850,00 ευρώ ήταν οι τόκοι με το τοκογλυφικό επιτόκιο, iii) επιταγή με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 31/8/2011, ποσού 3.132,09 ευρώ, έναντι της οποίας καταβλήθηκε από το Ν. Δ. ποσό 2.700,00 ευρώ στις 13-10-2011, από δε το ποσό της άνω επιταγής ποσό 2.700,00 ευρώ ήταν το κεφάλαιο και το λοιπό ποσό των 432,09 ευρώ ήταν οι τόκοι με το τοκογλυφικό επιτόκιο, iv) συναλλαγματική λήξης 30-8-2011, ποσού 1.400,00 ευρώ, έναντι της οποίας καταβλήθηκε από το Ν.
Δ. ποσό 500,00 ευρώ στις 13-10-2011, από δε το ποσό της συναλλαγματικής αυτής ποσό 1.200,00 ευρώ ήταν το κεφάλαιο και το λοιπό ποσό των 200,00 ευρώ ήταν οι τόκοι με το τοκογλυφικό επιτόκιο, ν) επιταγή με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 30/10/2011, ποσού 1.600,00 ευρώ, το ποσό της οποίας καταβλήθηκε από το Ν. Δ. στις 30-10-2011, από δε το ποσό της άνω επιταγής ποσό 1.380,00 ευρώ ήταν το κεφάλαιο και το λοιπό ποσό των 220,00 ευρώ ήταν ο" τόκοι με το τοκογλυφικό επιτόκιο, νi) επιταγή με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 31/10/2011, ποσού 4.032,(Κ) ευρώ, το ποσό της οποίας καταβλήθηκε από το Ν.
Δ. την 1-11-2011, από δε το ποσό της άνω επιταγής ποσό 3.475,00 ευρώ ήταν το κεφάλαιο και το λοιπό ποσό των 557,00 ευρώ ήταν οι τόκοι με το τοκογλυφικό επιτόκιο, vii) επιταγή με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 5/11/2011, ποσού 1.000,00 ευρώ, το ποσό της οποίας καταβλήθηκε από το Ν. Δ. σπς 5-11-2011, από δε το ποσό της άνω επιταγής ποσό 850,00 ευρώ ήταν το κεφάλαιο και το λοιπό ποσό των 150,00 ευρώ ήταν οι τόκοι με το τοκογλυφικό επιτόκιο, viii) επιταγή με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 10/11/2011, ποσού 1.478,95 ευρώ, το ποσό της οποίας καταβλήθηκε από το Ν.
Δ. σπς 10-11-2011, από δε το ποσό της άνω επιταγής ποσό 1.275,00 ευρώ ήταν το κεφάλαιο και το λοιπό ποσό των 203,95 ευρώ ήταν οι τόκοι με το τοκογλυφικό επιτόκιο, iχ) επιταγή με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοση 15/12/2011, ποσού 2.101,08 ευρώ, το ποσό της οποίας καταβλήθηκε από το Ν. Δ. στις 15-12-2011, από δε το ποσό της άνω επιταγής ποσό 1.800,00 ευρώ ήταν το κεφάλαιο και το λοιπό ποσό των 301,08 ευρώ ήταν οι τόκοι με το τοκογλυφικό επιτόκιο, ενώ ο δικαιοπρακττικός τόκος το έτος 2011 ήταν από την 9-11-2011 έως την 13-12-2011 7% ετησίως, από την 13-7-2011 έως την 8-11-2011, 7,25% ετησίως, από την 13-4-2011 έως την 12-7-2011 7% ετησίως και από την 13- 5-2009 έως την 12-4-2011 6,75% ετησίως και ο τόκος υπερημερίας από την 9-11- 2011 έως την 13-12-2011 9% ετησίως, από την 13-7-2011 έως την 8-11-2011 7,25% ετησίως, από την 13-4-2011 έως την 12-7-2011 7% ετησίως και από την 13-5-2009 έως την 12-4-2011 8,75% ετησίως.
Όλες τις ανωτέρω πράξεις τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθώς από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης της τοκογλυφίας σε βάρος περισσοτέρων παθόντων και την υποδομή που είχε διαμορφώσει, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης της τοκογλυφίας, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.
Kαι 2. Στη Θεσσαλονίκη, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, που τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές. Ειδικότερα: (α) Με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξανάγκασε άλλον με σωματική βία κατά προσώπου και με απαλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος και ζωής σε πράξη, από την οποία επήλθε ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου.
Συγκεκριμένα, στη Θεσσαλονίκη: Εντός της διετίας 2010 - 2011 εξανάγκαζε το Μ. Μ. του Γ. αφενός με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος και ζωής να καταβάλει τους συμφωνηθέντες μεταξύ τους τοκογλυφικούς τόκους, όπως αυτοί αναφέρονται ανωτέρω, προκαλώντας σε αυτόν αντίστοιχη οικονομική ζημία, όπως ειδικότερα συνέβη στις 8-7-2011, όταν εντός του πενθημέρου 27 - 31/8/2010, σε ημερομηνία που εξακριβώθηκε κατά την ανάκριση, με απειλή ενωμένη με κίνδυνο ζωής και δη απειλώντας τον προαναφερόμενο παθόντα με πιστόλι το οποίο ο ίδιος έστρεψε και ακούμπησε στο πρόσωπο του παθόντος ενώ εκείνος βρισκόταν στο γραφείο του (Μ.
Κ.), και του ζήτησε να υπογράψει την από 27-8-2010 υπεύθυνη δήλωση, στην οποία αναφερόταν ότι τα περί τοκογλυφίας καταγγελλόμενα απ' αυτόν (Μ. Μ.) στο δικόγραφο της ανακοπής του κατά διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε σε βάρος του από τα μέλη της προαναφερόμενης εγκληματικής οργάνωσης είναι ψευδή και παράλληλα τον εξανάγκασε να παραιτηθεί από το δικόγραφο της ως άνω ανακοπής του, κάτι που έγινε και τυπικά με τη σύνταξη της .../31-8-2010 αίτησης - δήλωσης παραίτησης από δικόγραφο, την οποία υπέγραψε ο παθών ομοίως όπως και την ανωτέρω υπεύθυνη δήλωση φοβούμενος για τη ζωή του εξαιτίας της παραπάνω απαλής με επακόλουθη την πρόκληση αντίστοιχης οικονομικής ζημίας αφού δεν κατάφερε να ζητήσει την ακύρωση της διαταγής πληρωμής που είχε εκδοθεί κατ' αυτού και εμπεριείχε τοκογλυφικοί τόκοι κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, β) Με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξανάγκασε άλλον με απειλές σε πράξη, από την οποία επήλθε φμία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου.
Συγκεκριμένα, στη Θεσσαλονίκη: Από το έτος 2010 και μέχρι τις 17-1-2012, ανεξακρίβωτα χρονικά, εξανάγκαζε τον Ι. Δ. του Σ., τηλεφωνικά με απειλές και δη λέγοντάς του ότι σε περίπτωση που δεν πλήρωνε θα υφίστατο μεγάλο κακό, να καταβάλει, υπό το δημιουργούμενο από την ανωτέρω απειλή φόβο, τους συμφωνηθέντες τοκογλυφικούς τόκους όπως αυτοί αναφέρονται ανωτέρω, προκαλώντας σε αυτόν αντίστοιχη οικονομική ζημία".
Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, με αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της διακεκριμένης τοκογλυφίας, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων της αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά (στις οποίες περιλαμβάνονταν, τόσο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν από το δικαστήριο, αλλά και τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης, όσο και τα έγγραφα που προσκόμισε ο ίδιος ο αναιρεσείων), καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 5, 13 στ', 14, 16, 17, 18, 26§1α, 27, 52, 57, 60, 63, 79, 98, 404§§1-3 ΠΚ, που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές.
Ειδικότερα, προσδιορίζεται στην απόφαση ο χρόνος συνάψεως των δανείων, το ύψος των δανείων που ανερχόταν στα αναφερόμενα ειδικότερα στο σκεπτικό χρηματικά ποσά, καθώς και τα ποσοστά του τόκου που ο αναιρεσείων συνομολογούσε ή εισέπραττε, κατά περίπτωση και κυμαινόταν σε ποσοστά από 4-15% μηνιαία (δηλαδή 48-180% ετησίως), τα οποία βέβαια υπερέβαιναν τα ανώτερα ποσοστά θεμιτού τόκου, που την εποχή εκείνη ίσχυαν (2000-2012) και κυμαινόταν από 6,75 - 18,5% ετησίως.
Ενώ, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, προσδιορίζεται σαφώς αν τα ληφθέντα από τους παθόντες αξιόγραφα (επιταγές) ελήφθησαν κατά περίπτωση για την εξόφληση του δανεισθέντος κεφαλαίου ή μόνο των συμφωνηθέντων τόκων ή και για την εξόφληση αμφοτέρων. Σημειώνεται, δε ότι για την πληρότητα του σκεπτικού δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται, για κάθε περίπτωση και ο χρόνος που συμφωνήθηκε για την εξόφληση των μερικοτέρων δανείων, ούτε και αν αυτό εξοφλήθηκε τελικά και σε ποιο χρόνο, αφού για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της τοκογλυφίας, αρκεί και μόνο η συνομολόγηση τοκογλυφικών τόκων.
Περαιτέρω, αναφορικά με την τοκογλυφία σε βάρος του Ν. Μ., η αναφορά ότι ο κατηγορούμενος δάνειζε σ' αυτόν μέσω του Α. Α. και του Δ. Λ. έχει σαφώς την έννοια ότι ως άνω παθών απευθυνόνταν σ' αυτούς (Α. και Λ.) για να έχει πρόσβαση στον κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν αυτός που του δάνειζε τα ένδικα ποσά, ώστε ουδεμία ασάφεια υφίσταται ως προς το πρόσωπο του δράστη της ένδικης αξιόποινης πράξης.
Τέλος, η προσβαλλόμενη απόφαση, με ιδιαίτερη σαφή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων ενεργούσε τοκογλυφικές πράξεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και ότι, από την επανειλημμένη τέλεση των προαναφερόμενων τοκογλυφικών πράξεων, προέκυπτε σκοπό του ιδίου για πορισμό παράνομου εισοδήματος, αλλά και σταθερή ροπή του για την τέλεση τους, ως στοιχείο της προσωπικότητας του.
Άλλωστε, με την παραδοχή στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων ενήργησε κατ' εξακολούθηση υφίσταται πληρότητα της αιτιολογίας ως προς την επιβαρυντική περίσταση της τέλεσης της πράξεως αυτής κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Τέλος, η απόφαση διέλαβε σαφή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς την μερικότερη πράξη της εκβίασης (ΠΚ 385§§1), που ετέλεσε ο αναιρεσείων στις 8.7.2011, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό ότι, αυτός, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, εξανάγκασε τον Μ.
Μ., με άσκηση σωματικής βίας κατά του προσώπου του, καθώς και με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο της ζωής του, να καταβάλει τους συμφωνηθέντες τοκογλυφικούς τόκους, απειλώντας αυτόν με πιστόλι, το οποίο ο ίδιος έστρεψε και ακούμπησε στο πρόσωπό του, ενώ εκείνος βρισκόταν στο γραφείο του αναιρεσείοντος, εξαναγκάζοντας με τον τρόπο αυτό τον παθόντα να υπογράψει υπεύθυνη δήλωση, στην οποία αναφερόταν ότι τα καταγγελόμενα από τον ίδιο (παθόντα) περί τοκογλυφίας στην ανακοπή του κατά διαταγής πληρωμής, που εξέδωσε ο αναιρεσείων, είναι ψευδή και στη συνέχεια, μάλιστα να υπογράψει και δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο αυτό, φοβούμενος για τη ζωή του λόγω της παραπάνω απειλής, με αποτέλεσμα να προκληθεί οικονομική ζημία στον ίδιο, αφού δεν μπόρεσε να ζητήσει την ακύρωση της διαταγής πληρωμής που περιείχε τοκογλυφικούς τόκους, παραδοχές από τις οποίες, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα, αναμφίβολα παρέπεται, ως εκ του τρόπου εκδηλώσεως της ως άνω απειλής, αποκλεισμός του αυτοπροαίρετου της παραπάνω απόφασης του παθόντος.
Ενόψει αυτών, οι σχετικοί αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ., με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν, οι λοιπές περιεχόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις καθ' ο μέρος, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Καθ' ο μέρος, όμως, η απόφαση κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τη 2η μερικότερη πράξη της εκβίασης κατ' εξακολούθηση (2010 έως 17.1.2012) σε βάρος του Ι. Δ., αυτή στερείται παντελούς αιτιολογίας, καθόσον δεν υπάρχει σχετική αιτιολογία στο σκεπτικό της απόφασης.
Συνεπώς, ως προς την πράξη αυτή, είναι βάσιμος ο σχετικός αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και πρέπει να γίνει δεκτός.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 2225/1994 (Για την προστασία της ελευθερίας της ανταπόκρισης και επικοινωνίας και άλλες διατάξεις), όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε και τροποποιήθηκε με τους Ν. 3606/2007, 3666/2008, 3658/2008, 4012/2012, 4198/2013, 4254/2014, 4267/2014, 4411/2016 και 4416/2016, "η άρση του απορρήτου είναι επιτρεπτή για τη διακρίβωση των κακουργημάτων που προβλέπονται από:
α) τα άρθρα 134, 135 παράγραφοι 1,2,135Α, 137Α, 137Β, 138, 139, 140, 143, 144, 146, 148 παράγραφος 2,150,151,157 παρ. 1,159, 159Α, 168 παρ. 1,187 παράγραφοι 1, 2, 187Α παράγραφοι 1 και 4,207,208 παρ. 1,235 παρ. 2, 236 παρ. 237 παράγραφοι 2 και 3 β' 264 περιπτώσεις β' και γ' 270, 272, 275 περίπτωση β', 291 παρ. 1 περιπτώσεις β' και γ', 292Α παρ. 4 εδάφιο β' και παρ. 5, 299, 322, 323Α παράγραφοι 1, 2, 4, 5 και 6, 324 παράγραφοι 2 και 3, 336 σε βάρος ανηλίκου, 338 παρ. 1 σε βάρος ανηλίκου, 339 παράγραφος 1 περιπτώσεις α' και β', 342 παράγραφοι 1 και 2, 348Α παρ. 4, 348Γ παρ. 1 περιπτώσεις α' και β', 349 παρ. 1 και 2, 351 παράγραφοι 1, 2, 4 και 5, 351Α παράγραφοι 1 περιπτώσεις α' και β' και 3,370Α, 370Δ, 374, 380, 385 παρ. 1 περιπτώσεις α' και β' του Ποινικού Κώδικα, τα άρθρα 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 28, 29, 30, 46, 47, 59, 140 και 144 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, το άρθρο 15 παρ. 1 του Ν. 2168/1993, (δ) τα άρθρα 20,22 και 23 του Ν. 4139/2013,(ε) το άρθρο 157 παρ. 1 γ' του Ν. 2960/2001, (στ) το άρθρο 3 περίπτωση ιε' του Ν. 3691/2008, σε συνδυασμό με το άρθρο δεύτερο του Ν. 2656/2000, ζ) το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν. 2803/2000, η) το άρθρο 45 παρ. 1 περιπτώσεις α', β' και γ' του Ν. 3691/2008, θ) το άρθρο 28 του Ν. 1650/1986.
Επίσης, επιτρέπεται η άρση του απορρήτου για τη διακρίβωση των προπαρασκευαστικών πράξεων για το έγκλημα της παραχάραξης νομίσματος κατά το άρθρο 211 του Ποινικού Κώδικα, καθώς επίσης και για τα εγκλήματα των παραγράφων 1,2,3,4 εδάφιο α' και 6 του άρθρου 292Α, του άρθρου 292Β, του άρθρου 292Γ, των παραγράφων 1 περίπτωση γ' και 4 του άρθρου 339, της παρ. 3 του άρθρου 342, του άρθρου 348, των παραγράφων 1, 2 και 5 του άρθρου 348Α, του άρθρου 348Β, της παρ. 1 περιπτώσεις γ' και δ' του άρθρου 348Γ και της παρ. 1 περίπτωση γ' του άρθρου 351Α, των άρθρων 370Γ και 370Ε, του άρθρου 381 Α, του άρθρου 381Β και του άρθρου 386Α του Ποινικού Κώδικα.
Επιπλέον, η άρση του απορρήτου είναι επιτρεπτή για τη διακρίβωση των εγκλημάτων που προβλέπονται από το άρθρο 11 του Ν. 3917/2011, το άρθρο 15 του Ν. 3471/2006 και το άρθρο 10 του Ν. 3115/2003. 1α. Η άρση του απορρήτου είναι επίσης επιτρεπτή για τη διακρίβωση παραβάσεων των άρθρων 3 έως 7, 29 και 30 του ν. 3340/2005. 1 β. Επιτρέπεται, επίσης, η άρση του απορρήτου για τη διακρίβωση των κακουργημάτων που προβλέπονται από το ν. 3028/2002 "Για την προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς", όπως ο νόμος αυτός εκάστοτε ισχύει. 1 γ.
Η άρση του απορρήτου είναι επίσης επιτρεπτή για τη διακρίβωση παραβάσεων του άρθρου 93α του ν. 4099/2012". Κατά τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 4 του ίδιου άρθρου (αρ. 4 του Ν. 2225/1994), η άρση του απορρήτου στις προβλεπόμενες ως άνω περιπτώσεις επιβάλλεται με διάταξη του αρμόδιου καθ' ύλην και κατά τόπο Συμβουλίου Εφετών ή Πλημμελειοδικών, εφόσον διαπιστωθεί αιτιολογημένα ότι η διερεύνηση της υπόθεσης ή η εξακρίβωση του τόπου διαμονής του κατηγορουμένου είναι αδύνατη ή ουσιωδώς δυσχερής χωρίς αυτήν.
Εξάλλου, κατά τους ορισμούς της διάταξης της παραγράφου 10 του άρθρου 5 του ίδιου νόμου (Κ. 2225/1994), "το περιεχόμενο της ανταπόκρισης ή επικοινωνίας, το οποίο έγινε γνωστό λόγω της άρσης του απορρήτου, καθώς και κάθε άλλο σχετικό με αυτή στοιχείο απαγορεύεται, με ποινή ακυρότητας, να χρησιμοποιηθεί και να ληφθεί υπόψη ως άμεση, ή έμμεση απόδειξη σε άλλη ποινική, πολιτική, διοικητική και πειθαρχική δίκη και διοικητική διαδικασία για σκοπό διαφορετικό από εκείνον που είχε καθορισθεί με τη διάταξη.
Κατ' εξαίρεση, η αρχή που εξέδωσε τη διάταξη μπορεί, κατά την αιτιολογημένη κρίση της, να επιτρέψει με νεότερη διάταξη της να χρησιμοποιηθούν και να ληφθούν υπόψη τα παραπάνω στοιχεία, αν χρησιμεύουν για τη διακρίβωση άλλου ιδιαιτέρως σοβαρού εγκλήματος από αυτά που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου, καθώς και για υπεράσπιση κατηγορουμένου σε ποινική δίκη για πλημμέλημα ή κακούργημα".
Ο Ν. 2225/1994 αποτελεί το νομοθετικό παρακολούθημα των προβλέψεων του αρ. 19 του Συντ., σύμφωνα με το οποίο: "1. Το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων. ... 3.
Απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9Α". Ειδικότερα, στο μεν αρ. 4 του περί ου ο λόγος νόμου προσδιορίζονται συγκεκριμένα οι αξιόποινες πράξεις για τις οποίες είναι επιτρεπτή η άρση του απορρήτου, ενώ με το αρ. 5 του ίδιου νόμου καθορίζεται η διαδικασία άρσης, στην παρ.
δε 10 αυτού του άρθρου ορίζεται ότι το περιεχόμενο της ανταπόκρισης ή επικοινωνίας που έγινε γνωστό λόγω της άρσης του απορρήτου, καθώς επίσης και κάθε άλλο σχετικό με αυτή στοιχείο απαγορεύεται, και μάλιστα με ποινή ακυρότητας, να αξιοποιηθεί αποδεικτικά σε άλλη ποινική, πολιτική, διοικητική και πειθαρχική δίκη για σκοπό διαφορετικό από εκείνον για τον οποίο είχε καθορισθεί με τη διάταξη του αρμόδιου Συμβουλίου.
Από την αρνητική ως άνω εκφορά της διάταξης αυτής σαφώς προκύπτει ότι τα αποκτηθέντα από την άρση του απορρήτου στοιχεία λαμβάνονται υπόψη ως άμεση ή έμμεση απόδειξη μόνο στην ίδια ποινική και αντίστοιχη διοικητική ή πειθαρχική δίκη, στην οποία αφορά η γενομένη άρση του απορρήτου. Κατ' εξαίρεση, όμως, η δικαστική αρχή που εξέδωσε την περί άρσης του απορρήτου διάταξη έχει τη δυνατότητα, με αιτιολογημένη νεότερη διάταξή της, να επιτρέψει να χρησιμοποιηθούν και να ληφθούν υπόψη τα παραπάνω στοιχεία, αν χρησιμεύουν για τη διακρίβωση άλλου ιδιαίτερα σοβαρού εγκλήματος από αυτά που περιλαμβάνονται στο αρ. 4 του νόμου αυτού, καθώς και για την υπεράσπιση κατηγορουμένου σε ποινική δίκη για πλημμέλημα ή κακούργημα.
Από τις προειρημένες διατάξεις συνάγεται ότι το απόλυτα απαραβίαστο του απορρήτου των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας, καθώς και η απόλυτη απαγόρευση της χρήσης και αποδεικτικής αξιοποίησης στοιχείων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση των ως άνω συνταγματικών προβλέψεων, κάμπτεται από τις διατάξεις του Ν. 2225/1994, παρεκτός από τη συνδρομή λόγων εθνικής ασφάλειας, με σκοπό και τη διακρίβωση τέλεσης διακεκριμένης διαβάθμισης εγκλημάτων, με τις εγγυήσεις της δικαστικής εξουσίας, τα αρμόδια όργανα της οποίας, δηλαδή το Συμβούλιο Εφετών ή Πλημμελειοδικών, σε κάθε περίπτωση ελέγχουν τη συνδρομή των προς τούτο προϋποθέσεων και αιτιολογημένα κρίνουν την αναγκαιότητα άρσης του απορρήτου, το περιεχόμενο δε και τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας που έχουν συγκεντρωθεί από την ενεργοποίηση της διάταξης για την άρση του απορρήτου νομίμως χρησιμοποιούνται και λαμβάνονται υπόψη τόσο στην ποινική όσο και σε συναφή πολιτική, διοικητική και πειθαρχική δίκη, εφόσον πρόκειται για τον αυτό σκοπό που είχε καθορισθεί με τη σχετική για την άρση του απορρήτου διάταξη.
Περαιτέρω, τα στοιχεία της επικοινωνίας, τα οποία έγιναν γνωστά από την προηγουμένως διαταχθείσα άρση του απορρήτου, καθώς και οποιοδήποτε άλλο σχετικό με αυτή στοιχείο, δεν επιτρέπεται μεν να αξιοποιηθούν αποδεικτικά σε άλλη ποινική, πολιτική, διοικητική και πειθαρχική δίκη για σκοπό διαφορετικό από εκείνον που καθορίσθηκε με τη σχετική διάταξη, πλην, όμως, τα αποκαλούμενα στην περίπτωση αυτή "τυχαία ευρήματα" είναι δυνατόν να ληφθούν υπόψη και να τύχουν της προσήκουσας αποδεικτικής αξιοποίησης όχι μόνο σε άλλη ποινική δίκη, αλλά, ενόψει του αδιάστικτου της διατύπωσης της συγκεκριμένης διάταξης, και σε διοικητική ή πειθαρχική δίκη και διοικητική εν γένει διαδικασία, ιδίως όταν ο σκοπός δεν είναι διαφορετικός από αυτόν για τον οποίο διατάχθηκε η άρση του απορρήτου, με την προϋπόθεση βέβαια ότι έχει προηγηθεί σχετική επαρκώς αιτιολογημένη κρίση της δικαστικής αρχής που εξέδωσε την αρχική διάταξη (Γνωμ. 2/2017 Εισαγγελέως Α.Π.).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προέκυψε ότι με το βούλευμα 642/2011 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, το οποίο επικύρωσε τη Διάταξη 147/2011 του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, διατάχθηκε η άρση του απορρήτου της τηλεφωνικής ανταπόκρισης, μεταξύ άλλων και για την τηλεφωνική σύνδεση του αναιρεσείοντος, λόγω της διενεργούμενης από την Διεύθυνση Ασφάλειας Θεσσαλονίκης προανάκρισης, για κακουργηματικές παραβάσεις μεταξύ άλλων και του άρθρου 187§1 Π.Κ. (σε συνδ. 4§1α του Ν. 225/1994), δηλαδή για συγκρότηση ή ένταξη σε εγκληματική οργάνωση, την οποία εφέρετο ότι είχε συστήσει και διευθύνει ο αναιρεσείων, στα πλαίσια της οποίας γινόταν δανεισμός χρημάτων, σε τρίτους με ιδιαίτερα επιβαρυντικούς όρους.
Κρίθηκε δε με το πιο πάνω βούλευμα, ότι η διερεύνηση της πιο πάνω κακουργηματικής πράξης μόνο, με την άρση του απορρήτου της τηλεφωνικής ανταπόκρισης είναι δυνατόν να επιτευχθεί. Στη συνέχεια, μάλιστα, εκδόθηκε και το βούλευμα 873/2011 του ίδιου Συμβουλίου, το οποίο παρέτεινε για άλλους δύο μήνες την άρση του απορρήτου της τηλεφωνικής ανταπόκρισης του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας τη διάταξη 202/2011 του ίδιου Εισαγγελέως.
Μάλιστα, στο δεύτερο βούλευμα, αναφέρεται, ειδικότερα, ότι η εγκληματική πράξη είχε σαν σκοπό την διάπραξη των κακουργηματικών πράξεων της διακεκριμένης τοκογλυφίας και εκβίασης, κατ' επάγγελμα, στα πλαίσια της οποίας γινόταν δανεισμός χρημάτων σε τρίτους και στη συνέχεια, η είσπραξη αυτών με εκβιαστικό τρόπο.
Συνεπώς, τα "ευρήματα", που προέκυψαν από τις απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες νόμιμα χρησιμοποιήθηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο προκειμένου να συνεκτιμηθούν και αξιολογηθούν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης. Και τούτο γιατί η συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων και την τέλεση των κακουργηματικών πράξεων της τοκογλυφίας και εκβίασης (ΠΚ 187), όπως στην προκείμενη περίπτωση. Τα δε "ευρήματα" χρησιμοποιήθηκαν για την δίκη που αφορούσε την τέλεση των πιο πάνω εγκλημάτων και δεν ασκεί, βέβαια, επιρροή το γεγονός ότι η δίκη αυτή χωρίστηκε ως προς τον αθωωθέντα για την πράξη της εγκληματικής οργάνωσης, αναιρεσείοντα, ώστε με τη χρήση του πιο πάνω αποδεικτικού μέσου να υπερβαίνει την εξουσία του το δικάσαν Εφετείο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων.
Συνεπώς, οι αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α' και Η' του ΚΠΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα και υπέρβαση εξουσίας, λόγω λήψης υπόψη του ως άνω αποδεικτικού μέσου καθώς και της σχετικής με αυτό κατάθεσης του αστυνομικού Α. Μ., είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν.
IV. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 §2 αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ιδίου Κώδικα υπό την προϋπόθεση της προβολής του ι τρόπο σαφή και ορισμένο.
Όταν συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά μόνο, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων.
Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη από την §2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α', δηλαδή, ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου δεν αρκεί ούτε η τέλεση αξιόποινου πράξεων μικρής βαρύτητας και απαξίας μέχρι να διαπράξει ο δράστης τα εγκλήματα για τα οποία καταδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε η απουσία άλλης αξιόποινης συμπεριφοράς του για την οποία να ελέγχθηκε από τις αρμόδιες αστυνομικές και δικαστικές Αρχές.
Δεν αρκεί, επίσης, για τη θεμελίωση του προτέρου εντίμου βίου η εκ μέρους του υπαιτίου μέχρι τότε που τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά της εργασίας του προς εξασφάλιση των μέσων διαβιώσεως του ιδίου και των μελών της οικογενείας του, δοθέντος ότι για τη στοιχειοθέτηση του ελαφρυντικού από το εδάφιο α' της §2 του άρθρου 84 ΠΚ απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση του εδ.
α' της §2 του άθρρου 84 ΠΚ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων, με αυτοτελή ισχυρισμό που κατέθεσαν οι συνήγοροι του εγγράφως και ανέπτυξαν και προφορικώς στο ακροατήριο, ζήτησαν ν' αναγνωριστεί στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2 περ.
α' του ΠΚ. Ειδικότερα, ως προς τη συνδρομή της πιο πάνω ελαφρυντικής περίστασης, ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε, κατά λέξη (κατά το ενδιαφέρον τμήμα του προβληθέντος ισχυρισμού), τα ακόλουθα περιστατικά: "Σε ό,τι αφορά στην κοινωνική μου ζωή επέδειξα έντονη κοινωνική δραστηριότητα, χαρακτηριστικότερα δε περιστατικά είναι τα εξής:
Μετά τον γνωστό σεισμό που έπληξε την Θεσσαλονίκη στις 20.6.1978, διοργάνωσα με αποκλειστικά υπεύθυνο εμένα για τα πάντα, στις 18.9.1978 φιλικό ποδοσφαιρικό αγώνα με τη συμμετοχή δημοσιογράφων και καλλιτεχνών. Τον αγώνα παρακολούθησε πλήθος κόσμου, σε ένα κατάμεστο στάδιο, και όλα τα έσοδα αποδόθηκαν στην Νομαρχία Θεσσαλονίκης για την ενίσχυση των σεισμοπαθών της πόλης (το ποσό που συγκεντρώθηκε ανήλθε σε 700.000 δραχμές και παραδόθηκε από μένα στα χέρια του τότε Νομάρχη Θεσσαλονίκης).
Αντίθετα οι δαπάνες (προσκλήσεις καλλιτεχνών -μεταξύ των οποίων οι Μ. Χ. Κ., Β., Ψ. Π., Κ. και άλλοι- και δημοσιογράφων και η αντίστοιχη φιλοξενία τους) καταβλήθηκαν από εμένα τον ίδιο.
Στις 14/3/1992 διοργάνωσα στις Δικαστικές Φυλακές Διαβατών μουσική εκδήλωση (με τη συμμετοχή των διάσημων τότε καλλιτεχνών Μ. και Κ.), αφιερωμένη στην μνήμη του αποβιώσαντα ήδη από του έτους 1991 πατέρα μου, προσφορά μου για την διασκέδαση των 333 τότε κρατουμένων. Επρόκειτο για την πρώτη γιορτή που διοργανώθηκε στο συγκεκριμένο κατάστημα κράτησης, η οποία αφενός ψυχαγώγησε τους κρατουμένους και αφετέρου ευαισθητοποίησε το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης ως προς τις συνθήκες κράτησης, γεγονός που πιστοποιείται και από την αυτοπρόσωπη παρουσία του τότε Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης πολλών βουλευτών αλλά και ιδίως των Προϊσταμένων των Εισαγγελιών Εφετών και Πρωτοδικών θεσσαλονίκης εισαγγελικών λειτουργών αλλά και δικηγόρων. Το κόστος της εκδήλωσης αυτής ανερχόμενο περίπου σε 1.000.000 δραχμές καλύφθηκε όλο από εμένα.
Τον Απρίλιο του 1992 προσέφερα αλτρουιστικά το ποσό των 920.000 δραχμών, για την αποπληρωμή των ποινών και την απελευθέρωση δεκαέξι (16) απόρων κρατουμένων, Ελλήνων και αλλοδαπών, όπως προκύπτει από τη με αριθμό .../10.4.1992 επιστολή της Δικαστικής Φυλακής Θεσ/νίκης (Νο 2.α.). Παράλληλα για τη βελτίωση των συνθηκών κράτησης στο ίδιο κατάστημα κράτησης προσέφερα ως δωρεά 20 κλιματιστικά και 5 έγχρωμες τηλεοράσεις όπως προκύπτει από την με αριθμό .../26.3.1992 επιστολή της Δικαστικής Φυλακής Θεσσαλονίκης. (No 2.β.) Με την δωρεά αυτή, η όλη προσφορά μου ανήλθε στο ποσό των 2.000.000 δραχμών.
Αδιαμφισβήτητη έμπρακτη εκδήλωση της ευαισθησίας μου απέναντι στους συνανθρώπους μου και της συναφούς προσπάθειας μου να τους συνδράμω και να απαλύνω τον πόνο τους αλλά και της προσφοράς μου προς το κοινωνικό σύνολο, συνιστούν τα ακόλουθα γεγονότα: (α) (No 3.α.) η ενίσχυση της υλικοτεχνικής υποδομής της Διεύθυνσης Αστυνομίας Θεσσαλονίκης με τη δωρεά στις 22.1.1997 ακριβού εξοπλισμού και συγκεκριμένα ενός διαφανοσκοπίου με οθόνη, (β) (No 3,β.) Οι επαναληπτικές δωρεές σοβαρών ποσών στο Δημοτικό Βρεφοκομείο "..." και η παροχή εξοπλισμού, παιχνιδιών και βιβλίων".
Το Εφετείο, τον ισχυρισμό αυτόν απέρριψε με την ακόλουθη αιτιολογία: "ως προς τη συνδρομή των στοιχείων του εδ. α', επικαλέστηκε ότι έχει καθαρό ποινικό μητρώο και ότι πέραν της έντιμης ατομικής, οικογενειακής και επιτυχούς επαγγελματικής δραστηριότητάς του στο χώρο της διασκέδασης με επώνυμους καλλιτέχνες επέδειξε έντονη κοινωνική δραστηριότητα, παραθέτοντας και συγκεκριμένα περιστατικά, όπως είναι η διοργάνωση το έτος 1978 ποδοσφαιρικού αγώνα με τη συμμετοχή δημοσιογράφων και καλλιτεχνών, τα έσοδα του οποίου δόθηκαν στους πληγέντες από το σεισμό της Θεσσαλονίκης η από τον ίδιο οικονομική κάλυψη μουσικής εκδήλωσης με τη συμμετοχή επώνυμων καλλιτεχνών στις Δικαστικές Φυλακές Διαβατών προς τέρψη των Φυλακισμένων, οι χορηγίες για την αποφυλάκιση από τη Δικαστική Φυλακή Θεσσαλονίκης άπορων κρατουμένων και για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των κρατουμένων, οι χορηγίες του σε υπηρεσίες αστυνομίας βρεφοκομείο και διάφορα, εκκλησιαστικά κυρίως ιδρύματα.
Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, με την επικαλούμενη επωφελή για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά του αποσκοπούσε στην απόκτηση και διατήρηση δημόσιων σχέσεων προς εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του στον τομέα της νυχτερινής διασκέδασης και προς διαφήμιση των καταστημάτων του για προσέλκυση πελατών.
Το προσχηματικό, άλλωστε, της "κοινωνικής προσφοράς" του καταδεικνύεται από το ίδιο το αντικείμενο της πράξης του (τοκογλυφία), που είχε ως θύματα άτομα ευρισκόμενα σε δεινή οικονομική κατάσταση". Η αιτιολογία όμως αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Και τούτο γιατί δεν αιτιολογείται με επάρκεια η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (καθ' ο μέρος αυτή αναφέρεται στην προ της διάπραξης των ενδίκων αξιόποινων πράξεων και στην κοινωνική δράση του αναιρεσείοντος), γιατί δεν είναι επωφελής για την κοινωνία η συμπεριφορά αυτή του αναιρεσείοντος με βάση τα προαναφερόμενα περιστατικά καθώς και γιατί η δι' αυτής παράλληλη εξυπηρέτηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας αναιρεί το χαρακτήρα της ως επωφελούς για το κοινωνικό σύνολο.
Επομένως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του πιο πάνω αυτοτελούς ισχυρισμού.
IV. Κατόπιν αυτών πρέπει ν' αναιρεθεί μερικά η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς 1) την καταδικαστική διάταξη της που αφορά την μερικότερη πράξη της εκβίασης σε βάρος του Ι. Δ. (με χρόνο τέλεσης 2010 έως 17.1.2012), 2) την απορριπτική διάταξη της που αφορά την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84§2α' ΠΚ αι αναγκαίως, ως προς τη διάταξη της περί επιβολής ποινής. Ως εκ τούτου, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της για να συζητήσει στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως και ν' απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ μερικά την απόφαση 739/2017 του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και ειδικότερα, ως προς 1) την καταδικαστική διάταξη της που αφορά την μερικότερη πράξη της εκβίασης σε βάρος του Ι. Δ. (με χρόνο τέλεσης 2010 έως 17.1.2012) και 2) την διάταξη της που αφορά την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού της, ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84§2α ΠΚ, καθώς και ως προς τη διάταξη αυτής περί επιβολής ποινής.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα, κατά το μέρος αυτό, συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την από 14.5.2018 αίτηση - δήλωση (αρ. πρ. ...2018) του Μ. Κ. του Θ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, για αναίρεση της πιο πάνω απόφασης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ