Legislator Case Law & Legislation
1982/2017 AI generated

1982/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1982/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1982 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

1982/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1982 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1982 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1982/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, είναι εγκατεστημένη στην Ελλάδα με υποκατάστημα και έχει ορίσει νόμιμο αντιπρόσωπό της την εταιρεία με την επωνυμία "... ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", πρώην με την επωνυμία "...", ως καθολικής διαδόχου της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... P.A.", που εδρεύει στις … και εκπροσωπείται νόμιμα.

Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 4-9-2017 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσίβλητης: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3471/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 438/2016 του Εφετείου Αθηνών.

‘ Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-5-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.2, 568 παρ.1 και 498 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του. Από το συνδυασμό, εξάλλου των διατάξεων των άρθρων 575, 226 παρ.4 εδ.α, γ και δ και 568 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι αν η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο, είναι δεν απών, κατά τη νέα μετά την αναβολή δικάσιμο, κάποιος από τους διαδίκους, ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο απών διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί σε αυτή νομίμως και εμπροθέσμως, ή είχε παραστεί κατ’ αυτή, αν δε, συντρέχει μία από τις εν λόγω προϋποθέσεις, είναι περιττή νέα κλήτευση του κατά τη νέα μετά από αναβολή δικάσιμο, εφόσον η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο μετά την αναβολή επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων. Στην προκειμένη περίπτωση, από την 9019/8-9-2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πατρών Μ. Α., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία αυτής ,ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 13-3-2017 επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Κατά την εν λόγω δικάσιμο, η υπόθεση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του οικείου πινακίου, εκπροσωπούμενης της τελευταίας από πληρεξούσιο δικηγόρο, αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (25-9-2017). Επομένως, αφού κατά την δικάσιμο αυτή, η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε, εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, πρέπει να δικασθεί ερήμην θα προχωρήσει όμως, η συζήτηση, παρά την απουσία της.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 και 2 παρ.1 και 5 του ν.2496/1997: "Με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενο της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση)" (1παρ.1) " Η ασφαλιστική σύμβαση αποδεικνύεται με έγγραφο που εκδίδεται από τον ασφαλιστή..". (2παρ.1) και "αν το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου παρεκκλίνει από την αίτηση για ασφάλιση, οι παρεκκλίσεις θεωρούνται ότι έχουν εγκριθεί από την αρχή, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώνεται γραπτά εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή του ασφαλιστηρίου και εφόσον ο ασφαλιστής τον έχει ενημερώσει για την παρέκκλιση και για το δικαίωμα εναντίωσης γραπτά ή με σημείωση στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου, στοιχειοθετημένη με εντονότερα στοιχεία από τα λοιπά, ώστε να υποπίπτει εύκολα στην αντίληψη και έχει χορηγήσει σε αυτόν σε χωριστό έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης. Αν ο ασφαλιστής παρέλειψε να ενημερώσει ως άνω τον λήπτη και να του χορηγήσει το ως άνω υπόδειγμα, τότε οι παρεκκλίσεις δεν δεσμεύουν τον λήπτη της ασφάλισης και θεωρείται ότι έχει συμφωνηθεί το περιεχόμενο της αίτησης για ασφάλιση (2 παρ.5)". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και τις διατάξεις των άρθρων 361, 185, 192 και 193 ΑΚ συνάγονται τα ακόλουθα: Η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται με πρόταση και αποδοχή αυτής από τον ασφαλιστή .Στην πρακτική, συνήθως η πρόταση προς κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης γίνεται με έγγραφη προς τούτο αίτηση προς τον ασφαλιστή, η οποία περιέχει τους όρους τής υπό κατάρτιση σύμβασης, η αποδοχή της δε από τον ασφαλιστή μπορεί να εκδηλωθεί και σιωπηρώς, όπως με την αποστολή του ασφαλιστηρίου εγγράφου, με την καθ’ οιονδήποτε τρόπο ειδοποίηση του προτείνοντος, την είσπραξη ασφαλίστρου κλπ. Από το νόμο (άρθρο 2 ν.2496/97) καθιερώνεται ως αποδεικτικός τύπος της ασφαλιστικής σύμβασης και των τυχόν προσθέτων όρων αυτής, το έγγραφο (ασφαλιστήριο), το οποίο εκδίδεται και υπογράφεται από τον ασφαλιστή, χωρίς να απαιτείται και η υπογραφή από το λήπτη της ασφάλισης, ο οποίος δεσμεύεται και από τους τυχόν προσθέτους όρους, οι οποίοι τέθηκαν από τον ασφαλιστή κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου, κατά παρέκκλιση της αίτησης και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, με την προϋπόθεση όμως, ότι οι κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όροι, αναγράφονται στα εξατομικευμένα στοιχεία του ασφαλιστηρίου, γίνεται μνεία στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου με εντονότερα στοιχεία ότι ο λήπτης έχει δικαίωμα εναντίωσης και χορηγείται στο λήπτη, μαζί με το ασφαλιστήριο, υπόδειγμα έντυπης δήλωσης εναντίωσης, ο δε λήπτης της ασφαλίσεως δεν εναντιώθηκε γραπτώς στους κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όρους, εντός μηνός από της παραλαβής του ασφαλιστηρίου. Αν ο ασφαλιστής, ο οποίος εξέδωσε το ασφαλιστήριο, παρέλειψε να ενημερώσει τον λήπτη, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο (με εντονότερα στοιχεία στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου) και να χορηγήσει στον ίδιο έντυπη δήλωση εναντίωσης, τότε οι κατά παρέκκλιση της αιτήσεως τεθέντες στο ασφαλιστήριο όροι δεν δεσμεύουν τον λήπτη και η ασφαλιστική σύμβαση θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί υπό τους όρους της αίτησης προς κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, Η αναφερθείσα διάταξη του άρθρου 2§5 Ν, 2496/1997, η οποία εισάγει ρύθμιση διαφορετική από τη διάταξη του άρθρου 192 Α.Κ., κατά την οποία "Η σύμβαση συντελείται μόλις περιέλθει, σ’ αυτόν που πρότεινε, η δήλωση αποδοχής της πρότασής του", και ισχύει για την περίπτωση διαφοροποίησης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου σε σχέση με την αίτηση και υπό την προϋπόθεση τήρησης των όρων που τίθενται με αυτή (ΟΛ ΑΠ 9/2014), δεν καταλαμβάνει και την αντίθετη περίπτωση, όταν δηλαδή το ασφαλιστήριο συμβόλαιο δεν περιλαμβάνει την αιτούμενη από τον ασφαλισμένο τροποποίηση όρου αυτού. Επομένως, όταν γίνεται επίκληση αυτής, πρέπει κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 361, 185, 191,192 και 193 του ΑΚ, να αποδειχθεί η αποδοχή της τροποποιητικής αίτησης του ασφαλισμένου από τον ασφαλιστή, η οποία πρέπει να είναι σύμφωνη με το περιεχόμενο της πρότασης χωρίς επιφύλαξη ή τροποποίηση, να ακολουθεί την πρόταση και να περιέλθει σ’ αυτόν που πρότεινε, με αφετηρία το χρόνο της πρότασης, μέσα στην προθεσμία που τάχθηκε με αυτή ή συγχρόνως με άλλο τρόπο γραπτώς ή προφορικώς ή, αν δεν τάχθηκε προθεσμία,: έως τη στιγμή που, κατά τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, απαιτείται και συνακόλουθα υποχρεούται να αναμένει αυτός που πρότεινε. Η σιωπή εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η πρόταση δεν αποτελεί αποδοχή ούτε αποποίηση. Μόνο κατ’ εξαίρεση μπορεί ερμηνευτικώς να δοθεί σ’ αυτή δικαιοπρακτικός χαρακτήρας με βάση την ακολουθούμενη από τα μέρη πρακτική (ΑΠ 600/2017, 884/2013, 1110/2013). Περαιτέρω, με το άρθρο 3 παρ.1 εδάφιο α’ του ανωτέρω νόμου (2496/1997) ορίζεται, ότι "κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή". Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται ως ασφαλιστικό βάρος η δήλωση προς τον ασφαλιστή κάθε στοιχείου ή περιστατικού, που είναι γνωστό στον λήπτη της ασφάλισης και ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου. Το αν ένα περιστατικό είναι ουσιώδες από την άποψη αυτή, κρίνεται όχι κατά τις αντιλήψεις του συγκεκριμένου ασφαλιστή, αλλά σύμφωνα με τις αρχές της ενδεδειγμένης ασφαλιστικής τεχνικής, δηλαδή αντικειμενικά. Είναι δε ουσιώδες το περιστατικό αυτό, όταν συμβάλλει στην ορθή εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, δηλαδή της δυνατότητας να επέλθει η οικονομική ανάγκη που καλύπτει η ασφάλιση, πράγμα το οποίο, στη συνέχεια, είναι αναγκαίο για τον καθορισμό ενός δίκαιου ασφαλίστρου ή για τον περιορισμό της ζημίας. Στην παρ.6 του ίδιου άρθρου, ορίζεται, ότι "αν ο λήπτης της ασφάλισης παραβεί από δόλο την υποχρέωση που προβλέπεται στην παρ.1 ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος. Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή". Από τη σαφή διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει, ότι, με τη συνδρομή και των λοιπών όρων, η εκ δόλου παράβαση του συγκεκριμένου ασφαλιστικού βάρους έχει τις συνέπειες που ορίζει ο νόμος, άσχετα αν επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, η σύνδεση με την οποία δεν ανάγεται σε προϋπόθεση για την απαλλαγή του ασφαλιστή. Σε περίπτωση, εξάλλου, που η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνώση της παράβασης, πρέπει, κατ’ αναλογική εφαρμογή των άνω διατάξεων (διότι δεν προβλέπεται ρητώς), να γίνει δεκτό, ότι ο τελευταίος απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, από την υποχρέωση του προς καταβολή του ασφαλίσματος (ΑΠ 627/2016, 170/2015, 1450/2006, 1119/2003). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ολ ΑΠ 7/2006, ΑΠ 609/2013). Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών και ιδρύεται ο από την άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδ.β αναιρετικός λόγος, στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για την συμπλήρωση ή την ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 3/2015). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ,19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή ,που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πού συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ολ ΑΠ 15/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία, μέρος τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) ομόρρυθμη εμπορική εταιρεία έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την κατασκευή και εμπορία πλεκτών και ειδών ένδυσης" Η έδρα αυτής είναι στην Πάτρα, όπου λειτουργεί η βιοτεχνία κατασκευής των ενδυμάτων της, αλλά διατηρεί μισθωμένο υποκατάστημα και στο Ηράκλειο Αττικής, στο οποίο διατίθενται προς χονδρική και λιανική πώληση ενδύματα παραγωγής της. Προς ασφαλιστική κάλυψη της ζημίας της κατά του κινδύνου κλοπής των εμπορευμάτων, αλλά και του ηλεκτρονικού εξοπλισμού, που βρισκόταν στο ως άνω υποκατάστημα, η ενάγουσα συνήψε ασφαλιστική σύμβαση με την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) ασφαλιστική εταιρεία και συνετάγη το σχετικό με αρ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Με βάση τη σύμβαση αυτή η ενάγουσα ασφάλισε στην εναγομένη, μεταξύ άλλων και κατά του κινδύνου κλοπής, αρχικά για το χρονικό διάστημα από 14-1-2008 έως 14-1-2009, αφενός τα εμπορεύματα (ενδύματα) που ευρισκόταν εντός του μισθωμένου υποκαταστήματος της στο Ηράκλειο Αττικής μέχρι το ποσό των 105.000,00 Ευρώ και αφετέρου τον ηλεκτρονικό εξοπλισμό του εν λόγω υποκαταστήματος μέχρι το ποσό των 2,000,00 Ευρώ, Ακολούθως, μετά από αίτημα της ενάγουσας, η ασφαλιστική σύμβαση τροποποιήθηκε και εκδόθηκε η σχετική με αρ, ... πρόσθετη πράξη με διάρκεια ισχύος από 1-11-2008 έως 14-1-2009, σύμφωνα με την οποία τα ασφαλιστικά ποσά αυξήθηκαν και ανήλθαν για μεν τα εμπορεύματα στο ποσό των 500,000,00 Ευρώ, για δε τον ηλεκτρονικό εξοπλισμό στο ποσό των 6.000,00 Ευρώ. Το ασφάλιστρο συμφωνήθηκε αναλογικά αυξημένο σε σχέση με το αρχικό, ύψους 237,39 Ευρώ πλέον φόρων και λοιπών τελών, με αποτέλεσμα να ανέλθει πλέον στο ποσό των 1.122.61 Ευρώ πλέον φόρων και λοιπών τελών. Ακολούθως και μετά από νέα συμφωνία των διαδίκων για την ανανέωση της ασφαλιστικής σύμβασης, εκδόθηκε το νέο με αριθμό ... ασφαλιστήριο με διάρκεια ισχύος από 14-1-2009 έως 14-1-2010, στο οποίο περιλαμβανόταν οι ίδιοι όροι με το προηγούμενο, όπως τροποποιήθηκαν με την ως άνω πρόσθετη πράξη, το δε ασφάλιστρο με τη με αρ. ... πρόσθετη πράξη ορίσθηκε στο ποσό των 1.122.54 Ευρώ πλέον φόρων και λοιπών τελών και κατεβλήθη ολοσχερώς από την ενάγουσα στις 3-7-2009. Σχετικά με το συμφωνημένο ύψος του ασφαλιστικού ποσού, η εναγομένη ισχυρίστηκε ότι στην πραγματικότητα οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει ότι το ποσό αυτό θα ανερχόταν κατά την περίοδο από το μήνα Μάρτιο μέχρι τον Οκτώβριο του έτους 2009 στα 100.000,00 Ευρώ, αλλά στο ασφαλιστήριο "εκ παραδρομής" δεν προέβη σε διάκριση των χρονικών διαστημάτων. Όντως αποδεικνύεται ότι στις 7-11-2008 και ενώ το ασφαλιστικό ποσό για τα εμπορεύματα ανερχόταν ακόμα σε 105,000,00 Ευρώ, η ενάγουσα απέστειλε τηλεομοιοτυπικό μήνυμα στην εναγομένη, με το οποίο της πρότεινε να τροποποιηθεί η επίδικη ασφαλιστική σύμβαση με την αύξηση του ασφαλιστικού ποσού σε 500.000,00 Ευρώ για τα εμπορεύματα κατά το διάστημα από τον Οκτώβριο έως το Μάρτιο και τη διατήρηση του σε 100.000,00 Ευρώ κατά το διάστημα από το Μάρτιο έως τον Οκτώβριο. Ο λόγος της πρότασης αυτής ήταν ότι κατά τους θερινούς μήνες ο κίνδυνος κλοπής των εμπορευμάτων ήταν περιορισμένος σύμφωνα με την εκτίμηση των εκπροσώπων της ενάγουσας, δεδομένου ότι η επιχείρηση τους παράγει και εμπορεύεται χειμερινά ενδύματα. Το εν λόγω τηλεομοιοτυπικό μήνυμα περιήλθε αυθημερόν (7-11-2008) στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, όμως δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο ότι η τελευταία αποδέχθηκε την πρόταση της ασφαλισμένης και ότι η αποδοχή αυτή περιήλθε στη σφαίρα γνώσης της ενάγουσας, ώστε να θεωρηθεί ότι η επίδικη ασφαλιστική σύμβαση τροποποιήθηκε ως προς το ασφαλιστικό ποσό. Ειδικότερα, κανένα από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν περιέχει δήλωση αποδοχής από την πλευρά της εναγομένης της ως άνω τροποποιητικής πρότασης της ενάγουσας, αλλά ούτε και από τις μαρτυρικές καταθέσεις προκύπτει ότι έλαβε χώρα τέτοια αποδοχή ή περιέλευση αυτής στην ενάγουσα. Αντίθετα, από το προσκομιζόμενο από την ενάγουσα από 5-3-2010 έγγραφο, υπογραφόμενο από τον Κ. Μ., υπάλληλο της εταιρείας μεσιτείας ασφαλίσεων "... S.A." (με τη μεσολάβηση της οποίας καταρτίστηκε η επίδικη ασφαλιστική σύμβαση), αποδεικνύεται, χωρίς πειστική αντίκρουση από την εναγομένη, ότι ο υπάλληλος της ως άνω ασφαλειομεσίτριας εταιρείας επικοινώνησε τηλεφωνικά με την εναγομένη, διαβιβάζοντας την ως άνω τροποποιητική πρόταση της ενάγουσας, και η πλευρά της εναγομένης απάντησε ότι δεν ήταν δυνατή η έκδοση ασφαλιστηρίου με τόσο μεγάλη απόκλιση ανάμεσα στις δυο περιόδους αναφορικά με το ποσό της ασφαλιστικής κάλυψης, με συνέπεια να εκδοθεί νέο ασφαλιστήριο με ανώτατο συνολικό ασφαλιστικό ποσό ύψους 506.000,00 Ευρώ, Έτσι, ακολούθησε αρχικά η έκδοση της προαναφερόμενης με αρ. ... πρόσθετης πράξης, με διάρκεια ισχύος από 1-11-2008 έως 14-1-2009 σύμφωνα με την οποία το ασφαλιστικό ποσό για τα εμπορεύματα αυξήθηκε στα 500.000,00 Ευρώ και στη συνέχεια η έκδοση του νέου με αρ. ... ασφαλιστηρίου, με διάρκεια ισχύος από 14-1-2009 έως 14-1-2010 με το ίδιο ακριβώς ασφαλιστικό ποσό για τα εμπορεύματα. Το μοναδικό έγγραφο από το οποίο προκύπτει τροποποίηση του ασφαλιστικού ποσού είναι η προσκομιζόμενη με αρ. ... πρόσθετη πράξη, εκδοθείσα πολύ μετά την επέλευση του ασφαλιζόμενου κινδύνου και συγκεκριμένα στις 19-2-2009 στην οποία αναγράφεται ότι κατά το διάστημα από 1-4-2009 έως 30-9-2009 το ασφαλιστικό ποσό για τα εμπορεύματα μειώνεται κατά 400,000,00 Ευρώ μέχρι το ποσό των 100.000,00 Ευρώ. Ακόμη όμως και αν η αναγραφή αυτή στην εν λόγω πρόσθετη πράξη θεωρηθεί ότι συνιστά αποδοχή από την πλευρά της εναγομένης της προαναφερθείσας τροποποιητικής πρότασης της ενάγουσας, θα ήταν προφανώς αντίθετο στην καλή πίστη να θεωρηθεί ότι η εν λόγω πρόταση, παρέμενε σε ισχύ και εξακολουθούσε να δεσμεύει την ενάγουσα από την ημέρα περιέλευσής της στην εναγομένη στις 7-11-2008 μέχρι τις 19-2-2010,διάστημα εξαιρετικά μεγάλο κατά τις περιστάσεις, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη και. του προαναφερθέντος από 5-3-2010 εγγράφου της μεσιτικής εταιρείας "... S.A.", από το οποίο προκύπτει ότι η εναγόμενη ήδη από το χρόνο υποβολής της τροποποιητικής πρότασης της ενάγουσας, χωρίς να απορρίψει ρητά την πρόταση αυτή, πάντως αρνήθηκε να εκδώσει ασφαλιστήριο με τόσο ευρεία απόκλιση των ασφαλιστικών ποσών.

Συνεπώς η περιλαμβανόμενη στην από 19-2-2010 πρόσθετη πράξη δήλωση αποδοχής της εναγομένης περιήλθε καθυστερημένα στην ενάγουσα και επομένως η επίμαχη τροποποιητική πρόταση της τελευταίας είχε ήδη αποσβεστεί (άρθρα 187, 189 ΑΚ). Σε κάθε δε περίπτωση, η εναγομένη σιώπησε στην πρόταση της αντισυμβαλλομένης της για τροποποίηση της σύμβασης και μια τέτοια σιωπή δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα, ούτε πολύ περισσότερο ότι συνιστά αποδοχή, δεδομένου ότι από την ως τότε ακολουθούμενη από τους διαδίκους συναλλακτική πρακτική δεν μπορεί να συναχθεί ότι η σιωπή τους θα είχε δικαιοπρακτικό χαρακτήρα, λόγω και της μεγάλης απόκλισης μεταξύ των δυο προτεινόμενων ποσών. Από όλα τα προαναφερθέντα και το γεγονός ότι η εναγομένη εισέπραξε τα αυξημένα ασφάλιστρα συνάγεται ότι ουδέποτε καταρτίστηκε τροποποιητική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων και συνεπώς οι προηγούμενοι όροι της ασφαλιστικής σύμβασης εξακολούθησαν να τους δεσμεύουν, με το ασφαλιστικό ποσό να διατηρείται σταθερά στα 500.000,00 Ευρώ για τα εμπορεύματα καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.

Συνεπώς απορριπτέα τυγχάνει ως ουσία αβάσιμη η προβληθείσα από την εναγομένη περί του αντιθέτου ένσταση (κατ’ άρθρα 173, 185, 189, 192, 195, 200, 361 ΑΚ, 1 παρ. 1, 2 παρ. 1 και 2 Ν. 2496/1997), καθώς και ο σχετικός λόγος της έφεσής της. Σημειώνεται εξάλλου ότι κατά τη σύναψη της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης και κατά την υποβολή της σχετικής από 10-1-2008 πρότασης για την κατάρτισή της, ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας είχε απαντήσει σε ερωτηματολόγιο της εναγομένης που του υποβλήθηκε από την εταιρεία μεσιτείας ασφαλίσεων "... S.Α. Στο εν λόγω ερωτηματολόγιο περιλαμβανόταν μεταξύ άλλων και ερωτήσεις για το αντικείμενο της επιχείρησης της ενάγουσας, για την ακριβή θέση και έκταση του ασφαλιζόμενου χώρου, καθώς και για τα μέτρα προστασίας που τυχόν είχαν ληφθεί. Στις σχετικές ερωτήσεις ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας απάντησε ότι ο ασφαλιζόμενος χώρος λειτουργούσε ως κατάστημα χονδρικής και λιανικής πώλησης, ότι βρισκόταν σε ημιυπόγειο εμβαδού 135 τ.μ. και ότι ο χώρος προστατευόταν με πόρτα ασφαλείας. Οι εν λόγω απαντήσεις περιελήφθησαν ως συμβατικοί όροι σε όλα τα προαναφερθέντα ασφαλιστήρια που εκδόθηκαν στη συνέχεια, στη δεύτερη σελίδα των οποίων και στη θέση "Περιγραφή κινδύνου" ανεγράφη ότι ο ασφαλιζόμενος χώρος αποτελεί κατάστημα πώλησης πλεκτών ειδών, ότι το κατάστημα αποτελείται από ημιυπόγειο συνολικού εμβαδού 135 τ.μ., καθώς και ότι, σύμφωνα με την περιληφθείσα στην πρόταση ασφάλισης δήλωση, ο χώρος προστατεύεται κατά του κινδύνου κλοπής με πόρτα ασφαλείας. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι κατά το χρονικό διάστημα από τις μεσημβρινές ώρες της 19ης-8-2009 μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες της 20ης-8-2009 και ενώ το ως άνω υποκατάστημα της ενάγουσας ήταν κλειστό, άγνωστοι δράστες διέρρηξαν το υποκατάστημα και αφαίρεσαν τα περισσότερα από τα υπάρχοντα εκεί ενδύματα, καθώς επίσης έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή, έναν εκτυπωτή HP, ένα πολυμηχάνημα εκτύπωσης Cannon και μια ειδική συσκευή εκτύπωσης barcode. Συγκεκριμένα οι δράστες παραβίασαν τις κλειδαριές της ανθρωποθύρας εισόδου του υποκαταστήματος, αφού έθραυσαν και το λουκέτο, και με τον τρόπο αυτό εισήλθαν στο εσωτερικό του χώρου, απ’ όπου και αφαίρεσαν τα παραπάνω πράγματα. Η κλοπή έγινε αντιληπτή από τον ιδιοκτήτη και εκμισθωτή του υποκαταστήματος της ενάγουσας Κ. Δ., ο οποίος και επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας Π. Α. και τον ενημέρωσε για την κλοπή. Ακολούθησε επίσκεψη του εν λόγω νομίμου εκπροσώπου στο χώρο του υποκαταστήματος και άμεση ειδοποίηση της εναγομένης για την κλοπή, που σαφώς συνιστά επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, κατά τους όρους της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης. Αμέσως μετά την ειδοποίηση της εναγομένης, μετέβησαν αυθημερόν στο χώρο πραγματογνώμονες της συνεργαζόμενης με αυτήν εταιρείας "... Α.Ε.", οι οποίοι διενήργησαν αυτοψία στο κατάστημα και συνέταξαν τη σχετική με αρ. ...2009 προσκομιζόμενη έκθεση. Στην εν λόγω έκθεση αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι στην πραγματικότητα η θύρα εισόδου του υποκαταστήματος ήταν απλώς μεταλλικής κατασκευής και όχι τύπου "ασφαλείας". Όπως προκύπτει όμως και από τις προσκομιζόμενες με επίκληση φωτογραφίες, η ανθρωποθύρα, που αποτελεί τμήμα της μεγαλύτερης θύρας εισόδου του υποκαταστήματος και η οποία παραβιάστηκε από τους διαρρήκτες, έφερε δυο κλειδαριές ασφαλείας με μια σειρά από έμβολα που ασφάλιζαν τη θύρα, ενώ ολόκληρη η θύρα εισόδου (τμήμα της οποίας αποτελεί η ανθρωποθύρα) αποτελούσε βαριά μεταλλική κατασκευή" Επίσης από την προσκομιζόμενη από 26-9-2013 έκθεση της (κατασκευάστριας θυρών ασφαλείας) εταιρείας "..." προκύπτει ότι η συγκεκριμένη θύρα πληροί τα απαιτούμενα τεχνικά χαρακτηριστικά ώστε να χαρακτηριστεί ως "πόρτα ασφαλείας" καθώς έχει το αναγκαίο προς τούτο πάχος λαμαρίνας, 36 σημεία πάκτωσης (στήριξης) στον τοίχο, δυο κλειδαριές με αφαλό και επιπλέον λουκέτο, χοντρό κοιλοδοκό και στραντζαριστή λαμαρίνα μεγαλύτερου του συνήθους πάχους. Με βάση τα τεχνικά χαρακτηριστικά, αναμφίβολα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η θύρα του υποκαταστήματος της ενάγουσας τηρούσε τις απαιτούμενες προδιαγραφές ώστε να χαρακτηριστεί ως "πόρτα ασφαλείας" και συνεπώς η σχετική προσυμβατική δήλωση των εκπροσώπων της ενάγουσας; κατά την υποβολή της πρότασης για σύναψη της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης δεν ήταν ανακριβής, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη. Όσον αφορά επίσης στον ισχυρισμό της εναγομένης, ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι της ενάγουσας παραβίασαν το ίδιο ασφαλιστικό βάρος, δηλώνοντας δήθεν ψευδώς ότι ο ασφαλιζόμενος χώρος λειτουργούσε ως κατάστημα, ενώ στην πραγματικότητα ήταν αποθηκευτικός χώρος, σημειώνεται ότι, όπως προαναφέρθηκε, η προσυμβατική δήλωση της ενάγουσας συνίστατο στο ότι ο χώρος αποτελούσε "κατάστημα χονδρικής και λιανικής πώλησης" γεγονός που επίσης είναι αληθές, όπως προκύπτει κυρίως από το σχετικό μηχανογραφικό δελτίο οικονομικών στοιχείων της ενάγουσας για το οικονομικό έτος 2007, περίοδο προγενέστερη της επίδικης ασφαλιστικής περίπτωσης, στο οποίο αναγράφεται συγκεκριμένο ποσό ως έσοδα της ενάγουσας από λιανική πώληση προϊόντων. Και είναι βέβαια γεγονός ότι οι εκπρόσωποι της ενάγουσας είχαν δηλώσει στη ... ότι η εταιρεία διενεργεί χονδρικό εμπόριο ... καθώς και ότι τα σαφώς περισσότερα των εσόδων που αναγράφονται στα μηχανογραφικά δελτία οικονομικών στοιχείων της ενάγουσας για τα οικονομικά έτη από 2006 έως 2011 προέρχονται από χονδρικές πωλήσεις, αλλ’ όμως αυτό δεν αρκεί για να χαρακτηριστεί εκ δόλου ανακριβής η επίμαχη προσυμβατική δήλωση της ενάγουσας, ότι στο ασφαλιζόμενο υποκατάστημα διενεργείται τόσο χονδρική όσο και λιανική πώληση. Άλλωστε, και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι σύνηθες φαινόμενο στην αγορά να πραγματοποιούνται και συναλλαγές λιανικής πώλησης σε χώρους προοριζόμενους για χονδρική πώληση, ιδίως δε σε χώρους χονδρικής πώλησης ενδυμάτων που βρίσκονται σε κατοικημένες μη εμπορικές περιοχές και η ύπαρξη και λειτουργία τους είναι γνωστή στους περίοικους, που θέλουν να επωφεληθούν απ’ αυτήν. Κατά συνέπεια δεν συντρέχει περίπτωση παράβασης από δόλο, αλλ’ ούτε και από αμέλεια του ασφαλιστικού βάρους του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν. 2496/1997-(και συνακόλουθα περίπτωση απαλλαγής της εναγομένης ή μείωσης του ασφαλίσματος) και είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη η αντίστοιχη ένσταση της εναγομένης και οι συναφείς λόγοι της εφέσεώς της, που υποστηρίζουν τα αντίθετα ... Επομένως γεννάται υποχρέωση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, με βάση την επίδικη σύμβαση ασφάλισης, να καταβάλει στην ασφαλισμένη ενάγουσα το οφειλόμενο ασφάλισμα, δεδομένου ότι ουδείς νόμιμος λόγος απαλλαγής ή περιορισμού της ευθύνης της υφίσταται ... Κατά συνέπεια, πρέπει ... να προσδιοριστεί ... το οφειλόμενο ασφάλισμα στο τελικό ποσό των ... 237.950,24 ευρώ". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, κατ’ αποδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει διαφορετικά μόνο κατά το σκέλος της που είχε δεχθεί ότι συντρέχει περίπτωση παράβασης από αμέλεια του ασφαλιστικού της βάρους υποβολής ανακριβούς δήλωσης ως προς την ύπαρξη "πόρτας ασφαλείας", και δεχόμενο εν μέρει την από 15-5-2010 αγωγή της, υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να της καταβάλει ως ασφαλιστική αποζημίωση το ανωτέρω ποσό των 237.950,24 ,με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παρεβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 185, 187, 189, 192, 361 ΑΚ και 1,2,3 παρ.1,6 και 7 του ν. 2496/1997, ενόψει του ότι στην απόφαση του υπάρχει νομική ακολουθία των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις ,αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα, αφενός μεν του ύψους του ασφαλιστικού ποσού κατά τον χρόνο της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, αφετέρου δε, του ασφαλιστικού βάρους της αναιρεσίβλητης να δηλώσει στην αναιρεσείουσα τα ουσιώδη για την εκτίμηση του κινδύνου περιστατικά. Περαιτέρω, από τις άνω παραδοχές της απόφασης στο σχετικό με αυτά αποδεικτικό της πόρισμα ,προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων, κατά τρόπο που καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής αυτών, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου. Επομένως, ο πρώτος και ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα επικαλείται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα: Α) είναι σαφείς, επαρκώς αιτιολογημένες και μη αντιφατικές οι παραδοχές του Εφετείου αφενός μεν ότι μετά από αίτημα της αναιρεσίβλητης η ασφαλιστική σύμβαση τροποποιήθηκε και εκδόθηκε σχετικώς η με αρ ... πρόσθετη πράξη με διάρκεια ισχύος από 1-11-2008 έως 14-1-2009,σύμφωνα με την οποία τα ασφαλιστικά ποσά αυξήθηκαν και ανήλθαν για μεν τα εμπορεύματα στο ποσό των 500,000,00 ευρώ για δε τον ηλεκτρονικό εξοπλισμό στο ποσό των6.000,00ευρώ,ποσά που περιλήφθηκαν και στο νέο ισχύον κατά το χρόνο επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, μετά από συμφωνία των διαδίκων για ανανέωση της ασφαλιστικής σύμβασης, με αριθμό ... ασφαλιστήριο, αφετέρου δε ότι δεν έγινε αποδεκτή από την αναιρεσείουσα πρόταση της αναιρεσίβλητης για την διαφοροποίηση του ασφαλιστικού ποσού, και συγκεκριμένα για την διατήρηση του σε 100.000,00 ευρώ για τα εμπορεύματα κατά το χρονικό διάστημα από τον Μάρτιο έως τον Οκτώβριο, με αποτέλεσμα να μην καταρτιστεί μεταξύ των διαδίκων τέτοια, σχετικά με την προταθείσα διαφοροποίηση των ασφαλιστικών ποσών, συμφωνία. Εξάλλου, το αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο λόγος που η αναιρεσίβλητη είχε προτείνει στην αναιρεσείουσα την διαφοροποίηση του ασφαλιστικού ποσού, ήταν ο περιορισμένος κίνδυνος κλοπής των εμπορευμάτων της κατά τους θερινούς μήνες, εκτός του ότι δεν αποτελεί παραδοχή της αλλά εκτίμηση των εκπροσώπων της, όπως επίσης αναφέρεται σ’ αυτή, δεν έρχεται και σε αντίφαση με την παραδοχή της που στηρίζει την πρώτη επάλληλη αιτιολογία της, με την οποία απέρριψε τον σχετικό περί διαφοροποίησης των ασφαλιστικών ποσών ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι, δηλαδή, θα ήταν προφανώς αντίθετο στην καλή πίστη να θεωρηθεί ότι η πρόταση της αναιρεσίβλητης παρέμενε σε ισχύ και εξακολουθούσε γα την δεσμεύει από την περιέλευσή της στην αναιρεσείουσα στις 7-11-2008 μέχρι την 19-2-2010 οπότε και υπήρξε τροποποίηση της ασφαλιστικής συμβάσεως, παραδοχή, οποία και δεν χρήζει περαιτέρω αιτιολογίας. Περαιτέρω, η δεύτερη επάλληλη απορριπτική του ίδιου ισχυρισμού της αναιρεσείουσα, παραδοχή της προσβαλλόμενης, σύμφωνα με την οποία,"σε κάθε περίπτωση, η ήδη αναιρεσείουσα σιώπησε στην πρόταση της αντισυμβαλλομένης της για τροποποίηση της σύμβασης και μια τέτοια σιωπή δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα, ούτε πολύ περισσότερο ότι συνιστά αποδοχή, δεδομένου ότι από την ως τότε ακολουθούμενη από τους διαδίκους πρακτική δεν μπορεί να συναχθεί ότι η σιωπή τους θα είχε δικαιοπρακτικό χαρακτήρα, λόγω και της μεγάλης απόκλισης μεταξύ των δύο προτεινόμενων ποσών. Από όλα τα προαναφερθέντα και το γεγονός ότι η ήδη αναιρεσείουσα εισέπραξε τα αυξημένα ασφάλιστρα συνάγεται ότι ουδέποτε καταρτίστηκε τροποποιητική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων...», είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει με τον πρώτο από το άρθρο 559αριθμ,19 ΚΠολΔ λόγο της αίτησης της η αναιρεσείουσα είναι αβάσιμα. Εξάλλου, οι προαναφερθείσες ειδικότερες αιτιάσεις από το άρθρο 559αριθμ.19 ΚΠολΔ, που πλήττουν την πρώτη και δεύτερη επάλληλη αιτιολογία του, απορριπτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για συμφωνία τροποποίησης του ασφαλιστικού ποσού ,είναι και αλυσιτελείς, εφόσον δεν πλήττεται επιτυχώς η κύρια αιτιολογία της που στηρίζει αυτοτελώς το πόρισμά της περί μη απόδειξης δηλαδή της αποδοχής της σχετικής πρότασης από την αναιρεσείουσα (Ολ ΑΠ 25/2003). Β), η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης βάσει της οποίας κατέληξε στο απορριπτικό πόρισμα της ένστασης της αναιρεσείουσας για την από πρόθεση ανακριβή δήλωση της αναιρεσίβλητης περί ύπαρξης πόρτας ασφαλείας στον ασφαλιζόμενο χώρο, είναι επαρκώς αιτιολογημένη τόσο ως προς την αναφορά των τεχνικών χαρακτηριστικών που δέχθηκε ότι χαρακτηρίζουν μία πόρτα ασφαλείας ,όσο και ως προς το ότι αυτά καλύπτουν όχι μόνο την ανθρωποθύρα, αλλά και όλο το τμήμα της θύρας εισόδου. Εξάλλου, επαρκώς αιτιολογημένο και σαφές είναι το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου ,με το οποίο απέρριψε την ένσταση της αναιρεσείουσας και για την από πρόθεση ανακριβή δήλωση της αναιρεσίβλητης ως προς την ασκούμενη δραστηριότητα αυτής στον ασφαλισμένο χώρο, συνιστάμενο στο ότι η προσυμβατική δήλωσή της ότι ο χώρος αποτελούσε κατάστημα χονδρικής και λιανικής πώλησης, είναι αληθής. Η αναφορά του Εφετείου, ότι ναι μεν τα περισσότερα των εσόδων της αναιρεσίβλητης προέρχονται από χονδρικές πωλήσεις, αλλά αυτό δεν αρκεί για να χαρακτηριστεί εκ δόλου ανακριβής η επίμαχη προσυμβατική δήλωση της ήδη αναιρεσίβλητης, δεν έχει την έννοια που της αποδίδει η αναιρεσείουσα, με ειδικότερη αιτίαση του τρίτου λόγου ότι δηλαδή η δήλωση της τελευταίας είναι ανακριβής, αλλά όχι εκ δόλου και συνεπώς, δημιουργείται αντίφαση με την προηγούμενη παραδοχή του Εφετείου ότι η δήλωσή της ήταν αληθής εστιάζοντας και αναφέροντας το ανωτέρω απόσπασμα. Η φαινόμενη αντίφαση αίρεται στη συνέχεια όταν το Εφετείο ολοκληρώνει το σχετικό αποδεικτικό του πόρισμα ως εξής: "Άλλωστε, και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι σύνηθες φαινόμενο στην αγορά να πραγματοποιούνται και συναλλαγές λιανικής πώλησης σε χώρους προοριζόμενους για χονδρική πώληση ... Κατά συνέπεια δεν συντρέχει περίπτωση παράβασης από δόλο, αλλ’ ούτε και από αμέλεια του ασφαλιστικού βάρους του άρθρου 3 παρ. 1 του ν.2496/1997". Επισημαίνεται ότι οι λοιπές περιλαμβανόμενες στον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάσεις, αναφερόμενες σε εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, βάσει των οποίων το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικά με τη δραστηριότητα που ασκείτο στον ασφαλισμένο χώρο ,είναι απαράδεκτες, εφόσον, η αναιρεσείουσα, με επίφαση την αναιρετική από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατ’ άρθρο 562 αριθμ.1 ΚΠολΔ, εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου, δεχόμενο το Εφετείο, ότι, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, δεν καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων τροποποιητική συμφωνία αναφορικά με το ύψος του ασφαλιστικού ποσού κατά το "χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, ώστε αυτό να ανέλθει σε 100.000,00 ευρώ, διότι, α) η αναιρεσείουσα δεν αποδέχθηκε τη σχετική πρόταση της αναιρεσίβλητης και ότι τέτοια αποδοχή δεν περιήλθε στη σφαίρα γνώσης της τελευταίας, β) επάλληλα, και αν θεωρηθεί αποδοχή η σχετική αναγραφή στην από 19-2-2010 πρόσθετη πράξη της αναιρεσείουσας, περιήλθε καθυστερημένα στην αναιρεσίβλητη και η επίμαχη πρόταση αυτής είχε αποσβεσθεί και γ)επίσης επάλληλα ,η σιωπή της αναιρεσείουσας δεν θεωρείται ότι έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα ,ούτε ότι συνιστά αποδοχή της πρότασης της αναιρεσίβλητης, χρησιμοποίησε επιχειρήματα και επάλληλες αιτιολογίες για να στηρίξει το απορριπτικό του πόρισμα αναφορικά με τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί τροποποίησης της ασφαλιστικής σύμβασης και συμφωνίας των διαδίκων για το ανωτέρω ασφαλιστικό ποσό, η οποία, κατά την αναιρεσείουσα, δεν αποτυπώνεται, από παραδρομή, στην ... ασφαλιστικής σύμβαση. Αντίθετα, από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι διεπίστωσε έστω και με έμμεσο τρόπο κενό ή αμφίβολα σημεία στο περιεχόμενο της ανωτέρω σύμβασης ώστε να ανακύψει ανάγκη ερμηνείας αυτής, ως προς το ύψος του ασφαλιστικού ποσού, το οποίο άλλωστε ήταν σαφώς διατυπωμένο , Ενόψει δε του ότι, η επικαλούμενη και από τη ν αναιρεσείουσα διαφοροποίησή του δεν αποτυπώνοταν στην επίμαχη ασφαλιστική σύμβαση, έστω και από παραδρομή, όπως εκθέτει για την θεμελίωση του σχετικού ισχυρισμού της η τελευταία, το Εφετείο για την ουσιαστική διερεύνηση του ισχυρισμού αυτής, δεν ήταν δυνατόν κατά λογική ακολουθία να προβεί σε ερμηνεία της εν λόγω σύμβασης. Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.1β ΚΠολΔ, λόγω μη εφαρμογής των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200ΑΚ,από το Εφετείο ,είναι αβάσιμα. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψιν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν. 2915/2001, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με σκέλος του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσής, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.11γ ΚΠολΔ μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα με το οποίο απέρριψε την ένσταση της για παράβαση του προσυμβατικού ασφαλιστικού βάρους της αναιρεσίβλητης ως προς την ασκούμενη δραστηριότητα στον ασφαλισμένο χώρο, δεν έλαβε υπόψη, καίτοι είχε νομίμως επικαλεστεί και προσκομίσει τα κάτωθι αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία προέκυπτε ότι ο χώρος χρησιμοποιείτο ως αποθήκη, ήτοι: α)το από 30-7-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, ,β)το από 20-8-2009 απόσπασμα του Βιβλίου Συμβάντων του AT Ασφ. Ηρακλείου Αττικής και γ)την από 20-8-2009 ένορκη εξέταση του νομίμου εκπροσώπου της κατά την προανάκριση. Ο λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον τόσο από τη ρητή αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε υπόψη "όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα που επικαλούνται νομίμως και προσκομίζουν οι διάδικοι ανεξαρτήτως εάν μνημονεύονται ρητά ή όχι", όσο και από το περιεχόμενο και τις παραδοχές της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα και τα συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό του αποδεικτικού του, πορίσματος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ.6 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις, ο διάδικος δικάστηκε ερήμην. Αντίθετα, εξ αντιδιαστολής δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος, ούτε εκείνος από το άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος δικάσθηκε κατ’ αντιμωλία, ενώ έπρεπε να δικαστεί ερήμην (ΑΠ 481/2016, 166/2011). Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι, καίτοι στο Εφετείο η αναιρεσίβλητη είχε την ιδιότητα τόσο της εφεσίβλητης, όσο και της εκκαλούσας, κατέθεσε μόνο ένα δικόγραφο προτάσεων, από το περιεχόμενο του οποίου μάλιστα προέκυπτε ότι αφορούσαν την ιδιότητά της ως εφεσίβλητης, με δικονομική συνέπεια την απαράδεκτη εκδίκαση της έφεσης της κατ’ αντιμωλία, αντί να θεωρηθεί αυτή δικαζόμενη ερήμην, είναι απαράδεκτος, Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο ταμείο (αρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ), διάταξη για δικαστική δαπάνη δεν θα περιληφθεί, λόγω της ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης. Τέλος λόγω της ανωτέρω έκβασης της δίκης το περιεχόμενο στο αναιρετήριο αίτημα επαναφοράς στην προτέρα κατάστασή της είναι απορριπτέο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31 Μαΐου 2016 αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 438/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2017.

Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ