1982/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1982/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 4/10/2000 εκτέθηκε σε αναγκαστικό πλειστηριασμό ένα παραθαλάσσιο ακίνητο της μητέρας του ενάγοντος Θ, το γένος ..., που βρίσκεται στη θέση "..." ... της κτηματικής περιφερείας του Δήμου ... και συγκεκριμένα ένα αγροτεμάχιο επιφάνειας 1.472 τ.μ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1982 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1982/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πουλαντζά.
Της αναιρεσίβλητης: ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καραντώνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-9-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3915/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 6435/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-3-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 11-11-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφέρεται στην παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνων που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου.
Άρα, ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν αφορά την παραβίαση δικονομικών διατάξεων που ορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της παροχής της έννομης προστασίας. Εξάλλου, ο προβλεπόμενος πιο πάνω αναιρετικός λόγος είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ έπρεπε να κριθεί ως νόμιμη σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, Για να είναι όμως ορισμένος ο εν λόγω αναιρετικός λόγος και, ακολούθως, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει να αναφέρεται με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη (Ολ.ΑΠ 28/1998).
Ο πρώτος, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να απορρίψει ως μη νόμιμες τις επικουρικές βάσεις της ένδικης αγωγής του περί αποζημίωσής του από τη σε βάρος του αδικοπραξία της αντιδίκου του και περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 219 παρ.1 ΚΠολΔ, 914, 919, 904, 410 και 411 ΑΚ, είναι απορριπτέος, ως προς με το σκέλος του που αφορά τη δικονομική διάταξη (άρθρο 219 παρ.1 ΚΠολΔ), ως απαράδεκτος, ως προς δε το σκέλος του που αφορά τις λοιπές ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ως αόριστος, εφόσον, για την πληρότητά του, δεν αναφέρονται σ'αυτόν, όπως απαιτείται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ, όλα τα πραγματικά περιστατικά που είχε επικαλεστεί ο αναιρεσείων για τη θεμελίωση της αγωγής κατά τις πιο πάνω επικουρικές της βάσεις, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το αν η απόρριψή τους ως μη νόμιμων συνιστά ευθεία παραβίαση των προμνημονευόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997).
Πράγματα, επίσης, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας δίκης (Ολ.ΑΠ 11/1996), καθώς και οι περισσότερες βάσεις της αγωγής, είτε η μία βάση είναι κύρια και οι άλλες ασκήθηκαν επικουρικά. Ο αναιρετικός αυτός λόγος προϋποθέτει ότι το πράγμα προτάθηκε παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα στο εφετείο και ήταν νόμιμο ή ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Ο πρώτος, επομένως, κατά το δεύτερο μέρος του και κατ'ορθή εκτίμησή του, από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η μομφή, ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει τις προαναφερόμενες επικουρικές βάσεις της ένδικης αγωγής ως μη νόμιμες, δεν έλαβε υπόψη πράγμα που προτάθηκε και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος αγωγικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντα σε σχέση με την παραδοχή ως νόμιμων των επίμαχων επικουρικών βάσεων της αγωγής επαναφέρθηκε στο Εφετείο με λόγο έφεσης κατά της εκκαλούμενης απόφασης, που είχε, επίσης, απορρίψει τις εν λόγω επικουρικές βάσεις της αγωγής ως μη νόμιμες.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 4/10/2000 εκτέθηκε σε αναγκαστικό πλειστηριασμό ένα παραθαλάσσιο ακίνητο της μητέρας του ενάγοντος Θ, το γένος ..., που βρίσκεται στη θέση "..." ... της κτηματικής περιφερείας του Δήμου ... και συγκεκριμένα ένα αγροτεμάχιο επιφάνειας 1.472 τ.μ.
εκτός σχεδίου πόλεως με την επί αυτού διώροφη οικία εμβαδού 350 τ.μ., που αποτελείται από υπόγειο - βοηθητικό χώρο, ισόγειο, πρώτο όροφο και πισίνα, συνταχθείσας της 9.532/2000 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού της Συμβ/φου Χαλκίδας -Σταυρούλας συζ. Χρήστου Νικολάκη και της 9794/5-2-01 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης της ίδιας Συμβ/φου, που νόμιμα μεταγράφηκε.
Το ακίνητο είχε κατασχεθεί αναγκαστικά από την Εμπορική Τράπεζα, δανείστρια της καθ' ης η εκτέλεση. Στον πλειστηριασμό πήραν μέρος η εναγομένη και ο .... Η εναγομένη, η οποία σημειωτέον διατηρούσε με τον πατέρα του ενάγοντα Ζ στενές φιλικές σχέσης, αλλά και επαγγελματικές σχέσεις, αναδείχθηκε τελευταίος πλειοδότης και το ακίνητο κατακυρώθηκε σ' αυτή για το ποσό των 45.600.000 δραχ.
ή 132.061, 63 ευρώ. Το πλειστηρίασμα το κατέβαλε η ίδια η εναγομένη με δικά της χρήματα. Πλήρωσε δε συνολικά με τους φόρους και τα έξοδα το συνολικό ποσό των 52.000.000 δρχ. περίπου ή 152.604, 55 ευρώ. Προέβη η εναγομένη στην απόκτηση του ακινήτου αυτού για λόγους επενδυτικούς. Ο πατέρας του ενάγοντος την εποχή εκείνη αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και δεν ήταν σε θέση να πλειοδοτήσει στον πλειστηριασμό.
Επίσης δεν ήταν σε θέση να πλειοδοτήσει στον πλειστηριασμό ούτε ο ενάγων, γι' αυτό και δεν ενημερώθηκε για τη διενέργειά του, αλλά ούτε και ο ίδιος παρακολούθησε την εξέλιξη της αναγκαστικής εκτέλεσης του επισπεύδοντα σε βάρος της μητέρας του και ιδιοκτήτριας του ακινήτου, που και εκείνη δεν είχε τη δυνατότητα οικονομικά ν' αποτρέψει τον πλειστηριασμό, εξοφλώντας τους δανειστές της ή δίδοντας χρήματα στην ενάγουσα για να πλειοδοτήσει εκείνος στον πλειστηριασμό και να σωθεί έτσι το ακίνητο.
Δεν αποδείχτηκε από τ' ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία η ιστορική βάση της αγωγής κατά την κύρια βάση της. συγκεκριμένα δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη πλειοδότησε στον πλειστηριασμό σε εκτέλεση σύμβασης εντολής που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και του πατέρα του ενάγοντος, σύμφωνα με την οποία ο τελευταίος της ανέθεσε και εκείνη ανέλαβε να πλειοδοτήσει, με δικά της χρήματα, μέχρι του ποσού που θα την αναδείκνυε πλειοδότρια και στη συνέχεια να μεταβιβάσει το ακίνητο σε πρόσωπο που θα της υποδείκνυε ο πατέρας του ενάγοντος, με τίμημα που θα κάλυπτε ότι δαπάνησε για τον πλειστηριασμό, περιλαμβανομένων και των κάθε φύσης εξόδων στα οποία υποβλήθηκε, με υποχρέωση του τελευταίου, να εξοφλήσει το ποσό αυτό σε 1, 5 με 2 χρόνια και στη συνέχεια, μετά την εξόφληση εκείνη, να μεταβιβάσει το ακίνητο αυτό στο εν λόγω πρόσωπο.
Ούτε επίσης αποδείχτηκε ότι μετά τον πλειστηριασμό της υπέδειξε ο πατέρας του ενάγοντος, ως πρόσωπο που θα μεταβιβαστεί το ακίνητο εκείνο του ενάγοντος. Τα κατατιθέμενα δε από τον μάρτυρα Ζ, που εξετάστηκε με πρόταση του ενάγοντα (είναι πατέρας αυτού) περί τέτοιας συμφωνίας, που ενισχύονται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων που έδωσαν τις ένορκες βεβαιώσεις με αίτηση του ενάγοντα, δεν κρίνονται πειστικά, ενώ αντικρούονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων που έδωσαν τις ένορκες βεβαιώσεις με αίτηση της εναγομένης.
Αποδείχθηκε ότι μετά τον πλειστηριασμό συζήτησαν μέσα στα πλαίσια της φιλίας τους ο πατέρας του ενάγοντος με την εναγομένη για μελλοντική μεταβίβαση του ακινήτου στο γιο του (ενάγοντα), χωρίς όμως η συζήτησή τους να λάβει το χαρακτήρα και συμβατικής δέσμευσης μεταξύ των μερών, η δε εναγομένη, χωρίς όπως προαναφέρεται να δεσμευτεί συμβατικά, όχι μόνον δεν απέκλεισε μια τέτοια προοπτική, αλλά και έδωσε την εντύπωση ότι σε κάτι τέτοιο δεν θα ήταν αντίθετη στα πλαίσια μιας μελλοντικής τους συμφωνίας.
Τα μέρη, συμπεριλαμβανομένου και του πατέρα του ενάγοντος, όπως αποδείχτηκε, δεν συμφώνησαν και δεν δεσμεύτηκαν για μια τέτοια μεταβίβαση, ούτε επίσης συμφώνησαν και δεσμεύτηκαν για συγκεκριμένο τίμημα, ούτε για χρόνο και τρόπο καταβολής αυτού, ούτε για χρόνο κατάρτισης οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης.
Μάλιστα δε καμιά άμεση επικοινωνία δεν έγινε ποτέ μεταξύ εναγομένης και ενάγοντα. Είναι γεγονός ότι στο λογαριασμό της εναγομένης στην Εμπορική Τράπεζα, έχουν κατατεθεί στις 14-11-00 δραχ. 1.000.000 ή 2.934,70 ευρώ στις 22-6-01 δρχ. 2.060.000 ή 6.045,49 ευρώ, στις 9-7-01 2.000.000 δραχ. ή 5.869,41 ευρώ, στις 12-9-01 δρχ. 4.000.000 ή 11.738,81 ευρώ και στις 7-11-01 δραχ. 8.461.000 ή 24.830,52 ευρώ και συνολικά 51.418,93 ευρώ.
Τα ποσά αυτά απέστειλε ο πατέρας του ενάγοντος στην εναγομένη, χωρίς να προκύπτει από τα σχετικά παραστατικά καταθέσεων η αιτία της καταβολής. Η εναγομένη αμφισβητεί τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι το ποσό αυτό εδόθη έναντι του τιμήματος πωλήσεως του ακινήτου σ' αυτόν, ισχυριζόμενη ότι τα ποσά αυτά αφορούσαν είτε πληρωμή αμοιβών της ως δικηγόρου του πατέρα του ενάγοντα, είτε δάνεια αυτής προς αυτόν.
Δεν αποδείχτηκε σε κάθε περίπτωση ότι τα ποσά αυτά δόθηκαν έναντι συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης του ακινήτου. Επίσης κατατέθηκαν στο λογαριασμό της εναγομένης στην ΑLPHΑ ΒΑΝΚ από τον πατέρα του ενάγοντος στις 13-3-02 ποσό 5.870 ευρώ, στις 3-4-02 ποσό 8.805 ευρώ και στις 3-4-02 ποσό 3.684 ευρώ και συνολικά 18.359 ευρώ. Στην πρώτη κατάθεση αναγράφεται στο παραστατικό κατάθεσης με χειρόγραφο η ένδειξη "προς αποπληρωμή υπολοίπου χρέους οικία ...", στο παραστατικό της δεύτερης κατάθεσης "έναντι λογαριασμού σπιτιού ..." και στο παραστατικό της τρίτης κατάθεσης "προς εξόφληση οικία ...
οικία Ζ". Δεν αποδείχθηκε ότι των εγγραφών σ' αυτά τα παραστατικά έλαβε γνώση η εναγομένη, ούτε ότι οι καταβολές αυτές έγιναν στο πλαίσιο εκτέλεσης σύμβασης εντολής, που επικαλείται ο ενάγων ότι καταρτίσθηκε μεταξύ του πατέρα του ενάγοντος και της εναγομένης. Ο ίδιος ο ενάγων συνομολογεί ότι αυτός σε καμία σύμβαση προσωπικά ο ίδιος, αυτοπροσώπως ενεργών, δεν συνέπραξε με την εναγομένη.
Ενισχυτικό του ισχυρισμού της εναγομένης, ότι δηλαδή πλειοδότησε για τον εαυτό της, για προσωπική της επένδυση και μόνον αποτελεί και το γεγονός ότι αυτή στις 5-10-2000, δηλαδή ακριβώς την επομένη κιόλας ημέρα διενεργείας του πλειστηριασμού απέστειλε στη Θ, μητέρα του ενάγοντος που διέμενε στο πλειστηριασθέν ακίνητο, εξώδικο δήλωση - διαμαρτυρία, με την οποία την ενημέρωνε για την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του ακινήτου, ότι αυτή ήταν η νέα ιδιοκτήτρια, ότι θα της αναζητήσει αστικές και ποινικές ευθύνες για τις ζημιές που θα γίνουν στο ακίνητο, καλώντας συγχρόνως αυτήν να μην αφαιρέσει τίποτα από αυτό και να αποχωρήσει από αυτό άμεσα, παραδίδοντας τα κλειδιά στον επιμελητή που της επέδωσε το εν λόγω εξώδικο.
Στο εξώδικο αυτό, του οποίου έλαβε γνώση και ο πατέρας του ενάγοντος, που υποτίθεται ότι είχε καταρτίσει με την εναγομένη σύμβαση εντολής, δεν υπήρξε καμία απολύτως αντίδραση από κανένα μέλος της οικογένειας .... Εξώδικο επίσης επέδωσε και ο πατέρας του ενάγοντος Ζ προς την εναγομένη στις 14-12-02, με το οποίο αναφέρονταν στην υποχρέωση της ενάγουσας, όπως ισχυρίζονταν σ' αυτό, να εκτελέσει την εντολή που ισχυρίζεται ο ενάγων ότι της είχε ανατεθεί.
Από το εξώδικο αυτό δεν μπορεί να σχηματισθεί κρίση περί ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων και εν γένει γενομένων δεκτών κατά την κρίση του Δικαστηρίου, παρ' ότι και σ' αυτό το εξώδικο δεν υπήρξε αντίδραση της εναγομένης...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, αλλά και άλλη που δεν ενδιαφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή, κατά την εξεταζόμενη κύρια βάση της, επικυρώνοντας, έτσι, την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει την ίδια κρίση.
Ο δεύτερος, επομένως, ως προς όλες εκτός της τελευταίας αιτιάσεις του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες κατέληξε στην κρίση περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της ένδικης αγωγής κατά την εξεταζόμενη κύρια βάση της και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο διέλαβε σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως την αμέσως πιο πάνω κρίση του, αλλιώς, ως απαράδεκτος, εφόσον όλες ανεξαιρέτως οι περιλαμβανόμενες σ'αυτόν αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, το από το οποίο πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια.
Με τους δεύτερο, κατά το τελευταίο μέρος του και τρίτο, αντίστοιχα, λόγους της αναίρεσης προβάλλονται οι από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί περαιτέρω, ότι: "...Και με την εκδοχή ακόμη ότι τα μέρη συζήτησαν, πάντα μετά τον πλειστηριασμόν για την μεταβίβαση του ακινήτου στον ενάγοντα, του τελευταίου ενεργούντος μέσω του πατέρα του ως αντιπροσώπου, η όποια τυχόν δέσμευση, που δεν αποδείχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, βρίσκεται εκτός της επικαλουμένης στην αγωγή συμβατικής εντολής και δεν διέλαβε τη μορφή συμβατικής δέσμευσης της εναγομένης με κατάρτιση συμβολαιογραφικού προσυμφώνου, αφού αφορούσε μεταβίβαση ακινήτου", δηλαδή, με το να δεχθεί ότι για τη συμβατική δέσμευση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης προς μεταβίβαση (της κυριότητας) του επίδικου ακινήτου στο αντίδικό της, κατά την υπόδειξη του εντολέα, πατέρα του, έπρεπε να καταρτιστεί συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού διέλαβε ενδοιαστική αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συμφωνίας εντολέα και εντολοδόχου για τη μεταβίβαση του πιο πάνω ακινήτου, παραβίασε δε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 713, 719 και 724 ΑΚ.
Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού η μη πληττόμενη επιτυχώς με βάσιμο λόγο αναίρεσης κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το ότι δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη, στα πλαίσια εντολής από τον πατέρα του ενάγονται και ήδη αναιρεσείοντα, είχε συμφωνήσει να μεταβιβάσει την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, που περιήλθε σ'αυτή ύστερα από κατακύρωση σε αναγκαστικό πλειστηριασμό, σε όποιον αυτός της υποδείξει, αφού προηγουμένως της καταβληθεί το πλειστηρίασμα, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της πιο πάνω απόφασης.
Ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τη χωρίς όρκο εξέταση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δηλαδή επικουρικό, κατά νόμο (άρθρο 415 ΚΠολΔ), αποδεικτικό μέσο, που λήφθηκε συγχρόνως με την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, χωρίς προηγουμένως το πιο πάνω Δικαστήριο ουσίας να διαπιστώσει την αναγκαιότητα της εν λόγω ανώμοτης εξέτασης, εκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι διάδικοι και κρίνοντας αυτά απρόσφορα ή ατελή προς απόδειξη των αμφισβητούμενων απ'αυτούς και, ειδικότερα, από την εναγομένη πραγματικών γεγονότων, συνακόλουθα δε, απαράδεκτο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εφαρμογή ή μη των διατάξεων των άρθρων 415-417 ΚΠολΔ είναι ανέλεγκτη, η δε εξέταση των διαδίκων (με όρκο ή χωρίς όρκο), η οποία δεν είναι μαρτυρία, αλλά ίδιο επώνυμο αποδεικτικό μέσο, μπορεί να διαταχθεί συγχρόνως με την εξέταση των μαρτύρων χάριν της οικονομίας χρόνου και δαπάνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-3-2006 αίτηση του ... για αναίρεση της 6435/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ