Legislator Case Law & Legislation
1982/2006 AI generated

1982/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1982/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1982/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αδιαφορία αυτή, λόγω των συνθηκών, κάτω από τις οποίες ευρίσκεται ο δωρητής, είναι κοινωνικώς αποδοκιμαστέα, εις τρόπον ώστε, όταν συντρέχει, να δικαιούται ο δωρητής να ανακαλέσει τη δωρεά, έστω και αν ο δωρεοδόχος, που αδιαφορεί για την τύχη του, δεν ανέλαβε, με τη σύμβαση της δωρεάς, τέτοια υποχρέωση.

Keywords

AI generated
deportation despite health issues psychosocial factors post-flight political activities personal circumstances unreasonableness of expulsion well-founded fear of persecution
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1982 / 2006 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1982/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Ρένα Ασημακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: X, εκ διαθήκης κληρονόμου της αποβιωσάσης αρχικής ενάγουσας Ψ. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ξενοφώντα Μαυραγάνη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ζ1 του Ζ3 και 2. Ζ2 του Ζ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον Γρηγόριο Παπαδογιάννη, ο οποίος ανακάλεσε την από 27/10/2006 δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2002 αγωγή της αρχικής ενάγουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2605/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 2345/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 11-11-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Παπανικολάου ανέγνωσε την από 16-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αναίρεσης, όπως στο σκεπτικό. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 505 ΑΚ, ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή, ή στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή. Αχαριστία, κατά την έννοια της προπαρατιθέμενης διατάξεως, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, οφείλεται δε σε υπαιτιότητά του και μπορεί να καταλογιστεί σ' αυτόν.

Έτσι αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη από περίθαλψη ή ανάγκη εκδηλώσεων αγάπης και ενδιαφέροντος για ψυχολογική του στήριξη, λόγω της δύσκολης ψυχοσωματικής κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει, όπως λόγω γήρατος συνοδευόμενου από ασθένεια.

Η αδιαφορία αυτή, λόγω των συνθηκών, κάτω από τις οποίες ευρίσκεται ο δωρητής, είναι κοινωνικώς αποδοκιμαστέα, εις τρόπον ώστε, όταν συντρέχει, να δικαιούται ο δωρητής να ανακαλέσει τη δωρεά, έστω και αν ο δωρεοδόχος, που αδιαφορεί για την τύχη του, δεν ανέλαβε, με τη σύμβαση της δωρεάς, τέτοια υποχρέωση.

Περαιτέρω, το ζήτημα, αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από το δικαστή, ο οποίος, για τη μόρφωση της κρίσεώς του, εκτιμά την εν λόγω συμπεριφορά βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και, λαμβάνοντας υπόψη και το βαθμό της υπαιτιότητος του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή ή του συζύγου ή του στενού συγγενούς του, αποφαίνεται αν η υπ' αυτού γενομένη δεκτή, ως εμπίπτουσα, κατά αντικειμενική κρίση, στις νομικές έννοιες του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας συμπεριφορά του δωρεοδόχου συνιστά και στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία.

Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς όχι ως προς την παραδοχή του αν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, ούτε ως προς την εκτίμησή του αν τα περιστατικά αυτά, ενόψει του χαρακτήρος των συγκεκριμένων συμβληθέντων (δωρητή και δωρεοδόχου), του τρόπου και των συνθηκών, υπό τις οποίες τελέσθηκαν, συνιστούν ή δεν συνιστούν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, βαρύ παράπτωμα και αχαριστία, αφού, και στις δύο περιπτώσεις, πρόκειται περί εκτιμήσεως πραγμάτων, αλλ' ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση αν τα εν λόγω περιστατικά, όπως τα δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αποδειχθέντα, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν ή αποκλείουν γενικώς την εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ.

Εν προκειμένω, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα εξής στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του: "Η Ψ, είχε γεννηθεί στην .... κατά το έτος 1914 και ήταν αδελφή της μάμμης των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Αυτή δεν είχε αποκτήσει τέκνα και ζούσε μόνη στην περιοχή της .... . Ήταν, όμως, σχετικώς ευκατάστατη, έχοντας αποκτήσει την κυριότητα ενός διαμερίσματος εμβαδού 55 τ.μ., που βρίσκεται σε πολυώροφη οικοδομή επί της λεωφόρου ...., στο οποίο κατοικούσε μέχρι το θάνατό της και το οποίο αποτελεί αντικείμενο της παρούσας αντιδικίας, καθώς και ενός ετέρου διαμερίσματος, το οποίο πούλησε εν ζωή.

Είχε, επίσης, κάποιες οικονομίες σε τραπεζικές καταθέσεις και αμοιβαία κεφάλαια. Από την εν λόγω αδελφή της είχε κάποιους συγγενείς στη Θεσσαλονίκη, όπως τον Ζ3, υιό της αδελφής της και πατέρα των εναγομένων και τον W, έτερο υιό της αδελφής της και πατέρα της X, που είναι ήδη η εκκαλούσα και αναιρεσείουσα.

Λόγω αποστάσεως, όμως, η Ψ δεν είχε ιδιαίτερα συχνή επικοινωνία με τους συγγενείς αυτούς. Με τον Ζ3, μάλιστα, βρισκόταν σε κατάσταση ψυχρότητας για πολλά χρόνια, λόγω του ότι είχε ταυτισθεί με τις απόψεις της αδελφής της και μητέρας του, όταν η τελευταία είχε διαφωνήσει μαζί του ως προς την επιλογή της συζύγου του.

Η έλλειψη συχνής επικοινωνίας υφίστατο και προς την πλευρά του W, παρά το γεγονός ότι η Ψ είχε βαπτίσει την κόρη του, πράγμα που φάνηκε κατά το έτος 2000, όταν η Ψ άρχισε να έχει σοβαρά προβλήματα υγείας, αντιμετώπισε με αμεσότερο τρόπο το ενδεχόμενο του θανάτου και αισθάνθηκε μεγάλη μοναξιά, χωρίς να μπορέσει να βρει ανθρώπινη παρηγοριά ακόμη και από την οικογένεια του εν λόγω ανεψιού της.

Τότε, συνέβη να την επισκεφθεί μερικές φορές ο Ζ3 και να τη βοηθήσει στη διαδικασία πώλησης του ενός από τα δύο διαμερίσματα που είχε. Κατά τις επισκέψεις αυτές, ο Ζ3 μίλησε στη γηραιά θεία του για τα παιδιά του, τα οποία αυτή ουδέποτε είχε συναντήσει και την έπεισε "να γράψει" σ' αυτά το μικρό διαμέρισμα στο οποίο κατοικούσε, για να τα βοηθήσει στο ξεκίνημα της ζωής τους και να εξασφαλίσει στον εαυτό της, όσο θα ζούσε, την ευγνωμοσύνη και τη συμπαράστασή τους.

Τότε, η Ψ, που είχε αισθανθεί κάποια ανακούφιση από τις επισκέψεις του ανεψιού της, δέχθηκε να μεταβιβάσει νομίμως, λόγω δωρεάς, την ψιλή κυριότητα του διαμερίσματος στους εναγομένους, κρατώντας την επικαρπία για τον εαυτό της. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει την κρίση ότι εκείνη την εποχή η Ψ δεν αισθανόταν κάποιον ιδιαίτερο σύνδεσμο ούτε προς την αναδεκτή της (Χ), γιατί αν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα "έγραφε" το διαμέρισμα σ' εκείνη ή δεν θα πειθόταν στην προτροπή του Ζ3.

Στην κατάρτιση του δωρητηρίου συμβολαίου, οι εναγόμενοι αντιπροσωπεύθηκαν από τον πατέρα τους. Αυτό σημαίνει ότι η όλη διαδικασία της δωρεάς υπήρξε μια πρωτοβουλία του τελευταίου και ότι οι δωρεοδόχοι, που δεν έδειχναν να συγκινούνται ιδιαίτερα, ούτε για τα συμβόλαια μπήκαν στον κόπο να ταξιδέψουν στην Αθήνα.

Στον ενάμιση χρόνο που ακολούθησε, η Ψ δεν είδε κάποια μεταβολή στη συμπεριφορά των ευεργετημένων ανεψιών της. Οι εναγόμενοι, που δεν την είχαν συναντήσει ποτέ μέχρι τότε, ούτε μετά τη δωρεά ενδιαφέρθηκαν να την επισκεφθούν. Ο πρώτος από αυτούς ήταν φοιτητής στη ... , ενώ η δεύτερη ήταν μαθήτρια Λυκείου και προετοιμαζόταν για τις πανελλαδικές εξετάσεις.

Και οι δύο προτίμησαν να κοιτάζουν τις υποχρεώσεις τους, παρά το να ασχοληθούν με μια ηλικιωμένη και άρρωστη θεία, την οποία δεν ήξεραν πώς να φροντίσουν. Μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα, όμως, ο W πληροφορήθηκε τη συντέλεση της δωρεάς και έσπευσε να αλλάξει τη γνώμη της θείας του. Αυτό έγινε με ευκολία, αφού η αξιοποίηση της διάψευσης της Ψ, που μάταια περίμενε την εκδήλωση του ενδιαφέροντος των εναγομένων, λειτούργησε καταλυτικά.

Έτσι, η τελευταία κοινοποίησε προς τους εναγομένους την από 14.6.2001 δήλωση ανακλήσεως της δωρεάς με την επίκληση αχαριστίας (βλ. τις 1392 και 1393/27.6.2001 εκθέσεις επιδόσεως της ....., δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης). Κατόπιν άσκησε την κρινόμενη αγωγή, με αντικείμενο την αναγνώριση του κύρους της εκ μέρους αυτής γενομένης ανακλήσεως της δωρεάς προς τους εναγομένους και την επιβολή σ' αυτούς της υποχρέωσης να αναμεταβιβάσουν το δωρηθέν διαμέρισμα προς την ίδια.

Συνεχίζει δε το Εφετείο τις παραδοχές του ως εξής: Η Ψ αποβίωσε την 21.1.2004, λίγες ημέρες πριν από τη δημοσίευση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου επί της αγωγής της. Προηγουμένως, είχε συντάξει την ... δημόσια διαθήκη ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Στρατηγούλας Κασκαβέλη - Πεχλιβανίδου, με την οποία εγκατέστησε ως μόνη κληρονόμο την αναδεκτή της, που είναι ήδη η εκκαλούσα.

Με τη διαθήκη αυτή, που δημοσιεύθηκε νομίμως (βλ. το 2433/7.4.2004 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), η εκκαλούσα εγκαθίσταται ρητώς στο δικαίωμα αναζήτησης του δωρηθέντος διαμερίσματος. Η αναζήτηση αυτή προϋποθέτει το κύρος της ανακλήσεως της δωρεάς. Και η ισχύς της ανακλήσεως, προϋποθέτει την ύπαρξη βαρέος παραπτώματος των εναγομένων, το οποίο τους καθιστά αχάριστους έναντι της δωρήτριας.

Η διαγωγή, η οποία αποδίδεται στους εναγομένους και, πράγματι, αποδεικνύεται, είναι το ότι αυτοί, μετά την κατάρτιση της δωρεάς, δεν εκδήλωσαν κανένα ενδιαφέρον, με λόγια ή με έργα, για την υπέργηρη και άρρωστη αδελφή της γιαγιάς τους. Την υποχρέωση εκδήλωσης ενός τέτοιου ενδιαφέροντος, όμως, ουδέποτε ανέλαβαν οι ίδιοι οι εναγόμενοι, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η δωρεά προγραμματίσθηκε και πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία του πατέρα τους.

Και περαιτέρω, η έλλειψη του ενδιαφέροντος αυτού, το οποίο ήταν προσδοκώμενο για την Ψ, αλλά όχι υπεσχημένο για τους εναγομένους, στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν μια παγιωμένη κατάσταση για όλους τους συγγενείς της και, περισσότερο συγκεκριμένα, για τους δωρεοδόχους και για την κληρονόμο. Κανένας από αυτούς, δηλαδή, δεν έδειξε ποτέ ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ψ και όποτε κάποιος επέδειξε κάποιο ενδιαφέρον (οι δύο ανεψιοί της, Ζ3 και W, που φρόντιζαν ανταγωνιστικά για τα παιδιά τους), είχε κίνητρα οικονομικά.

Έτσι, η διαγωγή των εναγομένων, που εκδηλώθηκε με την παράλειψή τους να επιδείξουν την ευπρέπεια, την οποία απαιτεί συνήθως η κοινωνική ηθική από τους μικρότερους συγγενείς προς τους μεγαλύτερους και, μάλιστα, από τους ευεργετημένους προς τους ευεργέτες, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως παράπτωμα κατά την έννοια της ΑΚ 505 και, μάλιστα, βαρύ, αφού η αντίθεσή του προς την εν λόγω κοινωνική ηθική δεν είναι ιδιαίτερα έντονη.

Η κρίση αυτή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ενισχύεται από τις προσωπικές συνθήκες των εναγομένων (φοιτητής και μαθήτρια, σε άλλη πόλη) και από την παγιωμένη συμπεριφορά όλων των συγγενών προς την Ψ (αραιές και, κατά κανόνα, υστερόβουλες επαφές). Γι' αυτό, η απλή παράλειψη των εναγομένων, να επιδείξουν τις εκδηλώσεις ευγνωμοσύνης που ανέμενε η θεία τους, είναι κοινωνικώς ανεκτή και δεν συνιστά αχαριστία που να δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς προς αυτούς.

Λόγος διερεύνησης του ισχυρισμού των εναγομένων, σύμφωνα με τον οποίο η δωρεά είχε γίνει από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον της Ψ προς τον πατέρα τους δεν υφίσταται. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση, αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία που αντικαθίσταται από την παρούσα (ΚΠολΔ 534), δέχθηκε τα ίδια, εφάρμοσε ορθώς τις διατάξεις που αναφέρθηκαν και εκτίμησε προσηκόντως το αποδεικτικό υλικό που είχε τεθεί στην κρίση του.

Επομένως, οι λόγοι της εφέσεως, με τους οποίους συλλήβδην υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι". Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την εκκαλουμένη με την οποία είχε απορριφθεί η από 25.10.2002 αγωγή της αρχικής ενάγουσας δωρήτριας με αντικείμενο την αναγνώριση του κύρους της εκ μέρους της γενομένης ανακλήσεως της ένδικης δωρεάς.

Αξιολογούμενα, όμως, τα εν λόγω περιστατικά, όπως τα δέχθηκε το Εφετείο, ως αποδειχθέντα, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν γενικώς την εφαρμογή της ΑΚ 505. Πράγματι, από τις άνω παραδοχές του Εφετείου, σαφώς συνάγεται ότι το Δικαστήριο εκείνο δέχθηκε, συνοπτικά, τα κάτωθι κρίσιμα περιστατικά: 1) Η δωρήτρια, από τις αρχές του 2000, υπέργηρη και σοβαρά ασθενής, στερούμενη δε δικής της οικογένειας (σύζυγο και τέκνα) και κατοικούσα μόνη της στη ..., αντιμετώπιζε με αμεσότερο τρόπο το φάσμα του επερχόμενου θανάτου και αισθάνθηκε μεγάλη μοναξιά και ανασφάλεια, χωρίς να μπορεί να βρει ανθρώπινη παρηγοριά, ενδιαφέρον, αγάπη και συμπαράσταση από κανέναν, ούτε από τους ανεψιούς της Ζ3 και W, παιδιά της αδελφής της, οι οποίοι ζούσαν με τις οικογένειές τους στη .... . 2) Τότε την επισκέφθηκε μερικές φορές στο διαμέρισμά της στη ...

ο ανεψιός της Ζ3, προκειμένου να τη βοηθήσει στη διαδικασία πώλησης του ενός από τα δύο διαμερίσματα που είχε αυτή. Κατά τις επισκέψεις αυτές, ο Ζ3 μίλησε στη γηραιά θεία του για τα παιδιά του (αναιρεσιβλήτους), τα οποία αυτή ουδέποτε είχε συναντήσει, και την έπεισε "να γράψει" σ' αυτά το μικρό διαμέρισμα στο οποίο κατοικούσε, για να τα βοηθήσει στο ξεκίνημα της ζωής τους και να εξασφαλίσει στον εαυτό της, όσο θα ζούσε, την έμπρακτη ευγνωμοσύνη τους, αλλά και την ηθική συμπαράστασή τους για την απάλυνση της τραγικότητας που βίωνε αυτή λόγω βαθέος γήρατος, βαρείας ψυχοσωματικής ασθένειας και ανυπόφορης απόλυτης μοναξιάς. 3) Τότε η δωρήτρια (Ψ), που είχε αισθανθεί κάποια ψυχική ανακούφιση από τις επισκέψεις του ανεψιού της, γιατί βρέθηκε συγγενής της να ενδιαφερθεί γι' αυτήν και μάλιστα με επισκέψεις στο σπίτι της, δέχθηκε να μεταβιβάσει και πράγματι μεταβίβασε νομίμως, λόγω δωρεάς την ψιλή κυριότητα του εν λόγω διαμερίσματός της στους δύο αναιρεσιβλήτους, κρατώντας την επικαρπία για τον εαυτό της, με το υπ' αριθ. ...

συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Μπορόβα, που μεταγράφηκε νόμιμα, 4) Στην κατάρτιση του δωρητηρίου συμβολαίου, οι αναιρεσίβλητοι αντιπροσωπεύθηκαν με πληρεξούσιο από τον πατέρα τους Ζ3, ως ενήλικοι. Αυτό σημαίνει ότι η όλη διαδικασία της δωρεάς υπήρξε μια πρωτοβουλία του Ζ3 και ότι οι δωρεοδόχοι, που δεν έδειχναν να συγκινούνται ιδιαίτερα, ούτε για το συμβόλαιο μπήκαν στον κόπο να ταξιδέψουν από τη ...

στην Αθήνα. 5) Στον ενάμισυ χρόνο που ακολούθησε μέχρι την ανάκληση της δωρεάς από την δωρήτρια Ψ, η τελευταία δεν είδε κάποια μεταβολή στη συμπεριφορά των ευεργετημένων ανεψιών της αναιρεσιβλήτων, αφού οι τελευταίοι, που δεν την είχαν συναντήσει ποτέ μέχρι τότε, ούτε μετά τη δωρεά ενδιαφέρθηκαν να την επισκεφθούν.

Και οι δύο προτίμησαν να κοιτάζουν τις υποχρεώσεις τους, παρά να ασχοληθούν με μια ηλικιωμένη και άρρωστη θεία, την οποία δεν ήξεραν πώς να φροντίσουν, και έτσι η τελευταία μάταια περίμενε την εκδήλωση του ενδιαφέροντος των δωρεοδόχων και τελικά κατάλαβε ότι διαψεύσθηκαν οι ελπίδες και προσδοκίες της να τύχει του ενδιαφέροντος, της ευγνωμοσύνης και της συμπαράστασης των ευεργετηθέντων από αυτή αναιρεσιβλήτων. 6) Η διαγωγή, η οποία αποδίδεται στους εναγομένους και πράγματι αποδεικνύεται είναι ότι αυτοί, μετά την κατάρτιση της δωρεάς, δεν εκδήλωσαν κανένα ενδιαφέρον, με λόγια ή με έργα, για την υπέργηρη και άρρωστη αδελφή της γιαγιάς τους.

Έτσι, η τελευταία κοινοποίησε προς τους εναγομένους την από 14.6.2001 δήλωση ανακλήσεως της δωρεάς με την επίκληση αχαριστίας και κατόπιν άσκησε την ένδικη αγωγή με αντικείμενο την αναγνώριση του κύρους της εκ μέρους αυτής γενομένης ανακλήσεως της δωρεάς προς τους εναγομένους και την επιβολή σ' αυτούς της υποχρέωσης να αναμεταβιβάσουν το δωρηθέν διαμέρισμα προς την ίδια.

Τα δε γενόμενα από το Εφετείο δεκτά περιστατικά αυτά αντικειμενικώς αξιολογούμενα σαφώς συνιστούν βαρύ παράπτωμα, ήτοι αχαριστία με τη μορφή της χωρίς σοβαρό λόγο πλήρους υπαίτιας αδιαφορίας των δωρεοδόχων αναιρεσιβλήτων γενικώς για την τύχη της ενάγουσας δωρήτριας, όταν η τελευταία (πάντοτε κατά το Εφετείο) είχε ανάγκη εκδηλώσεων αγάπης και ενδιαφέροντος ένεκα της δύσκολης ψυχοσωματικής της κατάστασης, λόγω γήρατος και ασθενείας.

Δεν αίρεται δε εν προκειμένω το βαρύ παράπτωμα και η αχαριστία των αναιρεσιβλήτων, ήτοι η άνω επίμεμπτη στάση τους, που συνιστά παράβαση των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, από τα λοιπά περιστατικά που δέχεται σχετικώς το Εφετείο για να κρίνει ότι "η διαγωγή των εναγομένων, που εκδηλώθηκε με την παράλειψή τους να επιδείξουν την ευπρέπεια, την οποία απαιτεί συνήθως η κοινωνική ηθική από τους μικρότερους συγγενείς προς τους μεγαλύτερους και, μάλιστα, από τους ευεργετημένους προς τους ευεργέτες, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως παράπτωμα κατά την έννοια της ΑΚ 505, και, μάλιστα, βαρύ, αφού η αντίθεσή του προς την εν λόγω κοινωνική ηθική δεν είναι ιδιαίτερα έντονη".

Και συγκεκριμένα από τις παραδοχές του Εφετείου ότι: 1) Η δωρεά αυτή προγραμματίσθηκε και πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία του πατέρα των αναιρεσιβλήτων και 2) η έλλειψη του ενδιαφέροντος των δωρεοδόχων προς τη δωρήτρια, το οποίο (ενδιαφέρον) ήταν προσδοκώμενο για τη δωρήτρια, αλλά όχι υπεσχημένο από τους δωρεοδόχους εναγομένους, στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν μια παγιωμένη κατάσταση για όλους τους συγγενείς της και, περισσότερο συγκεκριμένα, για τους παρόντες διαδίκους εξαδέλφους (αναιρεσείουσα και αναιρεσιβλήτους), με την έννοια ότι κανένας από αυτούς δεν έδειξε ποτέ ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ψ και όποτε κάποιος συγγενής έδειξε ενδιαφέρον (οι δύο ανεψιοί της, Ζ3 και W, που φρόντιζαν ανταγωνιστικά για τα παιδιά τους) είχε κίνητρα ιδιοτελή (οικονομικά).

Εντεύθεν έπεται, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ΑΚ 505 και ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως παραδεκτώς συμπληρώθηκε από τον Εισηγητή (ΚΠολΔ 562 παρ. 4) είναι βάσιμος και έτσι παρέλκει η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων. Μετά ταύτα, αφού αναιρείται η απόφαση, η υπόθεση θα παραπεμφθεί προς εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί όμως από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 31 του ν. 2172/1993).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 2345/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ