Legislator Case Law & Legislation
1981/2022 AI generated

1981/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1981/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 30-11-2011 κύρια παρέμβαση των β' και γ' ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 27/2017 του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Χίου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-6-2019 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1981/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, κατ' άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το εκδώσαν αυτή Δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο Ν. Κ. του Μ., πατέρας των κυρίως παρεμβαινόντων ήταν αδιαμφισβήτητος κύριος ενός αγρού στη θέση "..." του Δ.

Keywords

AI generated
paternity allowance statutory heir legacy agreement on devolved inheritance shares promise of gift right to know one's descendants
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1981 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1981/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 12η Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέα Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Μ. του Θ. συζύγου Ε. Ν., 2) Ν. Μ. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παρθενίδη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. συζύγου Μ. Κ., το γένος Θ. Μ., 2) Μ. Κ. του Ν., 3) Ι. Κ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Γιαννάρα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 30-11-2011 κύρια παρέμβαση των β' και γ' ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 27/2017 του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Χίου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-6-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινομένη από 10.06.2019 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 27/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (μεταβατικής έδρας Χίου), το οποίο απέρριψε την από 20.12.2013 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 59/2013 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου, το οποίο είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 30.09.2009 αγωγή διανομής ακινήτου των αναιρεσειόντων και εν όλω την από 30.11.2011 κυρία παρέμβαση των δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων.

Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 Κ.Πολ.Δ.). Από τη διάταξη του άρθρου 974 του Α.Κ. συνάγεται ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, ήτοι η βούληση εξουσιάσεως με διάνοια κυρίου αυτού (animus domini) και η φυσική εξουσίαση πάνω στο πράγμα (corpus).

H ταυτόχρονη, κατά κανόνα, συνύπαρξη (εξαιρέσει της πλασματικής κτήσεως της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου από το ισχύον δίκαιο δικαιώματος της νομής. Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας, που αναγνωρίζεται στον δικαιούχο αυτής.

Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα. Φυσική δε εξουσίαση υπάρχει όταν ασκούνται πάνω στο πράγμα πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, έτσι ώστε το πράγμα, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα.

Αν λείπει το πνευματικό στοιχείο υπάρχει μόνο κατοχή, η οποία είναι η σωματική εξουσία, ολική ή μερική, που ασκείται κατά κανόνα πάνω στο πράγμα στο όνομα άλλου από ενοχική σχέση, ισχυρή ή όχι, όπως μίσθωση, παρακαταθήκη, χρησιδάνειο κ.λπ. (Α.Π. 27/2003). Εξάλλου κατά το άρθρο 1045 του Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία. Η κτήση της νομής ακινήτου και η άσκησή της επ' αυτού μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε ενέργεια, που μαρτυρεί, κατά τις αντιλήψεις που υπάρχουν στις συναλλαγές, φυσική και με διάνοια κυρίου εξουσίαση αυτού.

Έτσι, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση νομής η οποία απαιτείται για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη (αλλά και με τακτική) χρησικτησία, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες πάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου, όπως είναι, ενδεικτικά, η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση σε τρίτο, η φύλαξή του, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση και η επιμέτρηση των διαστάσεών του, η ανάθεση συντάξεως τοπογραφικών διαγραμμάτων, οι ενέργειες για ένταξή του στο σχέδιο πόλεως, η ανέγερση κτισμάτων κ.λπ., αν δε πρόκειται για αστικό ακίνητο η εκμίσθωση αυτού και, γενικά, οι αρμόζουσες στη φύση του πράξεις εξουσιάσεως, χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στον χρόνο της χρησικτησίας.

Η νομή που άπαξ έχει κτηθεί, εξακολουθεί να διατηρείται από τον νομέα, εφόσον υφίσταται πάντοτε η θέλησή του να κατέχει το πράγμα και η επ' αυτού άσκηση φυσικής εξουσίας, αλλά δεν είναι απαραίτητο τη φυσική εξουσία να ασκεί διαρκώς και αδιαλείπτως δι' ενεργείας έργων επί του πράγματος, ούτε να είναι σε συνεχή εγρήγορση και να έχει αδιάκοπα κατευθυνόμενη τη διάνοια κυρίου προς αυτό.

Αρκεί να υφίσταται η δυνατότητα του νομέα να επενεργεί επί του πράγματος έργα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να απαιτείται οπωσδήποτε προσωπική επαφή του προς το πράγμα, αρκούσης της δυνατότητας προσεγγίσεως του νομέα προς το πράγμα και της δυνατότητας τούτου όπως αποκλείει τρίτο από τη φυσική εξουσία του.

Εξάλλου, η απώλεια της νομής επέρχεται (άρθρο 981 του Α.Κ.) όταν παύσει η φυσική εξουσία επί του πράγματος ή εκδηλωθεί αντίθετη διάνοια του νομέα. Εάν, όμως, το ακίνητο πράγμα καταλήφθηκε από άλλον εν αγνοία του νομέα, η νομή επ' αυτού δεν χάνεται πριν ο νομέας πληροφορηθεί την κατάληψη και εφησυχάσει ή επιχειρήσει την ανάκληση αυτοδυνάμως ή δικαστικώς και αποτύχει (Α.Π. 451/2021, Α.Π. 388/2010).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 810, 816 και 817 του Α.Κ. προκύπτει ότι η σύμβαση χρησιδανείου, που φέρει ενοχικό χαρακτήρα και μπορεί να καταρτιστεί άτυπα, έστω και αν αφορά ακίνητο, έχει ως περιεχόμενο την από μέρους του χρήστη παραχώρηση της χρήσεως κινητού ή ακινήτου πράγματος χωρίς αντάλλαγμα στον χρησάμενο, ο οποίος υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα στον χρήστη μετά τη λήξη της συμβάσεως, που μπορεί να συναφθεί είτε για αόριστο, είτε για ορισμένο χρόνο.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 810, 980 και 982 του Α.Κ., ο χρησάμενος δεν αποκτά νομή επί του πράγματος, αλλά μόνο την κατοχή του, και ασκεί τη νομή, η οποία παραμένει στον χρήστη, στο όνομα του τελευταίου, με αποτέλεσμα, όσο διαρκεί η σύμβαση του χρησιδανείου, να μην μπορεί ο χρησάμενος να χρησιδεσπόσει του πράγματος.

Μετά τη λήξη ή λύση της συμβάσεως χρησιδανείου, αν ο χρήστης είναι κύριος του πράγματος που χρησιδανείστηκε, μπορεί να αναζητήσει αυτό είτε με αγωγή από το χρησιδάνειο, είτε με διεκδικητική, που βασίζεται στο δικαίωμα κυριότητας, ενώ, αν είναι νομέας, μπορεί να προστατευθεί και με την αγωγή αποβολής από τη νομή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 810, 816 επόμ., 980, 982, 984§ 1, 987 και 998 του Α.Κ., σε περίπτωση αρνήσεως του χρησαμένου να αποδώσει το πράγμα στον χρήστη - παραχωρητή κατά τη λήξη του χρησιδανείου ή όταν αντιποιείται τη νομή του (Α.Π. 793/2021, Α.Π. 1358/2014).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 3/2022, 2/2019, 6/2019, 7/2016).

Περαιτέρω, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρισίμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336§4 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 8/2005).

Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του εδαφίου β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, αλλά ούτε και λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336§4 και 339 του Κ.Πολ.Δ., τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 60/2022, Α.Π. 24/2022, Α.Π. 1333/2018, Α.Π. 1512/2014, Α.Π. 87/2013, ΑΠ 208/2011, Α.Π. 1662/2010). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 εδάφ. α' του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019 που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ("έλλειψη αιτιολογίας"), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία") ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ("αντιφατική αιτιολογία") (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, κατ' άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το εκδώσαν αυτή Δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο Ν. Κ. του Μ., πατέρας των κυρίως παρεμβαινόντων ήταν αδιαμφισβήτητος κύριος ενός αγρού στη θέση "..." του Δ.

Δ. ... του Δήμου ..., έκτασης περί τα 2.200 τ.μ., την κυριότητα του οποίου απέκτησε από κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 25-7-1972 πατρός του, την οποία αποδείχθηκε με την 892/1972 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου ... Γεωργίου Φραγκάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... στον τόμο ...

με αριθμό 95. Με το .../27-7-1972 προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Χίου Γεωργίου Φραγκάκη, ο ανωτέρω ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει λόγω πώλησης στον Θ. Μ. του Ν., πατέρα των εναγόντων και της εναγομένης, τμήμα του ανωτέρω ακινήτου, έκτασης 462 τ.μ., το οποίο συνορεύει ανατολικά εν μέρει με αδιέξοδο οδό και εν μέρει με ιδιοκτησία Κ.

Γ., δυτικά με υπόλοιπο ιδιοκτησία πωλητή Ν. Κ., βόρεια με ιδιοκτησία επίσης Ν. Κ. και νότια με ιδιοκτησία Γ. Π.. Σε εκτέλεση του ανωτέρω προσυμφώνου συντάχθηκε το .../16-8-1972 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του ανωτέρω συμβολαιογράφου με το οποίο ο Ν. Κ. πώλησε το ανωτέρω τμήμα του αγρού, έκτασης 462 τ.μ., όπως περιγράφεται στο τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονα μηχανικού Μ.

Μ. - Κ. στον Θ. Μ., το οποίο (συμβόλαιο) μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου του Δήμου ... στον τόμο ... με αριθμό 96. Μετά την αγορά του ανωτέρω τμήματος του ακινήτου, ο αγοραστής αυτού Θ. Μ. προέβη στην ανέγερση διώροφης οικοδομής, επιφάνειας του ισογείου 102,40 τ.μ. και του ορόφου 209,20 τ.μ., προκειμένου να χρησιμοποιείται ως εξοχική κατοικία για τον ίδιον και την οικογένειά του και κυρίως για τα τρία τέκνα του ήτοι τους ενάγοντες και την εναγομένη.

Το επίδικο είναι τμήμα του μείζονος ακινήτου, κυριότητας του Ν. Κ., πατέρα των κυρίως παρεμβαινόντων, έκτασης 423,69 τ.μ., το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Μ. Κ., νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Θ. Μ., δυτικά με ιδιοκτησία Μ. Κ. και ανατολικά με ιδιοκτησία Κ. Γ.. Το έτος 1974 ο υιός του πωλητή Μ. Κ. και ήδη δεύτερος των κυρίως παρεμβαινόντων, παντρεύτηκε με τη θυγατέρα του αγοραστή και ήδη εναγόμενη Μ.

Μ.. Οι ανωτέρω κατοικούσαν μόνιμα στην Ελλάδα ενώ τα άλλα δύο τέκνα του Θ. Μ. δηλαδή οι ενάγοντες διέμεναν στις Η.Π.Α. . Για τον λόγο αυτό και επειδή το ανωτέρω ακίνητο πλέον το χρησιμοποιούσε κυρίως η οικογένεια του Μ. Κ. και της εναγομένης ως εξοχική κατοικία, ο πατέρας του πρώτου και κύριος του μείζονος ακινήτου, Ν.

Κ., παραχώρησε άτυπα τη χρήση του, συνεχόμενου με το προαναφερόμενο τμήμα του ακινήτου ήτοι του επίδικου τμήματος, που αποτελούσε τμήμα επίσης του μείζονος ακινήτου, κυριότητάς του, έκτασης 423,69 τ.μ. στην οικογένεια του υιού του προς εξυπηρέτηση και μόνο των αναγκών της εξοχικής αυτής κατοικίας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον κατασκευάστηκε πέτρινος τοίχος περίφραξης που συμπεριέλαβε και το επίδικο και επίσης το φρεάτιο και οι σωλήνες αποχέτευσης της ανωτέρω εξοχικής κατοικίας κατασκευάστηκαν εντός του επιδίκου τμήματος, το οποίο έκτοτε χρησιμοποιούσε κυρίως η οικογένεια του δεύτερου παρεμβαίνοντος ως αυλή και κήπο αλλά και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένεια του Θ.

Μ. όταν μετέβαιναν από τις Η.Π.Α. στην Ελλάδα και παραθέριζαν στη Χίο, κατά παραχώρηση της χρήσης από τον κύριο αυτού Ν. Κ., ο οποίος ουδέποτε αποξενώθηκε από τη νομή αυτού. Ειδικότερα επειδή το επίδικο τμήμα, συνόρευε με αυτό που πωλήθηκε στον Θ. Μ. το έτος 1972, ο κύριος αυτού, Μ. Κ. επέτρεπε στην οικογένεια του ήδη συμπέθερου του, ενόψει της συγγενικής σχέσης, να το χρησιμοποιεί ως αυλή και κήπο χωρίς ωστόσο να αποξενωθεί από τη νομή αυτού καθώς το χρησιμοποιούσε κυρίως ο υιός του και δεύτερος των παρεμβαινόντων ο οποίος και μόνο έμενε μόνιμα στην Ελλάδα και είχε φυτέψει σε αυτό διάφορα δέντρα.

Η ανωτέρω δε χρήση του επιδίκου γινόταν χωρίς αντάλλαγμα λόγω της συγγενικής πλέον σχέσης που δημιουργήθηκε ανάμεσα στις δύο οικογένειες, καθώς το επίδικο εξυπηρετούσε την οικογένεια του Θ. Μ. γιατί γειτνίαζε με το δικό της. Από όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι ο πατέρας των κυρίως παρεμβαινόντων από το έτος 1972 και έκτοτε είχε την αποκλειστική νομή του επίδικου ακινήτου, την οποία ασκούσε με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως μόνος του αλλά και δια αντιπροσώπου, χωρίς να αποξενωθεί απ' αυτήν.

Η δε οικογένεια του Θ. Μ. και κυρίως η οικογένεια της εναγόμενης θυγατέρας του και του δεύτερου των κυρίως παρεμβαινόντων το χρησιμοποιούσαν, επειδή ήταν ακάλυπτο και γειτνίαζε με το δικό τους ακίνητο, για συγκεκριμένους λόγους, κυρίως αυλισμό, χρήση που τους είχε παραχωρηθεί κατά παράκληση από τον δικαιοπάροχο πατέρα των κυρίως παρεμβαινόντων, χωρίς αντάλλαγμα λόγω της συγγενικής τους σχέσης.

Για τον λόγο δε αυτό ο Θ. Μ. δεν προέβη σε καμία επέμβαση στο επίδικο ακίνητο και όταν μάλιστα θέλησε να επεκτείνει το εντός του ακινήτου του κτίσμα, ώστε να μπορούν να παραθερίζουν και οι τρεις οικογένειες των τέκνων του, προέβη σε επέκταση της εντός αυτού οικίας και δεν έχτισε επί του επιδίκου. Στη συνέχεια ο πατέρας των κυρίως παρεμβαινόντων, με το υπ' αριθμ.../20-11-1985 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου ...

Γεωργίου Φραγκάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χίου στον τόμο 461 και με αριθμό 151, μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο ως και το υπόλοιπο μείζον ακίνητο του, κατά κυριότητα, νομή και κατοχή στους κυρίως παρεμβαίνοντες, τέκνα του κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα οι οποίοι συνεπώς, έγιναν συγκύριοι αυτού κυρίως με παράγωγο τρόπο με την προαναφερθείσα νομίμως μεταγεγραμμένη συμβολαιογραφική πράξη αλλά και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού συνέχισαν να νέμονται το επίδικο με διάνοια συγκυρίου για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία, κυρίως μέσω του δεύτερου εξ αυτών, ο οποίος το επισκεπτόταν και το επιτηρούσε κατά τις διακοπές του, με την προσμέτρηση στη δική τους νομή και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου πατέρα τους.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι στις 20-1-2002, απεβίωσε ο πατέρας των εναγόντων και της εναγομένης. Ο τελευταίος με την 16083/25-8-1999 δημόσια διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 28/18-1-2006 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοδικείου Χίου, αφού ανακάλεσε κάθε προγενέστερη διαθήκη του, εγκατέστησε μοναδικούς κληρονόμους του τα τρία τέκνα του ήτοι τους ενάγοντες και την εναγομένη εξ ίσου και αδιαίρετα.

Οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την κληρονομία του πατρός τους με την .../20-9-2009 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Χίου Ρούλας Ισιδώρου Καζά, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο 485 με αριθμό 69, στην οποία ωστόσο συμπεριέλαβαν και το επίδικο ακίνητο ως τμήμα μείζονος ακινήτου, συνολικής έκτασης 970,11 τ.μ..

Σύμφωνα μάλιστα με τον ανωτέρω τίτλο το ακίνητο αυτό φέρεται να περιήλθε στον δικαιοπάροχο πατέρα τους κατά μεν ένα τμήμα αυτού με αγορά από τον Ν. Κ. δυνάμει του προαναφερομένου .../16-8-1972 συμβολαίου αγοραπωλησίας κατά δε το υπόλοιπο επίδικο τμήμα με άτυπη δωρεά από τον Ν. Κ. το έτος 1974. Ωστόσο όπως προεκτέθηκε κατά τον χρόνο σύνταξης και μεταγραφής της ανωτέρω αποδοχής κληρονομίας, ο δικαιοπάροχος των εναγόντων πατέρας τους, δεν είχε αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, όπως αβάσιμα διατείνονται οι τελευταίοι, και, επομένως, η ως άνω αποδοχή δεν κατέστησε συγκύριους με παράγωγο τρόπο τους ενάγοντες, ενόψει ότι κατά τον χρόνο μεταγραφής της προαναφερόμενης δήλωσης αποδοχής κληρονομίας, αποκλειστικοί συγκύριοι του επιδίκου είχαν ήδη καταστεί οι κυρίως παρεμβαίνοντες με παράγωγο αλλά και πρωτότυπο τρόπο.

Ειδικότερα από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι ο πατέρας των κυρίως παρεμβαινόντων ουδέποτε μεταβίβασε άτυπα στον πατέρα των εναγόντων το επίδικο ακίνητο και ουδέποτε επίσης ο τελευταίος άσκησε πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου διάνοια κυρίου από το έτος 1974 και μέχρι τον επισυμβάντα το έτος 2002 θάνατό του, αλλ' αντιθέτως την αποκλειστική νομή αυτού είχε ο δικαιοπάροχος των εναγόντων από το έτος 1972 ως το έτος 1985 και στη συνέχεια οι κυρίως παρεμβαίνοντες, οι δε όποιες διακατοχικές πράξεις ενεργήθηκαν από την οικογένεια του Θ.

Μ. έγιναν με την παραχώρηση και συναίνεση του αληθινού κυρίου, συμπέθερου του και δικαιοπαρόχου των κυρίως παρεμβαινόντων. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η άσκηση των προαναφερόμενων διακατοχικών πράξεων εκ μέρους της οικογένειας του Θ. Μ. επί του επιδίκου γίνονταν κατά παραχώρηση, λόγω της συγγενικής σχέσης και με την ανοχή των κυρίως παρεμβαινόντων και του δικαιοπαρόχου τους, που αποκλείουν την ύπαρξη διανοίας κυρίου νομής στο πρόσωπο του πατέρα των εναγόντων και επομένως δεν έχουν οδηγήσει στην απόκτηση εκ μέρους του δικαιώματος κυριότητας επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία.

Αντιθέτως, ο δικαιοπάροχος των εναγόντων σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα, δεν απέκτησε, ποτέ, δική του νομή, δρώντας ως αντιπρόσωπος στη νομή του δικαιοπαρόχου των κυρίως παρεμβαινόντων. Ουδέποτε δε γνωστοποίησε σε αυτόν τυχόν μεταβολή της πρόθεσης του να κατέχει το επίδικο για δικό του λογαριασμό, για να μπορεί έτσι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου ...

να αρχίσει να χρησιδεσπόζει σε αυτό ... . Δεν αποδεικνύεται, συνεπώς, ότι ο πατέρας των εναγόντων ασκούσε αυτοτελώς πράξεις νομής, ότι δηλαδή χρησιμοποιούσε το επίδικο με διάνοια κυρίου, με την πρόθεση δηλαδή να αποκτήσει αυτοτελώς κυριότητα σε αυτό. Αποτέλεσμα τούτου, σύμφωνα με τις διατάξεις ... , κατά τις οποίες ο κληρονόμος αποκτά την ίδια ακριβώς νομή ή κατοχή που είχε ο κληρονομούμενος κατά το χρόνο του θανάτου του, υπεισερχόμενος στις περιουσιακές σχέσεις του κληρονομουμένου, είναι ότι δεν θα μπορούσε να επέλθει μεταβίβαση νομής του στους άνω κληρονόμους του ούτε να γίνει συνυπολογισμός κάποιου χρόνου χρησικτησίας του στον οποιοδήποτε χρόνο χρησικτησίας των εναγόντων και του δικαιοπαρόχου πατέρας τους.

Βέβαια, οι ενάγοντες προς απόδειξη του ανωτέρω ισχυρισμού τους προσκομίζουν το από 7-9-1989 έγγραφο δήλωσης και αναγνώρισης δικαιώματος κυριότητας, το οποίο υπογράφεται μόνο από τον πρώτο παρεμβαίνονται Μ. Κ. και στο οποίο αναγράφονται τα εξής: "Το ανωτέρω τμήμα του οικοπέδου οι δηλούντες αναγνωρίζουν και ομολογούν ότι τούτο κατέχεται και νέμεται από τον Θ.

Μ. από του έτους 1972, ο οποίος έκτοτε εξουσιάζει τούτο και ασκεί επ' αυτού όλες τις πράξεις που ασκεί και στο υπόλοιπο οικόπεδό του". Ο ανωτέρω κυρίως παρεμβαίνων ομολογεί τη γνησιότητα της υπογραφής του επί του εγγράφου, αντιτείνει όμως ότι του ζητήθηκε να υπογράψει το ανωτέρω έγγραφο με πρόσχημα την τακτοποίηση των αυθαίρετων κατασκευών στην διώροφη οκοδομή στο γειτονικό ακίνητο κυριότητας του πεθερού του Θ.

Μ.. Εφόσον ο ανωτέρω ομολογεί τη γνησιότητα της υπογραφής του, θεωρείται ότι έχει διαπιστωθεί και η γνησιότητα του περιεχομένου αυτών με την επιφύλαξη της προσβολής τους ως πλαστού ... . Ως προς το γεγονός, όμως, ότι πράγματι ο Θ. Μ. από το έτος 1972 νέμεται το επίδικο ακίνητο, αποτελεί εξώδικη ομολογία, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο ... .

Ανεξάρτητα από την αοριστία της ανωτέρω δήλωσης, η οποία εξάλλου υπογράφεται μόνο από τον δεύτερο των κυρίως παρεμβαινόντων και όχι και από τον πρώτο εξ αυτών, το Δικαστήριο κρίνει με βάση όσα προεκτέθηκαν, ότι η δήλωση που περιλαμβάνεται στο ανωτέρω έγγραφο αναιρείται από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού.

Αν πράγματι ο πατέρας των κυρίως παρεμβαινόντων, ο οποίος ήταν επιμελής στις συναλλαγές του, είχε εκδηλώσει τη θέληση να μεταβιβάσει λόγω δωρεάς το επίδικο ακίνητο το έτος 1974 στον συμπέθερό του, θα φρόντιζε να προβεί στη σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου, όπως έπραξε δύο έτη πριν με την πώληση του άλλου τμήματος του ακινήτου του ή έστω στη σύνταξη ιδιωτικού εγγράφου, όπως έπραξε κατά την κατάρτιση του από 27-7-1972 ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο παραχώρησε προσωρινά στον Ν.

Κ. το δικαίωμα διέλευσης από το ακίνητό του μέχρι τη διάνοιξη της οδού εκ του ανατολικού τμήματος του αγορασθέντος αγρού και δεν θα αρκούνταν σε άτυπες συμφωνίες. Εξάλλου ο ανωτέρω ισχυρισμός των εναγόντων περί άτυπης δωρεάς το έτος 1974 αναιρείται από το προαναφερόμενο .../1985 συμβόλαιο γονικής παροχής με το οποίο ο πατέρας των κυρίως παρεμβαινόντων, ως αποκλειστικός κύριος και νομέας του επιδίκου, το μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στα ανωτέρω τέκνα του και σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, γεγονός που αποδεικνύει ότι δεν είχε προβεί σε καμία δωρεά αυτού αλλά εξακολουθούσε και το έτος 1985 να το νέμεται διάνοια κυρίου.

Ούτε συνάδει να αναγνωρίζει το έτος 1989 ο Μ. Κ. πράξεις νομής του πεθερού του επί του επιδίκου από το έτος 1972, όταν τούτο μεταβιβάστηκε όχι μόνο στον ίδιο αλλά και στον αδελφό του από τον πατέρα τους μόλις τέσσερα έτη πριν ήτοι το 1985. Ενισχυτικό της παραπάνω κρίσης του Δικαστηρίου είναι και το γεγονός ότι το ανωτέρω έγγραφο φέρει μόνο την υπογραφή του Μ.

Κ. αλλά όχι του αδερφού του, πρώτου των κυρίως παρεμβαινόντων, αλλά ούτε και του πεθερού του και δικαιοπαρόχου των εναγόντων, αν και με το ίδιο έγγραφο και ο τελευταίος φέρεται να ανέλαβε την υποχρέωση να παραχωρήσει δίοδο προς εξυπηρέτηση του υπόλοιπου ακινήτου των κυρίως παρεμβαινόντων. Ούτε μπορεί να συνάγει το Δικαστήριο αντίθετη κρίση από την προσκομιζόμενη από τους ενάγοντες ένορκη βεβαίωση της Μ.

Κ., στην οποία η ανωτέρω αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι η ιδιοκτησία του Θ. Μ. είχε από το έτος 1974 ενιαία μορφή περιφραγμένου ακινήτου και ότι ουδέποτε κάποιος από την οικογένεια Κ. είχε αναφέρει ότι το επίδικο τμήμα δεν ανήκε στον Θ. Μ. καθώς η παραπάνω κατάθεση δεν ενισχύεται από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, αναιρείται δε από την κατάθεση του μάρτυρα των κυρίως παρεμβαινόντων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο οποίος ως κάτοικος της περιοχής κατέθεσε μετά λόγου γνώσεως ότι ουδέποτε υπήρχε αμφισβήτηση ότι το επίδικο τμήμα ήταν του Μ.

και του Ι. Κ., όλοι δε στο χωριό γνώριζαν ότι είναι δικό τους, ο δε πατέρας τους το παραχώρησε απλά για να εξυπηρετούνται. ... . Στην προκείμενη περίπτωση οι εκκαλούντες επικουρικά ισχυρίστηκαν πρωτοδίκως και επαναφέρουν με την έφεσή τους τον ισχυρισμό ότι το δικαίωμα που ασκούν οι κυρίως παρεμβαίνοντες υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (άρθρο 281 Α.Κ.), δεδομένου ότι τόσο αυτοί όσο και πριν απ' αυτούς ο δικαιοπάροχος πατέρας τους άσκησαν πράξεις νομής από το έτος 1972 και μέχρι την άσκηση της αγωγής επί του επιδίκου, προβαίνοντας σε δαπάνες σε αυτό, χωρίς να αντιδράσουν ή να εναντιωθούν οι κυρίως παρεμβαίνοντες ή ο πατέρας τους, οι οποίοι αντιθέτως αναγνώριζαν το δικαίωμα κυριότητας τους, με αποτέλεσμα ευλόγως να δημιουργηθεί σ' αυτούς (ενάγοντες) η πεποίθηση ότι οι ανωτέρω δεν θα ασκούσαν το επί του επιδίκου δικαίωμα κυριότητας τους και δεν θα το διεκδικούσαν και επομένως η ,με την κύρια παρέμβαση, μεταγενέστερη άσκηση του άνω δικαιώματος, τείνουσα σε ανατροπή της υπό τις άνω συνθήκες δημιουργηθείσας και επί μακρό χρονικό διάστημα διατηρηθείσας κατάστασης, αντίκειται προφανώς στη καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.

Όμως η ένσταση αυτή, καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε ότι η συμπεριφορά των κυρίως παρεμβαινόντων υπερβαίνει τα όρια που θέτει η ανωτέρω διάταξη, και μπορούσε ευλόγως να δημιουργήσει στους ενάγοντες την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν το δικαίωμα κυριότητας τους στο επίδικο ακίνητο και εντεύθεν την ένδικη κύρια παρέμβαση.

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι αμέσως με το που εκδηλώθηκε, η πρόθεση των εναγόντων να προσβάλλουν το δικαίωμα της κυριότητας των κυρίως παρεμβαινόντων επί του επιδίκου, οι τελευταίοι αντέδρασαν με την άσκηση της κύριας παρέμβασης, οι δε ενάγοντες γνώριζαν ότι ουδέποτε είχε μεταβιβάσει τη νομή του επιδίκου ο πατέρας των κυρίως παρεμβαινόντων στον δικό τους πατέρα, αλλ' αντιθέτως με το προαναφερόμενο συμβόλαιο γονική παροχής ήδη από το έτος 1985 είχε μεταβιβάσει την κυριότητα αυτού στους κυρίως παρεμβαίνοντες τέκνα του, εκδηλώνοντας σαφώς ότι δεν αδιαφορεί και δεν αδρανεί για την άσκηση των δικαιωμάτων του επί του επιδίκου ακινήτου.

Επίσης δεν αποδείχθηκε δημιουργία τέτοιας κατάστασης που να διατηρήθηκε επί μακρόν και η ανατροπή της να προκαλεί έντονη εντύπωση αδικίας, καθιστώντας μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου την άσκηση της ένδικης κύριας παρέμβασης, καθόσον, εκτός από τις προεκτεθείσες συνήθεις κατοχικές πράξεις που ασκήθηκαν στο επίδικο ακίνητο, δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες και πριν απ'αυτούς ο δικαιοπάροχος πατέρας τους προέβησαν σε σημαντικές δαπάνες βελτίωσης και αξιοποίησής του. ...

Συνεπώς, σύμφωνα με όλα όσα προεκτέθηκαν αποδείχθηκε ότι οι κυρίως παρεμβαίνοντες κατέστησαν συγκύριοι σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος του ανωτέρω επιδίκου τμήματος ακινήτου έκτασης 423,69 τ.μ. με παράγωγο τρόπο με γονική παροχή του πατρός τους δυνάμει του .../1985 συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... Γεωργίου Φραγκοπούλου νόμιμα μεταγραμμένο καθώς και με πρωτότυπο τρόπο με έκτακτη χρησικτησία ασκώντας εμφανείς διακατοχικές πράξεις με διάνοια συγκυρίου με προσμέτρηση και του χρόνου χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου πατρός τους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας. ... .".

Με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, που συνιστούν, κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου τούτου, τα σκέλη δισκελούς λόγου αναιρέσεως, επιχειρουμένου να στηριχθεί στα εδάφια β' και α' του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες αιτιώνται το εκδόσαν την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση Δικαστήριο αφενός μεν ότι παραβίασε διδάγματα της κοινής πείρας που αφορούν την υπαγωγή αποδεδειγμένων πραγματικών περιστατικών στους κανόνες δικαίου των άρθρων 974 και 1045 του Α.Κ.

αφετέρου δε ότι δεν εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 του Α.Κ. ενώ αυτές ήσαν εφαρμοστέες. Οι αιτιάσεις αυτές είναι απορριπτέες ως αόριστη η πρώτη και αβάσιμη η δεύτερη. Συγκεκριμένα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αόριστος και, συνεπώς, απαράδεκτος, καθόσον, ανεξαρτήτως του ότι δεν αναφέρεται ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάσθηκαν, είναι σαφές ότι οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και στη διατύπωση των πραγματικών περιστατικών, αφού αυτοί θέτουν ως βάση των αιτιάσεών τους, όχι τις παραδοχές του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου στο σύνολό τους, αλλά τις παραδοχές τις οποίες επιστηρίζουν το επικαλούμενο από αυτούς δικαίωμα, αποκλείοντας τις αναιρετικές τούτου τέτοιες (παραδοχές).

Περαιτέρω, ο αυτός λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμος καθόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, εφήρμοσε τις ως άνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου πλην όμως έκρινε, κατά την ανέλεγκτη σχετικά με την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών κρίση του (άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ.), ότι, πέραν των ισχυρισμών των αναιρεσειόντων, συνέτρεξαν και άλλα πραγματικά περιστατικά (άτυπη σύμβαση χρησιδανείου), με αποτέλεσμα, λόγω της συνδρομής αυτών, να μην είναι δυνατή η επέλευση του εννόμου αποτελέσματος που αυτοί (αναιρεσείοντες) επικαλούνταν.

Mε τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου οι αναιρεσείοντες διατείνονται, κατά συνοπτική αναφορά των ισχυρισμών τους, ότι δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση καίτοι δέχθηκε ότι ο δικαιοπάροχός τους ενήργησε τις αναφερόμενες πράξεις επί του επιδίκου ακινήτου κατά το προβλεπόμενο στον νόμο χρονικό διάστημα και, επιπλέον, το γεγονός αυτό ομολογήθηκε εξωδίκως από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο όλως αντιφατικώς έκρινε ότι ο δικαιοπάροχός τους δεν απέκτησε κυριότητα σ' αυτό (επίδικο ακίνητο), διότι οι ως άνω πράξεις του δεν έλαβαν χώρα με διάνοια κυρίου, αλλά δυνάμει παρακλητικής σχέσεως.

Όμως, με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση διότι διέλαβε σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της διενέργειας των υλικών πράξεων του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων επί του επιδίκου ακινήτου χωρίς διάνοια κυρίου.

Η παραδοχή του αυτού Δικαστηρίου ότι οι επί του επιδίκου ακινήτου υλικές πράξεις του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων έλαβαν χώρα στο πλαίσιο παρακλητικής σχέσεως μεταξύ αυτού και του δικαιοπαρόχου των δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, ως ζήτημα αναγόμενο στην εκτίμηση των αποδείξεων, εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ.).

Επομένως, και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως απορριπτέος αποβαίνει ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρο 495§3 εδάφ.

ε' του Κ.Πολ.Δ. . Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, στα δικαστικά έξοδα αυτών (αναιρεσιβλήτων) (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.06.2019 αίτηση των Ε. Μ. θυγατέρας Θ., συζύγου Ε. Ν. και Ν. Μ. του Θ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 27/2017, τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (μεταβατικής έδρας Χίου). Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, καθορίζει δε το ποσό τους σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Σεπτεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ AΟ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ