1981/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1981 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated1981/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1981 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1981 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1981/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου - Εισηγήτρια και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., κρατούμενου στο Κατάστημα ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Σταυριανάκη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 514/2017 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Mε πολιτικώς ενάγοντα τον Θ. Φ. του Γ., κάτοικο ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Καραμπατσώλη.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 4073/19.4.2018 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 762/2018.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ' αριθμ. πρωτ. 4073/19.4.2018 δήλωση αίτηση του Δ. Λ. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 514/2017 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, (το οποίο κατ' έφεση δικάζοντας κήρυξε τον ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της διακεκριμένης περίπτωσης απάτης κατ' εξακολούθηση τελεσθείσας από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, και του επέβαλε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών, ασκήθηκε παραδεκτώς και εμπροθέσμως κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ (καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο την 30.3.2018 Πρέπει επομένως να ερευνηθεί για την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 ΠΚ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Έτσι, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α] σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος έστω και αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος, η πραγματοποίηση του οποίου, εντεύθεν, και δεν απαιτείται, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία, ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, γ) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία (και) υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν.2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και ήδη αυτό των 30.000 ευρώ (αρθρ. 25 ν. 4055/12). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Για τον χαρακτηρισμό της κατ' επάγγελμα τελέσεως, αντικειμενικά μεν απαιτείται η επανειλημμένη τέλεση και δεν είναι αναγκαία η προηγουμένη καταδίκη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Το στοιχείο της επανειλημμένης τελέσεως ενυπάρχει (και) επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, το οποίο αποτελείται από περισσότερες αυτοτελείς μερικότερες πράξεις, ενώ εάν δεν υπάρχει επανειλημμένη τέλεση, αρκεί για το κατ' επάγγελμα να διαπιστώνεται ότι η αξιόποινη πράξη τελείται μεν για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος.Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Περαιτέρω, η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτήν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες έρευνας της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου, επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 514/2017 αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της διακεκριμένης περίπτωσης απάτης κατ' εξακολούθηση τελεσθείσας από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, και του επέβαλε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών. Στο σκεπτικό της αποφάσεως αυτής, το δικάσαν Δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων (ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης και αναγνωσθέντα έγγραφα) δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"....Ο κατ/νος με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων, όλες δε τις ανωτέρω πράξεις τέλεσε τυγχάνοντας πρόσωπο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, εκ της οποίας η προκληθείσα ζημία είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, το δε εκ της πράξεως του αυτής περιουσιακό του όφελος και η προξενηθείσα, ή απειληθείσα, ζημία υπερβαίνει συνολικό το ποσό των 30.000 ευρώ. Ειδικότερα κατά το χρονικό διάστημα από 25-1-2006 έως την 21-11-2006, με τον ανωτέρω σκοπό, παρέστησε, εν γνώσει του ψευδώς, στον εγκαλούντα Θ. Φ. του Γ., ότι έχει υψηλές γνωριμίες, ότι ασχολείται επαγγελματικά με τις επενδύσεις χρημάτων των πελατών του σε ακίνητα και αυτοκίνητα και πως διαθέτει προς το σκοπό της εργασίας του αυτής οργανωμένο γραφείο στην περιοχή του …, πως είχε σχέσεις με στελέχη Τραπεζών, που γνώριζαν τα ενυπόθηκα ακίνητα των Τραπεζών, τα οποία εκποιούνταν από τους ιδιοκτήτες τους με τη συναίνεση των Τραπεζών σε τιμές ευκαιρίας, και πως ο ίδιος προωθούσε τ' ακίνητα αυτά στους πελάτες του, οι οποίοι και τα αγόραζαν σε χαμηλές- συμφέρουσες τιμές, ότι πωλούντο δε κατ' εκείνο το χρόνο μέσω Τραπέζης δύο διαμερίσματα στην … σε τιμή ευκαιρίας και ότι η τιμή του καθενός από τα διαμερίσματα αυτό δεν θα υπερέβαινε τις 250.000 έως 300.000 ευρώ και ότι για να έλθει σε διαπραγματεύσεις απαιτείτο το ποσό των 40.000 ευρώ ήτοι 20.000 ευρώ για κάθε ακίνητο, και τοιουτοτρόπως έπεισε τον εγκαλούντα να του καταβάλει το ποσό των 40.000 ευρώ, πράξη στην οποία ο εγκαλών δεν θα προέβαινε, εάν εγνώριζε την αλήθεια, την οποία καίτοι ο κατηγορούμενος καλώς εγνώριζε, αθέμιτα απέκρυψε από τον εγκαλούντα και σύμφωνα με τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό περιστατικά. Επίσης αποδείχτηκε ότι η συνολική ζημία, που προξενήθηκε στον ανωτέρω εγκαλούντα ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, υπερβαίνουσα το ποσό των 30.000 ευρώ και συγκεκριμένα ανέρχεται στο ύψος των 75.000 ευρώ, ποσό που θεωρείται ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τις πράξεις του δε αυτές ο κατηγορούμενος ενήργησε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθ' όσον αφενός από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης της απάτης και δη τέλεση της ίδιας πράξης σε βάρος του παθόντος αλλά και άλλων πλέον του ενός παθόντων και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει και δη εκμετάλλευση ατομικής επιχείρησης συμβούλου επιχειρήσεων, δημιουργία σχέσης εμπιστοσύνης με τον εγκαλούντα δια πολλών, κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας επισκέψεων στον επαγγελματικό χώρο του εγκαλούντος, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος και αφετέρου από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης της απάτης προκύπτει σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του.
Στην κρίση αυτή καταλήγει το Δικαστήριο από όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα και ιδίως από την κατάθεση του μάρτυρος πολιτικώς ενάγοντος και του μάρτυρος κατηγορίας , οι οποίοι επιβεβαίωσαν όλα τα ανωτέρω και δεν αποκρούονται με πειστικότητα από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Η κρίση δε αυτή ενισχύεται και από την ομολογία του κατ/νου διά του πληρεξούσιου του δικηγόρου, προέβαλε δε τον ισχυρισμό περί μειωμένης ικανότητας για καταλογισμό, πλην όμως ο ισχυρισμός του αυτός δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο, αντίθετα όπως προλέχθηκε, αποδείχθηκε σκοπός πορισμού εισοδήματος και αφετέρου από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης της απάτης προκύπτει σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμος. Με τα δεδομένα αυτό πρέπει να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό".
Ακολούθως δε κήρυξε τον κατηγορούμενο ήδη αναιρεσείοντα ένοχο του ότι: "Στον …. κατά το χρονικό διάστημα από 25-1-2006 έως την 21-11-2006, από πρόθεση, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων, όλες δε τις ανωτέρω πράξεις τέλεσε τυγχάνοντας πρόσωπο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, εκ της οποίας η προκληθείσα ζημία είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, το δε εκ της πράξεως του αυτής περιουσιακό του όφελος και η προξενηθείσα, ή απειληθείσα, ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 30.000 ευρώ. Συγκεκριμένα:
1) Στον …, την 25-1-2006, με τον ανωτέρω σκοπό, παρέστησε, εν γνώσει του ψευδώς, στον εγκαλούντα Θ. Φ. του Γ., ότι έχει υψηλές γνωριμίες, ότι ασχολείται επαγγελματικά με τις επενδύσεις χρημάτων των πελατών του σε ακίνητα και αυτοκίνητα και πως διαθέτει προς το σκοπό της εργασίας του αυτής οργανωμένο γραφείο στην περιοχή του .., πως είχε σχέσεις με στελέχη Τραπεζών, που γνώριζαν τα ενυπόθηκα ακίνητα των Τραπεζών, τα οποία εκποιούνταν από τους ιδιοκτήτες τους με τη συναίνεση των Τραπεζών σε τιμές ευκαιρίας, και πως ο ίδιος προωθούσε τ' ακίνητα αυτά στους πελάτες του, οι οποίοι και τα αγόραζαν σε χαμηλές- συμφέρουσες τιμές, ότι πωλούντο δε κατ' εκείνο το χρόνο μέσω Τραπέζης δύο διαμερίσματα στην … σε τιμή ευκαιρίας και ότι η τιμή του καθενός από τα διαμερίσματα αυτό δεν θα υπερέβαινε τις 250.000 έως 300.000 ευρώ και ότι για να έλθει σε διαπραγματεύσεις απαιτείτο το ποσό των 40.000 ευρώ ήτοι 20.000 ευρώ για κάθε ακίνητο, και τοιουτοτρόπως έπεισε τον εγκαλούντα να του καταβάλει το ποσό των 40.000 ευρώ, πράξη στην οποία ο εγκαλών δεν θα προέβαινε, εάν εγνώριζε την αλήθεια, την οποία καίτοι ο κατηγορούμενος καλώς εγνώριζε, αθέμιτα απέκρυψε από τον εγκαλούντα, δηλαδή, ότι δεν είχε υψηλές γνωριμίες, δεν είχε σχέσεις με στελέχη Τραπεζών, που γνώριζαν τα ενυπόθηκα ακίνητα των Τραπεζών, τα οποία εκποιούνταν από τους ιδιοκτήτες τους με τη συναίνεση των Τραπεζών σε τιμές ευκαιρίας, και ότι δεν προωθούσε τ' ακίνητα αυτά στους πελάτες του και οι τελευταίοι δεν αγόραζαν αυτά σε χαμηλές τιμές. Τέλος, ότι δεν πωλούντο μέσω Τραπέζης σε τιμή ευκαιρίες κατ' εκείνο το χρόνο δύο διαμερίσματα στην …. και δη σε τιμή που δεν θα υπερέβαινε τις 250.000 έως 300.000 ευρώ και ότι δεν προτίθετο ο κατηγορούμενος να προσέλθει σε διαπραγματεύσεις για την αγορά των ανωτέρω δύο ακινήτων, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος ποσού 40.000 ευρώ. Η εκ της πράξεως του δε αυτής προξενηθείσα ζημία στην περιουσία του εγκαλούντος είναι ιδιαιτέρως μεγάλη ανερχομένη στο ποσό των 40.000 ευρώ.
2) Στον …περί τα μέσα Αυγούστου 2006, με τον ανωτέρω σκοπό, ο κατηγορούμενος παρέστησε, εν γνώσει του ψευδώς, στον εγκαλούντα, Θ. Φ. του Γ., ότι έχει υψηλές γνωριμίες, ότι για να συντομευθούν οι διαδικασίες της πώλησης των δύο διαμερισμάτων που περιγράφονται στην υπό στοιχείο (1) πράξη, χρειάζεται το ποσό των 15.000 ευρώ και για τα δύο διαμερίσματα, αναφέροντας του μάλιστα τη φράση "... μη με ρωτήσεις τίποτε για αυτό. Αντιλαμβάνεσαι! και τοιουτοτρόπως έπεισε τον εγκαλούντα να του καταβάλει το ποσό των 15.000 ευρώ, πράξη στην οποία ο εγκαλών δεν θα προέβαινε, εάν εγνώριζε την αλήθεια, την οποία καίτοι ο κατηγορούμενος καλώς εγνώριζε, αθέμιτα απέκρυψε από τον εγκαλούντα, δηλαδή, ότι δεν απαιτείτο το εν λόγω ποσό για την ολοκλήρωση αγοράς των ανωτέρω δύο διαμερισμάτων, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος ποσού 15.000 ευρώ. Η εκ της πράξεως του δε αυτής προξενηθείσα ζημία στην περιουσία του ανωτέρω εγκαλούντος Θ. Φ. είναι ιδιαιτέρως μεγάλη ανερχομένη στο ύψος των 15.000 ευρώ.
3) …, την 21-11-2006, με τον ανωτέρω σκοπό, ο κατηγορούμενος παρέστησε, εν γνώσει του ψευδώς, στον εγκαλούντα Θ. Φ. του Γ., ότι επωλείτο ένα ακίνητο, με υποθήκη Τραπέζης σε τιμή ευκαιρίας και ότι απαιτείτο να του καταβάλει ο εγκαλών το ποσό των 20.000 ευρώ, προκειμένου ο κατηγορούμενος να το χρησιμοποιήσει, ως προκαταβολή, για την αγορά του για λογαριασμό του εγκαλούντος, και τοιουτοτρόπως έπεισε τον εγκαλούντα, να του καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ, προκειμένου ο κατηγορούμενος να το χρησιμοποιήσει, ως προκαταβολή, για την αγορά του, για λογαριασμό του εγκαλούντος, πράξη στην οποία ο εγκαλών δεν θα προέβαινε, εάν εγνώριζε την αλήθεια, την οποία καίτοι ο κατηγορούμενος καλώς εγνώριζε, αθέμιτα την απέκρυψε από τον εγκαλούντα, δηλαδή, ότι κανένα ακίνητο με υποθήκη Τραπέζης δεν επωλείτο σε τιμή ευκαιρίας και ο κατηγορούμενος δεν επρόκειτο να χρησιμοποιήσει το εν λόγω ποσό των 20.000 ευρώ, για την αγορά ακινήτου, για λογαριασμό του εγκαλούντος, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος ποσού 20.000 ευρώ. Η εκ της πράξεως του δε αυτής προξενηθείσα ζημία στην περιουσία του ανωτέρω εγκαλούντος Θ. Φ. είναι ιδιαιτέρως μεγάλη ανερχομένη στο ύψος των 20.000 ευρώ.
Η συνολική ζημία, δε, που προξενήθηκε στον ανωτέρω εγκαλούντα ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, υπερβαίνουσα το ποσό των 30.000 ευρώ και συγκεκριμένα ανέρχεται στο ύψος των 75.000 ευρώ, ποσό που θεωρείται ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τις πράξεις του δε αυτές ο κατηγορούμενος ενήργησε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθ' όσον αφενός από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης της απάτης και δη τέλεση της ίδιας πράξης σε βάρος του παθόντος αλλά και άλλων πλέον του ενός παθόντων και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει και δη εκμετάλλευση ατομικής επιχείρισης συμβούλου επιχειρήσεων, δημιουργία σχέσης εμπιστοσύνης με τον εγκαλούντα δια πολλών, κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας επισκέψεων στον επαγγελματικό χώρο, του εγκαλούντος, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός ορισμού εισοδήματος και αφετέρου από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης της απάτης προκύπτει σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητός του.
Απορρίπτει αυτοτελείς ισχυρισμούς περί μειωμένου καταλογισμού".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, η προκύπτουσα από το συνδυασμό του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως αιτιολογία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, είναι η απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για την οποία είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης , αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της διακεκριμένης περίπτωσης απάτης κατ' εξακολούθηση τελεσθείσας από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, πράξη για την οποία καταδικάσθηκε ο ήδη αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 3 α και β του Π.Κ., που εφαρμόσθηκαν, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με την παραδοχή ασαφών, ελλιπών ή αντιφατικών αιτιολογιών. Ειδικότερα: Διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση ο τρόπος τελέσεως της ανωτέρω πράξεως, κατά χρόνο, τόπο και λοιπές περιστάσεις και αναφέρεται ότι, προς τον σκοπό να αποκομίσει ο αναιρεσείων παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησε εν γνώσει, με περισσότερες μερικότερες πράξεις συνδεόμενες με ενότητα δόλου, ψευδώς στον εγκαλούντα ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις, επωφελούς τοποθετήσεως των χρημάτων του εγκαλούντος με την αγορά ακινήτων σε τιμές υπερβολικά χαμηλές, με αποτέλεσμα να παραπλανάται ο εγκαλών και να του καταβάλει, κάθε φορά διαδοχικά τα αναφερόμενα ποσά (40.000 + 15.000 + 20.000) τα οποία ανήλθαν συνολικώς στα 75.000 ευρώ, ενσωματώνοντας αυτά (κατηγορούμενος - αναιρεσείων) στην ατομική του περιουσία, με αντίστοιχη ζημία του τελευταίου. Αιτιολογείται, ακόμη, και η συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πιο πάνω πράξεως, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, αυτή τελέσθηκε εκ μέρους του κατ επανάληψη και ο αναιρεσείων είχε μάλιστα διαμορφώσει υποδομή, και δη εκμετάλλευση ατομικής επιχείρησης συμβούλου επιχειρήσεων και δημιουργία σχέσης εμπιστοσύνης με τον εγκαλούντα με επανειλημμένες συναντήσεις με αυτόν, δρώντας με ετοιμότητα και στα πλαίσια οργανωμένου σχεδίου, με σκοπό την επανειλημμένη τέλεσή της αναφέρεται δε και ο σκοπός πορισμού εισοδήματος καθώς και ότι το συνολικό όφελος, που πέτυχε ο αναιρεσείων και, αντιστοίχως, ζημιώθηκε ο παθών, υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ. Ως προς τα επί μέρους παράπονα του αναιρεσείοντος τα οποία συνίστανται στο ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αφού στο σκεπτικό παρατίθεται μόνο η πρώτη μερικότερη πράξη του διατακτικού, και δη εκείνη των 40.000 ευρώ, αυτά κρίνοντα αβάσιμα , καθ' όσον και οι τρεις επιμέρους πράξεις της απάτης τελέσθηκαν με πανομοιότυπα πραγματικά περιστατικά, αναφέρεται δε στο σκεπτικό της προσβαλλομένης, ως και στο διατακτικό της στο οποίο το πρώτο ρητά παραπέμπει, το σύνολο της ζημίας που υπέστη ο εγκαλών ήτοι αυτή των 75.000 ευρώ. Κατά συνέπεια, ουδόλως επιδρά επί του κύρους της αιτιολογίας η μη επανάληψη τρεις φορές των ιδίων πραγματικών περιστατικών , εν όψει μάλιστα του ότι αυτά επαναλαμβάνονται σε κάθε επί μέρους περίπτωση στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο συμπληρώνει παραδεκτά το σκεπτικό αυτής, με αποτέλεσμα η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως να μην είναι τυπική και ελλιπής, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν.
Επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'ΚΠΔ) ως προς την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση, είναι αβάσιμος, ως προς όλες τις επί μέρους αιτιάσεις, που τον απαρτίζουν και, ως εκ τούτου, απορριπτέος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 36 παρ. 1 του ΠΚ, αν εξαιτίας κάποιας από τις ψυχικές καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 34, δεν έχει εκλείψει εντελώς, μειώθηκε όμως σημαντικά η ικανότητα για καταλογισμό που απαιτείται κατά το άρθρο αυτό, επιβάλλεται ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, υπό τον όρο διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών περιλαμβάνονται όλες οι μορφές παραφροσύνης ή φρενοπάθειας υπό την ευρεία έννοια, ενώ υπό τον όρο διατάραξη της συνείδησης περιλαμβάνονται όλες οι ψυχικές διαταράξεις οι οποίες δεν πηγάζουν από παθολογική κατάσταση του εγκεφάλου, αλλά εμφανίζονται σε ψυχικά υγιή άτομα και είναι πάντοτε παροδικές. Αν εξαιτίας μιας από τις ψυχικές αυτές καταστάσεις είχε σημαντικά μειωθεί η ικανότητα του δράστη να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του, δηλαδή να διακρίνει το δίκαιο από το άδικο αυτό και να ενεργήσει λογικά, τότε επιβάλλεται μειωμένη ποινή. Εξ άλλου, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφ' όσον αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωση τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη τους. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και ο από το άρθρο 36 του ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στη μείωση της ποινής του κατηγορουμένου αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου αυτού. Για την πληρότητα αυτού του ισχυρισμού, δεν αρκεί ο κατηγορούμενος να επικαλεσθεί μόνο τις σχετικές διατάξεις του Π.Κ., αλλά πρέπει να προβάλει κατά τρόπο ορισμένο τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων θεμελιώνεται. Ειδικότερα, πρέπει να προβάλλονται η νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών ή οι παροδικές ψυχικές διαταραχές, ώστε ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγηση και τυχόν αποδοχή αυτών να κρίνει αν ο δράστης είναι ελαττωμένης ικανότητας για καταλογισμό ως έχων εν μέρει μόνον ικανότητα για διάκριση του αδίκου και δυνατότητα συμμορφώσεώς του σύμφωνα με την αντίληψη του, για το άδικο αυτό, μέχρι ενός ορισμένου βαθμού και να οδηγηθεί στην κρίση περί επιβολής μειωμένης ποινής. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη του.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο συνήγορος του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, προ πάσης ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, ζήτησε τον λόγο από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου και υπέβαλλε εγγράφως αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικά και ζήτησε να αναγνωρισθεί στον εντολέα του το ελαφρυντικό του άρθρου 36 του ΠΚ., επικαλούμενος κατά λέξη τα εξής: "Προβάλλεται ο ισχυρισμός του μειωμένου καταλογισμού του κατηγορουμένου Δ. Λ., δεδομένου ότι από το έτος 1971, συνεχώς μέχρι και σήμερα, συνεπώς και το επίδικο χρονικό διάστημα, πάσχει από ψυχωσική συνδρομή (σχιζοφρένεια) αδύνατον να αντιληφθεί το άδικο των πράξεών του. Συγκεκριμένα εξ αιτίας της σοβαρότητος της κατάστασης του, μετά από αλλεπάλληλες προσωρινές αναβολές, κρίθηκε τελικά ακατάλληλος για στράτευση και απολύθηκε οριστικά κριθείς I 5. Στην συνέχεια, επί 45ετίας τελούσε υπό φαρμακευτική αγωγή, (ψυχοφάρμακα) με συχνές εξάρσεις που τον οδήγησαν σε αλλεπάλληλες τάσεις αυτοκτονίας, αποτραπείσες οι περισσότερες τυχαίως και συμπτωματικές με συνεχείς εισαγωγές στο Δημόσιο …". Προς απόδειξη δε του ισχυρισμού αυτού προσκόμισε σημαντικό αριθμό εγγράφων ( ιατρικών γνωματεύσεων κλπ) τα οποία αναγνώσθηκαν υπ' αυξ. Αριθμ. 16 έως 26, 29 έως 30 και 1 έως 14 (βλ. σελ. 11, 12, 13 πρακτικών), πρότεινε δε και μάρτυρα, ο οποίος εξετάσθηκε σχετικά.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος περί μειωμένης ικανότητος προς καταλογισμό με τις εξής παραδοχές: "(ο κατηγορούμενος).... προέβαλε τον ισχυρισμό περί μειωμένης ικανότητας για καταλογισμό, πλην όμως ο ισχυρισμός του αυτός δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο, αντίθετα, όπως προλέχθηκε, αποδείχθηκε σκοπός πορισμού εισοδήματος και αφετέρου από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης της απάτης προκύπτει σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητός του.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος".
Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του, ενόψει και αυτών που εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, την κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την κρίση του περί απορρίψεως του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό κατά την τέλεση της πράξεως της διακεκριμένης περίπτωσης απάτης κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Ειδικότερα, η προαναφερθείσα αιτιολογία δεν πληροί τις απαιτούμενες από ως παραπάνω διατάξεις προϋποθέσεις αξιολόγησης όλων των αποδεικτικών μέσων καθ' όσον από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως και συγκεκριμένα την παραπάνω περικοπή του σκεπτικού της, δεν προκύπτει είτε ευθέως είτε διηγηματικά αν το Δικαστήριο, προκειμένου να αχθεί στην παραπάνω απορριπτική κρίση του, έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε και τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα και κατάθεση μάρτυρα Γ. Μ.).
Επομένως ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση κατά τη διάταξή της περί απορρίψεως του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, και δη μόνο κατά τη διάταξή της αυτή, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξη της περί επιβολής ποινής και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠΔ, η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως προκειμένου να κρίνει για τη συνδρομή ή όχι μειωμένου καταλογισμού στο πρόσωπο του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος κατ' άρθρο 36 του ΠΚ και αναλόγως προς την επ' αυτού παραδοχή του, να επιμετρήσει την αρμόζουσα στον αναιρεσείοντα ποινή, απορριπτόμενης κατά τα λοιπά της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθμ. 514/2017 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς και, συγκεκριμένα μόνον κατά τη διάταξή της περί απορρίψεως του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Δ. Λ. του Γ. για ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό, καθώς και ως προς τη διάταξη αυτής περί επιβολής σ' αυτόν ποινής.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση , κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα, κατά το μέρος αυτό, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την υπ' αριθμ. πρωτ. 4073/19.4.2018 δήλωση - αίτηση του Δ. Λ. του Γ., κατοίκου ... (ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης του Ψυχιατρείου ...), για αναίρεση της υπ' αριθμ. 514/2017 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ