Legislator Case Law & Legislation
1981/2009 AI generated

1981/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1981/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1981 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1981/2009

Legislator headnote

AI generated

1981/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1981 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1981/2009

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1981 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1981/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα-----

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 17 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Μόσχο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ..., 2. ... και 3. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κουβουκλιανό με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο δικηγόρος της αναιρεσείουσας- Νικόλαος Μόσχος- ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως, λόγω ελλείψεως νομιμοποιήσεως και κοινοποιήσεως της αναιρέσεως.

Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως κατά την οποία η αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-11-1975 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1179/1980 του ίδιου Δικαστηρίου και 903/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-6-2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 15-11-2007 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περαιώνουν όλη τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 3, εδάφ. α' του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 3 του ν. 2915/2001 και ισχύει από την 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2001), σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους. Και αυτό γιατί, οι λόγοι της έφεσης, μολονότι στην πραγματικότητα δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι και, συνακόλουθα, απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί της παραδοχής τους. Επομένως, εάν η έφεση που ασκήθηκε κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνο η απόφαση του εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνεται η τελευταία από το εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν λόγους αναίρεσης, παραδεκτά προβαλλομένους (Ολ. ΑΠ 16/1990). Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση από 15-6-2006 αίτηση αναίρεσης παραδεκτά στρέφεται κατά της 903/2005 οριστικής απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης λόγω της ερημοδικίας της. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 3, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να αναφέρει, μεταξύ άλλων, τη συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, ενόψει του ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ. ΑΠ 32/1996). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει αυτός να διαλαμβάνει τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τί υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει (Ολ. ΑΠ 27/1998 και 32/1996). Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. Ο μοναδικός, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην πρωτοβάθμια απόφαση, ως πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης στην οποία αυτή ενσωματώθηκε, οι από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβλεπόμενες, γιατί το Πρωτοδικείο, με την παραπάνω απόφασή του, ευθέως παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, γιατί, μολονότι παρατίθεται στο αναιρετήριο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε και εκτίθενται, επίσης, σ' αυτό οι απόψεις της αναιρεσείουσας σε σχέση με την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης διεκδικητικής αγωγής και αποζημίωσης για την από μέρους του αρχικού εναγομένου και ήδη άμεσου δικαιοπαρόχου των ήδη αναιρεσιβλήτων αυθαίρετη χρήση του επίδικου ακινήτου, δεν εκτίθενται καθόλου σ' αυτό οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό κατά το νομικό και πραγματικό μέρος του εφαρμοστέου ουσιαστικού κανόνα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-6-2006 αίτηση της ... για αναίρεση της 903/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και,

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ