Legislator Case Law & Legislation
1981/2008 AI generated

1981/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1981/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1981 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1981/2008

Legislator headnote

AI generated

1981/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1981 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1981/2008

Keywords

AI generated
fine payment by instalments Dublin transfer to Greece eviction costs past violations withdrawal following settlement conversion of fines
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1981 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1981/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κυπριωτάκη.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Μουζάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-4-2004 ανακοπή ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών επί της οποίας εκδόθηκε η 317/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητά η αναιρεσείουσα με την από 3-7-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 3-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς το άρθρο 144 αυτού, εάν ο εκκαλών διαμένει στην ημεδαπή, η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημερών και αρχίζει από την επομένη της επίδοσης της απόφασης που περατώνει τη δίκη. Ευθύς δε ως συμπληρωθεί η ανωτέρω προθεσμία της έφεσης και καταστεί τελεσίδικη η απόφαση, οπότε και συγχωρείται η αναίρεση κατ' αυτής (553 παρ. 1 ΚΠολΔ) κινείται η προθεσμία της αναίρεσης, η οποία και αυτή, εάν ο αναιρεσείων διαμένει στην ημεδαπή είναι τριάντα ημερών (άρθρ. 564 παρ. 1 ΚΠολΔ), ηρεμεί δε διαρκούσης της προθεσμίας της έφεσης. Κατ' ακολουθίαν, και εφόσον από τα με επίκληση προσκομιζόμενα από τον αναιρεσίβλητο έγγραφα, ήτοι α) την 359/2-5-2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών .... και β) την με αριθ. πιστοπ. 589/2008 βεβαίωση του Γραμματέα Πρωτοδικών Αθηνών, προκύπτει ότι η προσβαλλομένη επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα την 2-5-2006 και κατ' αυτής δεν ασκήθηκε έφεση εντός της υπό του νόμου τασσόμενης τριακονθήμερης προθεσμίας, αυτή κατέστη τελεσίδικη την 1-6-2006, και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου την 3-7-2006, ημέρα Δευτέρα, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.

Επειδή, η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ περιλαμβάνεται στις ανακοπές των άρθρων 583 επ. του ΚΠολΔ και, επομένως, εφαρμόζονται σ' αυτή οι σχετικές διατάξεις του άρθρου 585 παρ. 2, κατά το οποίο οι λόγοι ανακοπής πρέπει να προταθούν μόνο με το κύριο δικόγραφο της ανακοπής ή με πρόσθετο δικόγραφο, που πρέπει να κατατεθεί στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται η ανακοπή και να κοινοποιηθεί στον αντίδικο τριάντα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση, διαφορετικά είναι απαράδεκτοι. Εξάλλου, ο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη προταθέντος ουσιώδους "πράγματος" προϋποθέτει "πράγμα" παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρεπόταν να το λάβει υπόψη (Ολ. ΑΠ 12/2000). Τέλος, από τα άρθρα 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τη βασιμότητα ή μη των από τους διαδίκους προβαλλομένων πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική όμως προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 335 του ΚΠολΔ, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ. ΑΠ 42/2002). Συνακόλουθα, δεν ιδρύεται ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, αν ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οπίου έγινε επίκληση και προσαγωγή του αποδεικτικού μέσου είναι μη νόμιμος ή απαράδεκτος, αφού τέτοιος ισχυρισμός δεν θεωρείται ουσιώδης.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από τους αριθ. 8 περ. β' και 11 περ. γ' του άρθορυ559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος περί άρσεως της χορηγηθείσας αναστολής του ορισθέντος για την 21-4-2004 πλειστηριασμό ακίνητης περιουσίας της λόγω μη τηρήσεως εκ μέρους της των όρων υπό τους οποίους χορηγήθηκε η αναστολή αυτή δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της περί συνάψεως στις 21-4-2004 συμφωνίας μετά του αναιρεσιβλήτου, κατά την οποία περιορίστηκε ο τελευταίος στην καταβολή εκ μέρους της του ποσού των 2.000 ευρώ έναντι του επιταχθέντος με την 2662/19-4-2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ποσού των 3.700 ευρώ και συνήνεσε στην αναστολή του επισπευδόμενου σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της πλειστηριασμού μέχρι την 21-7-2004 και ότι η συμφωνία αυτή περιελήφθη στην από 21-4-2004 απόδειξη καταβολής του ποσού των 2.000 ευρώ, που νόμιμα επικαλέσθηκε και προσκόμισε. Όπως, όμως, προκύπτει από τα υπάρχοντα στη δικογραφία διαδικαστικά έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκοπείται από τον 'Αρειο Πάγο, ο εν λόγω περί υπάρξεως της ανωτέρω συμφωνίας ισχυρισμός δεν προτάθηκε με το δικόγραφο της ανακοπής ή με δικόγραφο προσθέτων λόγων αλλά με το δικόγραφο των από 10-5-2005 εγγράφων προτάσεων που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δικαστήριο της ουσίας ήτοι απαραδέκτως.

Συνεπώς το δικαστήριο που δεν τον έλαβε υπόψη του δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ και ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά την εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίασή του είναι αβάσιμος. Ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναίρεσης κατά την εκ του αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας εγγράφου προσκομισθέντος προς απόδειξη μη νομίμως προταθέντος ισχυρισμού δεν στοιχειοθετεί λόγον αναίρεσης.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ η ενοχή αποσβέννυται με την καταβολή. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 972, 979 και 980 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η τυχόν προγενέστερη κατάσχεση ή αναγγελία και γενικά η συμμετοχή του αναγγελομένου σε άλλη διαδικασία κατάταξης ή εκτέλεσης κατά του ίδιου οφειλέτη δεν αποστερεί το δανειστή από την ευχέρεια να αναγγελθεί για την ίδια απαίτησή του σε άλλο πλειστηριασμό, αφού με μόνη την κατάταξη δεν επέρχεται απόσβεση της απαίτησής του. Αν όμως στη συνέχεια ο δανειστής κατατάχθηκε σε ορισμένο πίνακα και η κατάταξή του αυτή έγινε τελικά απρόσβλητη (με την έννοια της εκτελεστότητας του πίνακα αυτού), τότε, ενόψει και του ότι το πλειστηρίασμα έχει ήδη κατατεθεί δημοσίως υπέρ των δανειστών, επέρχεται απόσβεση της απαιτήσεώς του, σύμφωνα με το άρθρο 432 ΑΚ.

Εν προκειμένω, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Με αίτηση του καθού, εκδόθηκε σε βάρος της ανακόπτουσας, ήδη αναιρεσείουσας, η 10879/2003 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια αυτός (καθού) επέδωσε στην ανακόπτουσα επιταγή προς πληρωμή επί του αντιγράφου πρώτου απογράφου αυτής. Ακολούθως, δυνάμει της υπ' αριθμ. 55/2004 εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως ακινήτων της Δικαστικής Επιμελήτριας Πρωτοδικείου Πειραιά .... προς ικανοποίηση της ανωτέρω αξιώσεως του καθού κατασχέθηκε αναγκαστικά το υπό στοιχεία Γιώτα κεφαλαίο ένα (ι-1) διαμέρισμα του ισογείου πολυκατοικίας κειμένης στην Αθήνα επί της οδού ...., ιδιοκτησίας της ανακόπτουσας. Δυνάμει της υπ' αριθμ. 1023/2004 αποφάσεως του Δικαστηρίου αυτού έγινε διόρθωση της αξίας του ως άνω κατασχεθέντος ακινήτου της ανακόπτουσας, η οποία ορίστηκε στο ποσό των 40.000 ευρώ και η τιμή της πρώτης προσφοράς στο ποσό των 20.000 ευρώ, ορίστηκε δε νέα ημερομηνία πλειστηριασμού αυτού για την 21-4-2004 και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 68/2004 επαναληπτική περίληψη της ιδίας ως άνω Δικαστικής Επιμελήτριας. Ο πλειστηριασμός αυτός ύστερα από αίτηση της ανακόπτουσας ανεστάλη με την υπ' αριθμ. 2662/19-4-2004 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου για τρεις μήνες και συγκεκριμένα έως την 21-7-2004 υπό τον όρο της καταβολής από την ανακόπτουσα στον καθού α) των εξόδων επίσπευσης του πλειστηριασμού τα οποία ορίστηκαν σε 1.200 ευρώ, β) ποσού κεφαλαίου 2.500 ευρώ μέχρι την έναρξη του πλειστηριασμού στις 21-4-2004, γ) ποσού 1.000 ευρώ μέχρι την 21-5-2004, δ) 1.000 ευρώ μέχρι την 21-6-2004 και ε) του υπολοίπου οφειλομένου ποσού μέχρι την 21-7-2004. Στη συνέχεια η ανακόπτουσα κατέβαλε τμηματικά στον καθού α) στις 21-4-2004 το ποσό των 2000 ευρώ και β) στις 7-5-2004 το ποσό των 700 ευρώ. Ακολούθως με την υπ' αριθμ. 6.513/21-9-2004 πράξη εξόφλησης αναγγελθέντων δανειστών της Συμβολαιογράφου Ναυπάκτου Ειρήνης Νικολάου ο καθού εισέπραξε το ποσό των 7.325, 75 ευρώ στο οποίο είχε καταταχθεί με τον υπ' αριθμ. 6.212/15-4-2004 πίνακα κατατάξεως της ιδίας Συμβολαιογράφου από τον πλειστηριασμό άλλου ακινήτου της ανακόπτουσας. Με βάση τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η ανακόπτουσα τήρησε κατά ένα μέρος τους όρους αναστολής της προαναφερόμενης αποφάσεως. Συγκεκριμένα ενώ μέχρι την ορισθείσα ημέρα πλειστηριασμού στις 21-4-2004 όφειλε να έχει καταβάλει στον καθού το ποσό των 3.700 ευρώ (δηλαδή 1.200 + 2.500 = 3.700), αυτή κατέβαλε μόνο το ποσό των 2.000 ευρώ. Επομένως, έπαυσε η αναστολή, η οποία τελούσε υπό την αίρεση της εμπροθέσμου εκπληρώσεως των τεθέντων με την απόφαση εις βάρος της όρων. Βέβαια μεταγενέστερα εισέπραξε ο καθού στις 7-5-2004 το ποσό των 700 ευρώ και στις 21-9-2004 το ποσό των 7.325, 75 ευρώ, πλην όμως η αναστολή είχε ήδη παύσει να ισχύει. Επομένως ο καθού επέσπευσε νομίμως με την από 19-5-2004 εντολή και δυνάμει της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 95/2004 Α' Επαναληπτικής περιλήψεως της κατασχετήριας εκθέσεως ακινήτου της ως άνω Δικαστικής Επιμελήτριας Πρωτοδικείου Πειραιά ... τον πλειστηριασμό του κατασχεθέντος ως άνω ακινήτου της ανακόπτουσας για την 14-7-2004.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο απέρριψε την ανακοπή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. 'Ετσι κρίνοντας το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 416 ΑΚ. Ειδικότερα, όπως αναφέρεται και στην προαναφερθείσα νομική σκέψη, μόνη η κατάταξη του αναιρεσιβλήτου - δανειστή στον υπ' αριθ. 6212/15-4-2004 πίνακα κατάταξης δανειστών της συμβολαιογράφου Ναυπάκτου Ειρήνης Νικολάου δεν επέφερε την απόσβεση της οφειλής, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, έτσι ώστε να θεωρείται ότι αυτή είχε εκπληρώσει μέχρι την 21-4-2004 τους όρους αναστολής του πλειστηριασμού που είχαν τεθεί με την προαναφερθείσα δικαστική απόφαση, ούτε άλλωστε περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη παραδοχή ότι ο ανωτέρω πίνακας κατάταξης είχε καταστεί απρόσβλητος μέχρι την 21-4-2004, πράγμα που ούτε η αναιρεσείουσα προβάλλει με το αναιρετήριο ισχυριζόμενη αντιθέτως ότι ο ως άνω πίνακας κατάταξης κοινοποιήθηκε στον καθού την 21-4-2004, οπότε κατ' άρθρο 979 ΚΠολΔ, άρχισε να τρέχει σε βάρος του τελευταίου η προθεσμία άσκησης ανακοπής κατ' αυτού. Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη η αιτίαση ότι με το να δεχθεί ότι το ποσό των 7.325,75 ευρώ καταβλήθηκε στον καθού την 21-9-2004 και όχι την 15-4-2004 δηλαδή την ημερομηνία κατάταξής του στον προαναφερθέντα πίνακα κατάταξης δανειστών παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-7-2006 αίτηση της .... για αναίρεση της 318/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ