1981/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1981 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated1981/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1981 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 1981 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1981/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: .... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσίβλητου: Νοσοκομείου Αφροδισίων και Δερματικών Νόσων Αθήνας "ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΥΓΓΡΟΣ", (Ν.Π.Δ.Δ.), που εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζαχαρία Σεληνιωτάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-1994 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 451/1995 του ίδιου Δικαστηρίου και 6316/1997 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 15-3-1999 αίτησή της. Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου εξέδωσε την υπ΄ αριθμ. 1009/2000 απόφασή του, με την οποία αναίρεσε την υπ΄ αριθμ. 6316/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 7618/2001 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-9-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 7-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τα άρθρα 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση παράγεται και όταν το αντικείμενο της δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό εκείνου της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση το δικαίωμα που κρίθηκε στη δίκη εκείνη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει, αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος ή των πραγματικών περιστατικών, στα οποία στηρίζεται το δικαίωμα, αφού τότε υπάρχει μεταβολή της νομικής ή ιστορικής αιτίας του, ενώ ισχύει, αν η μεταβολή αυτή είχε χωρήσει ήδη κατά τη διάρκεια του κατά την προηγούμενη δίκη κριθέντος χρονικού διαστήματος, καλυπτόμενη τότε από το δεδικασμένο, το οποίο παράγεται και από εσφαλμένη κατά το νομικό ή πραγματικό μέρος της δικαστική απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 7504 /1995 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 3-7-1992 αγωγής της και τώρα ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, για αξιώσεις αποδοχών κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1990 έως 31-12-1990, από εργασία που παρέσχε αυτή ως καθαρίστρια στο και τώρα εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο Αφροδισίων και Δερματικών Νόσων Αθήνας "ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΥΓΓΡΟΣ" (νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου), κρίθηκε ότι είχε εφαρμογή το μισθολογικό καθεστώς της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς, που διείπε την εργασιακή αυτή σχέση πριν από τη θέση σε ισχύ (1-7-1988) της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ "περί των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στα δημόσια νοσοκομεία της Χώρας", η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με τη 17853/1989 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β΄741/1989). Με τη 1009/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η 6316/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, διότι δεν λήφθηκε υπόψη ο ασκών ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμός ότι από την προαναφερόμενη 7504/1995 απόφαση παρήχθη δεδικασμένο ως προς το ότι οι αξιώσεις της ίδιας ενάγουσας κατά του αυτού εναγομένου, από την ίδια εργασιακή σχέση που ασκήθηκαν με τη μεταγενέστερη, από 18-4-1994, ένδικη αγωγή, για αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1-1-1989 μέχρι 16-10-1991, θεμελιώνονται στο μισθολογικό καθεστώς της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς. Μετά την αναίρεση της άνω αποφάσεως και την εκ νέου εκδίκαση της υποθέσεως από το Εφετείο, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κρίθηκε, όπως προκύπτει από αυτή, ότι για το ήδη επίδικο χρονικό διάστημα (1-1-1989 μέχρι 16-10-1991), παράγεται από την 7504/1995 απόφαση δεδικασμένο ως προς τις αξιώσεις της αναιρεσείουσας για λήψη α) των 8/6 του βασικού ημερομισθίου της με βάση οκτάωρη απασχόληση, β)της πρόσθετης αμοιβής των δύο ωρών ημερησίως, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 201/1975, γ) του επιδόματος τριετιών, πέραν εκείνου της πολυετούς υπηρεσίας, που λάμβανε και δ) του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας. Ερευνώντας δε το Εφετείο στην ουσία την υπόθεση, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, επιδίκασε στην αναιρεσείουσα, για τις παραπάνω αιτίες, διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-1-1989 μέχρι 16-10-1991, με βάση το δεδικασμένο που απέρρεε από την προαναφερόμενη 7504/1995 απόφαση. Παράλληλα όμως το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, μολονότι δέχθηκε ότι παρήχθη δεδικασμένο ως προς το ότι για τις παραπάνω αξιώσεις είχε εφαρμογή το μισθολογικό καθεστώς της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς, που διείπε την επίδικη εργασιακή σχέση πριν από τη θέση σε ισχύ της από 22-1-1988 ΕΣΣΕ, δέχθηκε ότι δεν ίσχυε το ίδιο και ως προς τις λοιπές αγωγικές αξιώσεις της αναιρεσείουσας του ίδιου χρονικού διαστήματος, δηλαδή για την προσαύξηση της αμοιβής της για εργασία κατά Κυριακές και αργίες και για την πρόσθετη ειδική αποζημίωση αποχωρήσεώς της από την υπηρεσία του αναιρεσιβλήτου, ως προς τις οποίες απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Το δεδικασμένο όμως που έγινε δεκτό ότι υπάρχει για το δικαίωμα της αναιρεσείουσας να αμείβεται με τις αποδοχές που καθορίζονται με τη ΔΑ 42/1981 αναπληρώνει τη νομιμότητα των σχετικών με τις αποδοχές αυτές αγωγικών αξιώσεων και καλύπτει το δικαίωμα αυτής να υπολογίζεται η ως άνω προσαύξηση και ειδική αποζημίωση, με βάση τις προσδιοριζόμενες από το άνω δεδικασμένο αποδοχές. Επομένως, το Εφετείο, παρά τον νόμο έκρινε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο σε σχέση με τις αξιώσεις αυτές και πρέπει, κατά τον βάσιμο μοναδικό λόγο της αναιρέσεως, από τον αριθμό 16 (και όχι και 1, 8 και 14, που επικαλείται η αναιρεσείουσα) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο με άλλη σύνθεση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την 7618/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο με άλλη σύνθεση.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο στις 19 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ