1980/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου και Ζαμπέτα Στράτα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1980/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέτοιος σκοπός υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαίτησης, καθώς επίσης και όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση η προς πραγμάτωση νόμιμης απαίτησης εφαρμογή του μέσου της βίας ή της απειλής αποδοκιμάζεται από το δίκαιο, παρουσιαζόμενη ως άξια μομφής.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1980 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1980/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου και Ζαμπέτα Στράτα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Τσόλια, για αναίρεση της υπ'αριθ. 1703/2018 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιουλίου 2018 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 935/2018.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και ειδικότερα ως προς το πρώτο λόγο αυτής και να απορριφθεί κατά τα λοιπά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 13-7-2018 και με αριθμ. εκθ. 64/13-07-2018 αίτηση του Ν. Κ. του Χ. για αναίρεση της υπ' αρίθμ. 1703/2018 καταδικαστικής γι' αυτόν απόφασης του Α' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.
Κατά το άρθρο 385 παρ. 1 στοιχ. α' του ΠΚ, το οποίο ορίζει ότι "εκβίαση διαπράττει όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου, ή άλλου και τιμωρείται, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 380 παρ. 1 και 2, αν η πράξη τελέσθηκε με σωματική βία, εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής", προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκβίασης σε βαθμό κακουργήματος, απαιτούνται:
α) ο εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία αυτού που εξαναγκάζεται ή άλλου, β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της απόφασης, γ) απειλή ενωμένη με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, δηλαδή η προαγγελία κακού που πρόκειται να επακολουθήσει αμέσως, αν δεν ήθελε υποκύψει εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται αυτή και επιχειρήσει να προβάλει αντίσταση, έτσι ώστε η πραγμάτωση του κινδύνου να παρίσταται άμεση όπως και όταν κατά τη δήλωση του δράστη το κακό θα συμβεί μόλις παρέλθει άπρακτος ο απολύτως αναγκαίος για τη συμμόρφωση του θύματος χρόνος, επικείμενος δε είναι και ο διαρκής κίνδυνος που μπορεί να πραγματοποιηθεί ανά πάσα στιγμή, δηλαδή και τώρα και προσεχώς, και δ) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος.
Τέτοιος σκοπός υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαίτησης, καθώς επίσης και όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση η προς πραγμάτωση νόμιμης απαίτησης εφαρμογή του μέσου της βίας ή της απειλής αποδοκιμάζεται από το δίκαιο, παρουσιαζόμενη ως άξια μομφής.
Αν η απειλή δεν επέφερε το σκοπούμενο αποτέλεσμα του εξαναγκασμού σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή του απειλούμενου ή την επέλευση ζημίας στην περιουσία αυτού ή άλλου, το έγκλημα της εκβίασης δεν ολοκληρώνεται, αλλά, σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ. 1 του Π.Κ., υπάρχει απόπειρα εκβίασης, δηλαδή πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως της.
Το πρόσωπο του εξαναγκαζομένου δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που περιουσιακά ζημιώνεται και έτσι υπάρχει εκβίαση και όταν ο εξαναγκαζόμενος είναι πρόσωπο άλλο από το περιουσιακά βλαπτόμενο, αρκεί ο εξαναγκαζόμενος να μπορεί από τα πράγματα ή από το νόμο να ενεργήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη ή παράλειψη.
Τέλος, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο από κοινού νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικοί κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος.
Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνιστάται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής η μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχτηκε, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ' είδος λεπτομερώς αναφέρει (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας, πρακτικά πρωτόδικης απόφασης, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογίες κατηγορουμένων) αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το από 1-12-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης αφανούς εταιρείας, οι Κ.
Φ. και Π. Ρ. συμφώνησαν να εκμεταλλευθούν από κοινού το επί της ο..., ισόγειο κατάστημα, στο οποίο λειτουργούσε ήδη ατομική επιχείρηση καφέ μπαρ. Περί τα τέλη Φεβρουαρίου του έτους 2006, οι παραπάνω συνεταίροι εμφανής ο πρώτος και αφανής ο δεύτερος λόγω διαφορών που είχαν μεταξύ τους, αποφάσισαν να πωλήσουν την επιχείρηση σε τρίτο ή ένας από τους δύο να αποχωρήσει, μεταβιβάζοντας στον άλλον το ποσοστό του.
Ο κατηγορούμενος Γ. Π. εμφανίστηκε ως υποψήφιος αγοραστής του ποσοστού [45%] του εγκαλούντος και στις 26-4-2006 τον ενημέρωσε τηλεφωνικά ότι θα περνούσε από το κατάστημα έχοντας μαζί του το χρηματικό ποσό των 45.000 ευρώ που είχαν συμφωνήσει για το τίμημα της πώλησης. Πράγματι κατά τον παραπάνω χρόνο, οι κατηγορούμενοι επισκέφθηκαν το εν λόγω κατάστημα, στο οποίο βρισκόταν ο μηνυτής με την φίλη του Ν.
Κ. και στο πατάρι που αποσύρθηκαν και οι τέσσερις, ο κατηγορούμενος Γ. Π. αφού πρώτα ζήτησε από την Ν. Κ. να αποχωρήσει, στη συνέχεια από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Ν… Κ., επέβαλαν επιτακτικά στον εγκαλούντα να υπογράψει το ιδιωτικό συμφωνητικό για την μεταβίβαση του ποσοστού του, πριν του παραδώσουν τα χρήματα.
Ο εγκαλών αντιληφθείς ότι τα χαρτονομίσματα που του παρουσίασαν οι κατηγορούμενοι, ήταν πολύ λιγότερα από το συμφωνηθέν ποσό των 45.000 ευρώ, αρνήθηκε να υπογράψει το ιδιωτικό συμφωνητικό και τότε ο κατηγορούμενος Ν. Κ., πιάνοντας τον από το πουκάμισο με βίαιο τρόπο του ανέφερε το όνομα του και να ρωτήσει να μάθει για το ποιος είναι, ο δε Γ.
Π. τον κτύπησε με γροθιά στο πρόσωπο και του είπε "τελείωνε ρε μουνόπανο, μας έχεις κουράσει, θα σου δείξω εγώ ποια είναι η νύχτα". 0 εγκαλών τρομαγμένος και φοβούμενος για τη ζωή του, εξαναγκάστηκε να υπογράψει το ιδιωτικό συμφωνητικό και να λάβει τα χαρτονομίσματα που του παρέδωσαν οι κατηγορούμενοι ύψους 10.000 ευρώ, ποσό το οποίο υπολείπετο κατά πολύ του συμφωνηθέντος.
Ο εγκαλών κατέφυγε στην Διεύθυνση Ασφάλειας Αττικής και κατήγγειλε το γεγονός το οποίο έχει καταγραφεί στο από 11-5-2006 βιβλίο Αδικημάτων-Συμβάντων του 3ου Τμήματος Δίωξης Εκβιαστών. Ο κατηγορούμενος Γ. Π., αποδέχεται ότι χειροδίκησε σε βάρος του εγκαλούντος αλλά για άλλη αιτία και συγκεκριμένα διότι του έθιξε τον εγωισμό αναφέροντας το όνομα του ανθρώπου της νύχτας Β.
Σ.. Ο ισχυρισμός του αυτός δεν κρίνεται πειστικός όπως και του δεύτερου κατηγορουμένου ότι τυχαία συναντήθηκε με τον Γ. Π. σε ένα μαγαζί όπου έπινε καφέ και μετέβησαν μαζί στην επιχείρηση του εγκαλούντος χωρίς αυτός να ανέβει στο πατάρι παραμένοντας στο μπαρ του καταστήματος. Οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων ανατρέπονται από την περιεχόμενη στην εκκαλούμενη κατάθεση της συντρόφου του εγκαλούντος Κ.
Κ., η οποία ήταν αυτόπτης μάρτυς στο περιστατικό της εκβίασης του συντρόφου της. Κατόπιν αυτών οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της πράξεως για την οποία κατηγορούνται, απορριπτόμενου του ισχυρισμού του πρώτου κατηγορουμένου περί μετατροπής της κατηγορίας από εκβίαση τελεσθείσα με σωματική βία εναντίον προσώπου και απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο ζωής σε απόπειρα εκβίασης άλλως σε σωματική βλάβη και απειλή)".
Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα και τον μη διάδικο στην παρούσα δίκη συγκατηγορούμενό του Γ. Π., ενόχους του ότι: "…, στις 26-4-2006, οι Γ. Π. και Ν. Κ., από κοινού ενεργώντας, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος, εξανάγκασαν άλλον, με σωματική βία και απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο της ζωής του, σε πράξη από την οποία επήλθε ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου.
Συγκεκριμένα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, εντός του επί της οδού ... καταστήματος (καφέ-μπαρ) που διατηρούσε ο εγκαλών Π. Ρ., ο Ν. Κ. έπιασε από το πουκάμισο τον ως άνω εγκαλούντα λέγοντας του ότι ονομάζεται Κ. και να ρωτήσει να μά9ει για το ποιος είναι, ταυτόχρονα δε ο Γ. Π. τον χτύπησε με τα χέρια του δυνατά στο πρόσωπο και του είπε: "τελείωνε ρε μουνόπανο, μας έχεις κουράσει, θα σου δείξω εγώ ποια είναι η νύχτα".
Με τον τρόπο αυτό εξανάγκασαν τον Π. Ρ. να υπογράψει ένα έγγραφο, με το οποίο φερόταν ότι μεταβίβαζε στον Γ. Π. το ποσοστό του στην ως άνω επιχείρηση καφέ-μπαρ αντί του ποσού των 45.000 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα έλαβε μόνο το ποσό των 10.000 ευρώ, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί η περιουσία του εγκαλούντος, κατά το ποσό των 35.000 ευρώ.".
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά τα οποία το Δικαστήριο κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού δέχθηκε ως αληθινά, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ορθά υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α', 27 παρ. 1, 45 και 385 παρ. 1 α' του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, η παραδοχή της βίαιης συμπεριφοράς σε βάρος του παθόντα και συγκεκριμένα το δυνατό χτύπημα που δέχτηκε στο πρόσωπο του από τον επίσης καταδικασθέντα και από κοινού, ήτοι με κοινό δόλο, ενεργήσαντα με τον αναιρεσείοντα Γ. Π., με ταυτόχρονη απαίτηση αμφοτέρων, υπό τις αυτές συνθήκες σωματικής βίας και υπό την απειλή ότι θα του δείξουν ποιοι είναι και ποια είναι η νύχτα, να υπογράψει, παρά τη θέλησή του και με ζημία του το επίδικο ιδιωτικό συμφωνητικό, δικαιολογεί απολύτως το χαρακτηρισμό της αξιόποινης πράξης της από κοινού εκβίασης, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, ως κακουργήματος, αφού τελέστηκε με σωματική βία εναντίον του παθόντος και ταυτόχρονα με απειλές, που όπως κατά τα ανωτέρω διατυπώθηκαν, ενείχαν επικείμενο κίνδυνο για τη σωματική του ακεραιότητα αλλά και τη ζωή του με αποτέλεσμα, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη σχετική νομική σκέψη της παρούσας, να πληρούνται οι όροι του άρθρου 385 παρ. 1 περ.
α' του ΠΚ.
Συνεπώς, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του ως άνω άρθρου, με την ειδικότερη αιτίαση ότι οι απειλές κατά του παθόντος δεν ήταν ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο του σώματος ή της ζωής του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 100 παρ. 1 του ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 67 παρ. 3 του ν. 3994/2011, "αν κάποιος καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως μεγαλύτερη από τρία έτη και μέχρι πέντε έτη και συντρέχει στο πρόσωπο του η προϋπόθεση του άρθρου 99 παρ. 1, το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής του υπό όρους και υπό την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής, για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι επί επιβολής ποινής φυλακίσεως μεγαλύτερης των τριών και μέχρι πέντε ετών, το δικαστήριο, εφόσον συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 99 παρ. 1 του ΠΚ (μη καταδίκη σε στερητική της ελευθερίας ποινή υπερβαίνουσα το έτος), είναι υποχρεωμένο, και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος, να αναστείλει υπό όρους την εκτέλεση της ποινής και αν δεν δεχθεί την αναστολή αυτή, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόρριψη της ειδικά και εμπεριστατωμένα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., διαφορετικά ιδρύεται, από την έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας, ο, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' του Κ.Π.Δ., λόγος αναιρέσεως.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Η' ΚΠΔ "υπέρβαση εξουσίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος ...,".
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, μετά την αναγνώριση στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ, καταδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών, την οποία το Δικαστήριο με την αιτιολογία ότι".. ..από την έρευνα του χαρακτήρα του ....και τις άλλες περιστάσεις ...κρίνει ότι η χρηματική ποινή αρκεί για να τον αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων...", μετέτρεψε σε χρηματική ποινή, χωρίς όμως να ελέγξει προηγουμένως τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων της αναστολής της ποινής αυτής και χωρίς να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την αρνητική για το ζήτημα αυτό κρίση του, αποδεχόμενο την αντίστοιχη εισαγγελική πρόταση με την παραπάνω όλως αόριστη και τυπική αιτιολογία.
Έτσι όμως, υπερέβη την εξουσία του και επομένως ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, και δη μόνο ως προς τη διάταξή της περί μετατροπής σε χρηματική της επιβληθείσας στον αναιρεσείοντα στερητικής της ελευθερίας ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος της τούτο, για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ), να απορριφθεί δε κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ'αριθμ. 1703/2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και δη μόνο ως προς τη διάταξή της περί μετατροπής σε χρηματική της επιβληθείσας δι'αυτής στον αναιρεσείοντα στερητικής της ελευθερίας ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 13-7-2018 (αριθμ. εκθ. 64/2018) αίτηση του Ν. Κ. του Χ., κατοίκου ... για αναίρεση της πιο πάνω αποφάσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ