Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of penalty claim due to non-performance of contract obligations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by Holiday Land AE against the Athens Court of Appeal's decision. The lower court rejected the penalty claim because the non-performance was caused by a lack of goods supplied by the defendant, an event for which the defendant bore no liability. The court upheld this finding, noting that the defendant's warehouse inventory was insufficient to meet the annual sales target and that the plaintiff's own irregular ordering practices contributed to the failure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 404, 405, 407, 340, 342, 330 of the Civil Code; The claim for a penalty for non-performance is rejected if the obligor proves the breach resulted from an event for which they are not liable, as this constitutes a bar to the penalty rather than mere delay.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1980 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1980/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου Εταιρίας με την επωνυμία "HOLIDAY LAND AE", που εδρεύει στον Πειραιά, και εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της .... Διευθύνων Σύμβουλος που διόρισε στο ακροατήριο τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Κορφιάτη.
Των αναιρεσιβλήτων:1. Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ".... ΟΕ" που εδρεύει στο ....και εκπροσωπείται νόμιμα και 2....., οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκε ούτε παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 251/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 9170/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 1-12-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 29-9-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις με επίκληση προσκομιζόμενες με αριθ. 7995Β και 79096Β/30-5-2008 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών .... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτηση αναίρεσης, με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στους αναιρεσιβλήτους. Αυτοί, όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα προς την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε παραστάθηκαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία αυτών (576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 404, 405 παρ. 1, 407, 340, 342 και 330 ΑΚ, συνάγεται ότι η αγωγή για την καταβολή ποινικής ρήτρας, η οποία έχει συμφωνηθεί για την περίπτωση της μη εκπλήρωσης ή μη προσήκουσας εκπλήρωσης της παροχής, απορρίπτεται, αν ο εναγόμενος ισχυρισθεί και αποδείξει ότι η μη εκπλήρωση ή μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής οφείλεται σε γεγονός, για το οποίο δεν έχει ευθύνη αφού στην περίπτωση αυτή, δεν περιέρχεται σε υπερημερία, η οποία (υπερημερία) αποτελεί προϋπόθεση της κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας.
Γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη ο οφειλέτης είναι κάθε εύλογη αιτία λόγω της οποίας δικαιολογείται η μη εκπλήρωση ή η μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του, εφόσον όμως δεν μπορεί να αποδοθεί σε δόλο ή αμέλειά του, όταν δηλαδή την ίδια καθυστέρηση θα επεδείκνυε κάθε επιμελής άνθρωπος ευρισκόμενος υπό τις ίδιες συνθήκες, καταβάλλοντας τη συνήθη προσπάθεια εκπλήρωσης.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορθώς ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι η εφεσίβλητη, ήδη αναιρεσείουσα, από του έτους 1997 εισάγει από το εξωτερικό πούρα HAYTEMPA και PHILLIES, τα οποία διαθέτει στην Ελλάδα. Ότι στις 18-11-1999 συνήψε με την εκκαλούσα, ήδη αναιρεσίβλητη έγγραφη σύμβαση δυνάμει της οποίας ανέλαβε να την προμηθεύει, κατ' αποκλειστικότητα, τα εισαγόμενα από αυτήν πούρα έναντι της συμφωνημένης τιμής.
Ότι η διάρκεια της συνεργασίας τους ορίσθηκε διετής, αρχόμενη από 1-12-1999. Ότι με τον 4ο όρο της σύμβασης η εκκαλούσα ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύεται, κατ' έτος, από την εφεσίβλητη πούρα αξίας 200.000.000 δραχμών τουλάχιστον, όριο που τέθηκε ως στόχος ενώ με τον 9ο όρο ορίστηκε ότι αν δεν επιτευχθεί ο στόχος αυτός η εκκαλούσα υποχρεούται να της καταβάλει, ως ποινή, ποσοστό 2,50% επί του ποσού αυτού για κάθε έτος, που ο στόχος δεν θα επιτυγχάνεται.
Περαιτέρω δέχεται το Εφετείο ότι η εκκαλούσα δεν εκπλήρωσε την αναληφθείσα υποχρέωσή της, τούτο όμως, οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν ευθύνεται. Ειδικότερα, δέχεται το Εφετείο ότι οι εν γένει πωλήσεις της εκκαλούσας ανήλθαν τα έτη 2000 και 2001 στα ποσά των 2.743.537.896 και 3.542.348.758 δραχμών αντίστοιχα, ότι η πελατεία της είναι ευρεία και μεγάλης δυναμικότητας και μπορούσε οπωσδήποτε να απορροφήσει πούρα αξίας 200.000.000 δραχμών κατ' έτος αν η εκ μέρους της εφεσίβλητης προμήθεια, εξ απόψεως ποσότητας, ήταν κανονική και συνεχιζόταν όπως είχε αρχίσει.
Ότι κατά τους μήνες Ιανουάριο έως και Μάϊο του 2000 οι πωληθείσες ποσότητες στην εκκαλούσα ανήλθαν αντίστοιχα σε 15.557.100, 4.123.000, 11.667.250, 25.088.000 και 14.615.300 δραχμές, έκτοτε όμως η εφεσίβλητη περιήλθε σε αδυναμία εισαγωγής του προϊόντος, με αποτέλεσμα να μη δύναται να εκπληρώσει την προς την εκκαλούσα υποχρέωσή της προς προμήθεια ανάλογης ποσότητας πούρων, παρά τις προ τούτο παραγγελίες της τελευταίας.
Ότι χαρακτηριστικό της αδυναμίας της αυτής ήταν ότι κατά τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο 2000 δεν προέβη σε καμμία πώληση πούρων προς την εκκαλούσα, τον Σεπτέμβριο πώλησε πούρα αξίας 10.857.000 δραχμών ενώ τους μήνες από Οκτώβριο 2000 έως και Φεβρουάριο 2001 δεν προέβη σε καμμία πώληση και τον Μάρτιο πώλησε πούρα αξίας 888.800 δραχμών.
Ότι τούτο οφείλεται, όπως ο μάρτυρας της εκκαλούσας καταθέτει στο ότι οι σχέσεις της εφεσίβλητης με την προμηθεύτριά της εταιρία του εξωτερικού είχαν διαταραχθεί ένεκα οικονομικών δυσκολιών της εφεσίβλητης, γεγονός που επιβεβαιώνεται εμμέσως από την τελευταία, ενώ δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός της ότι τουλάχιστον κατά το χρόνο ισχύος της σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, είχε άριστες σχέσεις (με την προμηθεύτρια), όπως δεν αποδεικνύεται και ο ισχυρισμός της ότι διατηρούσε σημαντικό απόθεμα στις αποθήκες της που μπορούσε να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της εκκαλούσας αφού από τη εκκαλουμένη από την ίδια απογραφή του 2000, το απόθεμα αυτό δεν υπερέβαινε τα 11.000.000 δραχμές.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο αφού δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση της αναιρεσίβλητης εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βασίμου της εκ του άρθρου 342 ΑΚ ένστασης της τελευταίας περί μη ευθύνης της για τη μη επίτευξη του συμβατικού στόχου.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες εν προκειμένω ζήτημα περί του ότι η μη επίτευξη του στόχου πωλήσεων εκ μέρους της εκκαλούσας - αναιρεσίβλητης, οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη.
Ειδικότερα, η παραδοχή της απόφασης ότι η μη επίτευξη του συμβατικού στόχου των 200.000.000 δραχμών πωλήσεων ετησίως, οφείλεται στην αδυναμία της εφεσίβλητης να προμηθεύει τακτικώς την εκκαλούσα με αντίστοιχες ποσότητες δεν αντιφάσκει με την παραδοχή ότι στις αποθήκες της εφεσίβλητης όπως προκύπτει από την επικαλούμενη από την ίδια απογραφή του 2000 υπήρχε απόθεμα που δεν υπερέβαινε τα 11.000.000 δραχμές.
Και τούτο διότι το συγκεκριμένο απόθεμα σε καμμία περίπτωση δεν κάλυπτε τις ανάγκες της αναιρεσίβλητης για την επίτευξη του τεθέντος συμβατικού ετήσιου στόχου πωλήσεων των 200.000.000 δραχμών, η δε διατήρησή του στις αποθήκες και μη άμεση διάθεσή του ενόψει και των παραδοχών του Εφετείου ότι η αναιρεσίβλητη προέβαινε σε παραγγελίες πούρων που δεν εκτελούνταν, αλλά και του συνόλου των παραδοχών της προσβαλλόμενης προδήλως εξυπηρετούσε τους σκοπούς της αναιρεσείουσας, η οποία ευρισκόμενη σε αδυναμία εισαγωγής άλλων ποσοτήτων, προμήθευε κατ' αραιά χρονικά διαστήματα με μικρή ποσότητα πούρων την αναιρεσίβλητη ζητώντας στη συνέχεια ποινική ρήτρα για μη επίτευξη εκ μέρους της των ετήσιων στόχων πώλησης.
Συνακόλουθα οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (ο πρώτος των οποίων προβάλλων πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, εκτιμάται ως λόγος εκ του αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα) είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Όταν συνεπώς το δικαστήριο της ουσίας αναφέρει στην απόφασή του τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος σε σχέση με τα γεγονότα που στηρίζουν την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι περιήλθε σε αδυναμία εισαγωγής του προϊόντος και εντεύθεν αδυναμία εκπληρώσεως χωρίς απόδειξη, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, σε αυτήν αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα ήτοι οι καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα υπό των διαδίκων προσκομισθέντα με την κλήση έγγραφα, από την εκτίμηση των οποίων το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό αυτό πόρισμα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-12-2006 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "HOLIDAY LAND AE" για αναίρεση της 9170/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ