Supreme Court quashes lower court ruling on sick pay due to lack of health committee finding and dismisses appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court quashed the lower court's decision awarding sick pay to a driver because the statutory health committee had not been established. The court held that without this committee's finding, the employer had no obligation to pay the 12% supplement, rendering the lower court's application of law erroneous. Consequently, the appeal was allowed, the original judgment reversed, and the defendant was ordered to return the amount already paid to the plaintiff.
Legislator headnote
AI generatedArticle 11(a) of the 1984 Bank Personnel Collective Agreement; The employer is not obligated to pay the sick room supplement until the statutory health committee has officially determined the workplace's unsanitary conditions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1980 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1980/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ΤΡΑΠΕΖΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Γαβαλά βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσίβλητου: ...., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Φωτεινόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-5-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 3118/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-9-2004 αίτησή της και τους από 11-1-2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 30-1-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος λόγος της αναιρέσεως και πρώτος και δεύτερος του δικογράφου των προσθέτων, να απορριφθεί δε ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή τους και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, στο άρθρο 11 α΄ της από 17-5-1984 Σ.Σ.Ε. Προσωπικού Τραπεζών (ΦΕΚ 356/5-6-84 τ. Β΄), ορίζεται ότι "σε κάθε τράπεζα θα συσταθεί εντός μηνός από την υπογραφή της παρούσας σύμβασης επιτροπή από ένα εκπρόσωπο των τραπεζών, ένα της ΟΤΟΕ και ένα γιατρό του Υπουργείου Εργασίας που θα διαπιστώνει την ανθυγιεινότητα του χώρου.
Μέχρις ότου ληφθούν τα απαραίτητα διορθωτικά μέτρα θα καταβάλλεται επίδομα 12% και πρόσθετη ετήσια άδεια 7 ημερών σε όσους και για όσο χρόνο εργασίας εργάζονται στους χώρους αυτούς (υπόγεια, χημικά, θόρυβοι)". Από τις παραπάνω διατάξεις, προκύπτει με σαφήνεια, ότι η προβλεπόμενη από αυτές επιτροπή είναι αρμόδια να διαπιστώσει την ανθυγιεινότητα των χώρων εργασίας, οι οποίοι ορίζονται ενδεικτικά, και ότι πριν από τη διαπίστωση αυτή δεν υπάρχει υποχρέωση της Τράπεζας για την καταβολή του σχετικού επιδόματος.
Στην υπόθεση που κρίνεται το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που συνήψαν οι διάδικοι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσελήφθη από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα τράπεζα στις 22-9-1980 και προσέφερε έκτοτε σ' αυτήν τις υπηρεσίες του ως οδηγός αυτοκινήτων, με τα οποία πραγματοποιούσε αυτή χρηματαποστολές, έως τις 2-12-1999, που αποχώρησε οικειοθελώς από την υπηρεσία του.
Τα αυτοκίνητα, στα οποία εργαζόταν ο αναιρεσίβλητος κατά το χρονικό διάστημα 1990-1995, ήταν παλαιού τύπου και είχαν κλιματιστικά που ανακύκλωναν εντός του αυτοκινήτου τον αέρα, με αποτέλεσμα η καμπίνα του οδηγού να αποτελεί ένα αεροστεγή κλειστό χώρο. Επιπλέον το κλιματιστικό μηχάνημα είχε τοποθετηθεί στη μέση της καμπίνας του οδηγού, και ο αέρας κατευθυνόταν στα σώματα του οδηγού και συνοδηγού, με αποτέλεσμα να προσβάλλονται αυτοί από συχνές αναπνευστικές λοιμώξεις, ψύξεις και πονοκεφάλους.
Ο Σύλλογος υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, με έγγραφό του προς τη διεύθυνση της τελευταίας, ζήτησε τη χορήγηση του ως άνω επιδόματος και στους οδηγούς αυτοκινήτων χρηματαποστολών, και σε περίπτωση που αμφισβητούσε αυτή τη σχετική υποχρέωσή της, τον ορισμό εκπροσώπου της για τη σύσταση της επιτροπής που ορίζεται από την παραπάνω διάταξη της Σ.Σ.Ε.
Η αναιρεσίβλητη όμως αδιαφόρησε και η επιτροπή ουδέποτε συνεστήθη. Η ίδια επιτροπή που συνεστήθη στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος αποφάσισε τη χορήγηση του εν λόγω ανθυγιεινού επιδόματος στους εργαζόμενους στα θωρακισμένα αυτοκίνητα των χρηματαποστολών. Επίσης το ίδιο επίδομα χορηγήθηκε και σε υπαλλήλους με την ειδικότητα του αναιρεσίβλητου της Τράπεζας της Ελλάδος και της Αγροτικής Τράπεζας, ενώ το ΙΚΑ, ύστερα από καταγγελία του αναιρεσίβλητου, αποφάνθηκε ότι αυτός πρέπει να ασφαλίζεται κατά τον κανονισμό βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων και η αναιρεσείουσα κατέβαλε στο ΙΚΑ τα απαιτούμενα για το είδος αυτής της ασφάλισης ποσά.
Ενόψει των ανωτέρω το Εφετείο έκρινε, ότι ο χώρος στον οποίο εργαζόταν ο αναιρεσίβλητος ήταν ανθυγιεινός και ως εκ τούτου δικαιούται αυτός το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας (12%) επί του βασικού μισθού του, καθώς και αποζημίωση για πρόσθετη άδεια 7 ημερών, παρότι η ανθυγιεινότητα του χώρου αυτού δεν είχε διαπιστωθεί από την προβλεπόμενη από το άρθρο 11 α΄ της από 17-5-1984 Σ.Σ.Ε.
Προσωπικού Τραπεζών επιτροπή, η οποία άλλωστε δεν είχε συσταθεί, και ακολούθως επικύρωσε την απόφαση του Πρωτοδικείου, που είχε δεχτεί την αγωγή. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου ως άνω διατάξεις κατά τους βάσιμους, από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, λόγους της αναιρέσεως πρώτο του αναιρετηρίου, και πρώτο και δεύτερο του δικογράφου των προσθέτων, και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Επειδή μετά την αναίρεση της αποφάσεως για τον παραπάνω λόγο, δεν υπάρχει δικονομικώς στάδιο για "περαιτέρω εκδίκαση" της υποθέσεως, ενόψει των διατάξεων του άρθρου 580 παρ. 3 και 4 Κ.Πολ.Δ., γι' αυτό παρέλκει η παραπομπή αυτής στο ίδιο ή άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο και πρέπει, για λόγους οικονομίας της δίκης, να απορριφθεί η ένδικη αγωγή κατά παραδοχή της εφέσεως της αναιρεσείουσας (Ολ.
Α.Π. 25/2001) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας για όλους τους βαθμούς. Επειδή η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται με τις προτάσεις της, ότι κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο, σε εκούσια εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, 2.758,91 ευρώ για κεφάλαιο, 999,36 ευρώ για τόκους και 200 ευρώ για δικαστική δαπάνη, δηλαδή συνολικά το ποσό των 3.958,27 ευρώ και ζητεί να διαταχθεί, σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αναιρέσεως, η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της άνω αποφάσεως και η καταβολή σ' αυτή του παραπάνω ποσού.
Η αίτηση αυτή υποβάλλεται παραδεκτά με τις προτάσεις που κατέθεσε εμπρόθεσμα η αναιρεσείουσα την παραμονή της συζητήσεως και είναι νόμιμη, ως στηριζόμενη στο άρθρο 579 παρ.2 του ΚΠολΔ. Από την προσκομιζόμενη από 18-11-2004 και μη αμφισβητούμενη από τον αναιρεσίβλητο εξοφλητική απόδειξη, προαποδεικνύεται ότι καταβλήθηκε στον τελευταίο για τις ανωτέρω αιτίες συνολικά το ποσό των 2.824,39 ευρώ για κεφάλαιο, τόκους και δικαστική δαπάνη, που επιδίκασε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να αποδώσει στην αναιρεσείουσα το πιο πάνω ποσό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3118/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Δεχόμενο την έφεση της αναιρεσείουσας.
Απορρίπτει την από 14-5-2001 αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Διατάζει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της άνω αποφάσεως.
Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να αποδώσει στην αναιρεσείουσα το ποσό των δύο χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι τεσσάρων ευρώ και τριάντα εννέα λεπτών (2.824,39ε).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ