Legislator Case Law & Legislation
197/2023 AI generated

197/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 197/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 197 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 197/2023

Legislator headnote

AI generated

197/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 197 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 197/2023

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 197 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 197/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Ε., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντούλα Κανδηλιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Κ. Π. του Ι., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζήση Γκιμπιρίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4170/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1414/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-4-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη της παρ. 3 περιπ. Β υποπερ. δ' του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 495 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, για τα κατατιθέμενα από 01.01.2016 ένδικα μέσα, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ιδίου νόμου και, όπως η παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε εκ νέου στη συνέχεια με το άρθρο 35 παρ. 2 του Ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α' 240/22.12.2016), με χρόνο έναρξης ισχύος του από 23 Ιανουαρίου 2017 (άρθρο 45 αυτού) προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατ' αποφάσεων Εφετείου (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται από 23.01.2017 στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450,00) ευρώ, που επισυνάπτεται στην έκθεση, που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.

Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 614 αριθ. 3 και 5 (εργατικές διαφορές και διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας) και 592 παρ. 1 (γαμικές διαφορές, διαφορές από ελεύθερη συμβίωση διαφορές από σχέσεις γονέων και τέκνων και λοιπές οικογενειακές διαφορές).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την κατάθεση της ένδικης από 11-04-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 1187/95/07-05-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 754/2021 αίτησης αναίρεσης της με αριθμό 1414/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, αφορώσας εργατική διαφορά, η αναιρεσείουσα προέβη στην επισύναψη του με αριθμού ...

ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450,00) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης. Η ως άνω διαφορά, όμως, ως εργατική διαφορά απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και, κατά συνέπεια, το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης (ΑΕΔ 3, 4/2014).

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. του ΚΠολΔ) με αριθμό 1414/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 06-04-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1738/02-05-2017 έφεση της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της με αριθμό 4170/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την από 20-01-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2524/02-02-2015 αγωγή της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου στις 07-05-2021 και δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 12-06-2019 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Στο άρθρο 2 παρ. 5 της με αριθμό 6/28.02.2012 Πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου (στο εξής Π.Υ.Σ.) "Ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του 4046/2012" (Φ.Ε.Κ. Τεύχος Α' 38/28.2.2012), η οποία εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 4046/2012 ("Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε..Τ.ΧΣ.), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" (ΦΕΚ Α' 28/14.2.2012) και στο πλαίσιο της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (Ολ.

ΣτΕ 2307/2014), ορίσθηκε ότι: "Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990 (Α' 27) παύουν να ισχύουν". Στις εν λόγω καταργηθείσες διατάξεις του ν. 1876/1990 "Ελεύθερες Συλλογικές Διαπραγματεύσεις κ.λπ.", που ρύθμιζαν, μεταξύ άλλων, και το ζήτημα της "μετενέργειας" των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (στο εξής Σ.Σ.Ε.), ορίζονταν τα ακόλουθα :

Στην παρ. 1 ότι: "Οι Σ.Σ.Ε. συνάπτονται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο. Κάθε Σ.Σ.Ε., που προβλέπει διάρκεια ισχύος πέρα από ένα έτος, θεωρείται ότι έχει αόριστη διάρκεια. Η διάρκεια της ισχύος δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα έτος". Στην παρ. 4 ότι: "Οι κανονιστικοί όροι Σ.Σ.Ε., που έληξε ή καταγγέλθηκε, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο και εφαρμόζονται και στους εργαζόμενους που προσλαμβάνονται στο διάστημα αυτό, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 8".

Και στην παρ. 5 ότι: "Μετά την πάροδο του εξαμήνου οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας". Αντί των διατάξεων αυτών, με το άρθρο 2 της ως άνω 6/28.02.2012 Π.Υ.Σ., ορίσθηκαν τα ακόλουθα: Στην παρ. 1: "Οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη".

Στην παρ. 2: "Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14.2.2012 ή και περισσότερο, λήγουν στις 14.2.2013". Στην παρ. 3: "Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που την 14.2.2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης [της] ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ν. 1876/1990".

Στην παρ. 4: "Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία τους. Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν, από τους κανονιστικούς αυτούς όρους, αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι, που αφορούν:

α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα. Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων.

Οι όροι του τρίτου εδαφίου που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης" και στην παρ. 6: "Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις Διαιτητικές Αποφάσεις". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι με την έκδοση της με αριθμό Π.Υ.Σ. 6/28.02.2012 (και σε αντίθεση προς τα μέχρι τότε ισχύοντα, κατά τις καταργούμενες διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 1876/1990), η λεγόμενη "μετενέργεια" των Σ.Σ.Ε., ήτοι η παράταση της ισχύος κανονιστικών όρων, μετά την παρέλευση τριμήνου [εξαμήνου υπό την ισχύ του ν. 1876/1990] από τη λήξη της χρονικής διάρκειας ή την καταγγελία της Σ.Σ.Ε., στην οποία περιέχονται, περιορίσθηκε ως προς τη διάρκεια και το περιεχόμενο.

Ειδικότερα, προκειμένου για Σ.Σ.Ε., που είχαν λήξει ή καταγγελθεί πριν από την ισχύ του εξουσιοδοτικού (ως προς την έκδοση της Π.Υ.Σ.) ν. 4046/2012, η οποία άρχισε την 14.02.2012, ορίσθηκε ότι αυτές εξακολουθούν να ισχύουν (γενικώς) μόνο για ένα τρίμηνο και ότι μετά την πάροδο του τριμήνου, αυτού η μετενέργεια αυτών περιορίζεται (ειδικώς) μόνο στους κανονιστικούς όρους, που αναφέρονται στον βασικό μισθό (ή ημερομίσθιο) και σε τέσσερα (μόνο) επιδόματα, τα οποία κατονομάζονται περιοριστικά και προσδιορίζονται ως "ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας".

Οπότε κατά ρητή πρόβλεψη του νέου νόμου (τέταρτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω Π.Υ.Σ.), οι ατομικές συμβάσεις εργασίας "προσαρμόζονται", για το μέλλον, στις διατάξεις του τρίτου εδαφίου της ίδιας παραγράφου, ήτοι περιλαμβάνουν μόνο τους ως άνω κανονιστικούς όρους, που συνεχίζουν να "μετενεργούν" και όχι τους υπόλοιπους.

Και, μάλιστα, η προσαρμογή αυτή είναι επιτρεπτό να επέλθει μονομερώς, με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη, σύμφωνη γνώμη των εργαζόμενων. Τέλος, λόγω της γενικότητας που υπάρχει στη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω Π.Υ.Σ., τα προαναφερθέντα ισχύουν για όλες τις Σ.Σ.Ε., που είχαν λήξει ή καταγγελθεί οποτεδήποτε πριν από την ισχύ του ν. 4046/2012, ήτοι και γι' αυτές των οποίων οι κανονιστικοί όροι, σύμφωνα με την ήδη καταργηθείσα παρ. 5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990 είχε θεωρηθεί ότι "μετά την πάροδο εξαμήνου" από τη λήξη ή την καταγγελία "εξακολουθούν να ισχύουν, μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας".

Η ερμηνεία αυτή συνάγεται από τον ορισμό του τετάρτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω Π.Υ.Σ. περί μονομερούς " προσαρμογής " των ατομικών συμβάσεων στο νέο δίκαιο, ήτοι τροποποίησης αυτών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο τρίτο εδάφιο της ίδιας παραγράφου (Α.Π. 641/2021, Α.Π. 174/2019, Α.Π. 876/2018, Α.Π. 1335/2018, Α.Π. 1522/2018).

Έτσι, κατά το στάδιο της μετενέργειας, ήτοι κατά τη χρονική περίοδο μετά την πάροδο του προβλεπομένου ως άνω τριμήνου από την καταγγελία συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητικής απόφασης, οπότε λήγει η ισχύς των όρων αυτής ή την πάροδο τριμήνου από την έναρξη εφαρμογής του Ν. 4046/2012 (14.02.2012), για όσες συλλογικές συμβάσεις είχαν ήδη λήξει ή καταγγελθεί, ήτοι από 14 Μαΐου 2012, καταργήθηκαν όλοι οι κανονιστικοί όροι Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας ή εξομοιουμένων με αυτές Διαιτητικών Αποφάσεων, με αποκλειστική εξαίρεση εκείνους που αφορούσαν το βασικό μισθό και τα ανωτέρω επιδόματα επιδόματα (εφόσον βεβαίως αυτά ή κάποια από αυτά προβλέπονταν από τη συλλογική σύμβαση εργασίας ή τη διαιτητική απόφαση που έληξε), που εξακολούθησαν να ισχύουν, ως προσωρινά πλέον ενσωματωμένοι οιονεί ενοχικοί όροι, των ήδη εν ισχύει ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας (Α.Π. 1243/2018, Α.Π. 318/2017, Α.Π. 453/2010), ενώ παύουν αμέσως να ισχύουν ρυθμίσεις που προβλέπουν την καταβολή οποιουδήποτε άλλου επιδόματος (Α.Π. 318/2017, Α.Π. 194/2020).

Η ως άνω προσαρμογή των ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, με τη διατήρηση του βασικού μισθού και των πιο πάνω επιδομάτων και, συνακόλουθα, με την κατάργηση των λοιπών, είναι επιτρεπτό να επέλθει μονομερώς, με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη, σύμφωνη γνώμη των εργαζόμενων.

Οι διατηρούμενοι, όμως, κατά τη διάρκεια της μετενέργειας, ως άνω οιονεί ενοχικοί όροι, οι οποίοι δεν έχουν πλέον κανονιστικό χαρακτήρα (λόγω λήξης της ισχύος της συλλογικής σύμβασης εργασίας ή της διαιτητικής απόφασης), ούτε είναι γνήσιοι ενοχικοί όροι (αφού δεν είναι καρπός ατομικής συμφωνίας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, αλλά η διατήρησή τους οφείλεται σε νομοθετική παρέμβαση), μπορούν να παραμερισθούν, προς ευμενέστερη ή δυσμενέστερη κατεύθυνση, είτε κατ' εφαρμογή νεότερης συλλογικής σύμβασης εργασίας (αρχή της τάξης) είτε με νεότερη ατομική συμφωνία μεταξύ των μερών (Α.Π. 773/2017), όπως ρητά ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω της με αριθμό 6/28.2.2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (Α.Π. 194/2020).

Περαιτέρω, η γενική ρήτρα του άρθρου 288 του Α.Κ., σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων, τόσο του οφειλέτη, όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπόμενη ειδική προστασία, λειτουργεί δε όχι μόνο ως συμπληρωματική, αλλά και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων στις περιπτώσεις, που εξαιτίας ειδικών συνθηκών μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο και έγιναν δυσβάστακτες για τον οφειλέτη ή το δανειστή.

Αντίθετα έτσι με τη ρήτρα του άρθρου 200 του Α.Κ., που αναφέρεται στην ερμηνεία των συμβάσεων, όταν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων δεν είναι σαφείς, επιβάλλοντας ως ερμηνευτικά κριτήρια την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, με στόχο την ανεύρεση του αποφασιστικού νοήματος των δηλώσεων βουλήσεως, δηλαδή τον καθορισμό της ενυπάρχουσας στη σύμβαση αυτόνομης δικαιοπρακτικής ρυθμίσεως, η εφαρμογή της ρήτρας του άρθρου 288 του Α.Κ.

έπεται της ερμηνείας της δικαιοπραξίας, με στόχο την προσαρμογή της στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης, επιβάλλοντας στα μέρη ετερόνομη ρύθμιση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους, όταν, κατά τα παραπάνω, χρειάζεται να συμπληρωθούν ή να διορθωθούν, για να μην προκαλούνται στο ένα μέρος δυσβάστακτες συνέπειες από τη λειτουργία του ενοχικού δεσμού.

Παρέχεται έτσι τότε στο δικαστήριο η δυνατότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις, που κρατούν στις συναλλαγές, να αποκλίνει από τα συμφωνηθέντα και να επαναπροσδιορίσει τις οφειλόμενες παροχές, αυξάνοντας ή ανάλογα μειώνοντας το συμφωνημένο μέγεθός τους, ώστε αυτές να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης, κατά το χρόνο της εκπλήρωσής τους (Ολ.

Α.Π. 927/1982 και 9/1997, Α.Π. 1467/2018, Α.Π. 1290/2011).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1, εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση, κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, στην από 20-01-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2524/02-02-2015 αγωγή της, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, εξέθετε ότι τυγχάνει Συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης και ότι στις 19-11-2001 προσέλαβε την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει την εργασία της, με την ιδιότητα της υπαλλήλου γραφείου - γραμματέως και με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, έναντι των προβλεπομένων, από την εκάστοτε ισχύουσα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, νομίμων αποδοχών, με τελευταία την από 31-07-2008 Σ.Σ.Ε., η οποία καταγγέλθηκε με τη με αριθμό 78/29-01-2010 καταγγελία της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδας, με αποτέλεσμα στις 06-08-2010 να παρέλθει η εξάμηνη παράτασή της, σύμφωνα με το τότε ισχύοντα νόμο 1876/1990 και δυνάμει της οποίας οι μηνιαίες μικτές αποδοχές της ανέρχονταν στο ποσό των χιλίων επτακοσίων δέκα ευρώ και πενήντα τριών λεπτών (1.710,53), ήτοι μηνιαίος βασικός μισθός 1.065,75 ευρώ, επίδομα ηλεκτρονικού υπολογιστή 159,86 ευρώ, επίδομα πολυετίας 37,30 ευρώ, επίδομα γάμου 127,89 ευρώ, επίδομα τέκνων 106,58 ευρώ και επίδομα πτυχίου 213,15 ευρώ.

Ότι δυνάμει του άρθρου 2 της με αριθμό 6/2012 Π.Υ.Σ., σε συνδυασμό και με το άρθρο 1 του Ν. 4046/2012, οι κανονιστικοί όροι της εν λόγω Σ.Σ.Ε., που είχε ήδη καταγγελθεί προ εξαμήνου από την ισχύ του Ν. 4046/2012 και δη προ της 14-02-2012, οι οποίοι αφορούσαν τον βασικό μισθό και τα δύο εκ των τεσσάρων προβλεπομένων επιδομάτων του γάμου και της προϋπηρεσίας, συνέχισαν να ισχύουν επί τρίμηνο μέχρι και τις 14-05-2012, μετά δε την παρέλευση του εν λόγω τριμήνου, οι παραπάνω όροι ενσωματώθηκαν στην ατομική σύμβαση εργασίας της εναγομένης, ως κοινοί ενοχικοί όροι αυτής, οι οποίοι μπορούν πλέον να τροποποιηθούν, με συμφωνία των μερών.

Ότι, από τον χρόνο κατάρτισης της επίδικης σύμβασης εργασίας έχουν μεταβληθεί απρόβλεπτα οι συνθήκες και τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία τα συμβαλλόμενα και ήδη διάδικα μέρη είχαν βασίσει τη σύναψη αυτής, με αποτέλεσμα να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής η παροχή της ίδιας (ενάγουσας) και δη η καταβολή των προαναφερομένων νομίμων μηνιαίων αποδοχών, λαμβανομένης υπόψη και της αντιπαροχής της εναγομένης (παροχή της εργασίας της).

Εξέθετε, ειδικότερα ότι λόγω της οικονομικής κρίσης που έπληξε την Ελλάδα από το έτος 2010 και εντεύθεν, εκμηδενίστηκε η αγορά των ακινήτων και μειώθηκε δραματικά ο αριθμός των συμβολαίων αγοραπωλησίας, που αποτελεί τον κύριο όγκο εργασίας των συμβολαιογράφων, με αποτέλεσμα τα μηνιαία έσοδα του γραφείου της να υπολείπονται πλέον κατά πολύ των καταβαλλομένων αποδοχών της εναγομένης.

Ότι στα πλαίσια των περιγραφομένων νέων οικονομικών συνθηκών, οι Συμβολαιογράφοι της Θεσσαλονίκης στην πλειοψηφία τους, μεταξύ των οποίων και οι ρητά κατονομαζόμενοι προέβησαν σε συναινετικές τροποποιήσεις των ατομικών συμβάσεων εργασίας των υπαλλήλων τους, μειώνοντας τις μηνιαίες αποδοχές τους, κατά τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά.

Ότι η εναγομένη, που έχει αποκτήσει την ιδιότητα του συνδικαλιστικού στελέχους και απαγορεύεται η απόλυσή της, βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας (Ν. 1264/1982), αρνείται καταχρηστικά να συναινέσει στην τροποποίηση της ατομικής σύμβασης εργασίας της, αναφορικά με τη μείωση των αποδοχών της, καίτοι από τη σύναψη της τελευταίας έχουν μεταβληθεί απρόβλεπτα, κατά τα ανωτέρω οι συνθήκες, οι οποίες σε κάθε περίπτωση έχουν καταστήσει υπέρμετρα επαχθή την παροχή σε σχέση με την αντιπαροχή, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών.

Με βάση το ιστορικό αυτό, επικαλούμενη την εφαρμογή των άρθρων 388 και 288 του ΑΚ ή άλλως μόνον του άρθρου 288 Α.Κ., ζήτησε να τροποποιηθεί η ένδικη από 19-11-2001 ατομική σύμβαση εργασίας της εναγομένης, αναφορικά με το ύψος των μηνιαίων αποδοχών της και να καθοριστεί ο μικτός μηνιαίος μισθός της, συμπεριλαμβανομένων των εργατικών εισφορών, του επιδόματος γάμου και του επιδόματος προϋπηρεσίας, για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής και επί μία τριετία από την άσκηση της αγωγής, στο ποσό των οκτακοσίων είκοσι ευρώ και πενήντα ενός λεπτών (820,51), ήτοι βασικός μισθός 586,08 ευρώ, μικτό επίδομα γάμου 58,61 ευρώ, μικτό επίδομα προϋπηρεσίας / τριετιών 175,82 ευρώ, ήτοι να καθοριστεί ο μισθός της εναγομένης στο ύψος του επιβαλλόμενου από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, που είναι ο κατώτατος νόμιμος μισθός, όπως αυτός ορίζεται από την Π.Υ.Σ. 6/2012.

Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87 / 23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 4170/2017 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως μη νόμιμη.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 06-04-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1738/02-05-2017 έφεσης από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την οποία παραπονέθηκε για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας να γίνει δεκτή αυτή και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, με σκοπό να γίνει δεκτή στο σύνολό της η ένδικη αγωγή της, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 1414/2019 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση.

Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχθηκε ότι η αξίωση της ενάγουσας τυγχάνει μη νόμιμη και η αγωγή της απορριπτέα, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Εν προκειμένω, η αγωγή έχουσα το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα, είναι αβάσιμη κατά νόμο και απορριπτέα, καθώς ελλείπουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 288 Α.Κ., στην οποία επιχειρεί η ενάγουσα [ήδη αναιρεσείουσα] να θεμελιώσει το ασκούμενο δικαίωμα διάπλασης των όρων της ατομικής σύμβασης εργασίας της εναγομένης [ήδη αναιρεσίβλητης].

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, οι κανονιστικοί όροι της ήδη από τις 29-1-2010 λήξασας, λόγω καταγγελίας, Σ.Σ.Ε., που αφορούσαν τον βασικό μισθό και τα αναφερόμενα επιδόματα, συνέχισαν να έχουν αναγκαστική ισχύ μέχρι και τις 14-5-2012, μετά δε και την παρέλευση της εν λόγω ημεροχρονολογίας (παρέλευση της τρίμηνης παράτασης της κανονιστικής ισχύος τους από τον χρόνο ισχύος του Ν. 4046/2012 στις 14-2-2012), επήλθε ex lege η προσωρινή ενσωμάτωσή τους στην επίδικη από 19-11-2001 ατομική σύμβαση εργασίας της εναγομένης, λόγω μετενέργειας, ως ενοχικών όρων, οι οποίοι όμως μπορούν να παραμεριστούν μόνο με νέα Σ.Σ.Ε.

ή με νεότερη ατομική συμφωνία των μερών. Οι ανωτέρω όροι της επίδικης Σ.Σ.Ε. δεν αποτελούν γνήσιους ενοχικούς όρους, καθώς δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής συμφωνίας μεταξύ εργαζομένου (εναγομένης) και εργοδότη (ενάγουσας). Δικαιοπρακτική βούληση για το μέγεθος της παροχής, δηλαδή για το ύψος των μηνιαίων αποδοχών, δεν υφίσταται.

Αντίθετα, τόσο η το πρώτον εφαρμογή των όρων κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, όσο και η διατήρησή τους και μετά την 14η -5-2012, λόγω της μετενέργειας, οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην ευθεία νομοθετική παρέμβαση. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, καθίσταται σαφές ότι οι μισθολογικοί όροι της ένδικης εργασιακής σύμβασης, αφού επιβλήθηκαν αναγκαστικά από τον νομοθέτη και δεν καθορίστηκαν από τα συμβαλλόμενα μέρη (ενάγουσα και εναγομένη) κατόπιν συμφωνίας τους, στηριζόμενης σε πραγματικά περιστατικά, που να είχαν αποτελέσει τότε το δικαιοπρακτικό θεμέλιο γι' αυτούς κυρίως δε στις ισχύουσες τότε πολιτικές, οικονομικές, φυσικές και κοινωνικές συνθήκες (ενδεικτικά στην εκατέρωθεν οικονομική κατάσταση των μερών, τη νομισματική σταθερότητα, την κατάσταση της αγοράς, τη χρηματική αξία της εργασίας, τον πληθωρισμό τον τιμάριθμο της ζωής, την ανοικοδόμηση, την κατάρτιση συμβολαιογραφικών πράξεων κ.α.), δεν μπορούν να διαμορφωθούν κατά τρόπο διαφορετικό, με την εφαρμογή της γενικής διάταξης του άρθρου 288 Α.Κ., η λειτουργία της οποίας είναι συμπληρωματική ή διορθωτική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων των συμβαλλομένων μερών, παρέχουσα στο δικαστήριο τη δυνατότητα, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, κατ' απόκλιση των συμφωνηθέντων, να προσδιορίσει την εκπληρωτέα παροχή, με περιστολή ή επέκταση του συμφωνηθέντος μεγέθους της.

Οι εν λόγω μισθολογικοί όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας της εναγομένης μπορούν να τροποποιηθούν είτε με νέα Σ.Σ.Ε., είτε με ατομική συμφωνία των μερών, όχι όμως με την εφαρμογή του άρθρου 288 Α.Κ., που θα τύχαινε εφαρμογής σε περίπτωση συμβατικού μισθού [...]".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά από επικύρωση της ομοίως αποφανθείσας απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο, με την αυτή, εν πολλοίς, αιτιολογία, είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας. Επισημαίνεται ότι, η στηριζόμενη στο άρθρο 388 του Α.Κ.

βάση της αγωγής, η οποία είχε απορριφθεί, ομοίως, από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως μη νόμιμη, με το σκεπτικό ότι δεν συνέτρεχαν οι τιθέμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, δεν μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με λόγο έφεσης. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653, 173, 200, 288 και 361 του Α.Κ. 2 της Π.Υ.Σ. 6/2012 και 1 του Ν. 4046/2012.

Ειδικότερα, με τον πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ. δεν εφαρμόζεται, όταν η παροχή δεν προέκυψε από δικαιοπρακτική βούληση και συμφωνία των μερών, αλλά από νομοθετική παρέμβαση, καθώς η ως άνω γενική ρήτρα αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε ενοχική σχέση, πηγάζουσα από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή ευθέως από το νόμο, όπως στην προκειμένη περίπτωση.

Επίσης, διατείνεται ότι με το να αποφανθεί ότι οι μισθολογικοί όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας της αναιρεσίβλητης, όπως είχαν διαμορφωθεί με την ενσωμάτωση των κανονιστικών όρων της Σ.Σ.Ε., ως κοινών ενοχικών όρων της σύμβασης, οι οποίοι μπορούν πλέον να τροποποιηθούν με συμφωνία των μερών, δεν συνιστούν συμβατικό μισθό, ώστε να εφαρμοστεί η ρήτρα του άρθρου 288 του Α.Κ., παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 της με αριθ. 6/2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Ν. 4046/2012, καθότι, εφόσον οι επίμαχοι μισθολογικοί όροι, ενσωματώθηκαν στην ατομική σύμβαση εργασίας της αναιρεσίβλητης, ως κοινοί ενοχικοί όροι αυτής και μπορούν πλέον να τροποποιηθούν με συμφωνία των μερών, συνιστούν πλέον συμβατικό μισθό, καθό μέρος υπερβαίνουν τα κατώτατα νόμιμα όρια.

Ότι η νομοθετική παρέμβαση περιορίστηκε, όπως υποστηρίζει, στην στιγμιαία ενσωμάτωση αυτών (μισθολογικών όρων) στις ατομικές συμβάσεις εργασίας και όχι στη διατήρηση των όρων αυτών, η οποία δεν εξαρτάται πλέον από το νόμο, αλλά μπορούν να τροποποιηθούν με συμφωνία των μερών και, ως εκ τούτου, ακόμα και με την εσφαλμένη παραδοχή ότι η ρήτρα του άρθρου 288 του Α.Κ.

εφαρμόζεται μόνο σε συμβατικό μισθό, όφειλε το Δικαστήριο να προσδιορίσει την εκπληρωτέα παροχή, με περιστολή του καταβαλλομένου μισθού της αναιρεσίβλητης στο κατώτατο νόμιμο όριο. Τέλος, ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα και αντίθετα προς τον σκοπό τους, ερμήνευσε τις παραγράφους 28 και 29 του κεφαλαίου Ε του Μνημονίου Οικονομικής Συνεργασίας και Χρηματοπιστωτικής πολιτικής (Ν. 4046/2012).

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθόλες τις αιτιάσεις του και τούτο διότι η διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ. δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής επί της πιο πάνω διαφοράς, ούτε μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση των άρθρων 648, 649, 653, 173, 200, 288 και 361 του Α.Κ. και του άρθρου 2 παρ. 4 της με αριθ. 6/28.2.2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου, που προβλέπει τη διατήρηση καταβολής του βασικού μισθού και ορισμένων επιδομάτων, κατά το στάδιο της μετενέργειας, σκοπός της οποίας είναι αφενός μεν να μειωθεί το μισθολογικό κόστος των εργοδοτών με την κατάργηση των λοιπών επιδομάτων που δεν μετενεργούν, αφετέρου δε να μην παραμένουν οι μισθωτοί άνευ προστασίας, μετά τη λήξη της Σ.Σ.Ε., μέχρις ότου προκύψει μία νέα συλλογική ή ατομική ρύθμιση των όρων εργασίας.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 4 της με αριθμό 6/2012 Π.Υ.Σ., οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας (θεσμός μετενέργειας), όπως δε ρητά ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω Π.Υ.Σ., η καταβολή του βασικού μισθού των άνω διατηρουμένων επιδομάτων, ως προς τα οποία και μόνο μετενεργεί πλέον η οικεία Σ.Σ.Ε., μπορεί οποτεδήποτε να διακοπεί με τροποποιητική της αρχικής ατομική σύμβαση εργασίας μεταξύ των μερών ή με νέα συλλογική σύμβαση εργασίας.

Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω και σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, εφόσον οι παραπάνω "οιονεί ενοχικοί όροι" της ατομικής σύμβασης εργασίας της αναιρεσίβλητης, που μετενεργούν, επιβλήθηκαν αναγκαστικά από τον νομοθέτη, με σκοπό αφενός μεν τη μείωση του μισθολογικού κόστους, αφετέρου την παροχή ορισμένου επιπέδου προστασίας στους μισθωτούς, σε σχέση με το προηγούμενο μισθολογικό τους καθεστώς και δεν καθορίστηκαν από τα συμβαλλόμενα μέρη, κατόπιν συμφωνίας τους, στηριζόμενης σε πραγματικά περιστατικά, που να είχαν αποτελέσει το δικαιοπρακτικό θεμέλιο γι' αυτά, εξακολουθούν να ισχύουν και μπορούν να τροποποιηθούν είτε με νέα Σ.Σ.Ε., είτε με νεότερη ατομική συμφωνία μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη (άρθρο 361 του Α.Κ.) και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να διαμορφωθούν κατά τρόπο διαφορετικό, με την εφαρμογή της γενικής διάταξης του άρθρου 288 του Α.Κ.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653, 173 200, 288 και 361 του Α.Κ., καθώς και των άρθρων 2 της Π.Υ.Σ. 6/2012 και 1 του Ν. 4046/2012, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και, επομένως, προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας, την οποία (ελάσσονα πρόταση) και πλήττει. Κατά συνέπεια, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών αναφέρονται, κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο, στη σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη ή μη νόμιμη ή αόριστη (Ολ. Α.Π. 3/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο και τελευταίο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι διαλαμβάνει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ωστόσο, εφόσον η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση απέρριψε, όπως προεκτέθηκε, την υπό της αναιρεσείουσας ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, αφού η ίδια δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή δεν ήταν νόμιμη, δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, καθόσον η στοιχειοθέτηση αυτού προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και διατύπωσε συναφές αποδεικτικό πόρισμα και όχι όταν απορρίπτει, όπως στην προκειμένη περίπτωση, την αγωγή ως μη νόμιμη. Επομένως, ο σχετικός από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης (και δη λόγω ανυπαρξίας, άλλως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία εκπροσωπήθηκε στη δίκη και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει την επιστροφή του με αριθμό ... ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450,00) ευρώ, στην αναιρεσείουσα.

Απορρίπτει την από 11-04-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 1187/95/07-05-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 754/2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 1414/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ